Πέμπτη, 13 Μαρτίου 2014

ΜΑ ΠΟΙΟΣ ΦΟΒΑΤΑΙ, ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ, ΤΟ ΔΗΜΗΤΡΗ ΚΟΥΦΟΝΤΙΝΑ;

Το ερώτημα κανονικά δε θα έπρεπε να τίθεται.
Όμως η έκδοση του βιβλίου του Δημήτρη Κουφοντίνα, προκάλεσε έναν αδικαιολόγητο, εκ πρώτης όψεως, ορυμαγδό υστερικών δηλώσεων από στελέχη της ΝΕΑΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ.
Μοναδική ΦΩΤΕΙΝΗ ΕΞΑΙΡΕΣΗ η βαθύτατα πολιτική και ψύχραιμη τοποθέτηση του Κώστα Μπακογιάννη, ενός από τους ελάχιστους ανθρώπους που θα είχαν κάθε δικαίωμα να μην είναι ψύχραιμοι.
Οπότε, καλούμαστε να αναζητήσουμε απαντήσεις στο ερώτημα: Ποιοι φοβούνται ακόμα το Δημήτρη Κουφοντίνα; Και, κυρίως, γιατί;
Πώς γίνεται και το βιβλίο ενός ισοβίτη μετατρέπεται σε  μείζον πολιτικό ζήτημα; Ο υπογράφων, αντιμετώπισε  συγκαταβατικά το γεγονός ότι  την ημέρα της κυκλοφορίας του βιβλίου του Δημήτρη Κουφοντίνα, η εφημερίδα ΕΘΝΟΣ αφιέρωσε τα τρία τέταρτα της πρώτης σελίδας της σε μια επίθεση εναντίον του, σημειώνοντας μάλιστα, σε περίοπτη θέση, ότι «κυκλοφορεί σήμερα το βιβλίο του Δημήτρη Κουφοντίνα». Το όλο στήσιμο της πρώτης σελίδας έμοιαζε πολύ περισσότερο με γκρίζα διαφήμιση του βιβλίου, παρά με έκρηξη «ιερής οργής».
Τα πράγματα σοβάρεψαν όταν είδαμε την εκπρόσωπο τύπου της ΝΕΑΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, να ζητάει επί τρεις ολόκληρες ημέρες από το ΣΥΡΙΖΑ να διαγράψει από τις τάξεις του το Νίκο Γιαννόπουλο, που είχε επιμεληθεί και προλογίσει το βιβλίο, αδιαφορώντας για δυο σημαντικές λεπτομέρειες: ότι ο Νίκος Γιαννόπουλος πρώτον δεν είναι μέλος του ΣΥΡΙΖΑ και, δεύτερον, βιοπορίζεται ως επιμελητής βιβλίων. Ακόμα κι αυτό θα μπορούσε να θεωρήσει κανείς ότι συνιστά μέρος της κακόβουλης συκοφαντικής προπαγάνδας στην οποία συστηματικά επιδίδεται η ΝΕΑ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, ελλείψει πολιτικού λόγου και ήθους.
Ακολούθησε ο συνταξιούχος, πλέον, εισαγγελέας Χρήστος Λάμπρου, ο οποίος ζήτησε κατάσχεση των εισπράξεων του βιβλίου για να μην ενισχύσουν τα χρήματα αυτά την τρομοκρατία. Δεν γνωρίζουμε πού εδράζει ο συμπαθής συνταξιούχος δικαστικός λειτουργός την πεποίθησή του ότι το εν λόγω βιβλίο θα έχει εκδοτική επιτυχία και μάλιστα τέτοια που να είναι ικανή να χρηματοδοτήσει τις οικονομικές ανάγκες της «τρομοκρατίας». Από κοντά του και ο υπουργός Δημόσιας Τάξης, που παρότρυνε τις οικογένειες των θυμάτων της 17 ΝΟΕΜΒΡΗ να προσφύγουν στη Δικαιοσύνη για δέσμευση των εισπράξεων. 
Θα μπορούσαμε απλώς να τους έχουμε επισημάνει ότι πριν από όλα πρέπει να διαβάσουν το σχετικό συμβόλαιο μεταξύ του συγγραφέα του επίμαχου βιβλίου και του εκδοτικού οίκου, καθώς μπορεί να κρύβει περίεργες εκπλήξεις ως προς τα συγγραφικά δικαιώματα, αλλά ας είναι.
Από αυτή την κακοφωνία, η οποία το μόνο που προδίδει είναι έναν φαινομενικά αδικαιολόγητο πανικό, ξεχωρίζει η μεστή συγκροτημένη κριτική προς τον εκδοτικό οίκο του Κώστα Μπακογιάννη. 
Η μόνη κριτική που έχουμε να ασκήσουμε στα όσα καταλόγισε στον εκδοτικό οίκο είναι πως ο τελευταίος ενήργησε σύμφωνα με τις αρχές του οικονομικού φιλελευθερισμού, τις οποίες υπερασπίζεται με σθένος ο κ. Μπακογιάννης.  Προφανώς και ο εκδότης ενήργησε με μοναδικό κριτήριο το κέρδος, διότι αυτό οφείλει να κάνει κάθε επιχειρηματίας: να αποζητά το κέρδος με κάθε νομότυπο μέσο. Η ηθική δεν έχει σχέση με το χρήμα, κι αυτό είναι γνωστό από την εποχή του Αυτοκράτορα Βεσπασιανού.
Επίσης, επειδή στην πολιτική του τοποθέτηση ο κ. Μπακογιάννης προσέφυγε στον Λέον Τρότσκι, οφείλουμε να του επισημάνουμε τη σχετική ρήση του Βλαντιμίρ Ίλιτς Λένιν: «οι αστοί θα μας πουλήσουν ακόμα και το σχοινί με το οποίο θα τους κρεμάσουμε». Και, κατά μια έννοια, αυτό πράττει ο εκδοτικός οίκος Λιβάνη. Μέχρι να έρθει - αν έρθει - η στιγμή να κρεμάσουν τους ιδιοκτήτες του οι «αιμοσταγείς κομμουνισταί», το μαγαζί θα τους πουλάει σχοινί, στις ακριβότερες δυνατές τιμές.
Πέρα από όλα αυτά όμως οφείλουμε να συγχαρούμε τον Κώστα Μπακογιάννη διότι κατορθώνει «να κρατά το λογισμό του, όταν όλοι τριγύρω του (οι ομοϊδεάτες του δηλαδή) τά 'χουν χαμένα...».
Προς τι λοιπόν  ο πανικός;  
Σίγουρα δε θα συνέτρεχε κανένας λόγος πανικού αν η Ελλάδα συνέχιζε να είναι ένα Κράτος Δικαίου, όπως ήταν μέχρι το Μάιο του 2010.
  • Αν δεν υπήρχαν περίπου 200.000 άνθρωποι που ζουν χάρη στα συσσίτια των Δήμων, της Εκκλησίας και των Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων.
  • Αν περισσότεροι από 3.000.000 άνθρωποι, σύμφωνα με τον Πρόεδρο του ΕΟΠΥΥ, δεν ήταν πλέον αποκλεισμένοι από το Σύστημα Δημόσιας Υγείας.
  •  Αν δεν υπήρχαν 1.400.000 καταγεγραμμένοι άνεργοι, το ένα εκατομμύριο από αυτούς για διάστημα μεγαλύτερο του ενός χρόνου.
  • Αν δεν υπήρχαν 1.200.000 εργαζόμενοι του ιδιωτικού τομέα απλήρωτοι για διάστημα τριών μηνών έως και μεγαλύτερο του ενός έτους.
  • Αν δεν είχαν αυτοκτονήσει χιλιάδες ανθρώπων υπό την πίεση οικονομικών και υπαρξιακών αδιεξόδων στα τελευταία τέσσερα χρόνια (4.000 σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στατιστικά στοιχεία).
  • Αν το προσδόκιμο ζωής δεν είχε υποχωρήσει κατά μία πενταετία, σύμφωνα με δήλωση της Προέδρου του ελληνικού τμήματος των Γιατρών του Κόσμου.
  • Αν όλες οι παραπάνω μορφές ΒΙΑΣ δεν είχαν συνθλίψει τις ζωές εκατομμυρίων συμπολιτών μας, αν δεν τους είχαν κάνει να χάσουν την αξιοπρέπειά τους.
  • Αν η Κυβέρνηση δεν είχε καταργήσει κάθε έννοια κοινοβουλευτικού διαλόγου και ελέγχου, νομοθετώντας με Πράξεις Νομοθετικού Περιεχομένου.
  • Αν ο αντιπρόεδρος της Βουλής δεν αισθανόταν πως επιτρέπεται να φαλκιδεύσει μια ψηφοφορία της βουλής, προς ικανοποίηση των δυνητικών εκλογικών του πελατών.
  • Αν... αν... αν...
Οι υπαίτιοι της ανθρωπιστικής αυτής καταστροφής, που κάθε μέρα χειροτερεύει, έχουν κάθε λόγο να τρέμουν τα σαλπίσματα εξέγερσης του Δημήτρη Κουφοντίνα, του κάθε Κουφοντίνα.  Τρέμουν μην τυχόν τα λόγια του πιάσουν τόπο στους ανθρώπους που τους έκλεψαν την αξιοπρέπεια.
Όμως ο Δημήτρης Κουφοντίνας βάζει δύσκολα και στην Αριστερά. 
Η οποία, την ίδια στιγμή που εξαντλεί τη δράση της μέσα στους τέσσερις τοίχους του Κοινοβουλίου, αρνείται να υπερασπιστεί τον Κοινοβουλευτισμό.
