Τετάρτη, 3 Αυγούστου 2016

Ο ΓΕΡΟΣ ΠΟΥ ΦΟΡΟΥΣΕ ΕΝΑ ΚΑΠΕΛΟ ΤΟΥ ΘΟΔΩΡΟΥ ΦΕΣΤΑ

Για όσες και όσους ζήσαμε παιδιά τη Δικτατορία, διαβήκαμε τους δρόμους της Αριστεράς στα χρόνια της Μεταπολίτευσης και δεν προσβληθήκαμε από τους ιούς του νεοπλουτισμού και της λαμογιάς στην εικοσιπενταετία 1985-2010, το βιβλίο του Θοδωρή είναι σαν ένα ποτήρι παγωμένο νερό, μετά από μερικές ώρες περιπλάνησης στους δρόμους της Αθήνας ένα αυγουστιάτικο μεσημέρι.

Με βιβιλιοπαρουσιάσεις και λοιπές παρουσιάσεις ή κριτικές έργων τέχνης δεν τα πηγαίνω καλά. Ίσως να φταίει η φράση του μεγάλου Ιρλανδού θεατρικού συγγραφέα Τζωρτζ Μπέρναρντ Σω για τους κριτικούς τέχνης, που συχνά μου έλεγε ο πατέρας μου: «το χειρότερο κρασί κάνει το καλύτερο ξύδι». 
Και, με συγχωρείτε, αλλά το πρότυπο αυτών των χολερικών τύπων που ξοδεύουν όλη τους τη φαιά ουσία για να εφεύρουν πνευματώδεις μεν δηλητηριώδεις δε εκφράσεις για να θάψουν το έργο του τάδε ή της δείνα - που ακόμα κι αν πρόκειται για ψωνάρα έχει δώσει στο έργο όλη του(της) τη δημιουργικότητα - δε μου ταιριάζει. 
Για το λόγο αυτό και έχω αποφασίσει να καταπιάνομαι με τέτοια θέματα μονάχα αν έχω να γράψω δυο καλές κουβέντες. Αλλιώς δε γράφω. Εκτός βέβαια κι αν κάποιος μου πατήσει κανένα πολιτικό, πολιτιστικό ή προσωπικών αξιών κάλο, οπότε μαύρος όφις που τον έφαγε. Τότε οι προαναφερθέντες χολερικοί τύποι μοιάζουν με αρσακειάδες μπροστά μου.
Βεβαίως υπάρχουν και πολλοί πραγματικά καλοί κριτικοί τέχνης, οι οποίοι όμως διαθέτουν μια αρετή την οποία εγώ δεν διαθέτω: την αμεροληψία. 
Αμερόληπτος ποτέ δεν υπήρξα. Σε όλα τα θέματα τό 'χω συνήθειο να παίρνω θέση, πάντα με πάθος αν και προσπαθώ να αποφεύγω το φανατισμό. Ίσως να φταίει που πήρα πολύ στα σοβαρά αυτά που μας έλεγε στην Α' Γυμνασίου ο Νίκος Ζούνης, ο φιλόλογός μας, ότι ο Σόλων με τη νομοθεσία που θέσπισε στην Αθήνα προσπαθούσε να αποτρέψει τον καιροσκοπισμό, ένα χούι που έχει η συντριπτική πλειοψηφία των ανθρώπων σε όλα τα μήκη και πλάτη του πλανήτη - και το οποίο οι πάντες εξορκίζουν - και εκφράζεται με την «αμεροληψία» και την «ουδετερότητα».
Και, ανεπαισθήτως, παίρνω κατά κανόνα το μέρος των λίγων και πιο αδύνατων.  Οι περιπτώσεις που συμπλέω με τους πολλούς τυγχάνει να είναι βραχύβιες, συχνά ειδικού σκοπού και με προδιαγεγραμμένο τέλος.
Κατά μείζονα λόγο δε μπορώ να είμαι αμερόληπτος με το Θοδωρή. Όχι μόνο γιατί υπήρξαμε συμμαθητές έξι χρόνια στο 10ο Γυμνάσιο Αρρενων Αθηνών, αλλά γιατί μοιραστήκαμε, με ό,τι αυτό σημαίνει, το ίδιο θρανίο στην Γ' στη Δ' και στην Ε' Γυμνασίου. Μετά υποβιβαστήκαμε σε Γ' Λυκείου κι ένας καθήκης και συνάμα φασίστας φιλόλογος, που νόμιζε ότι θα μας τη σπάσει, έστειλε το Θοδωρή στο πρώτο θρανίο. Κούνια που τον κούναγε.
Στη Γ' Γυμνασίου παρά λίγο να βρεθούμε στο σπουδαστικό της Ασφάλειας (Δικτατορία γαρ) επειδή ο χαφιές θεολόγος - ούτε που αξίζει να αναφέρω το όνομά του, άλλωστε αν δεν έχει πεθάνει θα είναι εντελώς ραμολί - θεώρησε «αντεθνικήν ενέργεια» την ανάγνωση από μέρους μας του «Βιετνάμ» της Οριανα Φαλάτσι και το ότι τολμήσαμε - σε μια συζήτηση μέσα στην τάξη,που αυτός προκάλεσε και τη συντηρούσε επί τρία ολόκληρα μαθήματα έως ότου, παραβιάζοντας τις ρητές εντολές των γονέων μας μπήκαμε κι εμείς στο παιγνίδι - να αμφισβητήσουμε την ύπαρξη  Θεού. Μας έσωσαν ο Γυμνασιάρχης, Κλήμης το επίθετό του, - κρίμα που δε θυμάμαι το όνομά του - κι ο φιλόλογός μας ο Νίκος Ζούνης.
Στα δυο επόμενα χρόνια έμελλε να τρώμε σε καθημερινή βάση τα μουστάκια μας - διότι αμφότεροι ήμασταν ήδη, ή, έτσι νομίζαμε τουλάχιστον, μυστακοφόροι - για το σοσιαλισμό στη Σοβιετική Ένωση, στην Κίνα και όπου γης. 
Στη Δ' Γυμνασίου μοιραστήκαμε υπέροχες ώρες στη συντακτική επιτροπή της Μαθητικής Πρωτοπορίας. Ακόμα θυμάμαι τη γκρίνια του Θοδωρή στον Αντρέα Σκιάνη, τον τρίτο της συντακτικής επιτροπής στο πρώτο πολυγραφημένο φύλλο της εφημερίδας - μετά ευτυχώς αυγατίσαμε - διότι στο αφιέρωμα για την πρώτη επέτειο από το θάνατο του Πάμπλο Νερούντα που είχε επιμεληθεί ο Θοδωρής, ο Αντρέας είχε προσθέσει το ποίημα «Ωδή στις τηγανητές πατάτες». Γκρίνια για την οποία ο Θοδωρής κάνει την αυτοκριτική του σε κάποιο από τα διηγήματα του Γέρου που Φορούσε ένα Καπέλο.
Πιο απαράδεκτοι υπήρξαμε αναμφίβολα στην Ε' Γυμνασίου, όταν, με μια ιδιαίτερη προτίμηση στην ώρα των Αρχαίων Ελληνικών, διεξάγονταν στο θρανίο ομηρικές μάχες μεταξύ εμού, Μαοϊκού μεν μέλους της Νεολαίας ΠΑΣΟΚ δε, και του Θοδωρή, μέλους της ΚΝΕ, με το ένα μας αυτί τσιτωμένο στο μάθημα για να μη βγάλουμε και τη φιλόλογο από τα ρούχα της.
Τι τα θυμήθηκα όλα αυτά; Μα είναι ο ΓΕΡΟΣ ΠΟΥ ΦΟΡΟΥΣΕ ΕΝΑ ΚΑΠΕΛΟ που μου τα θύμισε. Κι αυτά και πολλά άλλα.
Με μαγιά προσωπικά βιώματα, ανθρώπους που γνώρισε κι αφηγήσεις των τελευταίων ο Θοδωρής συνέθεσε 32 μικρές μυθιστορίες, με φανταστικούς πρωταγωνιστές, που όμως παραπέμπουν σε απολύτως πραγματικά περιστατικά.
Όλες και όλοι όσοι(ες) ζήσαμε παιδιά τη δικτατορία, περάσαμε την εφηβεία μας και ενηλικιωθήκαμε στα πρώτα χρόνια της Μεταπολίτευσης, ονειρευτήκαμε ν' αλλάξουμε τον κόσμο κι όταν δεν το κατορθώσαμε ακούσαμε την προτροπή του μεγάλου Καβάφη και δεν εξευτελίσαμε τη ζωή μας, κάναμε τους προσωπικούς μας συμβιβασμούς - άλλος λιγότερους, άλλος περισσότερους, κατά πώς μας τα έφερε η ζωή και κατά πώς εμείς τη χτίσαμε - χωρίς να υποκύψουμε στις σειρήνες του νεοπλουτισμού και της λαμογιάς, διαβάζοντας το βιβλίο του Θοδωρή ανασύρουμε μνήμες με ανάλογες ιστορίες.
Τους γονείς του συμμαθητή ή της συμμαθήτριας που έστειλε η Χούντα στη Γυάρο, το δάσκαλο ή τη δασκάλα που τους έδιωξαν από το σχολείο γιατί ήταν Αριστεροί, την οικογένεια σκυμμένη στο ραδιόφωνο να ακούει το σταθμό του Πολυτεχνείου, τις νυχτερινές ακροάσεις της Ντώυτσε Βέλε, του BBC, της Μόσχας, της Φωνής της Αλήθειας, εκείνους τους Αριστερούς (με κεφαλαίο Α) που έφαγαν τις φυλακές και τις εξορίες με το κουτάλι αλλά αρνήθηκαν να τις εξαγοράσουν με κομματικές θέσεις και κράτησαν ακέραιη την αξιοπρέπειά τους όταν το κόμμα τους ξεφτιλίστηκε.
Κι ακόμα τα φτηνά ταβερνάκια στις γειτονιές - κάποιες φορές το κρασί είχε ξυνίσει κι ο μεζές ήταν βρώμιος αλλά όχι μόνο δε μας πείραζε περνούσαμε και πολύ ωραία -  όπου, χωρίς καλά - καλά να το καταλάβεις, γινόταν όλοι οι θαμώνες μια παρέα και τραγουδούσαν με ή χωρίς τη συνοδεία κάποιου οργάνου.
Τα ατέλειωτα βράδυα στο Στούντιο, στην Αλκυονίδα, στο Εκράν, στο Βοξ και στη Ριβιέρα, στην «υπόγα» του Θεάτρου Τέχνης του Κάρολου Κουν και στα «ορεινά» του Ηρωδείου, στις θεατρικές και κινηματογραφικές ομάδες των σχολών μας.
Και, πιο πριν, την αγωνιώδη αναζήτηση κάποιας γνωστής κοπελιάς, για να πάρει από το περίπτερο τηλέφωνο τη δικιά μας διότι όλο και κάποιος κέρβερος, θηλυκού ή αρσενικού γένους δεν είχε σημασία, θα απαντούσε, και τα ραντεβού στις απόμερες γωνίες της διαδρομής ανάμεσα στο Γυμνάσιο Αρρένων και στο Θηλέων της συνοικίας.
Κι ακόμα πιο πίσω, τα καλοκαιρινά βράδια που παίζαμε στάκαμαν και κλέφτες κι αστυνόμοι στις γειτονιές, τα απογεύματα που παίζαμε μπάλα στην πλατεία με τους γείτονες που είχαν βγει να πάρουν λίγο αέρα να φοβούνται ότι θα τους έρθει το τόπι (όχι η μπάλα, δεν την έλεγαν έτσι) στο δόξα πατρί και μας κατσάδιαζαν χωρίς να τους δίνουμε σημασία, τα μπάνια με το πούλμαν στη Λούτσα, στο Καβούρι, στη Βούλα.
 Για όλες και όλους εμάς, τώρα που πλησιάζουμε ή έχουμε καβατζάρει τα 60 και κάνουμε κάποιους απολογισμούς ζωής, το βιβλίο του Θοδωρή είναι σαν ένα ποτήρι παγωμένο νερό μετά από μερικές ώρες περιπλάνησης στους δρόμους της Αθήνας ένα αυγουστιάτικο μεσημέρι. Το πίνεις μονορούφι ή με μικρές απολαυστικές γουλιές, όπως σου κάνει κέφι.
Α, ξέχασα να σας πω. Το βιβλίο αυτό δεν κάνει για όλους. Δεν κάνει γι αυτούς που σύντομα έκαναν αποκλειστική τους ενασχόληση «να πιάσουν την καλή» πατώντας επί πτωμάτων, αυτούς που εκμεταλλεύτηκαν «τη θεσούλα στο Δημόσιο» για να αποκτήσουν άνομο πλούτο, αυτούς που έχτισαν μεζονέτες των 400 τ.μ. - κι ας μην είχαν ούτε καν γάτα, όχι παιδιά - με στεγαστικό δάνειο 120% της αξίας (το οποίο τώρα δε μπορούν να πληρώσουν αλλά αυτό δε μας αφορά εδώ), αυτούς που έστειλαν τα παιδιά τους σε πανάκριβα ιδιωτικά, που καλά - καλά δε μπορούσαν να πληρώσουν τα δίδακτρα, «γιατί είναι χαμηλή η ποιότητα των δημοσίων σχολείων», θαρρείς κι οι ίδιοι που τέλειωσαν δημόσιο σχολείο ήταν μουτζούρηδες, όλους αυτούς που διέγραψαν την ιστορία τους από τη μνήμη τους και την καρδιά τους. 
Αυτοί θα το βρουν «μονότονο», «πληκτικό», «ανούσιο», άμα δεν έχουν τίποτα καλύτερο να κάνουν μπορεί να γράψουν και καμιά βαρύγδουπη κριτική μπουκωμένη με απαξιωτικούς όρους δανεισμένους από την ψυχανάλυση που οι ίδιοι δεν έχουν ιδέα τι σημαίνουν, και, πιθανότατα, δε θα κατορθώσουν να διαβάσουν πάνω από είκοσι σελίδες.
Ένα πράγμα δεν ξέρω μονάχα. Αν το βιβλίο του Θοδωρή έχει να πει κάτι στα παιδιά μας. Οι εικόνες του παραπέμπουν σε καταστάσεις που δεν έζησαν, σε ανθρώπους που δεν έτυχε να γνωρίσουν, σε πόλεις που είναι πλέον εντελώς διαφορετικές, σε μουσικές που δεν ακούγονται πια.
Ξέρω, σας προϊδέασα για παρουσίαση βιβλίου και χάθηκα σε αναδρομές ατάκτως ειρημμένες. Όμως όλες αυτές γεννήματα της ανάγνωσης του ΓΕΡΟΥ ΠΟΥ ΦΟΡΟΥΣΕ ΕΝΑ ΚΑΠΕΛΟ ήταν.

Γιάννης Χρυσοβέργης


Τετάρτη, 6 Ιουλίου 2016

5 ΙΟΥΛΙΟΥ 2016: ΣΚΟΡΠΙΕΣ ΣΚΕΨΕΙΣ ΕΝΑ ΧΡΟΝΟ ΜΕΤΑ

Το δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου 2015 τριχοτόμησε την ελληνική κοινωνία σε τρία στρατόπεδα που δεν μπορούν και δεν θέλουν να επικοινωνήσουν μεταξύ τους.
Πέρα από τους «ΜΕΝΟΥΜΕ ΕΥΡΩΠΗ», πέρα από τους κυβερνώντες, υπάρχουν και αυτοί που είναι εξοργισμένοι κι αισθάνονται εξαπατημένοι.
Είναι πολλοί, γίνονται κάθε μέρα περισσότεροι και στερούνται αξιόπιστης πολιτικής εκπροσώπησης.

Πριν από ένα χρόνο, περίπου τέτοια ώρα, η μεγάλη πλειοψηφία του ελληνικού λαού ένιωθε ότι είχε ανακτήσει αυτό που της είχαν υφαρπάξει πέντε χρόνια πριν, με το πρώτο «σχέδιο διάσωσης» της ελληνικής οικονομίας, όπως είχε αποκληθεί η οργανωμένη καταλήστευση του λαού για τη διάσωση μιας διεφθαρμένης και κρατικοδίαιτης ολιγαρχίας: την ΑΞΙΟΠΡΕΠΕΙΑ της.
Δυο εικοσιτετράωρα μετά, στη συνάντηση του πρωθυπουργού με τους ηγέτες των ηττημένων - αυτών που επί έξι μήνες είχαν ως μοναδικό πολιτικό λόγο τους προσβλητικούς χαρακτηρισμούς προς όποιον δεν σκέφτονταν όπως αυτοί - ένα κείμενο πολιτικής συμφωνίας λίγων παραγράφων υφάρπαζε για άλλη μια φορά από την πλειοψηφία των πολιτών αυτής της χώρας την αξιοπρέπειά τους και δρομολογούσε τη συνθηκολόγηση χωρίς όρους του πρωινού της 13ης Ιουλίου 2015.
Πολλά έχουν γραφτεί και ειπωθεί από πολλούς - ανάμεσά τους και η αφεντομουτσουνάρα μου ( βλ. ΣΥΝΘΗΚΟΛΟΓΗΣΗ ΧΩΡΙΣ ΟΡΟΥΣ και ΣΚΕΨΕΙΣ ΚΙ ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΗΝ ΗΤΤΑ ) - για όσα οδήγησαν σε αυτό που τείνει να μείνει στην Ιστορία ως «κωλοτούμπα».
Δε θα μιλήσω γι' αυτά, όπως και δεν θα μιλήσω για τις«φοβερές αποκαλύψεις» σχετικά με τα «καταχθόνια σχέδια του Βαρουφάκη» ο οποίος - άκουσον, άκουσον και φρίξον - «ήθελε να μας κάνει Βενεζουέλα» (πριν είκοσι χρόνια θα έλεγαν ότι ήθελε να μας κάνει Σοβιετία). Καθ' όσον, από κοράκων στόματα «κρα» θ' ακούσεις.
Θα μιλήσω για τα συναισθήματα  αυτών που πιότερο από την ήττα τους πείραξε η λιποψυχία της κυβέρνησης.
Δεν ξέρω αν όπως γράφτηκε ο Αλέξης Τσίπρας επέλεξε να κάνει δημοψήφισμα πεπεισμένος - από τις αναλύσεις των δημοσκόπων που προέβλεπαν το «θρίαμβο του ΝΑΙ» υποθέτω - ότι θα το χάσει και έτσι θα δικαιολογήσει τη συνθηκολόγηση. Το βέβαιο είναι πως το μήνυμα του λαού ήταν σύντομο και περιεκτικό: «Ή ταν ή επί τας».
Κι όταν μια κυβέρνηση δέχεται ένα τέτοιο μήνυμα δεν έχει πολλές επιλογές: πρέπει να διαλέξει ανάμεσα στην ηρωική πτώση ή στην «κωλοτούμπα», που πιθανώς να της επιτρέψει για κάποιον καιρό την παραμονή στην εξουσία.
Η «κωλοτούμπα» αυτή με είχε ενοχλήσει πολύ λιγότερο όλους τους προηγούμενους μήνες. Της έδινα δεκάδες δικαιολογίες κι ας μην ήμουν χαρούμενος γι' αυτήν. Όμως οι σημερινές δηλώσεις για την επέτειο  του δικού μας ΟΧΙ από το γραφείο τύπου του ΣΥΡΙΖΑ και τον Αλέξη Τσίπρα, με την περίσσεια τους αμετροέπεια ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι.
Σήμερα είχα την ευκαιρία, κάνοντας ρεπορτάζ γι' αυτό τον ένα χρόνο, να διαπιστώσω, για άλλη μια φορά, ότι δεν είμαι ο μόνος που σκέφτεται κάπως έτσι, ούτε καν μια περιθωριακή μειοψηφία. «Με την κωλοτούμπα της η κυβέρνηση ευνούχισε το λαό», μου είπε  επιγραμματικά κάποιος από τους οργισμένους από την κωλοτούμπα. 
Πιθανότατα είμαστε μειοψηφία ακόμα και θα είμαστε για καιρό, όμως είμαστε πολλοί και υπάρχει επιτακτική ανάγκη να βρούμε τη ΔΙΚΗ ΜΑΣ πολιτική έκφραση. Και τούτο γιατί οι υπάρχουσες πολιτικές επιλογές είναι θλιβερές: ανάμεσα στους ριψάσπιδες του ΚΚΕ, που με γελοία επιχειρήματα επέλεξαν την αποχή αντί του ΟΧΙ στο δημοψήφισμα, στους εγκληματίες της ΧΡΥΣΗΣ ΑΥΓΗΣ,  και μια πανσπερμία θραυσμάτων του ΣΥΡΙΖΑ, που αδυνατούν να συγκροτήσουν δικό τους πολιτικό λόγο.
Αδυνατώ να κατανοήσω τις σε βαθμό υστερίας επιθέσεις της ΛΑΪΚΗΣ ΕΝΟΤΗΤΑΣ στο ΣΥΡΙΖΑ, χωρίς να υπάρχει ίχνος αυτοκριτικής για την εξάμηνη περίοδο που τα στελέχη πρώτης γραμμής της ήταν υπουργοί στην κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα.
Αδυνατώ να κατανοήσω τη στείρα «αντιμνημονιολογία» της ΠΛΕΥΣΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ και την ξύλινη παλαιοκομμουνιστική γλώσσα της ΛΑΪΚΗΣ ΕΝΟΤΗΤΑΣ και της ΑΝΤΑΡΣΥΑ.
Απέναντι σε μια κάθε μέρα εντεινόμενη επίθεση στις ζωές μας και στη Δημοκρατία - η έπαρση με την οποία ο θλιβερός Σταύρος Θεοδωράκης επιχαίρει στο λογαριασμό του στο Facebook για την προσωπική του συμβολή στην ακύρωση του αποτελέσματος του Δημοψηφίσματος είναι ενδεικτική, όπως ενδεικτικές είναι οι απόψεις των καθοδηγητών του κ. Ρέγκλινγκ και Σόιμπλε - είναι απαραίτητος ο σχηματισμός ενός ευρέως ιδεολογικού μετώπου για τη ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ και την ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΤΗΣ ΧΩΡΑΣ ΑΠΌ ΤΗΝ ΕΕ.
Απέναντι στους «εκπροσώπους των θεσμών» και στους εκτελεστές των εντολών τους οφείλουμε να εκπονήσουμε ένα μακράς πνοής πολιτικό σχέδιο που θα καταστήσει την Ευρωπαϊκή κατοχή της χώρας ασύμφορη. Να καθιστούμε το κάθε του σχέδιο ανεφάρμοστο.
Και το σημαντικότερο, ΟΦΕΙΛΟΥΜΕ ΝΑ ΞΕΡΟΥΜΕ πως για την απελευθέρωση από την ΕΕ είναι απαραίτητο να χύσουμε ΙΔΡΩΤΑ ΑΙΜΑ ΚΑΙ ΔΑΚΡΥΑ.
Μόνο τότε θα συγκροτηθεί σε αξιόπιστο πολιτικό πόλο όλη αυτή η πολύμορφη, αβέβαιη και στερούμενη πολιτικής πρότασης νέα αντιπολίτευση.
Μόνο τότε θα μπορέσει να προσεγγίσει αυτούς που αγωνιούν αν αύριο θα έχουν ένα πιάτο φαΐ, αν θα μπορέσουν τα παιδιά τους να τελειώσουν το σχολείο (για σπουδές ούτε λόγος είναι πολύ ακριβό το άθλημα), αν θα υπάρχει γιατρός να τους κοιτάξει όταν θα αρρωστήσουν.
Μόνο τότε θα υπάρξει και πάλι ελπίδα.
Ξέρω, ξέρω, ζητάω πολλά κι είμαι αθεράπευτα συναισθηματικός. Όμως η πολιτική είναι πρωτίστως συναίσθημα. Ο υπολογισμός  των ρίσκων είναι ίδιο της εξουσίας. Είναι καιρός στις «πολιτικές των τεχνικών της εξουσίας» να αντιτάξουμε την πολιτική του συναισθήματος. Και να ξέρουμε ότι απέναντί τους, το μόνο ισχυρό μας όπλο είναι η αλαζονεία τους. Αυτή είναι η αχίλλειος φτέρνα τους.

Γιάννης Χρυσοβέργης


Δευτέρα, 27 Ιουνίου 2016

BREXIT: Η ΕΚΔΙΚΗΣΗ ΤΩΝ ΧΑΜΕΝΩΝ ΤΗΣ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΠΟΙΗΣΗΣ

Ενάντια στις περισπούδαστες προβλέψεις «έγκυρων» αναλυτών και αγορών η πλειοψηφία των πολιτών του Ηνωμένου Βασιλείου ψήφισε υπέρ της απόσχισης από την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Ό,τι και αν συμβεί από εδώ και πέρα η εξουσία των Βρυξελλών υπέστη μια βαριά ήττα.
Ό,τι και αν συμβεί από εδώ και πέρα η Αριστερά οφείλει, σε Πανευρωπαϊκό επίπεδο, να τρέξει να καλύψει το χαμένο έδαφος και να πρωτοστατήσει από εδώ και στο εξής στις μάχες για την κατεδάφιση της ΕΕ, προκειμένου να έχει κάποιο λόγο στις μελλοντικές πολιτικές εξελίξεις.

Το αποτέλεσμα του βρετανικού δημοψηφίσματος έσκασε σαν βόμβα το πρωί της περασμένης Παρασκευής, στις Βρυξέλλες, στο Βερολίνο και στα Χρηματιστήρια.
Οι ξυνισμένες φάτσες των ταγών της των Βρυξελλών και του Βερολίνου, που προσπαθούσαν να ανεπιτυχώς να μας πείσουν ότι ελέγχουν την κατάσταση ήταν μεγάλη απόλαυση για όσες και όσους από εμάς κλάψαμε για την ταπεινωτική - πλην αναπόφευκτη - χωρίς όρους παράδοση της 13ης Ιουλίου 2015.
Η χωρίς προηγούμενο συμμετοχή - άνω του 70% - στην οποία βάσιζαν τις ελπίδες τους οπαδοί της παραμονής στην Ευρωπαϊκή Ένωση αποδείχτηκε βρόχος στο λαιμό τους. 
Εναντίον της Ευρωπαϊκής Ένωσης ψήφισαν μαζικά οι ηλικιωμένοι, οι εργάτες, οι άνεργοι. Όλοι αυτοί που τα τελευταία 25 χρόνια είδαν την Κοινωνική Πρόνοια να κατεδαφίζεται, τα Δημόσια Νοσοκομεία να γίνονται αποθήκες ψυχών, τα σχολεία των φτωχών συνοικιών να υποχρηματοδοτούνται συστηματικά, τα εργασιακά δικαιώματα να εκμηδενίζονται, τα εργοστάσια να μετακομίζουν στην Κίνα και στην Ταϋλάνδη ανεξαρτήτως του αν η κυβέρνηση ήταν συντηρητική ή εργατική.
Υπέρ της Ευρωπαϊκής Ένωσης ψήφισε μαζικά η μεσαία αστική τάξη, με την ιδιωτική ασφάλιση, τα ιδιωτικά νοσοκομεία, και τους υψηλούς μισθούς των εταιρειών του City, αυτού του τεράστιου χρηματοπιστωτικού πόλου, που αρνείται κάθε έλεγχο  στις χρηματοοικονομικές συναλλαγές και συνιστά ιμάντα μεταφοράς του μαύρου χρήματος και των προϊόντων φοροδιαφυγής.
Το αποτέλεσμα υπέρ της εξόδου από την ΕΕ θα ήταν πολύ πιο καθαρό αν η Σκωτία, όπου το Εθνικό Σκωτσέζικο Κόμμα έχει χτίσει την πολιτική του κυριαρχία  βασισμένο σε πολιτικές αναδιανομής του εισοδήματος δεν επέλεγε μεταξύ της Χάρυβδης του Λονδίνου και της Σκύλλας των Βρυξελλών τη δεύτερη.
Και βεβαίως δεν πρέπει να μας διαφύγει ότι οι νέοι ψήφισαν σε συντριπτικό ποσοστό (άνω του 70% στις ηλικίες κάτω των 30 ετών) υπέρ της παραμονής στην ΕΕ αν και χρειάζεται το αποτέλεσμα αυτό να το συγκρίνουμε με το ποσοστό συμμετοχής στις αντίστοιχες ηλικίες για να βγάλουμε ξεκάθαρα συμπεράσματα.
Η εξουσία των Βρυξελλών και του Βερολίνου, καθώς επίσης και το σύνολο των πολυεθνικών με έδρα το Λονδίνο, που χρησιμοποίησαν κάθε θεμιτό και, κυρίως, αθέμιτο μέσο προκειμένου να εκβιάσουν μια ψήφο υπέρ της παραμονής στην ΕΕ υπέστησαν μια βαριά ήττα.
Η ΕΕ έχει ήδη απωλέσει τη μια από τις δυο πυρηνικές της δυνάμεις σε στρατιωτικό επίπεδο και τη μια από τις δυο ψήφους με δικαίωμα αρνησικυρίας στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ. Είναι επομένως σαφέστατα λιγότερο ισχυρή στρατιωτικά και διπλωματικά.
Σε οικονομικό επίπεδο αντιθέτως οι όποιες πρόσκαιρες ζημιές θα επουλωθούν σύντομα και χωρίς να αφήσουν σημάδια.Ούτε η Ευρωπαϊκή, ούτε η βρετανική ηγεσία έχουν λόγους να επιλέξουν τη λογική του οικονομικού πολέμου, προς το παρόν τουλάχιστον.
Εκεί όμως που η ΕΕ υπέστη μια βαριά ήττα ήταν σε πολιτικό επίπεδο.Ένα μέλος της Ένωσης αποφασίζει να αποχωρήσει και η ΕΕ δεν έχει το παραμικρό όπλο για να το αποτρέψει. Δεν διαθέτει στρατιωτικά μέσα για την αποτροπή του, ούτε καν μπορεί να προσφύγει σε οικονομικό πόλεμο, πρώτον διότι η βρετανική οικονομία δεν είναι απολύτως εξαρτώμενη από τις συναλλαγές της με την ΕΕ - οι συναλλαγές της με τη Βρετανική Κοινοπολιτεία είναι παραπλήσιες αυτών που έχει με την ΕΕ-, δεύτερον διότι μια τέτοια επιλογή θα προκαλούσε ισχυρή αντίδραση των ΗΠΑ, που θα τάσσονταν με το Ηνωμένο Βασίλειο και τρίτον διότι οι συνέπειες ενός οικονομικού πολέμου θα ήταν βαρύτατες και για τις ευρωπαϊκές χώρες.
Τα δυο κύρια επιχειρήματα των υπέρμαχων της αποχώρησης από την ΕΕ ήταν η ανάκτηση της (εθνικής - λαϊκής) κυριαρχίας και το αίτημα να μπει φραγμός στην ευρωπαϊκή - και κατ' επέκταση στην προερχόμενη από την Αφρική και τη Μέση Ανατολή - μετανάστευση.
Και για μεν το δεύτερο ζήτημα είναι προφανές πως οι «λαϊκιστές» υποστηρικτές του  Brexit σε τίποτα δε διαφέρουν από του «υπεύθυνους» και «ευρωπαϊστές» Χριστιανοδημοκράτες και Σοσιαλδημοκράτες της Αυστρίας ή την επίσης «υπεύθυνη» και «ευρωπαϊστική» Χριστιανοκοινωνική Ένωση της Βαυαρίας.
Σε ό,τι αφορά όμως το πρώτο ζήτημα, αυτό της κυριαρχίας και της δημοκρατικής νομιμοποίησης των πολιτικών αποφάσεων, τα όποια επιχειρήματα των κάθε λογής ευρωδοσίλογων καταρρίπτει ο ίδιος ο Κλάους Ρέγκλινγκ, ο επί κεφαλής του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας (ESM) σε συνέντευξή του στη ΝΑΥΤΕΜΠΟΡΙΚΗ στις 23 Ιουνίου.
«Δεν νομίζω ότι χρειαζόμαστε ένα είδος Ηνωμένων Πολιτειών της Ευρώπης ως προϋπόθεση για μία επιτυχή νομισματική ένωση», δηλώνει ο κύριος Ρέγκλινγκ.
Είναι προφανές ότι για τον κύριο Ρέγκλινγκ και τους ομοίους του οι αποφάσεις που καθορίζουν τη ζωή εκατοντάδων εκατομμυρίων ανθρώπων πρέπει να λαμβάνονται εν κρυπτώ, από ένα κλειστό κύκλο «ειδικών», μακριά από κάθε λογοδοσία και πολιτικό έλεγχο. 
Διότι οι «κάποιου είδους Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης» θα διέθεταν ένα κοινοβούλιο με αποφασιστικές αρμοδιότητες, εκλεγμένο από τους Ευρωπαίους πολίτες, που θα χάραζε οικονομικές πολιτικές με τη  νομιμοποίηση της ψήφου των πολιτών.
Δε χρειάζεται να υπενθυμίσουμε ότι το διαβόητο Eurogroup, που παίρνει όλες τις καθοριστικές αποφάσεις για τις πολιτικές της Ευρωζώνης, δεν προβλέπεται από καμία ευρωπαϊκή συνθήκη, και δεν διαθέτει κανονισμό λήψης αποφάσεων, όπως όλα τα θεσμικά ευρωπαϊκά όργανα.
Η εκχώρηση της εθνικής κυριαρχίας έχει νόημα τότε και μόνο τότε όταν αντικαθίσταται από λαϊκή κυριαρχία σε ένα υπερεθνικό επίπεδο. Σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση είναι πράξη ενάντια στη Δημοκρατία, και ως τέτοια πρέπει να αντιμετωπίζεται.
Όλα αυτά τα 25 χρόνια - από τη Συνθήκη του Μάαστριχτ και μετά - που οι αρχές της λαϊκής κυριαρχίας καταπατώνται βάναυσα από τους ευρωκράτες και τις συνένοχες σε αυτούς εθνικές κυβερνήσεις, οι οποίες έχουν βρει μια υπέροχη μηχανή για να παρακάμπτουν τον εγχώριο πολιτικό έλεγχο - η Αριστερά παρακολουθεί την κατάλυση της λαϊκής κυριαρχίας ως αμήχανος θεατής, αφήνοντας στην ακροδεξιά ελεύθερο το πεδίο δράσης.
Κι όσο θα φουντώνει η λαϊκή οργή κατ΄των Βρυξελλών τόσο η Αριστερά θα περιθωριοποιείται, εκτός κι αν αποφασίσει, σε πανευρωπαϊκό επίπεδο, να αγωνιστεί για την κατεδάφιση  αυτής της ΕΕ - Κρόνου, που κατασπαράζει τα παιδιά της μέσω δολοφονικής λιτότητας.
Είναι η μόνη της ελπίδα προκειμένου να έχει έναν πολιτικό ρόλο, όταν αργά ή γρήγορα, με τη μορφή της μακροχρόνιας φθοράς ή μέσω θεαματικών εξελίξεων η ΕΕ θα πάψει να υφίσταται.

Γιάννης Χρυσοβέργης

Τετάρτη, 4 Μαΐου 2016

ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΗΜΕΡΑ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑΣ

Παγκόσμια Ημέρα της Ελευθερίας του Τύπου σήμερα. 
Η προσπάθεια διατήρησης της προσωπικής ακεραιότητας του καθενός από εμάς και όλων μαζί συλλογικά είναι η ελάχιστη συμπαράσταση που οφείλουμε στους συναδέλφους μας οι οποίοι βάζουν το κεφάλι τους στη φωτιά και ελάχιστο καθήκον απέναντι στους συμπολίτες μας τους οποίους ενημερώνουμε.

Η σκέψη μας σήμερα - αλήθεια τι μας εμποδίζει να είναι κάθε μέρα; - είναι  στους δημοσιογράφους οι οποίοι τολμούν να δημοσιεύουν αυτά που οι ανά τον κόσμο ολιγάρχες, πολέμαρχοι και λοιποί ισχυροί δεν θέλουν.
Που στην καλύτερη περίπτωση πληρώνουν αυτή την πίστη τους στην Ελευθερία του Τύπου με απόλυση και μακρόχρονη ανεργία στις «πολιτισμένες δυτικές δημοκρατίες» ενώ σε άλλες, λιγότερο υποκριτικές δικτατορίες πληρώνουν την «ξεροκεφαλιά» τους με φυλακίσεις, βασισμένες σε στημένα ή και ανύπαρκτα κατηγορητήρια, με βασανιστήρια, ή και με δολοφονίες. 
Ο κατάλογος των δημοσιογράφων που δέχονται απειλές για τη ζωή τους και τη ζωή των μελών της οικογένειάς τους, είναι φυλακισμένοι, έχουν υποστεί βασανιστήρια, έχουν «εξαφανιστεί μυστηριωδώς» ή έχουν δολοφονηθεί κάθε μέρα μεγαλώνει.
Είναι οι λίγοι, οι «ξεροκέφαλοι», οι «επικίνδυνοι», οι «έμμισθοι πράκτορες ξένων δυνάμεων»....
Και τους τρέμουνε των κάμπων οι κιοτήδες
και μ' ονόματα τους κράζουν πονηρά...
έγραφε πριν από πολλές δεκαετίες ο Κώστας Βάρναλης.
Οι στίχοι αυτοί ταιριάζουν σαν γάντι σε αυτή τη μειοψηφία των δημοσιογράφων που τολμούν να δημοσιεύουν αυτά που οι κάθε λογής εξουσίες, επίσημες κι υπόγειες, δεν θέλουν να δημοσιευτούν.
Η δράση μας για την προστασία αυτών που κινδυνεύουν με φυλάκιση, βασανιστήρια ή δολοφονία είναι επιβεβλημένη για να μπορέσουν να αναπνεύσουν ελεύθερα εκατομμύρια άνθρωποι.
Όσο για τις «πολιτισμένες δυτικές δημοκρατίες»... μπορεί να γίνονται σεβαστοί οι λόγοι που οδηγούν τον κάθε ένα από την πλειονότητα των δημοσιογράφων σε δυσβάσταχτους συμβιβασμούς, αρκεί να μην επαίρεται γι αυτούς.
Το θάρρος της γνώμης και η συναδελφική αλληλεγγύη που είναι απαραίτητα για μια γνήσια ελευθερία το
υ τύπου είναι αρετές ουσιώδεις εν ανεπαρκεία στις χώρες μας, κατά μείζονα δε λόγο στην Ελλάδα. 


Γιάννης Χρυσοβέργης

Τρίτη, 26 Απριλίου 2016

ΑΝΟΙΧΤΗ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΡΟΣ ΦΙΛΕΣ(ΟΥΣ) ΣΥΡΙΖΑ - ΛΑΕ

Η εικόνα, κατά τα λοιπά αξιόλογων ανθρώπων, που εκτοξεύουν κατηγορίες περί προδοσίας και υιοθετούν άκριτα κατασκευασμένα από το ΠΡΩΤΟ ΘΕΜΑ και τα λοιπά φερέφωνα της ολιγαρχίας σκάνδαλα είναι θλιβερή.
Εξ ίσου θλιβεροί είναι οι δεκάρικοι λόγοι, επίσης αξιόλογων κατά τα λοιπά ανθρώπων, περί «σκληρής διαπραγμάτευσης» και «κόκκινων γραμμών».
Και οι μεν και οι δε -  ασυνείδητα θέλω να πιστεύω - καταφεύγουν σε αυτή την αδιέξοδη και ντροπιαστική για όλους μας ρητορεία για να αποφύγουν τη συζήτηση δύσκολων για όλους μας θεμάτων.

Αγαπητές(οί) φίλες(οι),
Το περασμένο καλοκαίρι, σε δυο άρθρα στον ΑΤΑΚΤΟ ΛΟΓΟ το πρώτο με τίτλο «ΣΥΝΘΗΚΟΛΟΓΗΣΗ ΧΩΡΙΣ ΟΡΟΥΣ» και το δεύτερο με τίτλο «ΣΚΕΨΕΙΣ ΚΙ ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΗΝ ΗΤΤΑ.» είχα διατυπώσει μια σειρά προβληματισμών με αφορμή αυτό που είχα κι εγώ θεωρήσει ως «Βάρκιζα του ΣΥΡΙΖΑ».
Στο πρώτο από τα δυο άρθρα προειδοποιούσα για την αναγκαιότητα αποφυγής μιας στείρας αντιπαράθεσης στην οποία θα περίσσευαν οι ακραίοι κι αψυχολόγητοι χαρακτηρισμοί και θα απουσίαζαν οι πολιτικές προτάσεις, ό,τι δηλαδή κυριαρχεί σήμερα στην πολιτική αντιπαράθεση μεταξύ όσων έχουν αποχώρησαν από το ΣΥΡΙΖΑ  και εντάχθηκαν στη ΛΑΕ και τους πρώην συντρόφους τους.
Στο δεύτερο επισήμαινα την ανάγκη να επαναπροσδιοριστούμε απέναντι στην Ευρωπαϊκή Ένωση και, κυρίως, έθετα μια σειρά από δύσκολα ερωτήματα, τόσο γι' αυτούς που επέλεξαν τον«επώδυνο συμβιβασμό», όσο και για εμάς που εκτιμήσαμε πως πρέπει να μαζέψουμε τα κομμάτια μας και «με φθαρμένα εργαλεία από την αρχή να ξαναρχίσουμε»*.
Στους μήνες που πέρασαν συνέβησαν όλα όσα φοβόμουν. 
Όσοι απέμειναν στο ΣΥΡΙΖΑ βιώνουν τη μια ταπείνωση πίσω από την άλλη εκ μέρους των πιστωτών, οι οποίοι αθετούν όλες τους τις δεσμεύσεις και με υπαρκτό πλέον το ερώτημα: «τι έχουν πετύχει σε αντάλλαγμα;». 
Όσοι επέλεξαν τη συμμετοχή τους στη ΛΑΕ καταναλώνονται σε μια αντι-ΣΥΡΙΖΑ φιλολογία, χωρίς να προσπαθούν να προσδιορίσουν μια εναλλακτική πολιτική στρατηγική.
Είμαστε υποχρεωμένοι πλέον να απαντήσουμε όλοι σε ένα αμείλικτο ερώτημα: Θέλουμε ή όχι να συμμετέχουμε σε μια Ευρωπαϊκή Ένωση η πλειοψηφία των πολιτών της οποίας θεωρεί ότι οι Έλληνες δεν πρέπει να έχουν τα ίδια δικαιώματα με αυτούς στην εργασία, στην εκπαίδευση, στην υγεία, ούτε και την ελευθερία να αποφασίζουν ποια οικονομική πολιτική θα  ακολουθήσει η κυβέρνησή τους;
Αν η απάντηση είναι ΝΑΙ οφείλουμε να υιοθετήσουμε την πολιτική Μητσοτάκη. Αν όμως η απάντηση (αυτονόητη για εμένα) είναι ΟΧΙ υπάρχουν δυο στρατηγικές. 
Η πρώτη είναι μια εκστρατεία ΥΠΕΡ ΤΗΣ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΕ. Απαιτεί μια ξεκάθαρη στρατηγική και απαντήσεις σε οξύτατα πρακτικά προβλήματα που άπτονται της εξασφάλισης επάρκειας τροφίμων, φαρμάκων και καυσίμων για ένα κρίσιμο διάστημα 6-12 μηνών και ετοιμότητα για την αντιμετώπιση της νομισματικής ασφυξίας που εξ αρχής θα επιβάλει η ΕΕ. (όλα αυτά που δεν είχε η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ πέρσι γι' αυτό και οδηγηθήκαμε στη χωρίς όρους συνθηκολόγηση). 
Κι ακόμα απαιτεί στρατηγική συγκρότησης αποθεμάτων σε συνάλλαγμα και πολύτιμα μέταλλα που θα επιτρέψουν στη νέα δραχμή να έχει αντίκρυσμα στις αγορές συναλλάγματος. Και πολιτικές που θα αποτρέψουν τη μετατροπή του νέου νομίσματος σε κατοχικό.
Απαιτεί επίσης έναν πολιτικό λόγο που δε θα προσβάλλει τις εκατοντάδες χιλιάδες Ευρωπαίων πολιτών που το 2015 πλημμύριζαν συστηματικά τις πλατείες των ευρωπαϊκών πόλεων για να διαδηλώσουν τη συμπαράστασή τους στον ελληνικό λαό, κι αυτό δεν είναι εύκολο.
Απαιτεί τέλος μια κοπιώδη προσπάθεια επαναπροσέγγισης αυτού του 61,2% των πολιτών που, ενάντια στην τρομοκρατία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, των ΜΜΕ και των τριών εκπροσώπων της ολιγαρχίας, ενάντια στις εκκλήσεις του ΚΚΕ για αποχή από το Δημοψήφισμα, ψήφισαν ΟΧΙ. 
Οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ότι ο ένας στους δυο ψηφοφόρους του ΟΧΙ της 5ης Ιουλίου 2015 - ίσως και περισσότεροι - δεν επιθυμούσε ρήξη με την ΕΕ και αποχώρηση από αυτήν κι αυτό σε τελική ανάλυση είναι το μόνο - αλλά ουσιαστικό - ελαφρυντικό του Αλέξη Τσίπρα και του εναπομείναντος ΣΥΡΙΖΑ.
Κι οφείλουμε να κάνουμε μια τιτάνια προσπάθεια για να πείσουμε αυτά τα εκατομμύρια των πολιτών ότι διδαχτήκαμε από την ήττα, ότι πάμε για την επόμενη μάχη έτοιμοι για ιδρώτα, αίμα, και δάκρυα, ότι ο αγώνας θα είναι μακρύς κι ότι για όλα αυτά είναι απαραίτητη η συμμετοχή τους.
Τίποτα από όλα αυτά δεν έχει γίνει, ούτε καν έχει ξεκινήσει ένας δημόσιος διάλογος για το τι πρέπει να κάνουμε, ποιες πρέπει να είναι οι προτεραιότητές μας, πώς θα κάνουμε ό,τι θα κάνουμε. Και για το λόγο αυτό η εμπρηστική αντικυβερνητική ρητορεία μόνο ως φύλο συκής που προσπαθεί να κρύψει την πολιτική μας γύμνια μπορεί να εκληφθεί.
Η δεύτερη στρατηγική είναι μια μακράς διαρκείας εκστρατεία - καλή ώρα σαν αυτή των Αφροαμερικανών στις δεκαετίες του 1950 και 1960 στις ΗΠΑ - για ΙΣΟΤΗΤΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ με τους υπόλοιπους Ευρωπαίους πολίτες. Στην περίπτωση αυτή η αποδοχή της διαχειριστικής λογικής της κυβέρνησης Τσίπρα είναι μονόδρομος. Οφείλει όμως να συνοδεύεται από μια εκστρατεία σε ευρωπαϊκό επίπεδο για ισότητα δικαιωμάτων των Ελλήνων με τους υπόλοιπους Ευρωπαίους.
Χωρίς αυτή την εκστρατεία η διακυβέρνηση της χώρας από Αριστερούς στερείται νοήματος. Μια τέτοια εκστρατεία μπορεί να κινητοποιήσει και πάλι  τους Ευρωπαίους πολίτες οι οποίοι πριν ένα χρόνο συμπαραστέκονταν  στον ελληνικό λαό, μπορεί να βγάλει από την προφανή πολιτική αμηχανία τα κόμματα της Ευρωπαϊκής Αριστεράς, που βλέπουν ένα αδελφό κόμμα να εφαρμόζει θατσερικές πολιτικές και να τους δώσει ένα σαφή πολιτικό ρόλο.
Μόνο που... αυτή η εκστρατεία έπρεπε να είχε ξεκινήσει από τις 14 Ιουλίου 2015 και - το χειρότερο - όχι μόνο δεν έχει ξεκινήσει, αλλά ουδείς σκέφτεται την αναγκαιότητά της.
Γι αυτό και οι όποιες αναφορές σε «ηρωικές μάχες», «κόκκινες γραμμές» και «σκληρές διαπραγματεύσεις», μόνο ως σύντομα ανέκδοτα ακούγονται.
Φίλες και φίλοι,
Στα χρόνια που προηγήθηκαν των εκλογών της 25ης Ιανουαρίου 2015 είχα συχνά στηλιτεύσει την αβάσταχτη ελαφρότητα του πολιτικού λόγου του ενιαίου τότε ΣΥΡΙΖΑ, από τον οποίο προέρχεστε και οι μεν και οι δε.
Παραφράζοντας την αποδιδόμενη στο Διονύσιο Σολωμό φράση «εθνικόν είναι ό,τι είναι αληθές» θα έλεγα ότι «αριστερό είναι ό,τι είναι αληθές». Κι η αλήθεια τις πιο πολλές φορές δε χαϊδεύει αυτιά.
Και κάτι ακόμα: Για «να πάρουνε τα όνειρα εκδίκηση»** πρέπει τα όνειρα να μετουσιωθούν σε πολιτικές στρατηγικές και σε καθημερινή δράση. Κοπιαστική κι επώδυνη διαδικασία. Αλλά αξίζει τον κόπο.

Γιάννης Χρυσοβέργης

*Από το ποίημα «Αν» του Rudyard Kipling
** Από το «άξιον εστί» του Οδυσσέα Ελύτη.

Παρασκευή, 1 Απριλίου 2016

ΜΝΗΜΗ ΓΙΩΡΓΟΥ ΑΙΜ. ΣΚΙΑΝΗ ΕΝΑΣ ΧΡΟΝΟΣ ΜΕΤΑ

Το βράδυ της 30ης Μαρτίου έκλεισε ένας χρόνος από το θάνατο του Γιώργου Αιμ. Σκιάνη.

Του φίλου, του συναγωνιστή, του επιστήμονα, του δασκάλου, του φιλόσοφου...

Ένας χρόνος στη διάρκεια του οποίου όσοι είχαμε την τύχη και την τιμή να τον γνωρίσουμε και να μοιραστούμε στιγμές της ζωής μας μαζί του προσπαθούμε να συνηθίσουμε την απουσία του.

Και να κρατήσουμε χαραγμένες στη μνήμη μας τις στιγμές αυτές.

Μας λείπεις Γιώργο.

Γιάννης Χρυσοβέργης



Δευτέρα, 28 Μαρτίου 2016

ΓΙΑ ΤΗ ΜΑΝΤΗΛΑ ΡΕ ΓΑΜΩ ΤΟ!

Θέματα που άπτονται της ελευθερίας συνείδησης τό 'χουμε συνήθειο στην Ελλάδα να τα αντιμετωπίζουμε με τσιτάτα, τσιρίδες και συνωμοσιολογίες.
Η εμφάνιση μιας καταγόμενης από την Αίγυπτο μαθήτριας με μαντήλα στη μαθητική παρέλαση πριν τρεις μέρες δε μπορούσε να τύχει διαφορετικής αντιμετώπισης.


Δε θα σταθούμε βέβαια στο ότι ελάχιστοι αισθάνθηκαν την ανάγκη να καταγγείλουν την ίδια την τέλεση μαθητικών παρελάσεων, μια διαδικασία σύνθλιψης της προσωπικότητας του ατόμου και στρατιωτικοποίησης της κοινωνίας, που, πλέον, έχει μιμητές μόνο στη Βόρειο Κορέα. Άλλωστε, (βλ.φωτογραφία) η πρωταγωνίστρια των φετινών μαθητικών παρελάσεων και οι συμμαθητές της - ας είναι καλά τα παιδιά - φρόντισαν να ακυρώσουν στην πράξη τη στρατιωτική ομοιομορφία.

Ούτε και θα απαντήσουμε στις άναρθρες κραυγές της ακροδεξιάς, περί ισλαμοποίησης της χώρας. Είμαστε όμως υποχρεωμένοι να σταθούμε και να αντικρούσουμε το λόγο όλων όσοι κατήγγειλαν «ανοχή σε παραβίαση των δικαιωμάτων της γυναίκας», «την ήττα της ανεξιθρησκίας και την επίθεση στις ευρωπαϊκές αξίες», «άρνηση βούλησης για ένταξη στην ελληνική κοινωνία».
Ας ξεκινήσουμε λοιπόν από την περιβόητη «ανοχή στην παραβίαση των δικαιωμάτων της γυναίκας». Η διατύπωση της θέσης αυτής βασίζεται εκ προοιμίου σε ένα ρατσιστικό στερεότυπο: ότι η αμφίεση της μαθήτριας ήταν ΟΠΩΣΔΗΠΟΤΕ προϊόν καταναγκασμού.
Ουδείς από όσους - στις διάφορες αντιπαραθέσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης δεν είδα ΟΥΤΕ ΜΙΑ γυναίκα να υπερασπίζεται αυτή την άποψη - διατύπωσαν ως αξίωμα αυτή την άποψη έλαβε υπ' όψιν του ότι η αμφίεση μπορεί να ήταν προσωπική επιλογή της μαθήτριας. Ότι η ίδια, ούσα μουσουλμάνα, μπορεί αισθάνονταν άβολα αν παρέλαυνε φορώντας μια κοντή φούστα και είχε ακάλυπτα τα μαλλιά της. Ή ότι θέλησε με την ενέργειά της να τονίσει τη διαφορετικότητά της και να μας υπενθυμίσει ότι έχει δικαίωμα κι αυτή για μια θέση στον ήλιο.
Δε χωράει αμφιβολία ότι ουδείς μπορεί να αποκλείσει την περίπτωση του οικογενειακού πειθαναγκασμού ή ακόμα και του καταναγκασμού. Ακόμα και σε αυτή την περίπτωση όμως, η απάντηση δεν έπρεπε - και πολύ σωστά δεν έγινε έτσι - να είναι η άσκηση πιέσεων προς την οικογένεια. Αν υποθέσουμε ότι όντως η κοπέλα αυτή εμφανίστηκε ντυμένη με μαντήλα και μακρυά φούστα υπό το κράτος του οικογενειακού πειθαναγκασμού - καταναγκασμού, η άσκηση πιέσεων απλώς θα οδηγούσε στην απομάκρυνσή της από το Δημόσιο σχολείο. Και πιθανότατα θα κατέληγε σε κάποιο σχολείο θηλέων της πρεσβείας της Σαουδικής Αραβίας με προφανείς για το μέλλον της συνέπειες. Αντιθέτως, παραμένοντας στο δημόσιο σχολείο, μπορεί - αν η ίδια το επιθυμεί - κάποια στιγμή να συγκρουστεί με την οικογένειά της.
Και επειδή ουκ ολίγοι έσπευσαν να κινήσουν επιδεικτικά το μορμολύκειο της μπούρκας η απάντηση είναι απλή: παρέμβαση της σχολικής κοινότητας και πιέσεις προς την οικογένεια νοούνται τότε και μόνο τότε, όταν η ενδυμασία αποκρύπτει το πρόσωπο της μαθήτριας, οπότε τίθεται σε αμφισβήτηση το αν η εγγεγραμμένη στο σχολείο μαθήτρια είναι και αυτή που φοιτά. Όμως παρόμοια αντίδραση θα έπρεπε να υπάρξει κι αν ένα αγόρι εμφανίζονταν στο σχολείο με κουκούλα από αυτές που καλύπτουν πλήρως το πρόσωπο. 
Οι απόψεις περί «ήττας της ανεξιθρησκείας» χαρακτηρίζονται φαιδρές αν λάβει κανείς υπ' όψιν του ότι η εικόνα του εσταυρωμένου είναι σε περίοπτη θέση στη Βουλή, σε όλες τις δικαστικές αίθουσες, σε όλες τις σχολικές αίθουσες, σε κάθε δημόσιο κτίριο. Και φυσικά ουδείς από όσους διατύπωσαν τέτοιους ισχυρισμούς ενοχλείται από την αμφίεση των καλογριών και των παλιοημερολογητισσών.
Το ίδιο ισχύει και για την περιβόητη «επίθεση στις αξίες της ανοικτής ευρωπαϊκής κοινωνίας». Διότι η περιβόητη ανοικτή ευρωπαϊκή κοινωνία περιλαμβάνει και 45 εκατομμύρια μουσουλμάνων - το 9% του πληθυσμού της ΕΕ δηλαδή - οι οποίοι υποτίθεται πως έχουν ίσα δικαιώματα με τους χριστιανούς. Πρόκειται σε τελική ανάλυση για απόψεις βασισμένες στην πεποίθηση ότι οι Ευρωπαίοι, πολύ δε περισσότερο οι κάτοικοι της Ελλάδας, οφείλουν να είναι αποκλειστικά χριστιανοί. Ε, σίγουρα αυτή η αντίληψη της κοινωνίας μόνο ανοιχτή δεν είναι.
Απότοκο αυτών των ομολογημένων ή ανομολόγητων ισλαμοφοβικών και, σε τελική ανάλυση, ρατσιστικών αντιλήψεων είναι και ο ισχυρισμός περί «άρνησης να ενταχθεί η εν λόγω μαθήτρια στην ελληνική κοινωνία».
Το γεγονός ότι προϋπόθεση για να είναι η κοπέλα αυτή παραστάτης της σημαίας στην παρέλαση προϋπέθετε να είναι από τις πέντε καλύτερες μαθήτριες(ες) του σχολείου - τουλάχιστον οι τρεις από τους τέσσερις παραστάτες της σημαίας, όπως μας δείχνει η φωτογραφία, ήταν κοπέλες - σε συνδυασμό την άψογη ποιότητα των ελληνικών της δεν είπε τίποτα στους υποστηρικτές του ισχυρισμού. Να τους θυμίσει κανείς τον Ισοκράτη και το επίμαχο απόσπασμα από τον Πανηγυρικό του;* Είναι αμφίβολο αν είναι σε θέση να το κατανοήσουν.
Το θέμα της μαντήλας δεν είναι ελληνική πρωτοτυπία.Ο περί αυτού διάλογος ταλαιπωρεί εδώ και είκοσι χρόνια τη γαλλική κοινωνία, τη γερμανική άλλα τόσα. Κι όπως σε κάθε συνειδησιακό  ζήτημα - και ό,τι έχει σχέση με τη θρησκεία είναι πρωτίστως συνειδησιακό ζήτημα - είμαστε υποχρεωμένοι να θυμόμαστε ότι το ΣΥΝΤΑΓΜΑ της χώρας, η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΧΑΡΤΑ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΙΝΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ και η ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗ ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ ΤΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ θεσπίζουν την ελευθερία συνείδησης του ατόμου. Κι ότι όσο η συμπεριφορά που υπαγορεύεται από λόγους συνείδησης δεν θέτει σε αμφισβήτηση την ελευθερία του διπλανού μας, αυτή οφείλει να είναι σεβαστή.

Γιάννης Χρυσοβέργης



*«Τοσούτον δ’ απολέλοιπεν η πόλις ημών περί το φρονείν και λέγειν τους άλλους ανθρώπους, ώσθ’ οι ταύτης μαθηταί των άλλων διδάσκαλοι γεγόνασι και το των Ελλήνων όνομα πεποίηκε μηκέτι του γένους, αλλά της διανοίας δοκείν είναι, και μάλλον Έλληνας καλείσθαι τους της παιδεύσεως της ημετέρας, ή τους της κοινής φύσεως μετέχοντας».

Και η μετάφραση στα νεοελληνικά: Τόσο πολύ ξεπέρασε η πόλη μας (η Αθήνα) τους υπόλοιπους ανθρώπους στη σκέψη και στο λόγο, ώστε οι μαθητές της έγιναν δάσκαλοι των άλλων, και το όνομα των Ελλήνων το έχει κάνει να φανερώνει όχι πλέον τη φυλή αλλά τη διάνοια, με αποτέλεσμα περισσότερο να αποκαλούνται Έλληνες αυτοί που μετέχουν στη δική μας παιδεία παρά στην κοινή καταγωγή.
http://webcache.googleusercontent.com/search?q=cache:http://www.sarantakos.com/language/isocrat2.htm&gws_rd=cr&ei=KUH4VqTAJ8Ovad_0vPAP

Τρίτη, 22 Μαρτίου 2016

ΝΑ ΜΗΝ ΑΦΗΣΟΥΜΕ ΤΟΝ ΤΡΟΜΟ ΝΑ ΚΥΡΙΑΡΧΗΣΕΙ

Ανήκω σε αυτούς που θεωρούν απόλυτα φυσιολογικό το φόβο απέναντι σε φρικαλεότητες σαν αυτές των Βρυξελλών σήμερα ή της 13ης Νοεμβρίου στο Παρίσι.
Θεωρώ όμως πρωταρχικής σημασίας να ελέγξουμε το φόβο μας και να θυμηθούμε πως, αν για να νικήσουμε το Ισλαμικό Κράτος και τους ομοίους του γίνουμε σαν αυτούς, οι νικητές θα είναι αυτοί και οι ηττημένοι εμείς.

Είμαι από αυτούς που εδώ και χρόνια είχαν καταγγείλει τους κάθε λογής τζιχαντιστές ως ισλαμική εκδοχή του ναζισμού.
Γι' αυτό και κατανοώ απόλυτα το φόβο των συμπολιτών μου, αλλά και των πολιτικών, που δηλώνουν ρητά πως είμαστε σε πόλεμο με το Ισλαμικό Κράτος (και με την ξεχασμένη Αλ-Κάιντα θα συμπλήρωνα και με πλήθος άλλων τζιχαντιστικών οργανώσεων δεξιά κι αριστερά σε Ασία, Αφρική, αλλά και μέσα στην Ευρώπη).
Θα ήμουν ψεύτης αν ισχυριζόμουν ότι δεν τρομάζω στην ιδέα πως μπορεί, από τη μια στιγμή στην άλλη, αγαπημένα μου πρόσωπα, να περάσουν από την ύπαρξη στην ανυπαρξία επειδή κάποιος πειραγμένος αποφάσισε να ανατιναχτεί μαζί τους (η ιδέα του να είμαι εγώ θύμα με τρομάζει πολύ λιγότερο).
Όμως ακόμα πιο πολύ με τρομάζει να βλέπω να αντιμετωπίζεται ένα πολιτικό πρόβλημα - οι τζιχαντιστές που σκορπούν το θάνατο στην Ευρώπη δε γεννήθηκαν στη Βαγδάτη, στο Αλγέρι ή στη Δαμασκό, αλλά στο Λονδίνο, στο Παρίσι και στις Βρυξέλλες - με στρατιωτικούς όρους.
Ακόμα πιο πολύ με τρομάζει να βλέπω μέχρι προχθές προοδευτικούς ανθρώπους να υποκύπτουν στο φόβο και να απαιτούν την έκπτωση από ατομικά και πολιτικά δικαιώματα «γιατί έχουμε πόλεμο».
Ακόμα πιο πολύ με τρομάζει να βλέπω τους ανθρώπους αυτούς, που μέχρι πριν λίγα χρόνια έδιναν μάχες για τη διεύρυνση της δημοκρατίας, σήμερανα χρησιμοποιούν τα ίδια ακριβώς επιχειρήματα με τη χριστιανική ακροδεξιά του Όρμπαν, του Καζύνσκι, της Λεπέν και όλων των ομοίων τους για να υπερασπιστούν την περιστολή της.
Ακόμα πιο πολύ με τρομάζει η ιδέα πως για να «νικήσουμε την τρομοκρατία των τζιχαντιστών», πρέπει να υποκύψουμε στην τρομοκρατία της χριστιανικής ακροδεξιάς, του «Πατρίς Θρησκεία Οικογένεια», του ρατσισμού και της ξενοφοβίας.
 Δε δήλωσα ποτέ «ειδικός» σε θέματα στρατηγικής, όμως το μικρό μου μυαλουδάκι λέει πως, τον «πόλεμο» δεν τον κερδίζουν ούτε αυτοί που έχουν άγνοια κινδύνου, ούτε οι τρομοκρατημένοι, αλλά αυτοί που κάτορθώνουν να ελέγξουν το φόβο τους.
Θυμάμαι τη φράση του Ζωρζ Κλεμανσώ «ο πόλεμος είναι πολύ σοβαρή υπόθεση για να τον αφήσουμε στους στρατιωτικούς» και βλέπω με τρομερή ανησυχία την ευρωπαϊκή πολιτική ηγεσία να σκέπτεται με στρατιωτική στενομυαλιά.
Πολύ περισσότερο που πρόκειται για την ίδια ακριβώς πολιτική ηγεσία η οποία, με το πρόσχημα της «περιστολής της σπατάλης των χρημάτων των φορολογουμένων» και της «βελτίωσης της ανταγωνιστηκότητας», δημιούργησε πολυπληθή γκέττο στις παρυφές των ευρωπαϊκών μεγαλουπόλεων, τα οποία γεννούν μουσουλμάνους και χριστιανούς ναζί σε μαζική παραγωγή. Εκεί όπου μοναδική προοπτική είναι η μακρόχρονη ανεργία κι ο κοινωνικός αποκλεισμός.
Ξέρω ότι τα γκέττο που χρειάστηκαν 25 συναπτά έτη για να δημιουργηθούν δε μπορούν να σβήσουν από το χάρτη δια μαγείας. Γιατί σε αυτά έχουν διαμορθωθεί εξουσίες οργανωμένου εγκλήματος που θα πολεμήσουν λυσσαλέα κάθε προσπάθεια κοινωνικής ένταξης των φτωχοδιάβολων που κατοικούν εκεί.
Ξέρω ότι γι' αυτό θα χρειαστούν, δυστυχώς, και στρατιωτικήςς φύσης μέτρα. Όμως ο πόλεμος θα είναι πολιτικός, θα είναι μακροχρόνιος και θα τελειώσει με νίκη ή με ήττα για πολλές δεκαετίες των αξιών της Ελευθερίας, της Δημοκρατίας και της Αλληλεγγύης στην Ευρώπη. Εκεί από όπου ξεκίνησε δηλαδή.

Γιάννης Χρυσοβέργης