Πέμπτη, 17 Μαΐου 2012

Μετεκλογικές σκέψεις


Τις τελευταίες εβδομάδες πριν τις εκλογές της 6ης  Μαϊου ήταν εμφανής η απαξίωση των δυο μέχρι τότε μεγάλων κομμάτων. Στο επαγγελματικό μου περιβάλλον έβλεπα συναδέλφους που ήταν από τα φοιτητικά τους χρόνια κομματικά στελέχη, με τις γνωριμίες τους, με τις φιλοδοξίες τους, με την πρόσβασή τους στον κρατικό μηχανισμό, με τη σταθερή δουλειά τους, να δηλώνουν απηυδισμένοι και αποφασισμένοι να μαυρίσουν «τον Αντώνη τον κωλοτούμπα». Δεν ένιωθα άνετα σε ένα τέτοιο κλίμα γιατί πάντα με απωθούσε η εικόνα του μέχρι πρότινος τακτοποιημένου μεσοαστού να δηλώνει ότι «τους έχει σιχαθεί όλους». Η οργή του εικοσάχρονου φρικιού που δηλώνει αγανακτισμένος με την αστική κοινωνία και τους θεσμούς της θα κατευθυνθεί, κατά πάσα πιθανότητα, προς τις δυνάμεις καταστολής και προς τις βιτρίνες του κέντρου της πόλης. Η οργή του υποβαθμισμένου νοικοκυραίου, εκφραζόμενη ως τυφλή ψήφος διαμαρτυρίας, μπορεί να οδηγήσει στο ρατσισμό, στη μισαλλοδοξία, στη λατρεία της ισχύος του ενός ηγέτη ή της μιας ομάδας και να πλήξει την ίδια τη δημοκρατία.
Την τελευταία Παρασκευή πριν τις εκλογές, συνάντησα στο δρόμο ένα φίλο και στέλεχος του ΣΥΡΙΖΑ, που εκτιμούσε ότι η παράταξή του θα πάρει ένα 12 με 14% και ότι ΠΑΣΟΚ και ΝΔ θα εξασφαλίσουν, μάλλον οριακά, την αυτοδυναμία.
Η συνέχεια είναι γνωστή. Το αυξημένο ποσοστό του ΣΥΡΙΖΑ, σε συνδυασμό με τη μεγάλη πτώση των μέχρι πρότινος κομμάτων εξουσίας, ανέτρεψε άρδην το πολιτικό σκηνικό και προκάλεσε αμηχανία μέσα στη ριζοσπαστική αριστερά, που το είχε δεδομένο ότι δε θα χρειαζόταν η συμμετοχή της ή η στήριξή της σε μια βιώσιμη κυβέρνηση. Και η αντίληψη αυτή διακατείχε τόσο τα ηγετικά της στελέχη όσο και τον κόσμο της.
Στο δεκαήμερο που ακολούθησε τις εκλογές, ήταν εμφανής η προσπάθεια του ΣΥΡΙΖΑ να απεμπλακεί από οποιαδήποτε κυβερνητική δέσμευση. Ήταν επίσης εμφανές ότι έπασχε στο να διατυπώνει συγκεκριμένες προτάσεις διακυβέρνησης, με αποτέλεσμα κάποιοι εκπρόσωποι της παράταξης, που εμφανίστηκαν στην τηλεόραση, να αυτοσχεδιάζουν σε ερωτήματα για το πώς θα διαχειριστούν τις οικονομικές δυσκολίες και να λένε αρλούμπες. Βλέπετε, άλλο να είσαι το 4% του εκλογικού σώματος και να τρέχεις στο Σύνταγμα με τους αγανακτισμένους και άλλο να παίζεις πρωταγωνιστικό ρόλο στα πολιτικά τεκταινόμενα, έχοντας απέναντί σου μια κοινή γνώμη που περιμένει από σένα να δώσεις τη λύση. Αν μη τι άλλο, χρειάζεται κάποιος χρόνος για να το χωνέψεις.
Σε μια συζήτηση που είχα με φίλους, τότε που ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας έψαχνε για λύση, είχα ρίξει την ιδέα να συμμετάσχει ο ΣΥΡΙΖΑ σε κυβέρνηση με ΠΑΣΟΚ, ΝΔ και ΔΗΜΑΡ, ζητώντας ως προϋπόθεση να ληφθεί μια δέσμη μέτρων δημοσιονομικής πολιτικής που να αποσκοπεί στο να ελαφρυνθούν κάπως οι οικονομικά αδύναμοι (μείωση στρατιωτικών δαπανών, φορολόγηση εκκλησιαστικής περιουσίας και εφοπλιστικού κεφαλαίου, προώθηση της μηχανοργάνωσης για καταπολέμηση της φοροδιαφυγής και άλλα παρόμοια). Όλοι οι συνομιλητές μου απέρριψαν αυτήν την ιδέα, αφενός γιατί τα μέτρα τα εύρισκαν πολύ μετριοπαθή και αφετέρου γιατί εκτιμούσαν ότι ακόμα και αυτά τα μίνιμουμ μέτρα θα τα καταπολεμούσαν τα οργανωμένα συμφέροντα που στηρίζονται από τα ως τώρα δυο μεγάλα κόμματα, με αποτέλεσμα να πέσει η κυβέρνηση μέσα σε μερικούς μήνες. Κάποιος μάλιστα είπε ότι ο ρόλος της αριστεράς είναι κυρίως να διεκδικεί έστω και διακινδυνεύοντας την ήττα και όχι να διαχειρίζεται τα προβλήματα που δημιούργησαν αυτοί που μας κυβέρνησαν.
Και αυτή η αρνητική διάθεση απέναντι στη συγκυβέρνηση δε νομίζω να χαρακτηρίζει μόνο τους λίγους συνομιλητές μου αλλά και τη μεγάλη πλειοψηφία αυτών που ψήφισαν ΣΥΡΙΖΑ. Έτσι εξηγείται και η αρνητική στάση του Τσίπρα απέναντι στη συγκυβέρνηση, καθότι ο χαρισματικός αυτός πολιτικός, τον οποίο διάφοροι αποκάλεσαν «υπερφίαλο», «αλαζόνα», «αμοραλιστή», «αλήτη», «άθλιο» και διάφορα άλλα, είναι πάνω απ’όλα ισορροπιστής και λογαριάζει τον αντίκτυπο των αποφάσεών του στις οργανώσεις και στους ανθρώπους που τον στηρίζουν.
Κατά τα άλλα, νομίζω πως τίποτα δεν εμπόδιζε τα τρία άλλα κόμματα (ΔΗΜΑΡ, ΠΑΣΟΚ, ΝΔ) να κυβερνήσουν, πέρα από το φόβο να ενισχυθεί ο ΣΥΡΙΖΑ. Έτσι είναι η πολιτική, εγώ όμως το βρίσκω γελοίο να ζητούν οι «σώφρονες» στήριξη από κάποιον για τον οποίο έχουν επανειλημμένα εκφράσει την απαξίωσή τους.
Δε μπορώ να κάνω πρόβλεψη για τις επόμενες εκλογές. Αυτό που ζητάω από τον ΣΥΡΙΖΑ, ως ψηφοφόρος του, είναι περισσότερος πραγματισμός και αναζήτηση ρεαλιστικών λύσεων στα οξυμένα προβλήματα. Είναι αυτό που ο Πόππερ ονομάζει «κοινωνική μηχανική». Μαζί με την ελπίδα και το όραμα για μια κοινωνία χωρίς φτώχεια και κοινωνικές ανισότητες φυσικά…  

Γιώργος Αιμ. Σκιάνης

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

Αν περιμένεις λύση στα προβλήματα από τον ΣΥΡΙΖΑ Γιώργο μου, θα πρέπει να είσαι πολύ απελπισμένος!..
Κατά τα άλλα, όντως θα έπρεπε οι υπόλοιποι να κάνουν κυβέρνηση και να κυβερνήσουν χωρίς τον ΣΥΡΙΖΑ. Η πολιτική είναι αμείλικτη. Φοβούμενοι το πολιτικό κόστος (που ειρίσθω εν παρόδω ΔΕΝ φοβήθηκε ο Γιώργος Π.), είναι σα να κατεβάζουν τα βρακιά τους στον πρώτο τυχάρπαστο, επειδή σείει τη σημαία του πιο χυδαίου λαϊκισμού.
Με λίγα λόγια αποδεικνύονται κότες λυράτες!
Κ.Λ.