Δευτέρα, 7 Ιουνίου 2010

Διαβάζοντας Λουκιανό

Αυτόν τον καιρό διάβασα τη «Σάτιρα φιλοσοφίας και φιλοσοφούντων» του Λουκιανού. Δε μπορώ να πω ότι ενθουσιάστηκα από τους διαλόγους του, όμως με τον τρόπο τους με οδήγησαν σε κάποιες σκέψεις που θα ήθελα να τις κοινοποιήσω στο μπλογκ, έστω και σε πρωτόλεια μορφή. Είναι και η ώρα περασμένη και δεν είμαι για πολλά-πολλά.
Ο Λουκιανός είχε γεννηθεί στη Συρία και τα ελληνικά δεν ήταν μητρική του γλώσσα. Ωστόσο, έμαθε καλά τη γλώσσα και κάποια στιγμή εγκαταστάθηκε στην Αθήνα του 2ου αιώνα μ.χ. για να συγγράψει και να διδάξει φιλοσοφία.
Η γλώσσα των διαλόγων του είναι η αττική διάλεκτος, που είχαμε διδαχτεί στο γυμνάσιο και στο λύκειο, και που δεν τη βρίσκω εύκολη στην κατανόηση. Αξίζει όμως να σημειωθεί ότι στο 2ο αι. μ.χ. η αττική διάλεκτος δεν ήταν η καθομιλούμενη γλώσσα. Τέτοια είχε γίνει πλέον η λεγόμενη κοινή ελληνιστική, που είναι η γλώσσα της Αγίας Γραφής και που σίγουρα είναι πιο κατανοητή σ’εμάς. Γιατί λοιπόν αυτή η προτίμηση του συγγραφέα σε μια γλώσσα που δεν μιλιούνταν πια; Μήπως ήταν η πεποίθηση ότι μέσω αυτής της νεκρής γλώσσας μπορούσε να διατυπωθεί καλύτερα ο φιλοσοφικός στοχασμός; Αν είναι έτσι, δε μπορεί κανείς να μην ανακαλέσει στη μνήμη του μια ανάλογη κατάσταση πολλούς αιώνες αργότερα, όπου πολλοί λόγιοι προτιμούσαν την καθαρεύουσα αντί της δημοτικής. Μήπως λοιπόν οι ρίζες του προβλήματος της διγλωσσίας είναι παλιότερες απ’όσο νομίζουμε και ξεκινούν από τα ελληνιστικά χρόνια;
Κεντρική ιδέα της «σάτιρας φιλοσοφίας» είναι ο ευτελισμός της φιλοσοφικής σκέψης από ανθρώπους που παρουσιάζονται ως συνεχιστές φιλοσοφικών ρευμάτων του 6ου ως 4ου αι. π.χ., αλλά που η συμπεριφορά τους και ο τρόπος ζωής τους απέχει πολύ από τις αξίες που δίδασκαν οι μεγάλοι φιλόσοφοι. Με αυτήν την έννοια, στα μάτια του Λουκιανού όλα τα φιλοσοφικά ρεύματα, που εξακολουθούσαν να είναι παρόντα στην Αθήνα του 2ου μ.χ. αι., είχαν να πουν κάτι, όμως οι σύγχρονοι εκπρόσωποί τους τα διέσυραν με την αλαζονεία τους, τη φιλαργυρία τους και την κακοήθειά τους.
Πέραν αυτού, ο Λουκιανός φαίνεται να εκτιμούσε ιδιαίτερα τη σκέψη του Πλάτωνα και των κυνικών. Απεναντίας ήταν επικριτικός απέναντι στους στωικούς, που τους θεωρούσε επιτηδευμένους και θελγόμενους από τα δημόσια αξιωματα, και τους σοφιστές που τους έβλεπε ως ανθρώπους του χρήματος και απατεώνες. Αλλά και ο Επίκουρος και ο Αριστοτέλης δεν φαίνεται να απολαμβάνουν ιδιαίτερης εκτίμησης από το συγγραφέα (ιδίως τον πρώτο τον βλέπει ως ηδονιστή που νιάζεται μόνο για την καλοπέρασή του).
Σε αυτό το σημείο ίσως θα πρέπει να αναλογιστούμε την πορεία που ακολούθησε η φιλοσοφική και πολιτική σκέψη από τη ρωμαϊκή εποχή (μάλλον από τα ελληνιστικά χρόνια) και μετά. Για τους περισότερους διανοητές εκείνων των χρόνων, η Αθηναϊκή Δημοκρατία του Περικλή θα πρέπει να ήταν απορριπτέα, ως περίοδος πολιτικών εντάσεων, δημαγωγίας και οικονομικής δυσπραγίας. Η δημοκρατία ως πολίτευμα δεν ενθουσίαζε καθόλου πια και αυτό που ζητούσαν πολλοί ήταν η πολιτική σταθερότητα και η τάξη στην ευρύτερη γεωγραφική περιοχή (κάπως έτσι ανέκυψαν οι Μακεδόνες δυνάστες και μετά οι Ρωμαίοι). Ως εκ τούτου, τη μεγαλύτερη επιρροή φαίνεται πως την είχαν οι φιλόσοφοι που πρέσβευαν την τάξη και την πειθαρχία, με πρώτον και καλύτερο τον Πλάτωνα. Κάπως έτσι ρίχτηκαν στο πυρ το εξώτερον οι σοφιστές, αλλά κα οι επικούρειοι, που σαφώς έκλιναν προς το δημοκρατικό στρατόπεδο. Κάτω από τέτοιες συνθήκες, υποβαθμίζεται και ο Αριστοτέλης, που ναι μεν από ένα σημείο και μετά υποστήριξε τους Μακεδόνες, όμως είχε κι’αυτός διατυπώσει πιο πριν κάποιες «ύποπτες» θέσεις περί άμεσης δημοκρατίας. Το ότι οι κυνικοί απολάμβαναν ενός κύρους μέσα σε ένα τέτοιο σκηνικό απόρριψης της δημοκρατίας, θα μπορούσε να εξηγηθεί στη βάση του ότι αυτοί έμεναν συνειδητά εκτός του παιχνιδιού της εξουσίας (βλ. την αδιαφορία με την οποία αντιμετώπισε ο Διογένης τον Αλέξανδρο, χωρίς όμως να έχει καμμια πρόθεση να του αντιταχθεί).
Η σκέψη του Αριστοτέλη επανήλθε στο προσκήνιο κατά τον ύστερο μεσαίωνα. Σοφιστές, επικούρειους κλπ τους έφαγε η μαρμάγκα για 1500 χρόνια περίπου, ώσπου αναζωπυρώθηκε το ενδιαφέρον γι’αυτούς από την περίοδο του διαφωτισμού και μετά, αν δεν κάνω λάθος. Όσο για τον Πλάτωνα, πάντα διατηρεί το κύρος του, παρά την εύστοχη κριτική που του άσκησε ο Πόππερ στην «ανοιχτή κοινωνία». Ο ολοκληρωτισμός έχει πάντα το ακροατήριό του...

Γιώργος Αιμ. Σκιάνης


1 σχόλιο:

Άτακτος Λόγος είπε...

Θα έλεγα Γιώργο, ότι η Δημοκρατία έχει πέραση σε περιόδους οικονομικής ανάπτυξης και ευμάρειας της κοινωνίας.
Αντίθετα σε περιόδους κρίσης, σαν αυτή που ζούμε σήμερα, η πλάστιγγα γέρνει υπέρ των ολοκληρωτισμών.

Γιάννης Χρυσοβέργης