Η οποία αρνείται να συζητήσει το ζήτημα της πολιτικής βίας και των τοξικών της επιπτώσεων στη σοσιαλιστική ιδεολογία. 
Δεν είναι κακό να υπερασπιστεί η Αριστερά το κοινοβουλευτικό θεσμικό πλαίσιο, πολύ περισσότερο που η Άμεση Δημοκρατία, όπως την ονειρεύονται οι Αναρχικοί και οι λάτρεις της Κλασσικής Αρχαιότητας έχει αποδειχτεί - μέχρι σήμερα τουλάχιστον - αδύνατο να λειτουργήσει από τη στιγμή που μιλάμε για κοινωνικές μονάδες τριψήφιας τάξης μεγέθους. 
Επ' αυτού καλό θα ήταν οι αρχαιολάτρεις να έκαναν μια προσεκτική ανάγνωση των Εκκλησιαζουσών του Αριστοφάνη. Θα διαπίστωναν, πέραν του ότι η Αθηναϊκή Δημοκρατία αφορούσε μόλις 10.000 από τις 500.000 και πλέον κατοίκους της Αττικής, ότι το λόγο στην Εκκλησία του Δήμου μονοπωλούσαν, με διάφορα τεχνάσματα, οι αρχηγοί μεγάλων σογιών και πλούσιων οικογενειών. Οι υπόλοιποι Αθηναίοι πολίτες έπρεπε να αρκεστούν σε αυτό που κάνουν οι πολίτες των σύγχρονων κοινοβουλευτικών δημοκρατιών: στο να ψηφίζουν.
Το γεγονός λοιπόν ότι η Κοινοβουλευτική Δημοκρατία παραμένει μέχρι σήμερα το πολιτικό σύστημα που επιτρέπει τη μέγιστη - σαφώς όχι ικανοποιητική - συμμετοχή πολιτών θέτει την Αριστερά προ του καθήκοντος, αφ' ενός να την υπερασπιστεί απέναντι στις ελευθεριοκτόνες διαθέσεις των κυβερνώντων, αφ' ετέρου να ονειρευτεί πώς αυτή θα διευρύνεται κάθε μέρα.
Πέραν αυτού, η Αριστερά οφείλει να ξεκαθαρίσει τη στάση της απέναντι στην πολιτική βία. Πρέπει κάποτε να οριοθετηθεί απέναντι σε αυτήν ενεργητικά, όχι με δηλώσεις μετανοίας. 
Θα είχε πολλά η Αριστερά να διδαχτεί από τη μελέτη του της μη βίας του Γκάντι και του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ. Κυρίως θα μάθαινε πως μη βίαιη αντίσταση σημαίνει πρώτα απ' όλα «να έχεις κότσια». Να είσαι έτοιμος να φυλακιστείς, να είσαι έτοιμος να αντιπαρατεθείς με την κτηνώδη βία του καθεστώτος, χωρίς όμως να γίνεις ίδιος μ' αυτό, να είσαι έτοιμος για δράσεις πολιτικής ανυπακοής που θα το απορρυθμίσουν. Να είμαστε αδιάλλακτοι απέναντι στην καθεστωτική βία, χτίζοντας μια κοινωνία ελεύθερη από αυτή.
Αν θέλουμε να βάλουμε τέλος στη μπανανία που μας έχει επιβληθεί, οφείλουμε να χτίσουμε παράλληλους μηχανισμούς κοινωνικής αλληλεγγύης σε κάθε γειτονιά. Στην πολύμορφη καθεστωτική βία να απαντήσουμε με εκστρατείες μη βίαιης πολιτικής ανυπακοής. Γιατί η ιστορία του «υπαρκτού σοσιαλισμού» μας έμαθε πως η λατρεία της βίας, δηλητηρίασε, σε θανατηφόρα δόση, το όνειρό μας. 
Μόνο αν αναλάβουμε, ο καθένας προσωπικά κι όλοι μαζί συλλογικά τις ευθύνες μας και χτίσουμε παράλληλους μηχανισμούς κοινωνικής αλληλεγγύης κι απαντήσουμε στην καθεστωτική βία με αδιάλλακτη μη βίαιη πολιτική ανυπακοή, θα χτίσουμε έναν πειστικό αντίλογο στα σαλπίσματα του Δημήτρη Κουφοντίνα, του κάθε Κουφοντίνα. 
Η προβοκατορολογία ή οι ύμνοι προς την «επαναστατική βία» μέσα από ανήλιαγα γραφεία  , απλώς μας καθιστούν γελοίους. Και στην πολιτική το έγκλημα συχνά συγχωρείται, η γελοιοποίηση ΠΟΤΕ.
Γιάννης Χρυσοβέργης

Δεν υπάρχουν σχόλια: