Κυριακή, 16 Μαρτίου 2014

Η ΟΥΚΡΑΝΙΚΗ ΚΡΙΣΗ ΑΛΛΑΖΕΙ ΤΙΣ ΠΑΓΚΟΣΜΙΕΣ ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΙΣΟΡΡΟΠΙΕΣ

Το μαζικό «ναι» των κατοίκων της Κριμαίας στην ένωση της χερσονήσου με τη Ρωσία είναι γεγονός.
Η μη αναγνώριση του αποτελέσματος από τη Δύση είναι δεδομένη.
Όμως, ανεξαρτήτως του αν η κρίση στις σχέσεις της Δύσης με τη Ρωσία θα κλιμακωθεί περαιτέρω ή όχι τα γεωπολιτικά δεδομένα έχουν αλλάξει δραματικά σε όλα τα μέτωπα του πλανήτη.
Το σημερινό δημοψήφισμα στην Κριμαία σηματοδοτεί μια νέα φάση κλιμάκωσης στην αντιπαράθεση τους Ρωσίας με τη τη Δύση, που ξεκίνησε τον περασμένο Νοέμβριο, με την υπαναχώρηση της τελευταίας στιγμής του Ουκρανού Προέδρου Γιαννουκόβιτς και τη μη υπογραφή του Συμφώνου Σύνδεσης με την ΕυρωπαΪκή Ένωση (ΕΕ).
Τόσο η Δύση όσο και η Ρωσία είναι πλέον δέσμιες της ρητορικής τους στη διάρκεια των περασμένων εβδομάδων. Οι ΗΠΑ και η ΕΕ είναι υποχρεωμένες να προχωρήσουν πάραυτα σε επιβολή κυρώσεων προς τη Ρωσία. Η Ρωσία από την πλευρά της είναι υποχρεωμένη, αφ' ενός να προσαρτήσει την Κριμαία, όπως έχει υποσχεθεί στη ρωσόφωνη πλειοψηφία του πληθυσμού της, αφ' ετέρου να προβεί σε αντι-κυρώσεις έναντι της ΕΕ και των ΗΠΑ.
Η επιβολή κυρώσεων στη Ρωσία από τις ΗΠΑ και την ΕΕ συνιστά σαφή ένδειξη αδυναμίας. Οι απειλές δεν έπιασαν τόπο. Η μη επιβολή τους όμως  θα συνιστά απόδειξη αδυναμίας
Είναι λοιπόν σαφές ότι η Δύση οφείλει να επιβάλει κυρώσεις στη Ρωσία, είτε το επιθυμεί είτε όχι. Το να περιοριστεί στη μη αναγνώριση της απόσχισης της Κριμαίας από την Ουκρανία θα συνιστά μείζονα διπλωματική ήττα. Η οποία θα έχει σοβαρές επιπτώσεις στο πολιτικό μέλλον των δυτικών ηγεσιών.  
Σε αντίστοιχη θέση βρίσκεται και η Ρωσία. Είναι πλέον υποχρεωμένη να προσαρτίσει την Κριμαία, είτε το θέλει πραγματικά, είτε όχι. Επίσης,στις όποιες δυτικές κυρώσεις είναι υποχρεωμένη να απαντήσει και αυτή με ουσιαστικές και όχι με προσχηματικές κυρώσεις.
Όμως την προσάρτιση της Κριμαίας στη Ρωσία δεν μπορεί να αποδεχτεί καμία ουκρανική κυβέρνηση, διότι ποτέ καμιά κυβέρνηση δεν ανέχθηκε τον ακρωτηριασμό της εθνικής κυριαρχίας μιας χώρας χωρίς πόλεμο. Πόσο μάλλον η παρούσα, η οποία έκανε ό,τι περνούσε από το χέρι της για να τρομάξει τους ρωσόφωνους πληθυσμούς που είναι πλειοψηφία στην ανατολικά του ποταμού Ντνιεπρ Ουκρανία. 
Υπό τις συνθήκες αυτές η κλιμάκωση στην ένταση μεταξύ της Ρωσίας και της Δύσης είναι αναπόφευκτη.  Και θα επηρεάσει καθοριστικά το σύνολο των γεωπολιτικών διακυβευμάτων
Το πρώτο πεδίο στο οποίο θα φανούν οι επιπτώσεις της κλιμάκωσης είναι αναμφίβολα ο έλεγχος των πυρηνικών όπλων. Μέχρι τώρα η Δύση και η Ρωσία μοιράζονταν την ανησυχία για τις επιπτώσεις της αύξησης των μελών του πυρηνικού κλαμπ. 
Η Ρωσία, μολονότι απείχε επιδεικτικά των λεονταρισμών της Δύσης προς την κατεύθυνση του Ιράν και της Βορείου Κορέας, ασκούσε, με τον δικό της τρόπο, αποφασιστικές πιέσεις  και προς τις δυο χώρες, η οποία, σε ό,τι αφορά το Ιράν τουλάχιστον, είχε σαφή αποτελέσματα. 
Οι πρόσφατες διαπραγματεύσεις της Δύσης με το Ιράν ήταν αποτέλεσμα του συνδυασμού των ρωσικών πιέσεων προς το τελευταίο, της έξυπνης προσέγγισης του ζητήματος από την κυβέρνηση Ομπάμα και των εσωτερικών πολιτικών αλλαγών στο Ιράν. Η στάση της Ρωσίας πιθανότατα θα πάψει πλέον να είναι συμπληρωματική αυτής της Δύσης και αυτό θα έχει σοβαρές επιπτώσεις και στον εσωτερικό συσχετισμό δυνάμεων του Ιράν, πράγμα που υποθηκεύει την επιτυχία των διεξαγόμενων διαπραγματεύσεων.
Πέραν αυτού όμως, ανοίγει διάπλατα η πόρτα για μια ένα νέο ανταγωνισμό παραγωγής πυρηνικών όπλων, που στα προηγούμενα 25 χρόνια είχε περιοριστεί στο ελάχιστο. Όσο κι αν πολλοί επισημαίνουν ότι «οι καιροί έχουν αλλάξει» και επομένως «δεν υπάρχει πιθανότητα επανάληψης του Ψυχρού Πολέμου», οι διαβεβαιώσεις τους μοιάζουν περισσότερο με ξόρκια παρά βασίζονται σε δεδομένα. Το κύριο επιχείρημά τους είναι λογικό. Οι οικονομικές επιπτώσεις ενός νέου Ψυχρού Πολέμου είναι δυσβάσταχτες έως αβάσταχτες. Αλλά δυσβάσταχτες ήταν οι οικονομικές επιπτώσεις και των δυο Παγκοσμίων Πολέμων. Και όμως έγιναν.  
Ενδεχόμενη  κλιμάκωση της έντασης μεταξύ Δύσης και Ρωσίας μοιραία θα προκαλέσει αύξηση της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας στην Ευρώπη. Που με τη σειρά της θα σημάνει την απώλεια της αυτονομίας της ΕΕ στη χάραξη της εξωτερικής της πολιτικής. Η οποία μπορεί να ήταν ατελής, χωρίς συνοχή, ενίοτε απλό άθροισμα εθνικών εξωτερικών πολιτικών, όμως υπήρχε. Τώρα απλώς θα πάψει να υφίσταται.
Το δεύτερο πεδίο που επηρεάζεται είναι η κινεζική πολιτική των ΗΠΑ. Από την πρώτη στιγμή της προεδρίας του ο Μπαράκ Ομπάμα ανέπτυξε μια στρατηγική αναχαίτισης της Κίνας σε οικονομικό και στρατιωτικό επίπεδο. 
Τα συνεχή ταξίδια της Χίλαρι Κλίντον στην Αφρική στην πρώτη τετραετία επιβεβαίωσαν το αμερικανικό ενδιαφέρον για τη Μαύρη Ήπειρο, την οποία η Ευρώπη είχε αφήσει στον αυτόματο πιλότο και φρενάρισαν την κινεζική επέκταση. 
Σε στρατιωτικό επίπεδο οι ΗΠΑ έστρεψαν το ενδιαφέρον τους στον Ειρηνικό και ανέπτυξαν μια πολυεπίπεδη διπλωματία, που αποσκοπούσε στην αναχαίτιση της κινεζικής στρατιωτικής εξάπλωσης. Εργάστηκαν για τη βελτίωση των σχέσεων της Ιαπωνίας με τη Νότιο Κορέα βάζοντας πάγο στα εθνικιστικά σκιρτήματα της ιαπωνικής Δεξιάς, ανέπτυξαν στρατιωτικές σχέσεις με την Ινδία και συνεχίζουν να εργάζονται προς την κατεύθυνση μιας άτυπης μεν ουσιαστικής δε στρατιωτικής συμμαχίας Ινδίας, Βιετνάμ, Αυστραλίας, Ιαπωνίας, Νοτίου Κορέας, ώστε να συγκροτηθεί ένα αποτρεπτικό τόξο.
