Κυριακή, 27 Μαρτίου 2011

Η ΚΡΙΣΗ ΣΤΗ ΛΙΒΥΗ ΚΑΙ ΤΑ ΔΙΛΗΜΜΑΤΑ ΤΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ

Η απόφαση του Συμβουλίου ασφαλείας του ΟΗΕ για τη Λιβύη έθεσε τους απανταχού Αριστερούς αντιμέτωπους με ένα αμείλικτο δίλημμα: να συναινέσουν στον πόλεμο που διακαώς επιθυμούσαν η βρετανική και η γαλλική κυβέρνηση, ή να συναινέσουν στη σφαγή των εξεγερμένων από το καθεστώς του Καντάφφι; Όποια κι αν είναι η τελική απόφαση, καλούνται να συναινέσουν σε ένα ΕΓΚΛΗΜΑ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΟΤΗΤΑΣ. Κι η μόνη ελευθερία επιλογής που έχουν είναι ποιο.

Αν εξαιρέσει κανείς τα μέλη του ΚΚΕ, που, έχοντας κάνει πρωταρχικό τους καθήκον την αποκατάσταση του Στάλιν, εύλογα απορούν που κάποιοι θεωρούν τον Καντάφφι αιμοσταγή δικτάτορα, και για τα οποία, αρκεί από τη μια πλευρά να βρίσκονται οι «τρισκατάρατοι Δυτικοί» για να διαλέξουν την άλλη, αλλά και κάποιες συνιστώσες του ΣΥΡΙΖΑ και της ΑΝΤΑΡΣΥΑΣ, που έχουν ανακαλύψει τη νέα Μέκκα του κομμουνισμού στη Βενεζουέλα και σπεύδουν να προσδώσουν «επαναστατικό μανδύα» σε οποιαδήποτε προσπαθεια του, ευρισκόμενου σε διαρκή κρίση μεγαλείου, Ούγκο Τσάβες να κερδίσει λίγη δημοσιότητα στα διεθνή ΜΜΕ, εύκολες τοποθετήσεις στην κρίση της Λιβύης δεν υπάρχουν.
Κατ' αρχή κανείς δε δικαιούται να επικρίνει τους εξεγερμένους επειδή πήραν τα όπλα. Κανείς δεν έχει δικαίωμα να αμφισβητήσει ότι απέναντί τους είχαν έναν εξουσιομανή δικτάτορα, η προσωπική φρουρά του οποίου είναι πολυπληθέστερη και πολύ καλύτερα εξοπλισμένη από το στρατό της χώρας.

Ουδείς όμως δικαιούται να παραγνωρίσει επίσης ότι από τη στιγμή που τη θέση των διαδηλώσεων πήραν συγκρούσεις ενόπλων, όποια και αν είναι η υποστήριξη που διαθέτει η κάθε μεριά, έχουμε να κάνουμε με ένα ΠΟΛΕΜΟ και, είτε μας αρέσει είτε όχι, ΤΑ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΘΥΜΑΤΑ ΘΑ ΕΙΝΑΙ ΑΜΑΧΟΙ. Γιατί οι σφαίρες κι οβίδες δεν ξέρουν, ούτε και θα μπορέσουν να μάθουν ποτέ, να ξεχωρίζουν τους άμαχους από τους μάχιμους. Γιατί ανέκαθεν, ο κύριος στόχος κάθε εμπόλεμου ήταν να γονατίσει τους άμαχους «του εχθρού». Για το λόγο αυτό άλλωστε, ο κάθε πόλεμος, ΕΙΝΑΙ ΕΓΚΛΗΜΑ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΟΤΗΤΑΣ.
Κατά μείζονα λόγο ουδείς δικαιούται να παραγνωρίσει, την επιλεκτική ευαισθησία των Γάλλων και Βρετανών πολιτικών ηγετών, οι οποίοι, αφού πρώτα κουρέλιασαν τις διαδικασίες λήψης κοινής ευρωπαϊκής απόφασης, πέτυχαν, υπό την πίεση του προφανούς - του επικείμενου δηλαδή σφαγιασμού δεκάδων, ίσως και εκατοντάδων χιλιάδων εξεγερμένων - να επιβάλουν μια απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, κομένη και ραμμένη στα μέτρα των βραχυπρόθεσμων πολιτικών σχεδιασμών τους.
Ουδείς μπορεί επίσης να αμφισβητήσει ότι, αυτοί που σήμερα πρωτοστατούν στους βομβαρδισμούς της Λιβύης, ήταν οι ίδιοι που χαριεντιζόντουσταν εδώ και 15 χρόνια με τον συνταγματάρχη Καντάφφι, μιας και είχε αποκηρύξει το «τρομοκρατικό» παρελθόν του και είχε πλέον γίνει ένα από τα χαϊδεμένα παιδιά της Δύσης στην περιοχή, αγόραζε μετοχές ποδοσφαιρικών ομάδων στην Ιταλία και, γενικώς, υπόσχονταν χρυσοφόρα συμβόλαια στις δυτικές πετρελαϊκές εταιρείες.
Ταυτόχρονα όμως, ουδείς δικαιούται να αμφισβητήσει ότι, αν η απαγόρευση πτήσεων, που μοιραία θα μεταφράζονταν σε μαζικούς βομβαρδισμούς με κύρια θύματα τους αμάχους, δεν είχε επιβληθεί, κάποιοι άλλοι άμαχοι θα σφάζονταν σήμερα κατά χιλιάδες, σε καταστάσεις που θα μπορούσαν να συγκριθούν μόνο με τη σφαγή των κομμουνιστών της Ινδονησίας το 1964, των Κούρδων από το Σαντάμ Χουσεΐν το 1988 και του Γκέττο της Βαρσοβίας το 1943. Κι αυτό ΘΑ ΗΤΑΝ ΕΠΙΣΗΣ ΕΝΑ ΕΓΚΛΗΜΑ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΟΤΗΤΑΣ.
Για πρώτη φορά μετά από το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο η Αριστερά βρέθηκε αντιμέτωπη με αυτό το δίλημμα το 1999 στην κρίση του Κοσσυφοπεδίου. Τότε όμως η επιλογή ήταν αναμφισβήτητα πιο εύκολη. Κι εκεί ανάμεσα σε δυο εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας ήταν η επιλογή, όμως ο στόχος του Μιλόσεβιτς ήταν η εκδίωξη 1,5 εκατομμυρίων Αλβανών από το Κοσσυφοπέδιο κι όχι η μαζική τους εξόντωση. Οι βιαιοπραγίες και οι δολοφονίες ήταν συγκριτικά πολύ λιγότερες από αυτές που προκλήθηκαν τελικά από τους βομβαρδισμούς του ΝΑΤΟ. Επιπλέον, στο Κοσσυφοπέδιο, σύσσωμη η Δύση, για λόγους που ούτε κι αυτή η ίδια μπόρεσε ποτέ να καταλάβει - τις μπουρδολογίες περί ηρωικών Σέρβων που αγωνίζονταν κατά του αμερικανικού ιμπεριαλισμού μόνο οι Ελληνάρες τις παίρνουν σοβαρά υπ' όψιν - μέσα σε 15 ημέρες μετέτρεψε το Μιλόσεβιτς από αξιοπρεπή εταίρο σε στυγνό δικτάτορα - κάτι που οι ευρωπαϊκές Δημοκρατίες ξεχνούσαν όταν του έστελναν, επί μια δεκαετία, δεμένους χειροπόδαρα πίσω τους λιποτάκτες του σερβικού στρατού και τους δύσμοιρους Κοσσοβάρους που ζητούσαν άσυλο. Ο δε UCK είχε βαφτιστεί σε μια νύχτα από τρομοκρατική οργάνωση - που ήταν - σε μαχητές της ελευθερίας. Επιπροσθέτως, σύσσωμη η Δύση, αρνούνταν προκλητικά επί μια δεκαετία την παραμικρή υποστήριξη στο μαζικό, μη βίαιο κίνημα αντίστασης των Κοσσοβάρων.
Στη Λιβύη τα πράγματα έγιναν πολύ γρήγορα. Ό,τι κι αν συμβεί, θα είναι ΕΓΚΛΗΜΑ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΟΤΗΤΑΣ. Κι εμείς, είτε μας αρέσει είτε όχι, πρέπει να αποφασίσουμε πιο από τα δυο θα ανεχτούμε.


