Σάββατο, 14 Ιανουαρίου 2012

Η ιστορία μιας μπανάνας

Γύρω στο 1966-1967, κυκλοφόρησε το άλμπουμ The Velvet Underground and Nico. Τα τραγούδια είχαν γραφτεί από τους Λου Ριντ και Τζων Κέιλ και παραγωγός του δίσκου ήταν ο Άντυ Γουόρχολ, με την παρότρυνση (ή την απαίτηση) του οποίου συνεργάστηκε στα φωνητικά η μακαρίτισα, εδώ και χρόνια, Νίκο, που ποτέ δε με ενθουσίασε ως τραγουδίστρια, αλλά που άφησε τη δική της σφραγίδα, κυρίως χάρη στη συμπόρευσή της με τον Γουόρχολ και τους Βέλβετ Αντεργκράουντ.
Ο δίσκος αυτός αρχικά δεν γνώρισε ιδιαίτερη επιτυχία. Όμως με το πέρασμα του χρόνου τράβηξε την προσοχή ενός ευρύτερου κοινού και επηρέασε μεταγενέστερους καλλιτέχνες. Εγώ τον πρωτοάκουσα γύρω στο ’79 με’80 και από την αρχή μου είχε κάνει εντύπωση το παράξενο, μουντό κλίμα που έβγαζαν τα τραγούδια, με τους σκοτεινούς στίχους που έχουν κάποια από αυτά και με τη μουσική που σε παραπέμπει σε ανοίκεια τοπία, έξω από τα συνήθη ακούσματα. Τοπία που αναφέρονται στον κόσμο των loosers και των περιθωριακών στοιχείων, που δε μπόρεσαν ή δε θέλησαν να ενταχθούν στην κοινωνία της μαζικής κατανάλωσης και της λατρείας της επιτυχίας, στην εκδοχή της ατομικής κοινωνικής ανέλιξης. Βλέπετε, πάντα υπάρχουν και οι χαμένοι, τόσο στην ευημερούσα βορειοαμερικάνικη κοινωνία του’60, όσο και, πολύ περισσότερο, στον κόσμο που ζούμε σήμερα.
Το εξώφυλλο του άλμπουμ το φιλοτέχνησε ο Γουόρχολ, που ως ιδρυτής του κινήματος της ποπ αρτ, η οποία χαρακτηρίστηκε από τη μαζική έντυπη αναπαραγωγή αντικειμένων ευρείας κατανάλωσης, επέλεξε να φωτογραφίσει μια μπανάνα σε άσπρο φόντο. 45 χρόνια μετά, όταν μνημονεύεται αυτός ο πρώτος δίσκος των Βέλβετ Αντεργκράουντ, μας έρχεται αυτόματα στο μυαλό το εξώφυλλο με τη μπανάνα.
Πριν από λίγη ώρα, σε ένα σχόλιο που διάβασα στο youtube, διατυπωνόταν η γνώμη πως το εξώφυλλο του Γουόρχολ δεν είχε καμμια σχέση με το περιεχόμενο του άλμπουμ, και ότι εν πάση περιπτώσει ο Γουόρχολ έκανε ότι καταλάβαινε και όπως το συνήθιζε, χωρίς να πολυνιάζεται για τα τραγούδια του Ριντ και του Κέιλ. Εγώ σκέφτομαι πως ίσως δεν είναι έτσι τα πράγματα. Διότι το μεν περιεχόμενο του άλμπουμ χαρακτηρίζεται από μια στάση απόρριψης απέναντι στην -ή ακόμα απόρριψης από την- κοινωνία των εμπορευματοποιημένων αξιών, όμως τα ίδια τα τραγούδια, ως καλλιτεχνική δημιουργία, έμελλε να προωθηθούν ως εμπορικό προϊόν, ακολουθώντας τους νόμους της αγοράς. Πιστεύω ότι αυτήν την αντίφαση μεταξύ καλλιτεχνικής πρόθεσης και εμπορευματικής παραγωγής και κυκλοφορίας την είχαν κατά νου οι δημιουργοί αυτού του δίσκου, οι οποίοι, στο κάτω κάτω, μόνο αφελείς και ανυποψίαστοι δε μπορούν να χαρακτηριστούν. Με αυτή την έννοια, η μπανάνα του Γουόρχολ μπορεί να ειδωθεί ως ένα πικρό και φιλοσοφημένο σχόλιο για το τί θα πρέπει να κάνει ένας καλλιτέχνης που θέλει να φτιάξει την καριέρα του.
Η ιστορία έχει συνέχεια. Σήμερα διάβασα στην εφημερίδα ότι το Ίδρυμα Άντυ Γουόρχολ παραχώρησε την πατέντα του εξωφύλλου με τη μπανάνα στην Apple για να τη χρησιμοποιήσει ως λογότυπο, προκειμένου να προωθήσει τα προϊόντα της. Αυτό προκάλεσε την παρέμβαση των Κέιλ και Ριντ, οι οποίοι διατείνονται ότι το εξώφυλλο αυτό έχει συνδεθεί με μια καλλιτεχνική δημιουργία, το πνεύμα της οποίας δεν έχει καμμια σχέση με τις επιδιώξεις μιας εταιρίας που θέλει να πουλήσει τα προϊόντα της. Σαν να προμηνύεται συνέχεια στα δικαστήρια. Περιττό να πω ότι αναγνωρίζω δίκιο στις αιτιάσεις των δυο καλλιτεχνών, ωστόσο η πορεία των πραγμάτων θα δείξει αν η όλη διαμάχη έχει να κάνει με την υπεράσπιση της τέχνης, ή με τη διανομή των διόλου ευκαταφρόνητων κερδών που προβλέπεται να πραγματοποιηθούν χάρη σε αυτήν την ιστορική μπανάνα, καθότι «είναι πολλά τα λεφτά Άρη», όπως λέει ο Καλογήρου στον Κούρκουλο, σε μια παλιά ελληνική ταινία.
Τελειώνοντας, νομίζω πως αξίζει να ακούσουμε από τον παρακάτω σύνδεσμο το Black Angel’s Death Song, από το συγκεκριμένο άλμπουμ.


Γιώργος Αιμ. Σκιάνης

Δεν υπάρχουν σχόλια: