Κυριακή, 1 Δεκεμβρίου 2013

Ο «ΡΑΤΣΙΣΤΗΣ» ΜΑΧΑΤΜΑ ΓΚΑΝΤΙ Η «ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΗ ΑΡΙΣΤΕΡΑ» ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΑΔΙΚΤΥΟ

Η διακίνηση μέσω διαδικτύου «αιρετικών ιστορικών ερευνών» οι οποίες είτε  αποδομούν είτε προβάλλουν μια στρεβλή εικόνα προσωπικοτήτων του 20ου αιώνα είναι σύνηθες φαινόμενο. 
Ο νεοναζιστικής έμπνευσης λίβελος κατά του Μαχάτμα Γκάντι που διακινήθηκε στο  Facebook από ανθρώπους οι οποίοι τοποθετούν εαυτούς στην «Επαναστατική Αριστερά», είναι ένα  επεισόδιο που γεννά ερωτηματικά ως προς την ευπιστία τους προς κάθε τι «αιρετικό». 
Ταυτόχρονα όμως αναδεικνύει και το μέγεθος της άγνοιας στην Ελλάδα για τη ζωή και την πολιτική ιδεολογία του Μαχάτμα Γκάντι.  

Το κείμενο κυκλοφόρησε σε αξιοπρεπείς ελληνικές μεταφράσεις από δυο - τρεις ανθρώπους ταυτόχρονα που έδωσαν στη δημοσιότητα, προς επίρρωσιν της ανακάλυψής τους, το σύνδεσμο άρθρου, άλλοι στα γαλλικά και άλλοι στα αγγλικά, το συμπέρασμα του οποίου ήταν ότι ο Γκάντι, τον οποίο οι «φιλελεύθεροι» έχουν αναγάγει σε παγκοσμίου κύρους προσωπικότητα ήταν ένας ποταπός ρατσιστής.
Επειδή με ξένισε η χρήση του όρου «φιλελεύθεροι», καθώς ήταν λίγο παράταιρη με το νόημα που δίνουμε στον όρο στην Ευρώπη, τόλμησα να θέσω στην επαφή μου στο Facebook, μέσω της οποίας έλαβα γνώση του άρθρου, σειρά διευκρινιστικών ερωτημάτων. Το αποτέλεσμα ήταν η εν λόγω κυρία να με χαρακτηρίσει «ναζί» και να με απειλήσει με διαγραφή από τις επαφές της διότι «δε θέλει παρτίδες με ναζί». Της απάντησα ότι δε θα πεθάνω κι από μαράζι και ότι, αν πράγματι δε θέλει παρτίδες με τους ναζί, πρέπει πρωτίστως να ασχοληθεί με τον ναζί που κρύβει μέσα της. 
Εδώ οφείλω να ανοίξω μια παρένθεση. Σχεδόν ταυτόσημη μεταχείριση μου επιφύλαξε άλλη κυρία,  που διατείνεται ότι ανήκει στη «Μεταρρυθμιστική Αριστερά», όταν διατύπωσα ενστάσεις με αφορμή σχόλιό της για τους περίφημους «τζαμπατζήδες» της κυρίας Λένας Διβάνη. Η ανικανότητα διαλόγου δεν είναι λοιπόν πρόβλημα της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς - μακάρι να περιορίζονταν σε αυτήν - είναι γενικότερο ζήτημα πολιτικής παιδείας στην Ελλάδα και σε καιρούς κρίσης οι «απόλυτες αλήθειες» του καθενός συχνά προσλαμβάνουν παραληρηματική μορφή. Κλείνω την παρένθεση.
Αφήνοντας κατά μέρος την κυρία που με αποκάλεσε ναζί ασχολήθηκα με το άρθρο με τίτλο The Myth of Mahatma Gandhi. Διαπίστωσα ότι είχε εκδοθεί σε μια σειρά άρθρων υπό τον γενικό τίτλο  "Historical Revisionism – International and Independent Scientific Historical Research", στο διαδικτυακό τόπο ενός εκδοτικού οίκου με την επωνυμία Castle Hill Publishers. Η περιήγηση στον ιστότοπο του εν λόγω οίκου με οδήγησε σε μια σελίδα, σε πολλές γλώσσες όπου διάβασα ότι μεταξύ των βασικών σκοπών του είναι η «προώθηση του δημοσίου διαλόγου γι αυτό που περιγράφεται ως "Ολοκαύτωμα"». Επίσης σκοπός του είναι «η αποκατάσταση της τιμής προσώπων και οργανώσεων που καταδικάστηκαν άδικα για εγκλήματα, τα οποία φέρονται να διαπράχθηκαν στο Β' Παγκόσμιο Πόλεμο». Με δεδομένο ότι οι μόνοι οι οποίοι καταδικάστηκαν για εγκλήματα που διαπράχτηκαν στο Β' Παγκόσμιο Πόλεμο ήταν ναζί, τα σχόλια ως προς την ταυτότητα του εν λόγω εκδοτικού οίκου περιττεύουν.
Θα άξιζε τον κόπο να ασχοληθούμε και με το βιογραφικό του συντάκτη του επίμαχου άρθρου του Arthur Kemp. Μαθαίνουμε από τη βιογραφία του ότι ο «καλός αυτός κυριούλης» γεννήθηκε στη Ροδεσία, έζησε πολλά χρόνια στη Νότιο Αφρική όπου διαγράφτηκε από το Συντηρητικό Κόμμα, όταν το τελευταίο άρχισε διαπραγματεύσεις με το Εθνικό Αφρικανικό Κογκρέσο για την κατάργηση του Απαρτχάιντ, οι ακαδημαϊκές τους σπουδές περιορίζονται σε ένα Bachelor του Πανεπιστημίου του Κέιπ Τάουν σε θέμα άσχετο με την Ιστορία (Arts with majors in Political Science, International Politics and Public Administration) και ότι διετέλεσε υπεύθυνος εξωτερικής πολιτικής του British National Party, αδελφού κόμματος της ΧΡΥΣΗΣ ΑΥΓΗΣ. Και πάλι τα σχόλια περιττεύουν.
Ας ασχοληθούμε όμως λίγο με το περιεχόμενο των κατηγοριών κατά του Μαχάτμα Γκάντι στο επίμαχο άρθρο. Κατηγορείται ο Μαχάτμα Γκάντι ότι χρησιμοποιεί, αναφερόμενος στους γηγενείς της Νοτίου Αφρικής το χαρακτηρισμό «Κάφροι». Είμαστε υποχρεωμένοι να υπενθυμίσουμε ότι η έννοια της πολιτικής ορθότητας είναι παιδί του γαλλικού Μάη και εισήχθη στα πολιτικά ήθη "δειλά - δειλά", από τα μέσα της δεκαετίας του '70 και, σε κάθε περίπτωση, ο Γκάντι το 1896 χρησιμοποιεί για τους γηγενείς της Νοτίου Αφρικής τον όρο που χρησιμοποιούν όλοι οι άλλοι γι' αυτούς, υποτιμητικά ή μη: «κάφροι». 
Σίγουρα δεν ήταν ρατσιστές ο Μάνος Λοΐζος κι ο Γιάννης Νεγρεπόντης, όταν το 1967 έγραφαν τα Νέγρικα και σίγουρα δεν μιλούσαν απαξιωτικά για τους Αφροαμερικανούς οι αγωνιστές για ισότητα δικαιωμάτων ανεξαρτήτως χρώματος στις ΗΠΑ της δεκαετίας του '60 όταν μιλούσαν για «Μαύρη Δύναμη». 
Όμως ο συντάκτης του επίμαχου άρθρου καταλογίζει στο Γκάντι αδιαφορία για τη μοίρα των Αφρικανών της Νοτίου Αφρικής. Επ' αυτού έχει δίκιο. Ο Γκάντι, όσο ζούσε στη Νότιο Αφρική, δραστηριοποιούνταν έντονα για τα δικαιώματα της ινδικής παροικίας στη χώρα αυτή και μόνο για αυτά.
Όμως ο Γκάντι ουδέποτε ισχυρίστηκε ότι αγωνίζεται για κάτι άλλο, πέραν του ινδικού έθνους. Γόνος πλούσιας οικογένειας από ανώτερη κάστα - άλλωστε μόνο ένας νέος από τέτοια οικογένεια μπορούσε να σταλεί για σπουδές στο Λονδίνο - πέρασε όλη του τη ζωή αγωνιζόμενος για τα δικαιώματα των Ινδών. 
Σε αυτό το αυστηρά εθνικό πλαίσιο τάχθηκε με όλη του την ενέργεια υπέρ της ισότητας των δικαιωμάτων όλων των Ινδών ανεξαρτήτως κάστας, υπέρ της χειραφέτησης των γυναικών, υπέρ της ισότητας και της ενότητας ινδουιστών και μουσουλμάνων.
Η επιλογή της μη βίαιης αντίστασης ως μορφής αγώνα κατά των Βρετανών βασίζονταν σε ένα συνδυασμό πραγματιστικής προσέγγισης του συσχετισμού δυνάμεων (δε μπορείς να νικήσεις με στρατιωτικά μέσα μια υπερδύναμη όπως η Μεγάλη Βρετανία) και εσωτερικών φιλοσοφικών αναζητήσεων (ήταν επίσης χορτοφάγος).
Όταν το Κόμμα του Κογκρέσου, πριν την ανεξαρτησία της Ινδίας υιοθέτησε ένα σοσιαλιστικό πρόγραμμα ο Γκάντι απλώς ανέχθηκε αυτή την εξέλιξη.
Η μη βίαιη αντίσταση όμως έχει αποδειχτεί εξαιρετικά αποτελεσματική σε δυο περιπτώσεις. Στον αγώνα των Ινδών για εθνική ανεξαρτησία και στον αγώνα των Αφροαμερικανών των ΗΠΑ για ισότητα δικαιωμάτων. Χωρίς λοιπόν να διαγράφουμε τη συμβολή παράλληλων, μειοψηφικών όμως τάσεων, που και στις δυο περιπτώσεις είχαν επιλέξει τον ένοπλο αγώνα, η επιτυχία αυτών των αγώνων πιστώνεται στις πλειοψηφίες που είχαν επιλέξει τη μη βία ως μέσο. Αυτό σημαίνει ότι το μέσο αυτό έχει πάντα πιθανότητες επιτυχίας.
Αυτό σημαίνει επίσης ότι η μη βία για την Αριστερά, η οποία ευαγγελίζεται ένα κόσμο χωρίς ιεραρχίες και εξουσία, οφείλει να είναι κύριο εργαλείο πολιτικής πάλης.
Τέλος, οφείλουμε να κάνουμε και έναν άλλο διαχωρισμό. Μη βία δε σημαίνει τυπολατρικός σεβασμός της νομιμότητας. Το μποϊκοτάζ των λεωφορείων της Αλαμπάμα, η άρνηση συνεργασίας με τους Βρετανούς, το κάψιμο των προσκλήσεων για κατάταξη από τους ειρηνιστές του Πολέμου του Βιετνάμ, η άρνηση κατάταξης των αντιρρησιών συνείδησης στην Ελλάδα, πριν το δικαίωμα αυτό αναγνωριστεί, ήταν όλα παράνομες πράξεις, με βαριές ποινικές κυρώσεις. Ήταν όμως μη βίαιες πράξεις. Αυτή όμως είναι άλλη συζήτηση.

Γιάννης Χρυσοβέργης

3 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Ενδιαφέρον. Όμως διαφωνώ στο ζήτημα της μη βίας. Καταρχήν στην Ινδία υπήρξε αρκετή βία, που μετεξελίχθηκε και σε εμφύλια (ο Γκάντι έκανε και απεργία πείνας γι' αυτό, νομιζω). Σε κάθε περίπτωση όμως δεν μπορούμε να παραγνωρίζουμε το γεγονός ότι η Ινδία απέκτησε την ανεξαρτησία της από μια καταρρέουσα Βρετανική Αυτοκρατορία, που μόλις είχε βγει νικήτρια μεν, πλην όμως βαθιά λαβωμένη από έναν παγκόσμιο πόλεμο. Η μεγάλη αδυναμία της Βρετανικής Αυτοκρατορίας οφειλόταν στη βία του Β' Π.Π. όχι στη μη βία της Ινδίας...

Ανώνυμος είπε...

Επίσης θα πρέπει να παραδεχθούμε, ότι εάν οι πηγες είναι έγκυρες, ο Γκάντι σαφώς και ήταν ρατσιστής με τους ιθαγενείς. Βέβαια αυτό, στα νιάτα του, στην πρώτη δεκαετία του 20ου αιώνα. Δεν φαίνεται από το άρθρο αν παρέμεινε όταν μεγάλωσε. Άλλωστε το ίδιο το άρθρο στον υπότιτλο λέει: "The Racism of the Early Mahatma Ghandi"

Άτακτος Λόγος είπε...

Αρχίζω από το δεύτερο σχόλιο.
Δε μπορώ να αποκλείσω ακόμα και την παραποίηση των φράσεων, μιας και, σε τόσο λίγο χρονικό διάστημα,θα μου ήταν αδύνατο να αποκτήσω πρόσβαση στις πηγές. Δέχομαι λοιπόν, χωρίς να είμαι απολύτως σίγουρος, ότι οι αποσπασματικές φράσεις που παρατίθενται ειπώθηκαν ή γράφτηκαν όπως ακριβώς παρατίθενται.
Κάθε δημόσια δήλωση για να αξιολογηθεί πρέπει να τοποθετηθεί στο ιστορικό και κοινωνικό γίγνεσθαι της εποχής. Η απαξία με την οποία μιλάει ο Γκάντι για τους γηγενείς της Νότιας Αφρικής δε διαφέρει σε τίποτα από την άποψη που είχαν γι αυτούς, φιλελεύθεροι, οι σοσιαλιστές, οι αναρχικοί και οι αναρχικοί της εποχής. Όλοι τους έβλεπαν ως «καθυστερημένους» που έπρεπε να τους «εκπολιτίσουν». Και, βεβαίως, εφ' όσον «εκπολιτίζονταν» για τους φιλελεύθερους και τους ιεραπόστολους, εφ' όσον αποκτούσαν «προλεταριακή συνείδηση» για τους σοσιαλιστές και τους αναρχικούς, έπρεπε να έχουν ίσα δικαιώματα. Σήμερα και μόνο η σκέψη ότι πρέπει να τους «εκπολιτίσεις», θεωρείται, και σωστά, ρατσισμός. Αυτά σε ό,τι αφορά στο λόγο του Γκάντι εκείνη την εποχή.
Ας έρθουμε τώρα στο ζήτημα της μη βίας. Νομίζω ότι το βάζεις σε λάθος βάση. το ζητούμενο δεν είναι αν η Βρετανική Αυτοκρατορία είχε τη δύναμη ή όχι να καταστείλει τη βίαιη και μη βίαιη αντίσταση των Ινδών το 1947. Όπως είδες και από την αντίδρασή της στην Αθήνα το Δεκέμβρη του 1944 αν ήθελε μπορούσε να το κάνει. Άλλο όμως είναι το μείζον ζήτημα που έπαιξε τον καθοριστικό ρόλο, τόσο στην περίπτωση της ανεξαρτησίας της Ινδίας, όσο και στην περίπτωση του αγώνα για ίσα δικαιώματα των Αφροαμερικανών. Και στη μια και στην άλλη περίπτωση, το οικονομικό κόστος της καταστολής είχε φθάσει σε σημείο να γίνει μη αποσβέσιμο. Άρα η ήττα ήταν από οικονομική και από πολιτική άποψη προτιμότερη από την καταστολή, τόσο για τη βρετανική κυβέρνηση στην περίπτωση της Ινδίας, όσο και για το αμερικανικό πολιτικό κατεστημένο στην περίπτωση των Αφροαμερικανών. Αντιθέτως η παραδοχή της ήττας ήταν άμεσα και μεσοπρόθεσμα πολιτικά και οικονομικά εκμεταλλεύσιμη.
Και σε τούτο συνίσταται η δύναμη της μη βίαιης αντίστασης. Αντιθέτως η μη βίαιη αντίσταση χάνει κάθε νόημα όταν ένα καθεστώς επιθυμεί να προβεί σε γενοκτονία εναντίον κάποιου πληθυσμού, λόγω του χρώματος, της εθνότητάς του, του πολιτισμού του ή της θρησκείας του (εξόντωση των Εβραίων από τους Ναζί, απόπειρα εξόντωσης των Ινδιάνων της Γουατεμάλα από τη δικτατορία του Εφραίμ Ρίος Μοντ, στις αρχές της δεκαετίας του '80, γενοκτονία των Τούτσι το 1994 στη Ρουάντα).
Πέρα όμως από τη συζήτηση για τις συνθήκες που ευνοούν ή δεν ευνοούν μια μορφή αντίστασης η Αριστερά πρέπει να πάρει θέση στο ζήτημα της βίας (ξεκαθαρίζοντας για άλλη μια φορά πως μη βία δε σημαίνει και σεβασμός της νομιμότητας).
Και είναι μείζονος σημασίας το ζήτημα γιατί η προσφυγή στη βία γεννά αυτόματα στρατιωτικές μορφές ιεραρχίας (αυτό ίσχυσε ακόμα και στην περίπτωση της αναρχικής πολιτοφυλακής στον ισπανικό Εμφύλιο Πόλεμο. Οι οποίες στρατιωτικές μορφές ιεραρχίας βρίσκονται στον αντίποδα των μορφών οργάνωσης που ευαγγελίζεται η Αριστερά.
Είναι επίσης μείζονος σημασίας γιατί στο κέντρο της Αριστερής ιδεολογίας κάθε απόχρωσης (από τη σοσιαλδημοκρατία μέχρι τον αναρχισμό) είναι ο άνθρωπος. Η ανθρώπινη ζωή είναι υπέρτατη αξία. Όλα τα άλλα έπονται. Κι αφού έπονται η οιαδήποτε αφαίρεση ανθρώπινης ζωής είναι έγκλημα. Όμως η προσφυγή στη βία συνεπάγεται αναπόφευκτα απώλεια ανθρώπινων ζωών. Αυτή η αντίφαση απαιτεί λύση.
Προσωπικά δεν μπορώ να υποσχεθώ σε κανέναν ότι «θα αρνηθώ να κάνω χρήση βίας υπό τις οιεσδήποτε συνθήκες», όπως απαιτεί από τις οργανώσεις - μέλη της η War Resisters' International, η μεγαλύτερη αντιεξουσιαστικού, κατά βάσιν, προσανατολισμού αντιμιλιταριστική οργάνωση ομπρέλα.
Μπορώ να δεσμευτώ ότι θα κάνω ό,τι περνάει από το χέρι μου για να μην προσφύγω σε αυτή.
Όμως ο διάλογος αυτός στην ελληνική Αριστερά ουδέποτε άρχισε. Και φρονώ πως επιτέλους πρέπει να αρχίσει.
Γιάννης Χρυσοβέργης