Γιάννης Χρυσοβέργης

Σάββατο, 26 Μαρτίου 2011

Για το Ρασούλη

Στις σχολικές εκδρομές που πηγαίναμε, η μουσική που θα ακουγόταν στο λεωφορείο υπαγορεύονταν από το σκληρό πυρήνα των «καζατζιδικών», που εκτός από το μεγάλο βάρδο ενδιαφερόντουσαν επίσης για Χιώτη, Γαβαλά, Μιχαλόπουλο, Σκαρπέλη, Μουσαφίρη και άλλους που δεν τους αναγνώριζα στα τραγούδια που άκουγα.
Στην αρχή δεν υπόφερα να ακούω αυτή τη μουσική αλλά μετά άρχισε κι’εμένα να με συγκινεί, ίσως γιατί οι παράφορα και παράφωνα άδοντες συμμαθητές μου κατάφεραν να μου μεταφέρουν κάτι από το δικό τους συναισθηματικό φορτίο το οποίο έβγαζαν στην επιφάνεια αυτά τα τραγούδια της αποκαλούμενης «υποκουλτούρας».
Όταν, το 1979, άκουσα τον Παπάζογλου για πρώτη φορά να τραγουδάει την «Εκδίκηση της Γυφτιάς» στη μπουάτ όπου εμφανιζόταν ο Σαββόπουλος, το κλίμα ήταν ώριμο για να αποδεχτώ με ενδιαφέρον αυτή τη μουσική πρόταση, που συνδύαζε λαϊκίστικα ακούσματα με τα οποία ήμουν ήδη εξοικειωμένος με ένα στίχο που παρέπεμπε στη ριζοσπαστική-ελευθεριακή κουλτούρα που υιοθέτησε η «γενιά των καταλήψεων» του χειμώνα 1979-1980. Και βέβαια η τιμή γι’αυτήν την πρωτοπορειακή, κατά τη γνώμη μου, δουλειά, ανήκει, τουλάχιστον κατά το ήμισυ, στο στιχουργό Μανώλη Ρασούλη. Το άλλο μισό χρεώνεται στον Ξυδάκη, η μουσική του οποίου αξιοποιούσε προγενέστερα ακούσματα αλλά και χαρακτηριζόταν από απρόβλεπτες αλλαγές στο ρυθμό και στη μουσική επένδυση. Δεν έχω σαφή εικόνα για το ζήτημα, αφού δεν είμαι ειδήμων, πάντως «έτσι λένε αυτοί που ξέρουν». Αν πάντως φέρουμε στη μνήμη μας την εισαγωγή από την «τρελλή και αδέσποτη», ίσως πάρουμε μια γεύση από αυτά τα περίεργα «γυρίσματα», που ξένιζαν κάπως τους επαγγελματίες μουσικούς.
Και τα «Δήθεν» που ακολούθησαν, τα άκουσα επίσης ευχάριστα. Μάλιστα αυτός ο «κυκλοθυμικός καιρός» έβρισκα πως έπιανε το κλίμα της ραθυμίας και της χωρίς δυναμική «κουβέντας του καφενείου» στην οποία επιδιδόμαστε εκείνη την εποχή, εγώ και πολλοί άλλοι.
Τα επόμενα χρόνια έχασα κάπως το συντονισμό μου με τη δουλειά του Ρασούλη, χωρίς να είμαι αδιάφορος. Το «πιο γκαγκάν περιοδικό των Βαλκανίων» που έβγαλε στη δεκαετία του’80 δε μου έλεγε πολλά. Και εκείνες οι παρτίδες του με τον Ινδό που εμφανιζόταν ως «δάσκαλος» μου φαινόντουσαν αχρείαστες. Δικαίωμά του όμως και, στο κάτω κάτω, υπάρχουν και άλλοι που τα βήματά τους συνάντησαν σε κάποια φάση τον αποκρυφισμό, για διάφορους λόγους...
Η δυναμική του Ρασούλη, ως στιχουργού, νομίζω πως δεν εξαντλήθηκε ποτέ. Και οι πολλοί καλοί τραγουδοποιοί που αναδύθηκαν στη δεκαετία του’90 (Μάλαμας, Περίδης, Θ. Παπακωνσταντίνου) οφείλουν κάτι στον Ξυδάκη, στον Παπάζογλου και στο Ρασούλη. Ειδικά ο Ρασούλης συνεργάστηκε με κάποιους από αυτούς (δεν θυμάμαι τώρα με ποιούς ακριβώς και σε ποιές δουλειές) και, μέχρι το τέλος της ζωής του, όλο και με κάτι καταπιανόταν. Είχε λοιπόν δίκιο που έλεγε ότι θα φύγει «πλήρης ιδεών». Και, αν και δεν τον γνώριζα προσωπικά, η είδηση του θανάτου του με στενοχώρησε...

Γιώργος Αιμ. Σκιάνης

ΤΟ ΣΥΜΦΩΝΟ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΙΚΟΤΗΤΑΣ ΚΑΙ Η ΕΚΠΤΩΣΗ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ


Εν μέσω του ορυμαγδού των βομβαρδισμών στη Λιβύη και της πυρηνικής συμφοράς στη Φουκουσίμα, προσπάθησε να περάσει απαρατήρητο το γαλλογερμανικής έμπνευσης Σύμφωνο για την Ανταγωνιστηκότητα, που, ανεξαρτήτως των όποιων, ενδεχομένως, υπαρκτών αναγκών που το επιβάλλουν, καθιστά την Ευρώπη μια δικτατορία με 400 εκατομμύρια κατοίκους. Με την υιοθέτησή του η Ευρωπαϊκή Ένωση έκανε ένα ακόμα βήμα προς τη διάλυσή της.

Η ανακούφιση της ελληνικής κυβέρνησης - και όλων των κυβερνήσεων των Κρατών-μελών της ΕΕ που, αργά ή γρήγορα, θα ζητήσουν τη βοήθεια του Ευρωπαϊκού Ταμείου Σταθερότητας δεν μπορεί να συγκαλύψει την απεμπόλιση ενός από τους πυλώνες της λαϊκής κυριαρχίας: τη χάραξη της οικονομικής πολιτικής.
Ό,τι απέτυχε να περάσει θεσμικά, μέσα από το Ευρωπαϊκό Σύνταγμα - το οποίο αντί συνταγματικού χάρτη ήταν ένα μανιφέστο νεοφιλελευθερισμού, με αποτέλεσμα την καταψήφισή του στα δημοψηφίσματα της Γαλλίας και της Ολλανδίας - και με τη διαβόητη «Οδηγία Μπολκεστάιν» - η οποία προέβλεπε ότι οι Ευρωπαίοι εργαζόμενοι θα αμείβονται για την εργασία τους με βάση τις αμοιβές στη χώρα προέλευσής τους και όχι τις αμοιβές που ισχύουν στη χώρα που παρέχουν τις υπηρεσίες τους - που απορρίφθηκε από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, περνάει με μια εξωθεσμική απόφαση της Συνόδου Κορυφής: «πανευρωπαϊκή μείωση μισθών και συντάξεων - οι πρώτοι συναρτώνται εφεξής με την ανταγωνιστηκότητα και οι δεύτερες με τον προσδόκιμο χρόνο ζωής -, περιστολή δημοσίων δαπανών, θρησκευτική εμμονή στο «σκληρό ευρώ». Αποφάσεις που καθορίζουν τη ζωή των 400 εκατομμυρίων Ευρωπαίων πολιτών για άγνωστο χρονικό διάστημα, ελήφθησαν ερήμην τους.
Εφεξής τα εθνικά Κοινοβούλια απεμπολούν το δικαίωμα χάραξης της οικονομικής πολιτικής. Οι όποιες αποφάσεις τους σε θέματα οικονομικής, δημοσιονομικής και φορολογικής πολιτικής θα υπόκεινται στην προηγούμενη έγκριση - όχι του νομιμοποιημένου με τη λαϊκή ψήφο ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου - αλλά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
Για πρώτη φορά θεσπίζεται, το πρωτοφανές στην ιστορία του κοινοβουλευτισμού, η εκτελεστική εξουσία (Ευρωπαϊκή Επιτροπή) να αποφασίζει, χωρίς να λαμβάνει υπ' όψιν τη λαϊκή βούληση και, αν χρειαστεί, ενάντια σε αυτήν, χωρίς να υπόκειται σε οποιοδήποτε έλεγχο από οποιαδήποτε εκλεγμένο με καθολική ψηφοφορία νομοθετικό σώμα.
Η απόφαση αυτή καταργεί με τρόπο προκλητικό, τα ψύγματα εκδημοκρατισμού στην Ευρωπαϊκή Ένωση,που εισήγαγε η Συνθήκη της Λισσαβώνας. Κατ΄απαίτηση των κυβερνήσεων της Γερμανίας, της Ολλανδίας, της Σουηδίας, της Φιλλανδίας και της Μεγάλης Βρετανίας, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο δε θα έχει δικαίωμα να συμμετέχει στη χάραξη της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής (η επιμονή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου να ελέγχει και αυτό τους προϋπολογισμούς των Κρατών - μελών απορρίφθηκε τον περασμένο Δεκέμβριο από τις κυβερνήσεις των παραπάνω χωρών, με αποτέλεσμα να μην εγκριθεί ο προϋπολογισμός της ΕΕ για το 2011).
Αυξάνονται οι φυγόκεντρες τάσεις
Και ενώ οι 27 κυβερνήσεις των Κρατών-μελών πήραν αποφάσεις που στερούν από τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργαν τη δημοκρατική τους νομιμότητα, εμφανής είναι η αύξηση των φυγόκντρων τάσεων στο σύνολο της ΕΕ.
Το ότι η πρώτη στις προτιμήσεις των Γάλλων ψηφοφόρων, σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις, υποψήφια για τις προεδρικές εκλογές του 2012, η ακροδεξιά Μαρίν Λεπέν κάνει προεκλογική εκστρατεία με κεντρικό σύνθημα την αποχώρηση της Γαλλίας από το ευρώ δεν είναι τυχαίο. Όπως δεν είναι τυχαίο - φάνηκε και στις σημερινές νομαρχιακές εκλογές - ότι μέρος των ψηφοφόρων της λεγόμενης Κεντροδεξιάς δεν θα είχε πλέον κανέναν ηθικό ενδοιασμό να υπερψηφίσει έναν υποψήφιο του Εθνικού Μετώπου.
Το ότι η ημιφασιστική κυβέρνηση της Ουγγαρίας, τα έσπασε με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και, παρά το κλείσιμο της δανειακής κάνουλας, δεν επήλθε ο οικονομικός αρμαγεδών, με αποτέλεσμα να επιτρέπει στον εαυτό της να «αψηφά» τις απόψεις των ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων επίσης δεν είναι τυχαίο.
Και κανείς δεν μπορεί να προσδιορίσει τι θα συμβεί στην Ιρλανδία, όπου η νέα κυβέρνηση εξελέγη με λαϊκή εντολή την επαναδιαπραγμάτευση των όρων δανεισμού της χώρας, ή στην Πορτογαλία, όπου η σοσιαλιστική κυβέρνηση μειοψηφίας υποχρεώθηκε σε παραίτηση, επειδή το Κοινοβούλιο καταψήφισε τα μέτρα περιστολής μισθών και κοινωνικών επιδομάτων, που πρότεινε.
Η κρίση νομιμότητας των ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων και, κατά συνέπεια, του συνόλου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μόλις έχει αρχίσει. Οι αποφάσεις των 27 στις 25 Μαρτίου πολύ σύντομα θα την επιτείνουν. Αν δε διαμορφωθεί μια ευρωπαϊκή πολιτική πλειοψηφία κατά του νεοφιλελευθερισμού, η Ευρώπη απλώς θα πάψει να υπάρχει.
Πίσω από το λογικό επιχείρημα περί «επιτακτικής ανάγκης να υπάρξει μια ενιαία ευρωπαϊκή οικονομική, δημοσιονομική και φορολογική πολιτική» κρύβεται μια χωρίς προηγούμενο υφαρπαγή δημοκρατικών κατακτήσεων δυο αιώνων. Με βάση τα όσα αποφασίστηκαν στις Βρυξέλλες, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή

Δευτέρα, 21 Μαρτίου 2011

ΛΙΒΥΗ: ΜΙΑ «ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΗ» ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗ ΕΠΕΜΒΑΣΗ ΜΕ ΑΓΝΩΣΤΗ ΚΑΤΑΛΗΞΗ


Η βιαιότητα της καταστολής της εξέγερσης στη Λιβύη από το καθεστώς Καντάφι, η ανάγκη της Δύσης να εξευμενίσει τους εξεγερμένους της Τυνησίας και της Αιγύπτου για τη μακροχρόνια στήριξη που παρείχε μέχρι τέλους στους εκεί δικτάτορες, αλλά και ο κίνδυνος ενός κύματος πολλών εκατοντάδων χιλιάδων - ίσως και πάνω από ένα εκατομμύριο - προσφύγων στη Νότιο Ευρώπη, επέβαλαν μια στρατιωτική επέμβαση, που όλες οι δυτικές χώρες θα επιθυμούσαν να είχαν αποφύγει. Με ορατό τον κίνδυνο μιας μακροχρόνιας πολεμικής εμπλοκής, η οποία θα έχει βαρύτατες συνέπειες για τις μεσογειακές οικονομίες.

Από την εποχή που, στη δεκαετία του '90, ο συνταγματάρχης Μουαμάρ Καντάφι προσέγγισε τη Δύση, μετατράπηκε ξαφνικά, από «αιμοσταγής δικτάτορας» - που πράγματι είναι - σε «παράγοντα σταθερότητας» στην περιοχή. Η Λιβύη άνοιξε στις ευρωπαϊκές και αμερικανικές επενδύσεις. Η εξέγερση που ξεκίνησε από τη Βεγγάζη και απλώθηκε, για άλλη μια φορά, όπως η φωτιά στα ξερόχορτα, σε όλη τη χώρα, προκαλώντας, ακόμα και λιποταξία στρατιωτικών μονάδων, ξάφνιασε τους πάντες. Όπως και οι πάντες ξαφνιάστηκαν, αδικαιολόγητα αυτή τη φορά, από τη βιαιότητα με την οποία αντέδρασε το καθεστώς. Καθώς οι μέρες περνούσαν όλα έδειχναν ότι τα πράγματα στη Λιβύη έπαιρναν τη μορφή του εμφυλίου πολέμου, στον οποίο η Δύση δεν επιθυμούσε να εμπλακεί.
Η απροθυμία αυτή για εμπλοκή οφείλονταν, κυρίως, σε οικονομικούς λόγους. Οι ΗΠΑ δεν επιθυμούσαν μια νέα πολεμική περιπέτεια, τη στιγμή που ακόμα δεν έχουν κατορθώσει να απεμπλακούν από το Ιράκ, ενώ ο πόλεμος στο Αφγανιστάν κοστίζει κάθε μέρα περισσότερα χωρίς αντίκρυσμα σε στρατιωτικό επίπεδο. Για ανάλογους λόγους ήταν απρόθυμες οι ευρωπαϊκές δυνάμεις, οι οποίες, επιπροσθέτως, έχουν να αντιμετωπίσουν την έκδηλη εχθρότητα της κοινής γνώμης απέναντι σε κάθε πολεμική περιπέτεια.
Τα πράγματα άλλαξαν, αναγκαστικά, όταν κατέστη σαφής η επικείμενη επικράτηση του καθεστώτος επί των εξεγερμένων και οι Ευρωπαίοι βρέθηκαν αντιμέτωποι με το φάσμα ενός κύματος εκατοντάδων χιλιάδων προσφύγων που θα προσπαθούσαν να γλυτώσουν από τη σφαγή.
Ταυτόχρονα γίνονταν σαφές, πως αν η Ευρώπη και η Αμερική, θέλουν να διατηρήσουν την επιρροή τους στον Αραβικό κόσμο, είναι απαραίτητο να προσεταιριστούν τις νέες πολιτικές ελίτ που θα ξεπηδήσουν από τις εξεγέρσεις που είναι σε εξέλιξη. Πράγμα ούτως ή άλλως δύσκολο, λόγω της συστηματικής υποστήριξης της Δύσης, μέχρι την τελευταία στιγμή, στα ανατραπέντα καθεστώτα. Οι παρεμβάσεις της τελευταίας στιγμής υπέρ των εξεγερμένων, που οδήγησαν στην απομάκρυνση από την εξουσία του Μπεν Αλή και του Μουμπάρακ, δεν είναι βέβαιο ότι αρκούν. Υπό αυτές τις συνθήκες μια επέμβαση υπέρ των εξεγερμένων της Λιβύης επιβάλλονταν.
Η απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, που, μετά από σκληρές διαπραγματεύσεις, επιβάλλει ζώνη απαγόρευσης πτήσεων στην αεροπορία του καθεστώτος Καντάφι, επιτρέπει στις δυτικές δυνάμεις να εξασθενήσουν τη στρατιωτική ισχύ της προεδρικής φρουράς μέσω αεροπορικών βομβαρδισμών, πράγμα που ήδη έχει συμβεί, δεν επιτρέπει όμως χερσαίες επιχειρήσεις. Το μείζον ερώτημα που τίθεται είναι πώς θα αντιδράσει η Δύση αν, παρ' όλα αυτά, οι πιστές στον Καντάφι δυνάμεις συνεχίσουν την προέλασή τους. Θα προχωρήσουν σε χερσαίες επιχειρήσεις; Με ποια διεθνή νομιμοποίηση;
Το επόμενο ερώτημα είναι τι θα συμβεί αν παγιωθεί το μέτωπο και η Λιβύη βρεθεί, de facto, χωρισμένη σε δυο κράτη. ένα στην ανατολική Λιβύη με έδρα τη Βεγγάζη και τον έλεγχο των πετρελαίων κι ένα στη Δύση υπό τον έλεγχο του Καντάφι.Στην περίπτωση αυτή το δυτικό τμήμα θα αποτελέσει ένα ασφαλές καταφύγιο και επιχειρησιακή βάση για το βορειοαφρικανικό κλάδο της Αλ Κάιντα, ο οποίος αντιμετωπίζει σοβαρές δυσκολίες στην Αλγερία. Και ο οποίος θα στρέψει πλέον τα πυρά του κατά των ευρωπαϊκών χωρών. Μια άλλη εξέλειξη θα είναι αυτό που απείλησε ότι θα συμβεί ο γιος του Καντάφι: θα αναβιώσει η πειρατεία στη Μεσόγειο, με ορμητήριο τις ελεγχόμενες από τον Καντάφι περιοχές, και θα πλήττει συστηματικά τις τουριστικές περιοχές της νότιας Ευρώπης, με κύρια θύματα τα θέρετρα της Κρήτης και της Νοτίου Ιταλίας, χωρίς όμως να μπορούν να αποκλειστούν - με δεδομένη την επιχειρησιακή ικανότητα που επιδεικνύουν οι πειρατές της Σομαλίας - ακόμα και επιδρομές μέχρι τη Νίκαια της Γαλλίας.
Αλλά ακόμα και στην περίπτωση που, χάρη στην αεροπορική υποστήριξη της Δύσης, οι εξεγερμένοι της Βεγγάζης κατορθώσουν να καταλάβουν την Τρίπολη και να εκδιώξουν τον Καντάφι από την εξουσία, δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι θα προκύψει μια σταθερή κυβέρνηση στη Λιβύη. Στις εξεγέρσεις της Αιγύπτου και της Τυνησίας συγκροτήθηκαν συμμαχίες της πολυπληθούς μεσαίας αστικής τάξης, που δημιουργήθηκε στις τελευταίες δεκαετίες, και της φτωχολογιάς. Το πολιτικό πλαίσιο των εξεγέρσεων αυτών δεν αμφισβητούσε τη συνέχιση της ύπαρξης των κρατικών οντοτήτων της αιγύπτου και της Τυνησίας. Στη Λιβύη, αντιθέτως, μικρό μέρος του πληθυσμού ζει στις πόλεις κι η μεσαία αστική τάξη είναι σαφώς μικρότερη αριθμητικά. Γι αυτό και, μετά τις πρώτες ημέρες, κυρίαρχο στοιχείο της εξέγερσης ήταν η αποστασία α πολλών φυλών της ερήμου, που μέχρι τότε στήριζαν. το καθεστώς Και το ερώτημα είναι αν όλοι αυτοί οι φύλαρχοι, που σήμερα έχουν συνασπιστεί ενατίον του Καντάφι και της φυλής του, αύριο θα μπορέσουν να συγκροτήσουν μια κυβέρνηση ή θα εμπλακούν σε έναν ατελείωτο πόλεμο φατριών, με συνέπεια τη μετατροπή της χώρας σε μια Σομαλία της Μεσογείου.

