Σάββατο, 30 Μαρτίου 2013

ΟΙ ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΤΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΧΡΕΟΚΟΠΙΑΣ


Η καταστροφή του κυπριακού τραπεζικού συστήματος και η μακρόχρονη βαθιά ύφεση, που μπορεί να αποδειχθεί και πολύ πιο βίαιη από την ελληνική, είναι μέρος μόνο των επιπτώσεων της κυπριακής χρεοκοπίας. 
Εξ ίσου, αν όχι πιο σοβαρές, είναι οι γεωπολιτικές επιπτώσεις, τις οποίες οι Ελληνοκύπριοι πολιτικοί ήδη διαισθάνονται, δεν τολμούν όμως να τις αναφέρουν.

Η, με θεαματικούς ρυθμούς, επαναπροσέγγιση της Τουρκίας με το Ισραήλ και οι πρόσφατες δηλώσεις του Τούρκου υπουργού Εξωτερικών Αχμέτ Νταβούτογλου, που για άλλη μια φορά προκάλεσαν «ιερή οργή» σε Δεξιά κι Αριστερά σε Ελλάδα και Κύπρο, δείχνουν ξεκάθαρα ότι οι οικονομικές συνέπειες της κατάρρευσης του κυπριακού τραπεζικού συστήματος μπορεί να αποδειχθούν αστείες μπροστά στα υπαρξιακά ερωτήματα, στα οποία θα κληθεί να απαντήσει, σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα,  η Κυπριακή Δημοκρατία.
Το εσπευσμένο ταξίδι στο Ισραήλ, του Προέδρου Νίκου Αναστασιάδη, αποδεικνύει ότι, αυτός τουλάχιστον, έχει πλήρη συναίσθηση της επερχόμενης καταιγίδας.
Τα τελευταία τρία χρόνια η ελληνοκυπριακή πολιτική ηγεσία επαίρονταν, αρχής γενομένης από τον τ. Πρόεδρο Δημήτρη Χριστόφια, ότι χάρη στη συνεκμετάλλευση των κοιτασμάτων φυσικού αερίου σε συνεργασία με το Ισραήλ, αφ' ενός μετά από λίγα χρόνια οι Ελληνοκύπριοι θα έτρωγαν με χρυσά κουτάλια, αφ' ετέρου η Τουρκία δε θα είχε καμιά δυνατότητα στρατιωτικής παρέμβασης, καθ' όσον κάτι τέτοιο θα την έφερνε σε ευθεία αντιπαράθεση με το Ισραήλ.
Όσο για την επίλυση του Κυπριακού, αυτή θα μπορούσε να περιμένει σε βάθος χρόνου, όταν η Τουρκία θα βρίσκονταν σε δεινή οικονομική θέση και η πλούσια, πλέον, Κυπριακή Δημοκρατία, θα επέβαλλε τους όρους της.
Το σχέδιο βραχυπρόθεσμα αποδείχτηκε ευφυές, ως προς το σκέλος της εξουδετέρωσης των αντιδράσεων της Τουρκίας στις έρευνες για την αξιολόγηση των κοιτασμάτων τουλάχιστον.
Η ελληνοκυπριακή πολιτική ηγεσία όμως δεν έλαβε υπ' όψιν της μια σειρά παραμέτρων. 
Η πρώτη ήταν ότι η Τουρκία επέλεξε στις αρχές του 2010 την ευθεία αντιπαράθεση με το Ισραήλ για να ανοίξει στο μεταποιητικό της τομέα τις αραβικές αγορές, κερδίζοντας τις καρδιές των αραβικών κοινωνιών. Πράγμα το οποίο πέτυχε.
Η δεύτερη ήταν οι επιπτώσεις της αραβικής άνοιξης στο σχεδιασμό της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ, ιδίως από τη στιγμή που η Τουρκία κατοχυρώθηκε, στα μάτια της μεσαίας αστικής τάξης των αραβικών κρατών, ως η χώρα πρότυπο που παντρεύει το ισλάμ με την κοινοβουλευτική Δημοκρατία.
Η τρίτη παράμετρος ήταν η προτεραιότητα που η κυβέρνηση Ομπάμα δίνει στον περιορισμό της επέκτασης της κινεζικής επιρροής, η οποία αυτόματα μεταφέρει το στρατιωτικό ενδιαφέρον των ΗΠΑ στον Ειρηνικό.
Υπό τις συνθήκες αυτές η εξυπηρέτηση των στρατηγικών συμφερόντων των ΗΠΑ στην Ανατολική Μεσόγειο, λαμβανομένης υπ' όψιν και της καταφανούς αδυναμίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης να παίξει τον οιονδήποτε ουσιαστικό ρόλο εξ αιτίας της κρίσης της Ευρωζώνης, υποχρεωτικά περνούσε από τις συνέργειες με περιφερειακές δυνάμεις της περιοχής.
Από τη στιγμή δε που η Τουρκία έθεσε το κύρος της στην περιοχή στη διάθεση της προώθησης των αμερικανικών συμφερόντων στη συριακή κρίση, ήταν προφανές πως οι ΗΠΑ θα εργάζονταν εντατικά για την επαναπροσέγγιση Τουρκίας και Ισραήλ. Κατά μείζονα λόγο που, οι δυο αυτές χώρες έχουν και ίδια συμφέροντα να συνεργαστούν, μιας και ο εμφύλιος στη Συρία που διαιωνίζεται είναι εν δυνα΄μει πηγή κινδύνων και για τις δυο.
Η συγνώμη λοιπόν του Ισραήλ για την επίθεση στο Μαβί Μαρμαρά και η επαναπροσέγγιση των δυο χωρών στη σκιά της επίσκεψης του Προέδρου Ομπάμα στο Ισραήλ μόνο κεραυνός εν αιθρία δεν ήταν.
Οι δυνατότητες ελιγμών της κυπριακής κυβέρνησης απέναντι σε αυτή την εξέλιξη είναι - και θα ήταν ακόμα και αν δεν ήταν η Κυπριακή Δημοκρατία σε κατάσταση χρεοκοπίας - μηδαμηνές, εξ αιτίας του άλλου ανοιχτού μετώπου της, του Κυπριακού.
Και εδώ η ελληνοκυπριακή ηγεσία πληρώνει την κουτοπόνηρη και αλαζονική της απόρριψη του Σχεδίου Ανάν το 2004 (ο σημερινός Πρόεδρος Νίκος Αναστασιάδης ήταν μια φωτεινή αλλά μοναχική εξαίρεση).
Το Σχέδιο Ανάν ήταν μια πρόταση του ΟΗΕ, στο πλαίσιο του οποίου ανέκαθεν διακήρυττε η ελληνοκυπριακή πλευρά την επίλυση του Κυπριακού, είχε την υποστήριξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της οποίας προσφάτως είχε γίνει  μέλος η Κυπριακή Δημοκρατία, των ΗΠΑ και του Ηνωμένου Βασιλείου και το είχε αποδεχθεί, θέλοντας και μη, η χρεοκοπημένη Τουρκία. Μόνο η Ρωσία δεν το επιθυμούσε, διότι συγκρούονταν με τα γεωστρατηγικά της συμφέροντα. 
Ως προς τις προβλέψεις του ήταν, μακράν, λειτουργικότερο της Συμφωνίας της Ζυρίχης - κατά την άποψη του υπογράφοντος, ο οποίος καταλογίζει μεγάλο μέρος της ευθύνης για την Κυπριακή κρίση στον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο και την ελληνοκυπριακή ηγεσία της δεκαετίας του '60 ήταν επιπροσθέτως δίκαιο, αλλά αυτό είναι μια άλλη συζήτηση - και, με την προϋπόθεση ότι οι πλειοψηφίες των Ελληνοκυπρίων και των Τουρκοκυπρίων θα πίστευαν σε αυτό, είχε όλες τις προοπτικές να πετύχει και να διορθωθούν, μέσα σε βάθος χρόνου 10-15 χρόνων, όλες οι ατέλειές του. 
Οι Ελληνοκύπριοι με έναν μόνο τρόπο θα μπορούσαν να κερδίσουν περισσότερα: κηρύσσοντας τον πόλεμο στην Τουρκία και κερδίζοντάς τον.
Η μεταστροφή της τελευταίας στιγμής σύσσωμης σχεδόν της ελληνοκυπριακής ηγεσίας κατά του Σχεδίου Ανάν προκάλεσε  την οργή όλων στη Δύση όσοι, επί τριάντα ολόκληρα χρόνια στήριζαν την ελληνική και την ελληνοκυπριακή θέση στο πλαίσιο του ΟΗΕ. Και οι οποίοι, στην τωρινή κρίση χρεοκοπίας του τραπεζικού συστήματος, ήταν οι πρώτοι που έκαναν εκστρατεία «για να μην πληρώσουν οι Ευρωπαίοι φορολογούμενοι τις κυπριακές τράπεζες που ξέπλεναν μαύρο χρήμα».  
Σε αυτό το πλαίσιο απόλυτης διεθνούς απομόνωσης για να μπορέσει η Κυπριακή Δημοκρατία να εντάξει στο Ταμείο Εθνικής Αλληλεγγύης  τα όποια μελλοντικά έσοδα από τα κοιτάσματα των υδρογονανθράκων, πράγμα απαραίτητο για να γίνει το εν λόγω ταμείο εργαλείο ανασυγκρότησης της κυπριακής οικονομίας έχει δυο επιλογές: είτε να αποδεχθεί τους τουρκικούς όρους για την επίλυση του κυπριακού, οι οποίοι θα είναι απείρως πιο δυσβάσταχτοι από τους όρους του Σχεδίου Ανάν και θα καταλήγουν σε ένα μόρφωμα ακόμα πιο δυσλειτουργικό από τη Συμφωνία της Ζυρίχης, είτε να αποδεχθεί τη νομιμοποίηση της τουρκικής στρατιωτικής επέμβασης του 1974 και τη διεθνή αναγνώριση του τουρκοκυπριακού Κράτους.
Άλλωστε το δρόμο για τη νομιμοποίηση της διχοτόμησης τον άνοιξε ο Πρόεδρος Τάσος Παπαδόπουλος, στο διάγγελμά του με το οποίο καλούσε τους ελληνοκύπριους να καταψηφίσουν το Σχέδιο Ανάν. «Παρέλαβα Κράτος και δε θα παραδώσω Κοινότητα», είχε δηλώσει, ξεχνώντας ότι και η Συμφωνία της Ζυρίχης Κοινότητα προέβλεπε για τους Ελληνοκύπριους, όχι Κράτος.

Γιάννης Χρυσοβέργης   

2 σχόλια:

Mikis Hadjineophytou είπε...

Πολύ καλή ανάλυση. Φαίνεται ότι καλούμαστε τώρα να πληρώσουμε όλους τους λογαριασμούς που αφήσαμε απλήρωτους, ειδικά αυτό του 2004, όταν νομίσαμε ότι ξεγελάσαμε τους κουτόφραγκους.

Ανώνυμος είπε...

Γιάννη προσυπογράφω κάθε σου λέξη. Η ανάλυσή σου είναι άψογη.
Κ.Λ.