Κυριακή, 23 Ιανουαρίου 2011

Λουίτζι Τένκο

Στις διακοπές των χριστουγένων ξενύχτησα ένα βράδυ της Κυριακής και είδα μια ενδιαφέρουσα γαλλική τηλεταινία με θέμα τη ζωή της τραγουδίστριας Δαλιδά, που είχε κάνει μεγάλη διεθνή καριέρα από τα μέσα της δεκαετίας του’50 ως τις αρχές του’80 και που στη Γαλλία φαίνεται πως η φωνή της δεν έχει ξεχαστεί. Ήξερα αρκετά πράγματα για την πορεία της Δαλιδά, αυτό όμως που δεν ήξερα, και που είδα με ενδιαφέρον στην τηλεταινία, ήταν η σχέση της με έναν Ιταλό τραγουδοποιό και η δραματική της κατάληξη.
Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Ο Λουίτζι Τένκο γεννήθηκε το 1938 και, από έφηβος, έπαιζε ροκ μουσική σε ερασιτεχνικά γκρουπάκια. Σύντομα έγινε επαγγελματίας και ξεκίνησε τη σόλο καριέρα. Κάπου στις αρχές της δεκαετίας του’60, προφανώς υπό την επιρροή του πολιτικού τραγουδιού διαμαρτυρίας, με το Ντύλαν και τη Μπαέζ να είναι δυο από τους πιο γνωστούς εκπροσώπους του, ο Τένκο προσανατολίστηκε προς τη μπαλάντα και άρχισε να γράφει στίχους με κοινωνικό προβληματισμό, επηρεασμένος και από τη γνωριμία του με έναν ποιητή αναρχικών πολιτικών πεποιθήσεων (δε θυμάμαι τώρα το όνομά του). Σε αυτό το σημείο, αρχίσανε και τα προβλήματα με τη λογοκρισία, που τότε δε σήκωνε μύγα στο σπαθί της και δε χαριζόταν σε ένα νεαρό καλλιτέχνη που προσπαθούσε να βρει το δρόμο του, σε ένα όχι φιλικό επαγγελματικό περιβάλλον. Γιατί το πρόβλημα δεν ήταν μόνο η λογοκρισία. Στην τότε ιταλική μουσική σκηνή κυριαρχούσαν οι γλυκανάλατες μελωδίες με ρηχό περιεχόμενο και τα ανώδυνα ποπ χιτάκια, σαν αυτά που κάποια στιγμή ακούσαμε στο πάρτι του Γιάννη. Το ριζοσπαστικό πνεύμα του’68 δεν είχε μπει ακόμα στη μουσική.
Το 1966, έχοντας μια αναγνωρίσιμη καλλιτεχνική πορεία στη χώρα του αλλά ουκ ολίγα προβλήματα αποδοχής από το ευρύτερο κοινό, ο Λουίτζι Τένκο γνωρίζει την τότε μεσουρανούσα Δαλιδά και της παρουσιάζει ένα δείγμα της δουλειάς του. Επρόκειτο για το τραγούδι «Τσάο Αμόρε», που μπορείτε να το ακούσετε στην παρακάτω διεύθυνση του youtube:

http://il.youtube.com/watch?v=D2nmmMhq8_c&playnext=1&list=PLE9B4738454DB97F3&index=73