Γιάννης Χρυσοβέργης



Τρίτη, 15 Μαρτίου 2011

Τάδε έφη Λαφοντέν

Όταν βρισκόμαστε μπροστά στο δράμα εκατομμυρίων ανθρώπων και στον κίνδυνο μιας εκτεταμένης πυρηνικής καταστροφής, η πολιτική των κομμάτων, των συνεδρίων και των προγραμματικών δηλώσεων περνάει αναπόφευκτα σε δεύτερο πλάνο. Δεν παύει όμως να διατηρεί τη σημασία της και, ενίοτε, το ενδιαφέρον της, γι’αυτό και παρακάτω παρουσιάζω σε συντομία την ομιλία του Όσκαρ Λαφοντέν στον Κεραμεικό, το περασμένο Σάββατο.

Από 10 ως 12 Μαρτίου έγιναν στο Σινέ Κεραμεικός οι εργασίες του Κόμματος της Ευρωπαϊκής Αριστεράς με θέμα την οικονομική κρίση και την αναζήτηση μιας αριστερής διεξόδου για το ξεπέρασμά της. Οι ομιλητές ήταν πολλοί και δεν είχα το χρόνο να τους παρακολουθήσω συστηματικά. Παρόντες οι εκπρόσωποι του Συνασπισμού και της ΑΚΟΑ, όχι όμως αυτοί του Μετώπου (Αλαβάνος). Άκουσα ότι και η Ρόζα πάει να τα σπάσει με τον ΣΥΡΙΖΑ γιατί έχει δυσφορήσει με τη στάση του Τσίπρα στο ζήτημα της κατάληψης της Νομικής από τους απεργούς πείνας. Πάντα υπάρχει μια καλή δικαιολογία για να διαλυθεί ένα ενωτικό εγχείρημα…
Πολλές ομιλίες περιστράφηκαν γύρω από το αν η Ελλάδα θα πρέπει να παραμείνει στην Ευρωζώνη, ή να αποχωρήσει και να κηρύξει στάση πληρωμών. Κρίνοντας από την ομιλία του Τσίπρα στο τέλος των εργασιών, φαίνεται να επικρατεί η πρώτη άποψη.
Ο Όσκαρ Λαφοντέν, πρώην υπουργός της σοσιαλδημοκρατικής κυβέρνησης Σρέντερ και νυν ηγετικό στέλεχος του Κόμματος της Αριστεράς (Die Linke), επισήμανε στην ομιλία του ότι η παρούσα κρίση ανέδειξε, εκτός των άλλων, και μια δομική ανισορροπία στις οικονομικές σχέσεις μεταξύ των περισσότερο ανεπτυγμένων χωρών του Κέντρου (Γερμανία, Ολλανδία κλπ) με αυτών της περιφέρειας (Ελλάδα, Πορτογαλία, Ιρλανδία, Ισπανία). Οι πρώτες έχουν αναπτύξει μια δυναμική οικονομία με εξαγωγικό προσανατολισμό, που σε μεγάλο βαθμό στηρίζεται σε μια πολιτική συγκράτησης ή και μείωσης της πραγματικής αγοραστικής δύναμης των εργαζόμενων, και που αποφέρει θετικά εμπορικά ισοζύγια για τις χώρες αυτές και μεγάλα πλεονάσματα για τις άρχουσες τάξεις τους. Αντίθετα, οι λιγότερο ανταγωνιστικές οικονομίες της περιφέρειας υποφέρουν από εμπορικά ελλείμματα, μέσω των οποίων εξασφαλίζονται τα πλεονάσματα των χωρών του Κέντρου, και αυτά τα ελλείμματα οδηγούν σε δημοσιονομικά προβλήματα και στην κρίση χρέους. Η λύση, κατά Λαφοντέν, δεν είναι να υιοθετήσουν όλες οι χώρες μια πολιτική ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητας μέσω λιτότητας, όπως υποστηρίζει η κα Μέρκελ, καθώς δεν είναι δυνατό να είναι όλες οι χώρες πλεονασματικές (πλεόνασμα σε μια χώρα σημαίνει έλλειμμα σε άλλη). Ως εκ τούτου, το ζητούμενο είναι να εξισορροπηθούν τα ισοζύγια σε όλες της χώρες της Ευρώπης, μέσω μιας πολιτικής τόνωσης των μισθών και της ζήτησης στις χώρες του Κέντρου, μέσω των οποίων θα ευνοηθούν οι εξαγωγές των χωρών της περιφέρειας.
Στο δεύτερο σκέλος της ομιλίας του ο Λαφοντέν επικεντρώθηκε στην κερδοσκοπία του χρηματιστικού κεφαλαίου, το οποίο έχει διαφθείρει πολιτικούς, επηρεάζει κυβερνήσεις και, τελικά, υποχρεώνει τα κράτη (δηλαδή τους πολίτες) να διαθέτουν πόρους για τη διάθεσή του, με αποτέλεσμα να διογκώνεται το χρέος και τα δημοσιονομικά ελλείμματα. Γι’αυτούς τους λόγους ο Λαφοντέν πρότεινε τη δια νόμου απαγόρευση της χρηματοδότησης κομμάτων από τράπεζες και το δημόσιο έλεγχο του χρηματιστικού κεφαλαίου που, σύμφωνα πάντα με τα λόγια του, μεταφράζεται σε κρατικοποίηση των τραπεζών. Μια τέτοια πρόταση βρίσκεται σε εναρμόνιση με το αίτημα που πιο πριν είχε διατυπωθεί από τον Φρανς Βιρτς (πρώην ευρωβουλευτή του Γαλλικού Κομμουνιστικού Κόμματος) για δημιουργία ευρωπαϊκού ταμείου αλληλεγγύης και ανάπτυξης που θα δανείζει με χαμηλά ως μηδενικά επιτόκια τις χώρες που χρειάζονται πόρους για ανάπτυξη και κοινωνική πρόνοια.
Αυτοί οι δυο άξονες της ομιλίας του Λαφοντέν είναι φανερό ότι θα διαμορφώσουν τον πολιτικό λόγο που θα εκφράσουν τα κόμματα της ευρωπαϊκής αριστεράς στο άμεσο μέλλον. Έναν λόγο κεϋνσιανού τύπου που θα επικεντρώνεται στην τόνωση της εσωτερικής ζήτησης στις ανταγωνιστικές ευρωπαϊκές οικονομίες (κάτι τέτοιο είχε προτείνει και ο Κρούγκμαν παλιότερα) και στη διοχέτευση πόρων για παραγωγικές δραστηριότητες, μέσω δημόσιου ελέγχου του τραπεζικού συστήματος (σε αυτό το σημείο υπεισέρχονται και κάποιες περισσότερο αριστερές αναφορές περί δημοκρατικού ελέγχου της οικονομίας).
Βρίσκω πως αυτές οι θέσεις μπορούν να γίνουν κατανοητές και αποδεκτές από τον πολύ κόσμο που υποφέρει από την κρίση και να δώσουν και μια προοπτική στις εκδηλώσεις διαμαρτυρίας που έγιναν μέχρι τώρα και μάλλον θα συνεχίσουν να γίνονται. Το κατά πόσον βέβαια θα γίνουν αποδεκτές από τους κυβερνώντες, αυτό είναι μια άλλη ιστορία…
Ένα τελευταίο για την όλη παρουσία του Λαφοντέν: ο πολιτικός αυτός έχει τη φήμη του χαρισματικού ομιλητή, γι’αυτό και πήγα επί τούτου στον Κεραμεικό, για να τον παρακολουθήσω. Δε μπορώ να πω ότι εντυπωσιάστηκα από τη ρητορεία του, ίσως όμως να αδικήθηκε αναπόφευκτα από τη μετάφραση που, όσο ευσυνείδητη και αν είναι, δεν αποδίδει τον πρωτογενή λόγο σε όλες του τις αποχρώσεις. Κατά τα άλλα, ο ομιλητής ήταν συγκροτημένος και κατανοητός σε αυτό που ήθελε να αναδείξει.

