Τετάρτη, 3 Αυγούστου 2016

Ο ΓΕΡΟΣ ΠΟΥ ΦΟΡΟΥΣΕ ΕΝΑ ΚΑΠΕΛΟ ΤΟΥ ΘΟΔΩΡΟΥ ΦΕΣΤΑ

Για όσες και όσους ζήσαμε παιδιά τη Δικτατορία, διαβήκαμε τους δρόμους της Αριστεράς στα χρόνια της Μεταπολίτευσης και δεν προσβληθήκαμε από τους ιούς του νεοπλουτισμού και της λαμογιάς στην εικοσιπενταετία 1985-2010, το βιβλίο του Θοδωρή είναι σαν ένα ποτήρι παγωμένο νερό, μετά από μερικές ώρες περιπλάνησης στους δρόμους της Αθήνας ένα αυγουστιάτικο μεσημέρι.

Με βιβιλιοπαρουσιάσεις και λοιπές παρουσιάσεις ή κριτικές έργων τέχνης δεν τα πηγαίνω καλά. Ίσως να φταίει η φράση του μεγάλου Ιρλανδού θεατρικού συγγραφέα Τζωρτζ Μπέρναρντ Σω για τους κριτικούς τέχνης, που συχνά μου έλεγε ο πατέρας μου: «το χειρότερο κρασί κάνει το καλύτερο ξύδι». 
Και, με συγχωρείτε, αλλά το πρότυπο αυτών των χολερικών τύπων που ξοδεύουν όλη τους τη φαιά ουσία για να εφεύρουν πνευματώδεις μεν δηλητηριώδεις δε εκφράσεις για να θάψουν το έργο του τάδε ή της δείνα - που ακόμα κι αν πρόκειται για ψωνάρα έχει δώσει στο έργο όλη του(της) τη δημιουργικότητα - δε μου ταιριάζει. 
Για το λόγο αυτό και έχω αποφασίσει να καταπιάνομαι με τέτοια θέματα μονάχα αν έχω να γράψω δυο καλές κουβέντες. Αλλιώς δε γράφω. Εκτός βέβαια κι αν κάποιος μου πατήσει κανένα πολιτικό, πολιτιστικό ή προσωπικών αξιών κάλο, οπότε μαύρος όφις που τον έφαγε. Τότε οι προαναφερθέντες χολερικοί τύποι μοιάζουν με αρσακειάδες μπροστά μου.
Βεβαίως υπάρχουν και πολλοί πραγματικά καλοί κριτικοί τέχνης, οι οποίοι όμως διαθέτουν μια αρετή την οποία εγώ δεν διαθέτω: την αμεροληψία. 
Αμερόληπτος ποτέ δεν υπήρξα. Σε όλα τα θέματα τό 'χω συνήθειο να παίρνω θέση, πάντα με πάθος αν και προσπαθώ να αποφεύγω το φανατισμό. Ίσως να φταίει που πήρα πολύ στα σοβαρά αυτά που μας έλεγε στην Α' Γυμνασίου ο Νίκος Ζούνης, ο φιλόλογός μας, ότι ο Σόλων με τη νομοθεσία που θέσπισε στην Αθήνα προσπαθούσε να αποτρέψει τον καιροσκοπισμό, ένα χούι που έχει η συντριπτική πλειοψηφία των ανθρώπων σε όλα τα μήκη και πλάτη του πλανήτη - και το οποίο οι πάντες εξορκίζουν - και εκφράζεται με την «αμεροληψία» και την «ουδετερότητα».
Και, ανεπαισθήτως, παίρνω κατά κανόνα το μέρος των λίγων και πιο αδύνατων.  Οι περιπτώσεις που συμπλέω με τους πολλούς τυγχάνει να είναι βραχύβιες, συχνά ειδικού σκοπού και με προδιαγεγραμμένο τέλος.
Κατά μείζονα λόγο δε μπορώ να είμαι αμερόληπτος με το Θοδωρή. Όχι μόνο γιατί υπήρξαμε συμμαθητές έξι χρόνια στο 10ο Γυμνάσιο Αρρενων Αθηνών, αλλά γιατί μοιραστήκαμε, με ό,τι αυτό σημαίνει, το ίδιο θρανίο στην Γ' στη Δ' και στην Ε' Γυμνασίου. Μετά υποβιβαστήκαμε σε Γ' Λυκείου κι ένας καθήκης και συνάμα φασίστας φιλόλογος, που νόμιζε ότι θα μας τη σπάσει, έστειλε το Θοδωρή στο πρώτο θρανίο. Κούνια που τον κούναγε.
Στη Γ' Γυμνασίου παρά λίγο να βρεθούμε στο σπουδαστικό της Ασφάλειας (Δικτατορία γαρ) επειδή ο χαφιές θεολόγος - ούτε που αξίζει να αναφέρω το όνομά του, άλλωστε αν δεν έχει πεθάνει θα είναι εντελώς ραμολί - θεώρησε «αντεθνικήν ενέργεια» την ανάγνωση από μέρους μας του «Βιετνάμ» της Οριανα Φαλάτσι και το ότι τολμήσαμε - σε μια συζήτηση μέσα στην τάξη,που αυτός προκάλεσε και τη συντηρούσε επί τρία ολόκληρα μαθήματα έως ότου, παραβιάζοντας τις ρητές εντολές των γονέων μας μπήκαμε κι εμείς στο παιγνίδι - να αμφισβητήσουμε την ύπαρξη  Θεού. Μας έσωσαν ο Γυμνασιάρχης, Κλήμης το επίθετό του, - κρίμα που δε θυμάμαι το όνομά του - κι ο φιλόλογός μας ο Νίκος Ζούνης.
Στα δυο επόμενα χρόνια έμελλε να τρώμε σε καθημερινή βάση τα μουστάκια μας - διότι αμφότεροι ήμασταν ήδη, ή, έτσι νομίζαμε τουλάχιστον, μυστακοφόροι - για το σοσιαλισμό στη Σοβιετική Ένωση, στην Κίνα και όπου γης. 
Στη Δ' Γυμνασίου μοιραστήκαμε υπέροχες ώρες στη συντακτική επιτροπή της Μαθητικής Πρωτοπορίας. Ακόμα θυμάμαι τη γκρίνια του Θοδωρή στον Αντρέα Σκιάνη, τον τρίτο της συντακτικής επιτροπής στο πρώτο πολυγραφημένο φύλλο της εφημερίδας - μετά ευτυχώς αυγατίσαμε - διότι στο αφιέρωμα για την πρώτη επέτειο από το θάνατο του Πάμπλο Νερούντα που είχε επιμεληθεί ο Θοδωρής, ο Αντρέας είχε προσθέσει το ποίημα «Ωδή στις τηγανητές πατάτες». Γκρίνια για την οποία ο Θοδωρής κάνει την αυτοκριτική του σε κάποιο από τα διηγήματα του Γέρου που Φορούσε ένα Καπέλο.
Πιο απαράδεκτοι υπήρξαμε αναμφίβολα στην Ε' Γυμνασίου, όταν, με μια ιδιαίτερη προτίμηση στην ώρα των Αρχαίων Ελληνικών, διεξάγονταν στο θρανίο ομηρικές μάχες μεταξύ εμού, Μαοϊκού μεν μέλους της Νεολαίας ΠΑΣΟΚ δε, και του Θοδωρή, μέλους της ΚΝΕ, με το ένα μας αυτί τσιτωμένο στο μάθημα για να μη βγάλουμε και τη φιλόλογο από τα ρούχα της.
Τι τα θυμήθηκα όλα αυτά; Μα είναι ο ΓΕΡΟΣ ΠΟΥ ΦΟΡΟΥΣΕ ΕΝΑ ΚΑΠΕΛΟ που μου τα θύμισε. Κι αυτά και πολλά άλλα.
Με μαγιά προσωπικά βιώματα, ανθρώπους που γνώρισε κι αφηγήσεις των τελευταίων ο Θοδωρής συνέθεσε 32 μικρές μυθιστορίες, με φανταστικούς πρωταγωνιστές, που όμως παραπέμπουν σε απολύτως πραγματικά περιστατικά.
Όλες και όλοι όσοι(ες) ζήσαμε παιδιά τη δικτατορία, περάσαμε την εφηβεία μας και ενηλικιωθήκαμε στα πρώτα χρόνια της Μεταπολίτευσης, ονειρευτήκαμε ν' αλλάξουμε τον κόσμο κι όταν δεν το κατορθώσαμε ακούσαμε την προτροπή του μεγάλου Καβάφη και δεν εξευτελίσαμε τη ζωή μας, κάναμε τους προσωπικούς μας συμβιβασμούς - άλλος λιγότερους, άλλος περισσότερους, κατά πώς μας τα έφερε η ζωή και κατά πώς εμείς τη χτίσαμε - χωρίς να υποκύψουμε στις σειρήνες του νεοπλουτισμού και της λαμογιάς, διαβάζοντας το βιβλίο του Θοδωρή ανασύρουμε μνήμες με ανάλογες ιστορίες.
Τους γονείς του συμμαθητή ή της συμμαθήτριας που έστειλε η Χούντα στη Γυάρο, το δάσκαλο ή τη δασκάλα που τους έδιωξαν από το σχολείο γιατί ήταν Αριστεροί, την οικογένεια σκυμμένη στο ραδιόφωνο να ακούει το σταθμό του Πολυτεχνείου, τις νυχτερινές ακροάσεις της Ντώυτσε Βέλε, του BBC, της Μόσχας, της Φωνής της Αλήθειας, εκείνους τους Αριστερούς (με κεφαλαίο Α) που έφαγαν τις φυλακές και τις εξορίες με το κουτάλι αλλά αρνήθηκαν να τις εξαγοράσουν με κομματικές θέσεις και κράτησαν ακέραιη την αξιοπρέπειά τους όταν το κόμμα τους ξεφτιλίστηκε.
Κι ακόμα τα φτηνά ταβερνάκια στις γειτονιές - κάποιες φορές το κρασί είχε ξυνίσει κι ο μεζές ήταν βρώμιος αλλά όχι μόνο δε μας πείραζε περνούσαμε και πολύ ωραία -  όπου, χωρίς καλά - καλά να το καταλάβεις, γινόταν όλοι οι θαμώνες μια παρέα και τραγουδούσαν με ή χωρίς τη συνοδεία κάποιου οργάνου.
Τα ατέλειωτα βράδυα στο Στούντιο, στην Αλκυονίδα, στο Εκράν, στο Βοξ και στη Ριβιέρα, στην «υπόγα» του Θεάτρου Τέχνης του Κάρολου Κουν και στα «ορεινά» του Ηρωδείου, στις θεατρικές και κινηματογραφικές ομάδες των σχολών μας.
Και, πιο πριν, την αγωνιώδη αναζήτηση κάποιας γνωστής κοπελιάς, για να πάρει από το περίπτερο τηλέφωνο τη δικιά μας διότι όλο και κάποιος κέρβερος, θηλυκού ή αρσενικού γένους δεν είχε σημασία, θα απαντούσε, και τα ραντεβού στις απόμερες γωνίες της διαδρομής ανάμεσα στο Γυμνάσιο Αρρένων και στο Θηλέων της συνοικίας.
Κι ακόμα πιο πίσω, τα καλοκαιρινά βράδια που παίζαμε στάκαμαν και κλέφτες κι αστυνόμοι στις γειτονιές, τα απογεύματα που παίζαμε μπάλα στην πλατεία με τους γείτονες που είχαν βγει να πάρουν λίγο αέρα να φοβούνται ότι θα τους έρθει το τόπι (όχι η μπάλα, δεν την έλεγαν έτσι) στο δόξα πατρί και μας κατσάδιαζαν χωρίς να τους δίνουμε σημασία, τα μπάνια με το πούλμαν στη Λούτσα, στο Καβούρι, στη Βούλα.
 Για όλες και όλους εμάς, τώρα που πλησιάζουμε ή έχουμε καβατζάρει τα 60 και κάνουμε κάποιους απολογισμούς ζωής, το βιβλίο του Θοδωρή είναι σαν ένα ποτήρι παγωμένο νερό μετά από μερικές ώρες περιπλάνησης στους δρόμους της Αθήνας ένα αυγουστιάτικο μεσημέρι. Το πίνεις μονορούφι ή με μικρές απολαυστικές γουλιές, όπως σου κάνει κέφι.
Α, ξέχασα να σας πω. Το βιβλίο αυτό δεν κάνει για όλους. Δεν κάνει γι αυτούς που σύντομα έκαναν αποκλειστική τους ενασχόληση «να πιάσουν την καλή» πατώντας επί πτωμάτων, αυτούς που εκμεταλλεύτηκαν «τη θεσούλα στο Δημόσιο» για να αποκτήσουν άνομο πλούτο, αυτούς που έχτισαν μεζονέτες των 400 τ.μ. - κι ας μην είχαν ούτε καν γάτα, όχι παιδιά - με στεγαστικό δάνειο 120% της αξίας (το οποίο τώρα δε μπορούν να πληρώσουν αλλά αυτό δε μας αφορά εδώ), αυτούς που έστειλαν τα παιδιά τους σε πανάκριβα ιδιωτικά, που καλά - καλά δε μπορούσαν να πληρώσουν τα δίδακτρα, «γιατί είναι χαμηλή η ποιότητα των δημοσίων σχολείων», θαρρείς κι οι ίδιοι που τέλειωσαν δημόσιο σχολείο ήταν μουτζούρηδες, όλους αυτούς που διέγραψαν την ιστορία τους από τη μνήμη τους και την καρδιά τους. 
Αυτοί θα το βρουν «μονότονο», «πληκτικό», «ανούσιο», άμα δεν έχουν τίποτα καλύτερο να κάνουν μπορεί να γράψουν και καμιά βαρύγδουπη κριτική μπουκωμένη με απαξιωτικούς όρους δανεισμένους από την ψυχανάλυση που οι ίδιοι δεν έχουν ιδέα τι σημαίνουν, και, πιθανότατα, δε θα κατορθώσουν να διαβάσουν πάνω από είκοσι σελίδες.
Ένα πράγμα δεν ξέρω μονάχα. Αν το βιβλίο του Θοδωρή έχει να πει κάτι στα παιδιά μας. Οι εικόνες του παραπέμπουν σε καταστάσεις που δεν έζησαν, σε ανθρώπους που δεν έτυχε να γνωρίσουν, σε πόλεις που είναι πλέον εντελώς διαφορετικές, σε μουσικές που δεν ακούγονται πια.
Ξέρω, σας προϊδέασα για παρουσίαση βιβλίου και χάθηκα σε αναδρομές ατάκτως ειρημμένες. Όμως όλες αυτές γεννήματα της ανάγνωσης του ΓΕΡΟΥ ΠΟΥ ΦΟΡΟΥΣΕ ΕΝΑ ΚΑΠΕΛΟ ήταν.

Γιάννης Χρυσοβέργης


1 σχόλιο:

Άτακτος Λόγος είπε...

Ο δαίμων του πληκτρολογίου δημιούργησε μια αθέλητη αμφισημία - το αν είναι δημιουργική δεν το γνωρίζω - που ορθότατα επισήμανε ο φίλτατος Θανάσης Σταματούκος.
«Ξέρω, σας προϊδέασα για παρουσίαση βιβλίου και χάθηκα σε αναδρομές ατάκτως ειρημμένες», γράφω και προκάλεσα την εύλογη ερώτηση του Θανάση για το αν εννοούσα τη μετοχή Παρακειμένου του ρήματος ρίπτομαι (ερριμμένες) ή τη μετοχή Παρακειμένου του ρήματος λέγομαι (ειρημένες).
Οφείλω να σας απαντήσω ότι η επιθυμητή λέξη ήταν «ειρημένες». Διαπιστώνω όμως ότι ταιριάζει γάντι στην περίσταση και το «ερριμμένες». Σας αφήνω να διαλέξετε όποια από τις δυο εκδοχές επιθυμείτε.

Γιάννης Χρυσοβέργης