Δευτέρα, 28 Ιουνίου 2010

Αγγλία-Γερμανία

Ιούλιος 1966. Τελικός Παγκοσμίου Κυπέλου. Αγγλία-Γερμανία. Ο Χαρστ, στην ημίωρη παράταση, σουτάρει από κοντινή απόσταση. Η μπάλα βρίσκει το οριζόντιο δοκάρι και μετά σκάει πάνω στην άσπρη γραμμή. Δύσκολο να δει κανείς αν η μπάλα μπήκε ή δεν μπήκε στο τέρμα. Ωστόσο ο διαιτητής κατακύρωσε το γκολ και τελικά η Αγγλία πήρε το τρόπαιο, για πρώτη και μοναδική φορά στην ιστορία της. Χρόνια μετά, οι ειδήμονες που αξιοποίησαν τεχνικές ψηφιακής ανάλυσης εικόνας, αποφάνθηκαν ότι η μπάλα δεν μπήκε μέσα από τη γραμμή του τέρματος και ότι κακώς κατακυρώθηκε το γκολ.
Όλα αυτά τα θυμήθηκα χτες το απόγευμα, καθώς παρακολουθούσα τον αγώνα Αγγλίας-Γερμανίας. Το μακρινό σουτ του Λάμπαρντ ήταν σαφώς δοκάρι και μέσα, ωστόσο οι διαιτητές περί άλλα ετύρβαζαν και δεν κατακύρωσαν το γκολ. Αν το είχαν κάνει, οι Άγγλοι θα είχαν ισοφαρήσει και το παιχνίδι ίσως να έπαιρνε άλλη τροπή. Σαν να πλήρωσαν έναν ιστορικό λογαριασμό που εκρεμούσε σε βάρος τους εδώ και 44 χρόνια...
Πέρα όμως από το τί έγινε σε αυτό το παιχνίδι, ο απολογισμός των τελευταίων τεσσάρων δεκαετιών γέρνει σαφώς την πλάστιγγα υπέρ των Γερμανών, οι οποίοι επανειλημμένα κατέκτησαν παγκόσμια και ευρωπαϊκά κύπελλα. Οι Άγγλοι δεν είχαν καμμιά επιτυχία.
Η εθνική Αγγλίας μου δίνει την εντύπωση ότι εδώ και σχεδόν πενήντα χρόνια παίζει το «σύνηθες» βρετανικό ποδόσφαιρο, με τις μακρινές σέντρες και τα γεμίσματα για καμμιά κεφαλιά, που άμα πιάσει έπιασε.
Αντίθετα η Γερμανία όλα αυτά τα χρόνια έχει να δείξει αρκετές καλές στιγμές, με παίκτες που ξέρουν να δίνουν λύσεις μέσα στον αγώνα και να συντονίζονται μεταξύ τους. Το ποδόσφαιρο που παίζουν έχει κάτι από το βρετανικό στυλ, με τις επιθέσεις από τα πλάγια και τις σέντρες ακριβείας, συγχρόνως όμως, όπως φάνηκε και σε αυτόν τον τελευταίο αγώνα, ξέρουν επίσης να παίζουν με τη μπάλα χαμηλά, να συνδυάζονται σωστά και να αξιοποιούν τα κενά του αντιπάλου (στο νου μου έρχεται η έξυπνη και εύστοχη μακρινή μπαλιά-πάσα στον Κλόζε, που καθότι ταχύς και αγωνιστής μπόρεσε να επικρατήσει απέναντι στον αντίπαλο παίκτη και να σκοράρει).
Σε αυτό το σημείο τίθεται το ερώτημα ποιά να είναι η αιτία της κακοδαιμονίας των Άγγλων, όλα αυτά τα χρόνια, οι οποίοι κατά τα άλλα και μεγάλους παίκτες έχουν βγάλει και οι σύλλογοί τους διακρίνονται στις ευρωπαϊκές διοργανώσεις. Εγώ θα εντόπιζα τρεις αιτίες:

α) Στην Αγγλία η ισχύς του ομοσπονδιακού προπονητή είναι περιορισμένη, σε σχέση με τα συμφέροντα και τις επιρροές των συλλόγων. Απεναντίας, θυμάμαι το μακαρίτη τον Χέλμουτ Σεν που, ως προπονητής της Γερμανίας στη δεκαετία του’70, είχε στη διάθεσή του όποιον παίκτη ήθελε και όσο τον ήθελε. Είχε επομένως τα περιθώρια να «δέσει» την ομάδα του με τον τρόπο που ο ίδιος έκρινε.
β) Τα κριτήρια επιλογής προπονητή για την εθνική Αγγλίας μου φαίνονται κάπως «ιδιότυπα», για να το πω ευγενικά. Ποτέ δεν βρέθηκε στο τιμόνι ένας Πέισλι (δημιουργός της μεγάλης Λίβερπουλ της δεκαετίας του’70) ή ένας Κλαφ (Νότιγχαμ), αλλά επιλέγονταν οι δευτεροκλασάτοι, για λόγους που σηκώνουν πολλή συζήτηση...
γ) Την τελευταία εικοσαετία, προέκυψε και ένα καινούργιο φρούτο: οι πολλοί ξένοι παίκτες στους αγγλικούς ποδοσφαιρικούς συλλόγους, που μπορεί να είναι χρήσιμοι στην πορεία των ομάδων τους αλλά με τον τρόπο τους εμποδίζουν να αναδειχτούν καινούργια ημεδαπά «φυντάνια» που να μπορούν να στελεχώσουν άξια την εθνική ομάδα στο μέλλον.

Οι παραπάνω απόψεις διατυπώθηκαν από κάποιον που εδώ και χρόνια δεν παρακολουθεί τα ποδοσφαιρικά, αλλά που στα νιάτα του υπήρξε φίλαθλος, και μάλιστα αγγλόφιλος, και είχε κάνει από τότε κάποιες σκέψεις που μόλις τώρα βρήκε την ευκαιρία να κοινοποιήσει. Όποιος έχει καλύτερη εικόνα για την παρούσα κατάσταση, ευχαρίστως να μας πει την άποψή του.
Γιώργος Αιμ. Σκιάνης


5 σχόλια:

Άτακτος Λόγος είπε...

Εγώ Γιώργο δε θα στάθώ στο άδικο μεν για τους Άγγλους αποτέλεσμα,στη δίκαιη δε πρόκριση της Γερμανίας που, χθες τουλάχιστον, ήταν σαφώς καλύτερη ομάδα από την Αγγλία.
Εγώ είμαι, εδώ και χρόνια, «ένας ζητιάνος του καλού ποδοσφαίρου» κατά την προσφιλή ρήση του Εντουάρντο Γκαλεάνο.
Και σε αυτό, όπως και στα περισσότερα Παγκόσμια Κύπελλα από τότε που έχουμε πρόσβαση στην τηλεόραση, το καλό ποδόσφαιορ είναι λίγο.
Γεγονός είναι ότι οι παίκτες των, κατά τεκμήριο, καλύτερων ομάδων του κόσμου (Αγγλία, Αργεντινή, Βραζιλία, Γαλλία,Γερμανία,Ισπανία, Ιταλία, Ολλανδία) συμμετέχουν με 60 -70 παιγνίδια στα πόδια τους. Όση ντόπα κι αν πάρουν, πώς να παίξουν οι άνθρωποι το ποδόσφαιορ που ξέρουν; Με αποτέλεσμα να βγαίνουν στον αφρό κάποιες ομάδες ξυλοκόπων, που αδυνατούν να ξεχωρίσουν το ποδόσφαιρο από το ράγκμπι, και, μολονότι περιορισμένων δυνατοτήτων,να καθορίζουν τελικά ποιος θα προχωρήσει και ποιος όχι στη διοργάνωση.
Πανηγύρισα απίστευτα την πρόκριση της Γκάνα επί των ΗΠΑ, διότι θεωρούσα όνειδος για το ποδόσφαιρο την παρουσία της αμερικανικής ομάδας στα προημιτελικά. Για τον ίδιο λόγο χάρηκα την πρόκριση της Ουρουγουάης επί της Νοτίου Κορέας. Όπως και για τον αποκλεισμό της δικής μας ομάδας, η οποία, αντί να παίζει ποδόσφαιρο, φροντίζει να καταστρέφει το ποδόσφαιρό των αντιπάλων της.
Η αλήθεια είναι ότι το φετινό, όπως και το Παγκόσμιο Κύπελλο του 2006, είναι μακράν καλύτερα από αυτά της δεκαετίας του '90, μιας δεκαετίας στην οποία οι ταλαντούχοι ποδοσφαιριστές ήταν μετρημένοι στα δάχτυλα του ενός χεριού.
Όμως το όλο πλαίσιο του διεθνούς ποδοσφαίρου με τα απίστευτα φορτωμένα προγράμματα, που εξοντώνουν παίκτες και προπονητές, λειτουργεί ενάντια στο ποιοτικό ποδόσφαιρο.
Όσο όμως οι φίλοι του ποδοσφαίρου δε γυρνούν την πλάτη στα γήπεδα και στις τηλεοπτικές αναμεταδόσεις του κακού θεάματος, η αθλητική βιομηχανία θα προάγει την εντατικοποίηση σε βάρος της ποιότητας.

Γιάννης Χρυσοβέργης

Ανώνυμος είπε...

Θα έλεγα ότι κι εγώ είμαι ένας "παλαιός" ποδοσφαιρόφιλος, που όμως τα τελευταία χρόνια δεν παρακολουθώ τίποτε, παρά μόνο στη χάση και στη φέξη.
Ο προβληματισμός του Γιώργου για την εθνική Αγγλίας έχει ενδιαφέρον. Όντως, μοιάζει σα να έχει "καρφωθεί" η ομάδα αυτή στη δεκαετία του '60 και του '70. Μάλλον λόγω της γνωστής "αριστοκρατικής" λογικής των εγγλέζων, που δε λένε να ξεκολλήσουν από τις συνήθειες. (Οι ομάδες του πρωταθλήματος φυσικά ακολουθούν αναγκαστικά την εξέλιξη του ποδοσφαίρου)
Κ.Λ.

Ανώνυμος είπε...

Δεν ήμουν ποτέ φανατικός του ποδοσφαίρου, το οποίο, παρότι παρουσιάζεται ως το πιο λαικό και δημοφιλές άθλημα, μόνο άθλημα δεν είναι, αφού πίσω απ' την αγνότητα του ευγενούς συναγωνισμού και του εφ αγωνίζεστε, κρύβονται νονοί και μεγαλοπαράγοντες που διακινούν βρώμικο χρήμα χρησιμοποιώντας το ''άθλημα'' και τους ποδοσφαιρικούς συλλόγους, για πλυντήριο.
Φυσικά, για να είμαι ειλικρινής, δεν μπορώ να πω πως δεν παρακολουθώ- στη χάση και στη φέξη.
Ομως,τις δύο αυτές ομάδες ομολογώ πως ποτέ δεν συμπάθησα, για τους εξής λόγους.
Η μεν Γερμανία μου θυμίζει την απαίσια , κακομούτσουνη και ανέραστη καγγελάριό της, η δε Αγγλία γιατί δεν είναι τίποτε περισσότερο από ένα εκτροφείο αληταράδων χούλιγκαν.
Προσωπικά, υποστήριζα - μέχρι και πριν τον αποκλεισμό της- την Ακτή Ελεφαντοστού, παρασυρόμενος απ' την προτίμηση των παιδιών μου.
Τώρα , μάλλον Βραζιλία, όχι γιατί έχει την καλλίτερη ομάδα, αλλά γιατί έχει την καλλίτερη κερκίδα.
Χαράλαμπος

Ανώνυμος είπε...

Εγώ υποστηρίζω Γκάνα δαγκωτό!
Κ.Λ.
(Καλά τώρα, η Γερμανία, αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς, είναι διαχρονικά η πιο ενδιαφέρουσα ομάδα... Θυμήσου τον Αυτοκράτορα Μπεκενπάουερ!..)

Άτακτος Λόγος είπε...

Λοιπόν, εγώ θα σας κουφάνω. Κατ'αρχάς Χαράλαμπε η κυριαρχία του υποκόσμου δεν είναι θλιβερό προνόμιο μόνο του ποδοσφαίρου. Θα μπορούσα να σου αφηγηθώ απίθανες ιστορίες για τη διεθνή διαπλοκή που βρίσκεται πίσω από αυτό που το 2004 καταλάβαμε στην Ελλάδα ως ντοπάρισμα των Κεντέρη -Θάνου. Που φυσικά δεν είχε στόχο ούτε την Ελλάδα, ούτε τους Έλληνες. Απλώς ο Κεντέρης και η Θάνου βρέθηκαν με την πλευρά των ηττημένων ενός αμείλικτου πολέμου.
Στο ποδόσφαιρο λοιπόν τα πράγματα είναι πιο ειλικρινή.
Από καταβολής Παγκοσμίου Κυπέλλου, για παράδειγμα, οι διαιτητές σπρώχνουν την ομάδα της διοργανώτριας χώρας. Με πιο σκανδαλώδεις περιπτώσεις αυτές της Ιταλίας το 1934 και της Νοτίου Κορέας το 2002. Από κοντά και ο τρόπος με τον οποίο στέρησαν από την «κομμουνιστική» Ουγγαρία το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1954.
Επίσης στο ποδόσφαιρο υπάρχει μια επετηρίδα. Δεν είναι δυνατό η ομάδα των πρώτων τυχόντων φτωχοδιαβόλων να απειλεί μια «μεγάλη ομάδα». Μεγάλη από άποψης οικονομικής ισχύος. Η μόνη περίπτωση που επιτρέπεταιένα τέτοιο ανατρεπτικό ανοσιούργημα είναι όταν ο υπόκοσμος έχει επενδύσει πολλά χρήματα στο οργανωμένο στοίχημα σε βάρος της «μεγάλης ομάδας».
Και επειδή, τέλος πάντων, δε θέλω να σας τη χαλάσω εντελώς, είμαι λίγο Γκάνα, γιατί εκφράζει τις ελπίδες των απανταχού φτωχοδιάβολων, είμαι λίγο Ουρουγουάη, γιατί έχει πάρει Παγκόσμιο Κύπελλο κερδίζοντας τη Βραζιλία μέσα στο Μαρακανά -το 1950 -και είμαι και λίγο Αργεντινή, από σεβασμό στο «χέρι του Θεού».
Τη Βραζιλία δεν την πολυπάω, αν και μέχρι τώρα έχει παίξει το ομορφότερο ποδόσφαιρο, γιατί είναι ένα είδος κατεστημένου τα τελευταία 52 χρόνια.
Όσο για τη Γερμανία, σας θυμίζω τη φράση του Γκάρι Λίνεκερ μετά το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1990. «Το ποδόσφαιρο είναι ένα άθλημα όπου όλοι παίζουν μπάλα και στο τέλος κερδίζουν οι Γερμανοί».

Γιάννης Χρυσοβέργης

Υ.Γ. Αν κρίνω από τη ζωντάνια του διαλόγου σε αυτή την ανάρτηση το τιμούμε το Παγκόσμιο Κύπελλο.