Γιώργος Αιμ. Σκιάνης

Δευτέρα, 14 Μαρτίου 2011

ΦΟΥΚΟΥΣΙΜΑ ΟΠΩΣ ΤΣΕΡΝΟΜΠΙΛ;

Παρά τις σαφείς προσπάθειες από μέρους της ιαπωνικής κυβέρνησης και του πυρηνικού λόμπι να υποβαθμιστεί η σοβαρότητα της κατάστασης στον πυρηνικό σταθμό παραγωγής ενέργειας στη Φουκουσίμα της Ιαπωνίας, η έκρηξη που έγινε το πρωί του Σαββάτου ανέδειξε όλη τη σοβαρότητα του προβλήματος: η Ιαπωνία κινδυνεύει να βρεθεί αντιμέτωπη με ένα νέο Τσέρνομπιλ, μπροστά στο οποίο ο καταστροφικός σεισμός της Παρασκευής 11 Μαρτίου υπάρχει κίνδυνος να μοιάζει με πταίσμα. Όμως, ανεξαρτήτως του τι θα γίνει - και όλοι οφείλουμε να ευχόμαστε να αποτραπούν τα χειρότερα - για άλλη μια φορά έρχεται στο προσκήνιο το μέγεθος της απάτης του πυρηνικού λόμπι: η πυρηνική ενέργεια δεν είναι ασφαλής και κατά συνέπεια δεν μπορεί να προβάλλεται ως «φιλοπεριβαλλοντική» ενεργειακή λύση.

Από τα μέσα της δεκαετίας του '70, όταν σε Ευρώπη και Αμερική άρχισε να αναπτύσσεται το κίνημα κατά της λεγόμενης «ειρηνικής» χρήσης της πυρηνικής ενέργειας, τρία ζητήματα τέθηκαν επί τάπητος: η βαθιά αντιδημοκρατικές παρενέργειες της κατασκευής πυρηνικών σταθμών παραγωγής ενέργειας και η στενή σχέση των τελευταίων με τη βιομηχανία οπλικών συστημάτων, οι τρομαχτικές συνέπειες ενός ενδεχόμενου σοβαρού πυρηνικού ατυχήματος και η αδυναμία ασφαλούς αποθήκευσης των ραδιενεργών αποβλήτων, που παραμένμουν ραδιενεργά για πολλούς αιώνες.
Πυρηνική ενέργεια και δημοκρατία: Πρόκειται για το πλέον «ασθενικό» επιχείρημα του αντιπυρηνικού κινήματος, μόνο και μόνο διότι η Δημοκρατία είναι έννοια με έντονα στοιχεία υποκειμένισμού.
Ουδείς μπορεί να αμφισβητήσει, σε κάθε περίπτωση, τη σαγήνη που ασκεί η πυρηνική ενέργεια σε ΟΛΑ ΑΝΕΞΑΙΡΕΤΩΣ τα αυταρχικά και ολοκληρωτικά καθεστώτα του πλανήτη, από τη Βόρειο Κορέα και την Κίνα ως το Ιράν, για να μη ξεχάσουμε τη Σοβιετική ένωση και τους δορυφόρους της.
Όσο για τη σχέση των πυρηνικών σταθμών παραγωγής ενέργειας με την παραγωγή πυρηνικών όπλων την έχουν παραδεχτεί επισήμως και οι πλέον επίσημοι εκπρόσωποι του πυρηνικού λόμπι, όπως η Παγκόσμια Επιτροπή Ατομικής Ενέργειας, που αμφισβητεί στο Ιράν και στη Βόρειο Κορέα το δίκαίωμα να κατασκευάσουν πυρηνικούς σταθμούς παραγωγής ενέργειας ΕΝ ΟΝΟΜΑΤΙ ΤΗΣ ΜΗ ΕΞΑΠΛΩΣΗΣ ΤΩΝ ΠΥΡΗΝΙΚΩΝ ΟΠΛΩΝ. Και δικαίως άλλωστε, αφού το κύριο παραπροϊόν της ελεγχόμενης σχάσης του ουρανίου είναι το πλουτώνιο, απαραίτητο συστατικό των πυρηνικών βομβών.
Πυρηνικά ατυχήματα: Χρειάστηκε να συμβούν τα πυρηνικά ατυχήματα του Three Mile Island στο Χάρισμπουργκ της Πενσυλβάνια, στις ΗΠΑ, και, κυρίως, το πολλαπλάσια χειρότερο του Τσέρνομπιλ, για να αποδειχτεί ότι τα όσα κατήγγειλε το αντιπυρηνικό κίνημα ήταν πολύ λίγα σε σχέση με όσα μπορούσαν να συμβούν. Αποδείχθηκε περίτρανα ότι οι πυρηνικές εγκαταστάσεις δε μπορούν να είναι ασφαλείς, γιατί ΤΟ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟ ΛΑΘΟΣ ΔΕ ΜΠΟΡΕΙ ΠΟΤΕ ΝΑ ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΕΙ.
Πυρηνικά απόβλητα:
Το ερώτημα τίθεται, αμείλικτο, από τη μέρα που κατασκευάστηκαν οι πρώτοι πυρηνικοί σταθμοί παραγωγής ενέργειας. Τι θα απογίνουν τα ραδιενεργά απόβλητα; Όλες οι λύσεις που έχουν προταθεί μέχρι σήμερα (εγκιβωτισμός σε περιβληματα από μπετόν στο βάθος των ωκεανών, θάψιμο σε εγκαταλειμμένα ορυχεία, επεξεργασία σε βιομηχανικές μονάδες, όπου τα ραδιενεργά υλικά ανακατεύονται με μεγάλη μάζα αδρανών υλικών και στη συνέχεια φυλλάσσονται σε πυρηνικές χωματερές) αδυνατούν να απαντήσουν στο απλό ερώτημα: «τι θα συμβεί αν γίνει ένας πολύ ισχυρός σεισμός;».
Στη διάρκεια της τελευταίας δεκαετίας, και με πρόσχημα την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής, το πυρηνικό λόμπι μετέρχεται όλα τα θεμιτά και αθέμιτα μέσα για να πείσει ότι « η πυρηνική ενέργεια είναι η λύση στο πρόβλημα της κλιματικής αλλαγής». Στις ενστάσεις για τον κίνδυνο μιας καταστροφής από ανθρώπινο λάθος απαντούσαν ότι τα νέα συστήματα αυτοματισμού έχουν εκμηδενίσει το ανθρώπινο λάθος, ενώ, με τη βοήθεια μιας στρατιάς «πρόθυμων» δημοσιογράφων, αποσιωπούσαν το άλυτο ζήτημα της ασφαλούς αποθήκευσης των ραδιενεργών αποβλήτων.
Ο σεισμός της 11ης Μαρτίου έκανε κομματια και θρύψαλλα όλη την παραπειστική φιλολογία του πυρηνικού λόμπι. Ακόμα κι ένα παιδάκι μπορεί εύκολα να αντιληφθεί τι θα είχε συμβεί αν, στις περιοχές της Ιαπωνίας που βρίσκονταν πιο κοντά στο επίκεντρο του σεισμού - αυτές για τις οποίες τρεις μέρες μετά δεν ξέρουμε πόσοι επέζησαν και πόσοι χάθηκαν - υπήρχε ένα κέντρο επεξεργασίας ή ένα κέντρο αποθήκευσης ραδιενεργών αποβλήτων.
Το ατύχημα στο σταθμό παραγωγής ενέργειας της Φουκουσίμα, που μέχρι στιγμής έχει οδηγήσει στην απομάκρυνση από τις εστίες τους σε 215.000 ανθρώπων - στους οποίους χορηγείται συστηματικά ιώδιο για να μετριαστούν οι συνέπειες της έκθεσής τους στη ραδιενέργεια που έχει διαρρεύσει και οι οποίοι δε γνωρίζουν αν θα ξαναγυρίσουν ποτέ στα σπίτια τους - δεν ήταν αποτέλεσμα ανθρώπινου λάθους, αλλά αποτέλεσμα της ΑΥΤΟΜΑΤΗΣ ΘΕΣΗΣ ΕΚΤΟΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΤΟΥ ΣΤΑΘΜΟΥ, λόγω του σεισμού.
Την ώρα αυτή το μόνο που μπορεί να εύχεται κανείς είναι να ευωδοθούν οι απέλπιδες προσπάθειες των ιαπώνων μηχανικών και να ελεγχθεί η κατάσταση την ύστατη στιγμή, πράγμα κάθε άλλο παρά βέβαιο. γιατί, ας μην το ξεχνάμε αυτό, ο πυρηνικός σταθμός παραγωγής ενέργειας της Φουκουσίμα είναι σε απόσταση μόλις 240 χιλιομέτρων από μια μεγαλούπολη με 20 και πλέον εκατομμύρια κατοίκων. Κι η μεγαλούπολη αυτή είναι το Τόκιο, η πρωτεύουσα της τρίτης σε μέγεθος οικονομίοας στον κόσμο, μετά τις ΗΠΑ και την Κίνα.Το μέγεθος της ανθρωπιστικής και οικονομικής καταστροφής αν τα πράγματα καταλήξουν σε ένα νέο Τσέρνομπιλ είναι σαφές.

Γιάννης Χρυσοβέργης

Τρίτη, 8 Μαρτίου 2011

ΚΙ ΟΜΩΣ Η MOODY'S ΕΧΕΙ ΔΙΚΙΟ


Η απόφαση του οίκου αξιολογήσεων MOODY'S να υποβαθμίσει κατά τρεις βαθμίδες την ελληνική οικονομία προκάλεσε μια πρωτοφανή - από την ελληνοτουρκική κρίση του 1987 και μετά - εθνική σύμπνοια. το σύνολο του πολιτικού κόσμου, με την κυβέρνηση επικεφαλής, έσπευσε να καταγγείλει την «ύποπτη», ενέργεια του, πανθομολογουμένως, αναξιόπιστου - όπως άλλωστε και όλοι οι όμοιοί του - διεθνούς οίκου αξιολόγησης. Και μέσα στον ορυμαγδό χάθηκε πάλι η ουσία.

Η απόφαση του MOODY'S για υποβάθμιση της ελληνικής οικονομίας βασίστηκε σε τρεις, κυρίως, παραμέτρους: το «υπερβολικά φιλόδοξο» πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων, τη «δυσκολία διαχείρισης του χρέους» και τη «φοροδιαφυγή».
Αν εξαιρέσει κανείς την κατανοητή οργή της κυβέρνησης, η οποία εδώ και μήνες είχε επενδύσει όλες τις ελπίδες της «στην επιβράβευση των προσπαθειών της από τις αγορές» και η οποία αισθάνεται πλέον «προδομένη», ως μη όφειλε, είναι πραγματικά αδύνατο να κατανοήσει το σύνολο των αντιδράσεων του υπόλοιπου πολιτικού κόσμου.
Όταν η MOODY'S λέει ότι το πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων της κυβέρνησης είναι «υπερβολικά φιλόδοξο», επαναλαμβάνει με πιο κομψούς όρους, αυτό που σύσσωμη η αντιπολίτευση καταγγέλλει και κάθε εχέφρων άνθρωπος με γνώσεις αποφοίτου λυκείου έχει κατανοήσει: ότι η βάναυση περικοπή των εισοδημάτων προκειμένου να επιτευχθούν οι στόχοι του Μνημονίου διαλύει τον κοινωνικό ιστό και υπάρχει κίνδυνος να προκαλέσει κοινωνική έκρηξη. Και βεβαίως οι αναλυτές της κάθε MOODY'S ουδόλως ενδιαφέρονται που κάτι δεκάδες, ίσως και εκατοντάδες χιλιάδες, ανθρώπων χάσουν τα σπίτια τους, αν όμως υπάρξει κοινωνική έκρηξη οι πελάτες τους μπορεί να χάσουν τα χρήματά τους. Κι αυτό ακριβώς λένε στους πελάτες τους.
Όταν η MOODY'S επικαλείται τη «δυσκολία διαχείρισης του χρέους» και πάλι λέει κομψά, αυτό που κάθε απόφοιτος Λυκείου με στοιχειώδη ικανότητα σκέψης έχει καταλάβει, πλην των κυβερνητικών στελεχών φυσικά. Ότι δηλαδή το ελληνικό δημόσιο χρέος δεν είναι πλέον διαχειρίσιμο, ακόμα κι αν λιμοκτονήσει η ελληνική κοινωνία. Πράγμα που επίσης έχει καταγγείλει από την πρώτη στιγμή το σύνολο της αντιπολίτευσης, με προεξάρχοντα το ΣΥΡΙΖΑ. Προς τι λοιπόν οι οργίλες κραυγές; Το ότι οι αναλυτές της κάθε MOODY'S δε δίνουν δεκάρα τσακιστή για το πόσοι άνθρωποι μπορεί να πεινάσουν, αρκεί να κερδίσουν οι πελάτες τους, είναι γνωστό σε όλους, ακόμα και στους «ολολύζοντες για τη συμφορά της υποβάθμισης» τηλεοπτικούς αστέρες.
Όταν η MOODY'S επικαλείται τη φοροδιαφυγή ως παράγοντα που μπορεί να προκαλέσει τη χρεοκοπία της χώρας, πάλι δε λέει κάτι καινούριο. Όλα τα οικονομικά σκάνδαλα από καταβολής ελληνικού Κράτους να αθροιστούν, σε μικρό μόνο κλάσμα του δημοσίου χρέους αντιστοιχούν. τα υπόλοιπα τα έχουν κάνει το «εθνικό σπορ» της φοροδιαφυγής και η κακοδιαχείριση του δημοσίου χρήματος. Κι αυτό πρώτος απ' όλους το ήξερε ο Πρωθυπουργός, όταν στις εκλογές του 2009 μας εξηγούσε ότι «λεφτά υπάρχουν» κι είναι αυτά που θα εξοικονομηθούν από τη βελτίωση της διαχείρισης του δημοσίου χρήματος και την πάταξη της φοροδιαφυγής. Κι αν στο σκέλος της κακοδιαχείρισης του δημοσίου χρήματος η κυβέρνηση αυτή έχει κάνει κάποιες προσπάθειες - ηλεκτρονική συνταγογράφηση φαρμάκων, ΚΑΛΛΙΚΡΑΤΗΣ, δημοσιοποίηση των κρατικών δαπανών στο διαδίκτυο - με όλες τις θετικές και τις αρνητικές πτυχές τους, για την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής μόνο φιλολογικές συζητήσεις γίνονται εδώ και 18 συναπτούς μήνες.
Ίσως η υποβάθμιση της οικονομίας από τη MOODY'S δε θα είχε σημάνει κάτι καινούριο, αν η κυβέρνηση δεν είχε βρεθεί τις τελευταίες εβδομάδες με το αδιέξοδο της πολιτικής που επέλεξε να ακολουθήσει: της αδιαμαρτύρητης υποταγής στις απαιτήσεις των δανειστών. Εδώ και μήνες πουλούσε, για εσωτερική κατανάλωση, ως πραγματικότητα το μεγάλο ευσεβή της πόθο: «να δείξουν κατανόηση οι αγορές και οι δανειστές και να επιβραβεύσουν τις προσπάθειές της». Πράγμα το οποίο δε συνέβη γιατί οι αγορές - όπως ονομάζουμε εύσχημα πλέον τους τοκογλύφους - ενδιαφέρονται μονάχα να εισπράξουν τα κέρδη τους και τίποτε άλλο. Η κυβέρνηση οδεύει προς τη Σύνοδο Κορυφής της 25ης Μαρτίου ως «πρόβατον επί σφαγήν». Γνωρίζει καλά ότι τα όσα ανέφεραν στη συνέντευξη τύπου τους οι εκπρόσωποι της Τρόικας είναι μικρό μόνο μέρος των αντικοινωνικών μέτρων που θα κληθεί να πάρει. Γνωρίζει επίσης πολύ καλά ότι με τα μέτρα αυτά βάζει ταφόπλακα στο πολιτικό μέλλον των μελών της, αλλά και του ΠΑΣΟΚ. Γι αυτό και η ανίσχυρη οργή της κατά όσων, με το δικό του τρόπο ο καθένας και για τους δικούς του σκοπούς, επισημαίνουν το προφανές: ότι οδηγεί, μαζί με τους δανειστές, την ελληνική οικονομία σε ανεξέλεγκτη χρεοκοπία.
Ίσως η υποβάθμιση της οικονομίας από τη MOODY'S δε θα σήμαινε κάτι καινούριο αν η Αριστερή αντιπολίτευση - η ΝΔ είναι εδώ και 18 μήνες θλιβερή ουρά του ΚΚΕ, το δε ΛΑΟΣ έχει υπερψηφίσει το Μνημόνιο, άρα είναι συνυπαίτιο των εξελίξεων - είχε αρθρώσει μια εναλλακτική πρόταση, με βραχυπρόθεσμους, μεσοπρόθεσμους και μακροπρόθεσμους στόχους για την έξοδο από τη χρεοκοπία. Όχι πως τέτοιες λύσεις υπάρχουν εύκολες. Αλλά δεν προσπάθησε καν. Περιορίστηκε στην αυτάρεσκη παρατήρηση των τεκταινομένων, αναζητώντας στα όνειρά της επαναστάσεις, μιας κι είναι ανίκανη να σκεφτεί και, κυρίως, να δράσει τόσο μεταρρυθμιστικά, όσο και ανατρεπτικά. Τα όσα είπαν οι αναλυτές της MOODY'S ανέδειξαν την πολιτική της κενότητα. Δε λέει τίποτα παραπάνω από «τους εξαποδώ». Κι όταν ο βασιλιάς πιάνεται με τις πυτζάμες και ξυπόλυτος, θυμώνει.
Αυτό που τελικά κρύβεται πίσω από τον ορυμαγδό των καταγγελιών «των ύποπτων κερδοσκόπων», των «ανθελλήνων» κι όλων των βυσοδομούντων κατά του σεπτού ημών έθνους είναι η ανικανότητα των πολιτικών κομμάτων, αλλά και της κοινωνίας, να παραγάγουν πολιτικές εξόδου από τη χρεοκοπία.

Γιάννης Χρυσοβέργης

Υ.Γ. Θέλω να πιστεύω ότι στη Σύνοδο Κορυφής της 25ης Μαρτίου θα δρομολογηθούν θαυμαστές πολιτικές αλλαγές, που θα βάλουν, όχι μόνο την Ελλάδα, αλλά κια την Ευρώπη ολάκαιρη, σε τροχιά εξόδου από την κρίση. Όμως, τα δεδομένα οδηγούν σε αντίθετα συμπεράσματα.