Στο πλαίσιο αυτής της στρατηγικής η κυβέρνηση Ομπάμα είχε προσπαθήσει να εμπλέξει θετικά τη Ρωσία σε όλες τις αμερικανικές περιφερειακές πολιτικές ως ισότιμο εταίρο, με στόχο να αποτρέψει μια σινορωσική συμμαχία. Η κινεζική «κατανόηση» στις ρωσικές θέσεις για την Κριμαία καθιστά την πολιτική αυτή παρελθόν. Η κρίση της Κριμαίας φέρνει εξ αντικειμένου τη Ρωσία πιο κοντά στην Κίνα.
Η αντιμετώπιση του ισλαμιστικού φονταμενταλισμού, ένα θέμα στο οποίο υπήρχε σύμπτωση απόψεων όλα αυτά τα χρόνια μεταξύ Ρωσίας και Δύσης, είναι το επόμενο πεδίο στο οποίο θα υπάρξουν σημαντικές αλλαγές. Η, άτυπη μεν ουσιαστική δε, συνεργασία των δυο πλευρών επ' αυτού του θέματος, υπάρχει κίνδυνος να γίνει άμεσα παρελθόν και να αντικατασταθεί από τη λογική των εκατέρωθεν «δικών μας, καλών φονταμενταλιστών».
Από την κρίση των σχέσεων της Δύσης με τη Ρωσία θα διαταραχθούν οι ισορροπίες και στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο.  Η Ρωσία θα προσπαθήσει εκμεταλλευτεί τις προνομιακές σχέσεις που έχει αναπτύξει εκεί με την Κίνα, τη Βραζιλία, την Ινδία και τη Νότιο Αφρική για να δημιουργήσει προβλήματα στις δυτικές προτεραιότητες. 
Βεβαίως δε θα κατορθώσει να συμπήξει μόνιμη συμμαχία, κι ενδεχομένως τυχόν επιμονή της προς αυτή την κατεύθυνση να την αφήσει μόνη με την Κίνα εναντίον όλων, αλλά δεν αποκλείεται, αν ακολουθήσει μια πιο έξυπνη τακτική κατά περίπτωση προσεταιρισμών, να βάλει εμπόδια σε αρκετές από τις δυτικές προτεραιότητες στον οργανισμό.
Πέρα από τα παραπάνω η κρίση θα υποθηκεύσει την οικονομική πολιτική της κυβέρνησης Ομπάμα. Η αύξηση των αμυντικών δαπανών που αναπόφευκτα θα υπάρξει, θα οδηγήσει σε πολιτικές περιορισμού των κοινωνικών δαπανών και των πολιτικών τόνωσης της απασχόλησης, όπως στη διάρκεια της οκταετίας Μπους.
Τέλος, στα καθ' ημάς, είναι βέβαιο πως η Μόσχα έχει έναν επιπλέον λόγο να εργαστεί ενργά για την αποτυχία των συνομιλιών για το Κυπριακό, μιας και η όποια ενδεχόμενη λύση, ενισχύει τη θέση του ΝΑΤΟ στην Ανατολική Μεσόγειο. Ας θυμηθούμε την αποτελεσματική της αντίδραση στο Σχέδιο Ανάν. Μόνο που τώρα, με δεδομένη την τάση ΗΠΑ, ΕΕ και Βρετανίας να ασκήσουν μονομερείς πιέσεις προς την ελληνοκυπριακή πλευρά, το προηγούμενο της κρίσης της Κριμαίας αυξάνει σοβαρά τις πιθανότητες, μετά από ενδεχόμενη αποτυχία των διαπραγματεύσεων, της αναγνώρισης του τουρκοκυπριακού Κράτους.   
Γιάννης Χρυσοβέργης



1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

Πολύ καλή ανάλυση! Πως έφτασε όμως σε αυτή τη κλιμάκωση; Θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί; Και πως; Η ήταν αναπόφευκτη δεδομένου των αντίθετων συμφερόντων;

Σάκης Κ.