Τρίτη, 3 Μαΐου 2011

ΚΑΛΕ ΜΟΥ ΑΝΘΡΩΠΕ... ΞΕΡΕΙΣ ΑΠΟ ΒΕΣΠΑ;


Μια παραπάνω νεκρολογία; Ένας παραπάνω αποχαιρετισμός; Και τι μ' αυτό; Επειδή όμως, όπως τόσο γλαφυρά μας λέει ο Λορέντζος Μαβίλης στη «Λήθη», κάθε άνθρωπος που φέυγει - και έτυχε να έχουμε μια γνώμη γι αυτόν - γίνεται μαζί του παρελθόν ένα κομάτι της δικής μας ζωής, κι αυτό είναι που μας θλίβει, γι αυτό κι ό,τι θα γραφτεί για το Θανάση Βέγγο αξίζει. Γιατί οι άνθρωποι της γενιάς μου μεγάλωσαν μ' αυτόν. Και γιατί, μπορεί μεγάλος ηθοποιός να μην έγινε, είχε όμως δυο ανεκτήμητες αρετές. Η πρώτη ήταν η σεμνότητα. Η δεύτερη ήταν πως κατόρθωσε να γίνει η κινηματογραφική απεικόνιση του Καραγκιόζη. Με τη διαφορά ότι ήταν πάντα αξιοπρεπής.

Τί να πρωτοθυμηθεί κανείς από το Θανάση Βέγγο;
Την απίστευτη κι αξιολάτρευτη παρωδία του Τζέιμς Μποντ με το Φαλακρό Πράκτορα 000; Με την ευρηματικότατη αντιπαράθεση στον υπεράνθρωπο πράκτορα των βρετανικών μυστικών υπηρεσιών Σον Κόνερι, του αθεράπευτα γκαφατζή και καρπαζοεισπράκτορα κι αντισεξουαλικού φαλακρού πράκτορα ΘΒ;
Ή μήπως τον αξιοπρεπή αγωνιστή ενάντια στις αντιξοότητες της ζωής, του ανθρώπου που προσπαθεί να βελτιώσει τη ζωή, τη δική του και αυτών που αγαπάει, αλλά που κάποια στιγμή τσακίζει, των ταινιών «Ξένοιαστος παλαβιάρης», «Ο άνθρωπος που έτρεχε πολύ», και «Θανάση πάρε τ' όπλο σου»;
Ή μήπως τον αντιήρωα, που οι συνθήκες τον φέρνουν στην πρώτη γραμμή της αντίστασης, των ταινιών «Ψηλά τα χέρια Χιτλερ», «Τι έκανες στον πόλεμο Θανάση» και «Ο Θανάσης στη χώρα της σφαλιάρας»; Όπως τη συντριπτική πλειονότητα των ανθρώπων που αποκαλούμε «ήρωες»΄.
Ή μήπως τον άνθρωπο που δε μπορεί να συμβιβάσει τα ασυμβίβαστα του «Από πού πάνε για τη Χαβούζα» και, κυρίως, του «Θανάση σφίξε κι άλλο το ζωνάρι»; (Η σκηνή με το κόψιμο του πατσά στο πατσατζίδικο απέναντι από τη γωνία που ο ήρωάς μας κάνει απεργία πείνας είχε προκαλέσει εντονες αντιπαραθέσεις - στα όρια του ομηρικού καυγά - στην τότε παρέα μας)
Ή μήπως τον ύστερο Βέγγο του «Όλα είναι Δρόμος» του Παντελή Βούλγαρη, αλλά και των ερμηνειών του στους Αχαρνής και στην Ειρήνη του Αριστοφάνη στην Επίδαυρο;
Αν εξαιρέσουμε τις ταινίες του Πράκτορα 000, όπου κυριαρχεί το στοιχείο της καρικατούρας, οι χαρακτήρες που υποδύεται ο Θανάσης Βέγγος είναι καθημερινοί άνθρωποι, που δε θέλουν μπλεξίματα, που προσπαθούν να βελτιώσουν τη ζωή τους, που ζουν σεμνά κι αθόρυβα. "Δουλεύω με το ένστικτο, δεν έχω κανένα ταλέντο, μόνο αυτή τη φάτσα. Εδώ είνα αποτυπωμένη όλη η μιζέρια, όλη η δυστυχία, όλος ο πόνος του ασήμαντου Έλληνα", είχε πει σε κάποια από τις λιγοστες συνεντεύξεις που είχε δεχτεί να παραχωρήσει.
Σε ευχαριστούμε Θανάση για το γέλιο που μας πρόσφερες απλόχερα, για τους «τόσο δικούς μας» χαρακτήρες που ενσάρκωσες, για τη σεμνότητα και το ήθος σου.

Γιάννης Χρυσοβέργης

Υ.Γ. Το ότι ο Θανάσης Βέγγος πέρασε δυο χρόνια (1948 - 1950) στο κολαστήριο της Μακρονήσου ασφαλώς δεν είναι τυχαίο.




1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

Ο Βέγγος έφερε στην ελληνική κωμωδία κάτι που έλειπε: το σουρρεαλισμό. Θυμάμαι κάποιες ταινίες με το επίσης καλό ηθοποιό Φραγκίσκο Μανέλη. Πρωτόλειες προσπάθειες που έμειναν στη λήθη πια...
Ο Βέγγος δυστυχώς δεν ευτύχησε να βρει έναν δημιουργό που να μπορεί να "αντέξει" και να εκμεταλλευτεί κατάλληλα το πηγαίο ταλέντο του κωμικού που διέθετε.
Σαρλώ και καραγκιόζης ταυτόχρονα, ο Θανάσης των παιδικών μας χρόνων, τράβηξε "πολύ κουπί στη γαλέρα" όπως κι ο ίδιος έχει πει...
Φτωχός στα πιο πολλά του χρόνια, έντιμος, αυθεντικός, μα πάνω απ' όλα "Καλός Άνθρωπος", δεν μας ενόχλησε ποτέ, δεν καταναλώθηκε όπως άλλοι στην ΤV, το πρωί πήγαινε με το συνεργείο του στην οικοδομή και το απόγευμα γύριζαν όλοι μαζί τις ταινίες της εταιρείας "Θου-Βου Ταινίες Γέλιου", που φυσικά φαλίρησε εκεί στα τέλη της δεκαετίας του '60, αφήνοντάς τον ταπί και ψύχραιμο.
Ειλικρινά δάκρυσα χτες όταν άκουσα πως πέθανε. Και πέθανε βασανιστικά ο καημένος...
Ίσως εκφράζει με τον πιο αυθεντικό τρόπο μιαν άλλη Ελλάδα, αυτή της προσπάθειας, της δουλειάς, του πόνου, αλλά και της αγάπης, της εντιμότητας και της ανθρωπιάς...
Καλό ταξίδι Θου - Βου
Κ.Λ.