Νομίζω πως δε χρειάζεται να είναι κανείς ειδήμονας για να πάρει μυρωδιά ότι η φόρμα του τραγουδιού ξέφευγε από τα τότε καθιερωμένα και παρέπεμπε στις μελωδίες που θα ακούγονταν περίπου μια δεκαετία αργότερα. Οι στίχοι μιλούσαν για το κυνήγι της επιτυχίας και της κοινωνικής ανέλιξης και για το τίμημα που πληρώνεται.
Η Δαλιδά ήταν μια πολύ δημοφιλής τραγουδίστρια που τα ανώδυνα σουξεδάκια της ήταν ιδιαίτερα αγαπητά στο πλατύ κοινό (λένε πως ο στρατηγός Ντε Γκωλ τα σιγοτραγουδούσε όταν μεράκλωνε). Σε αντίθεση όμως με την απολίτικη και κοινωνικά ανυποψίαστη δημόσια εικόνα της, στην προσωπική της ζωή δεν ήταν καθόλου αδιάφορη απέναντι στην «εναλλακτική» ας την πούμε μουσική σκηνή και αντιμετώπισε πολύ θετικά το συγκεκριμένο τραγούδι. Στο πρόσωπο του Λουίτζι είδε έναν εμπνευσμένο τραγουδοποιό που θα μπορούσε ίσως να ανανεώσει και τη δική της καριέρα.
Μαζί αποφάσισαν να συμμετάσχουν στο Φεστιβάλ του Σαν Ρέμο, που θα γινόταν το 1967 (αποφάσισαν να μοιραστούν και τη ζωή τους, αλλά αυτό είναι άλλη ιστορία). Εκείνη την εποχή, το κάθε τραγούδι που παρουσιαζόταν στο φεστιβάλ εκτελούνταν δυο φορές: μια από το δημιουργό και μια από έναν άλλο τραγουδιστή. Και αν ο άλλος τραγουδιστής ήταν δημοφιλής, αυτό βοηθούσε στην αποδοχή του τραγουδιού από κοινό και κριτικούς.
Η τηλεταινία δείχνει τους δυο καλλιτέχνες να είναι ιδιαίτερα ευάλωτοι και ανασφαλείς στην προσωπική τους ζωή. Η διαφορά τους ήταν ότι η Δαλιδά είχε τον τρόπο να αποδίδει το μέγιστο των δυνατοτήτων της όταν ήταν πάνω στη σκηνή, ενώ ο Λουίτζι ήταν ικανός να τα θαλασσώσει στο κρίσιμο σημείο. Και αυτό δυστυχώς έγινε στο φεστιβάλ.
Ο Λουίτζι ανέβηκε πρώτος στη σκηνή, πολύ τρακαρισμένος και χωρίς αυτοπεποίθηση. Η όλη του παρουσία δεν έκανε καλή εντύπωση στο κοινό και το χλιαρό χειροκρότημα στο τέλος ουσιαστικά σήμαινε απόριψη. Ήρθε η σειρά της Δαλιδά. Η φτασμένη τραγουδίστρια επιστράτευσε την πείρα της και το κύρος της για να διορθώσει την κατάσταση και φάνηκε να κερδίζει το κοινό. Όμως, η τελική ετυμηγορία ήταν αρνητική. Το τραγούδι αποκλείστηκε από τον τελικό.
Ο Λουίτζι ήταν απαρηγόρητος και έκανε σαν να ήρθε η συντέλεια του κόσμου. Μόνος του πήγε στο ξενοδοχείο, όπου αυτοκτόνησε με μια σφαίρα στον κρόταφο, έχοντας πρώτα αφήσει δίπλα του μια ιδιόχειρη επιστολή, όπου εξηγούσε ότι το απονενοημένο διάβημα ήταν μια πράξη διαμαρτυρίας απέναντι στη νοοτροπία με βάση την οποία κρίνουν τον καλλιτέχνη, κοινό και κριτικοί.
Το φεστιβάλ συνεχίστηκε κανονικά, καθώς έγινε προσπάθεια από τους οργανωτές να περιοριστεί ο θόρυβος. Ωστόσο η αυτοκτονία του νέου καλλιτέχνη είχε σοβαρό αντίκτυπο στην κοινή γνώμη και προβλημάτισε. Λίγο μετά ήρθε το νεολαιίστικο κίνημα του’68, με τη ριζοσπαστική του ματιά πάνω στα πράγματα και τις δικές του αισθητικές αναζητήσεις. Και, από το 1974, έχει καθιερωθεί, στα πλαίσια του φεστιβάλ του Σαν Ρέμο, το βραβείο «Λουίτζι Τένκο». Με αυτήν την έννοια, έχω την εντύπωση ότι το απονενοημένο διάβημα ενός νέου καλλιτέχνη, που λύγισε απέναντι στην αποτυχία του να γίνει αποδεκτός από ένα μη ευνοϊκό περιβάλλον, άνοιξε το δρόμο στο Λούτσιο Ντάλα, στο Λούτσιο Μπατίστι και σε πολλούς άλλους, άγνωστους σ’εμάς τραγουδοποιούς, που γνώρισαν την καταξίωση και σημάδεψαν την ιταλική μουσική σκηνή μετά το’70. Βέβαια στην Ελλάδα, το φιλόμουσο κοινό δεν πολυχαμπάριασε από αυτήν την ενδιαφέρουσα εξέλιξη και την εύρισκε με τα παπάκια του Αλμπάνο και της Ρομίνας. Αλλά τί να κάνουμε, περί ορέξεως κολοκυθόπιτα.
Όσο για τη Δαλιδά, το σοκ ήταν μεγάλο. Ένα μήνα μετά το συμβάν αποπειράθηκε και αυτή να αυτοκτονήσει, αλλά τη γλύτωσαν οι γιατροί. Είκοσι χρόνια μετά, το 1987, το ξαναέκανε, αυτή τη φορά «επιτυχημένα», δυστυχώς...

Γιώργος Αιμ. Σκιάνης

Δεν υπάρχουν σχόλια: