Κυριακή, 27 Μαρτίου 2011

Η ΚΡΙΣΗ ΣΤΗ ΛΙΒΥΗ ΚΑΙ ΤΑ ΔΙΛΗΜΜΑΤΑ ΤΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ

Η απόφαση του Συμβουλίου ασφαλείας του ΟΗΕ για τη Λιβύη έθεσε τους απανταχού Αριστερούς αντιμέτωπους με ένα αμείλικτο δίλημμα: να συναινέσουν στον πόλεμο που διακαώς επιθυμούσαν η βρετανική και η γαλλική κυβέρνηση, ή να συναινέσουν στη σφαγή των εξεγερμένων από το καθεστώς του Καντάφφι; Όποια κι αν είναι η τελική απόφαση, καλούνται να συναινέσουν σε ένα ΕΓΚΛΗΜΑ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΟΤΗΤΑΣ. Κι η μόνη ελευθερία επιλογής που έχουν είναι ποιο.

Αν εξαιρέσει κανείς τα μέλη του ΚΚΕ, που, έχοντας κάνει πρωταρχικό τους καθήκον την αποκατάσταση του Στάλιν, εύλογα απορούν που κάποιοι θεωρούν τον Καντάφφι αιμοσταγή δικτάτορα, και για τα οποία, αρκεί από τη μια πλευρά να βρίσκονται οι «τρισκατάρατοι Δυτικοί» για να διαλέξουν την άλλη, αλλά και κάποιες συνιστώσες του ΣΥΡΙΖΑ και της ΑΝΤΑΡΣΥΑΣ, που έχουν ανακαλύψει τη νέα Μέκκα του κομμουνισμού στη Βενεζουέλα και σπεύδουν να προσδώσουν «επαναστατικό μανδύα» σε οποιαδήποτε προσπαθεια του, ευρισκόμενου σε διαρκή κρίση μεγαλείου, Ούγκο Τσάβες να κερδίσει λίγη δημοσιότητα στα διεθνή ΜΜΕ, εύκολες τοποθετήσεις στην κρίση της Λιβύης δεν υπάρχουν.
Κατ' αρχή κανείς δε δικαιούται να επικρίνει τους εξεγερμένους επειδή πήραν τα όπλα. Κανείς δεν έχει δικαίωμα να αμφισβητήσει ότι απέναντί τους είχαν έναν εξουσιομανή δικτάτορα, η προσωπική φρουρά του οποίου είναι πολυπληθέστερη και πολύ καλύτερα εξοπλισμένη από το στρατό της χώρας.

Ουδείς όμως δικαιούται να παραγνωρίσει επίσης ότι από τη στιγμή που τη θέση των διαδηλώσεων πήραν συγκρούσεις ενόπλων, όποια και αν είναι η υποστήριξη που διαθέτει η κάθε μεριά, έχουμε να κάνουμε με ένα ΠΟΛΕΜΟ και, είτε μας αρέσει είτε όχι, ΤΑ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΘΥΜΑΤΑ ΘΑ ΕΙΝΑΙ ΑΜΑΧΟΙ. Γιατί οι σφαίρες κι οβίδες δεν ξέρουν, ούτε και θα μπορέσουν να μάθουν ποτέ, να ξεχωρίζουν τους άμαχους από τους μάχιμους. Γιατί ανέκαθεν, ο κύριος στόχος κάθε εμπόλεμου ήταν να γονατίσει τους άμαχους «του εχθρού». Για το λόγο αυτό άλλωστε, ο κάθε πόλεμος, ΕΙΝΑΙ ΕΓΚΛΗΜΑ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΟΤΗΤΑΣ.
Κατά μείζονα λόγο ουδείς δικαιούται να παραγνωρίσει, την επιλεκτική ευαισθησία των Γάλλων και Βρετανών πολιτικών ηγετών, οι οποίοι, αφού πρώτα κουρέλιασαν τις διαδικασίες λήψης κοινής ευρωπαϊκής απόφασης, πέτυχαν, υπό την πίεση του προφανούς - του επικείμενου δηλαδή σφαγιασμού δεκάδων, ίσως και εκατοντάδων χιλιάδων εξεγερμένων - να επιβάλουν μια απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, κομένη και ραμμένη στα μέτρα των βραχυπρόθεσμων πολιτικών σχεδιασμών τους.
Ουδείς μπορεί επίσης να αμφισβητήσει ότι, αυτοί που σήμερα πρωτοστατούν στους βομβαρδισμούς της Λιβύης, ήταν οι ίδιοι που χαριεντιζόντουσταν εδώ και 15 χρόνια με τον συνταγματάρχη Καντάφφι, μιας και είχε αποκηρύξει το «τρομοκρατικό» παρελθόν του και είχε πλέον γίνει ένα από τα χαϊδεμένα παιδιά της Δύσης στην περιοχή, αγόραζε μετοχές ποδοσφαιρικών ομάδων στην Ιταλία και, γενικώς, υπόσχονταν χρυσοφόρα συμβόλαια στις δυτικές πετρελαϊκές εταιρείες.
Ταυτόχρονα όμως, ουδείς δικαιούται να αμφισβητήσει ότι, αν η απαγόρευση πτήσεων, που μοιραία θα μεταφράζονταν σε μαζικούς βομβαρδισμούς με κύρια θύματα τους αμάχους, δεν είχε επιβληθεί, κάποιοι άλλοι άμαχοι θα σφάζονταν σήμερα κατά χιλιάδες, σε καταστάσεις που θα μπορούσαν να συγκριθούν μόνο με τη σφαγή των κομμουνιστών της Ινδονησίας το 1964, των Κούρδων από το Σαντάμ Χουσεΐν το 1988 και του Γκέττο της Βαρσοβίας το 1943. Κι αυτό ΘΑ ΗΤΑΝ ΕΠΙΣΗΣ ΕΝΑ ΕΓΚΛΗΜΑ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΟΤΗΤΑΣ.
Για πρώτη φορά μετά από το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο η Αριστερά βρέθηκε αντιμέτωπη με αυτό το δίλημμα το 1999 στην κρίση του Κοσσυφοπεδίου. Τότε όμως η επιλογή ήταν αναμφισβήτητα πιο εύκολη. Κι εκεί ανάμεσα σε δυο εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας ήταν η επιλογή, όμως ο στόχος του Μιλόσεβιτς ήταν η εκδίωξη 1,5 εκατομμυρίων Αλβανών από το Κοσσυφοπέδιο κι όχι η μαζική τους εξόντωση. Οι βιαιοπραγίες και οι δολοφονίες ήταν συγκριτικά πολύ λιγότερες από αυτές που προκλήθηκαν τελικά από τους βομβαρδισμούς του ΝΑΤΟ. Επιπλέον, στο Κοσσυφοπέδιο, σύσσωμη η Δύση, για λόγους που ούτε κι αυτή η ίδια μπόρεσε ποτέ να καταλάβει - τις μπουρδολογίες περί ηρωικών Σέρβων που αγωνίζονταν κατά του αμερικανικού ιμπεριαλισμού μόνο οι Ελληνάρες τις παίρνουν σοβαρά υπ' όψιν - μέσα σε 15 ημέρες μετέτρεψε το Μιλόσεβιτς από αξιοπρεπή εταίρο σε στυγνό δικτάτορα - κάτι που οι ευρωπαϊκές Δημοκρατίες ξεχνούσαν όταν του έστελναν, επί μια δεκαετία, δεμένους χειροπόδαρα πίσω τους λιποτάκτες του σερβικού στρατού και τους δύσμοιρους Κοσσοβάρους που ζητούσαν άσυλο. Ο δε UCK είχε βαφτιστεί σε μια νύχτα από τρομοκρατική οργάνωση - που ήταν - σε μαχητές της ελευθερίας. Επιπροσθέτως, σύσσωμη η Δύση, αρνούνταν προκλητικά επί μια δεκαετία την παραμικρή υποστήριξη στο μαζικό, μη βίαιο κίνημα αντίστασης των Κοσσοβάρων.
Στη Λιβύη τα πράγματα έγιναν πολύ γρήγορα. Ό,τι κι αν συμβεί, θα είναι ΕΓΚΛΗΜΑ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΟΤΗΤΑΣ. Κι εμείς, είτε μας αρέσει είτε όχι, πρέπει να αποφασίσουμε πιο από τα δυο θα ανεχτούμε.


Γιάννης Χρυσοβέργης

3 σχόλια:

Konstantinos είπε...

Ο κύριος Τσάβες είναι μεγάλο κεφάλι:
http://www.abc.net.au/news/stories/2011/03/23/3171019.htm

Konstantinos είπε...

Οι Κοσσοβάροι, διμιούργησαν ένα εθνικιστικό κίνημα απο ότι καταλαβαίνω, ενώ οι αντάρτες της Λιβύης είναι πολιτικοί επαναστάτες. Ή κάνω λάθος;

Άτακτος Λόγος είπε...

Κι οι Κοσσοβάροι είχαν τα δίκια τους. Επί Μιλόσεβιτς έχασαν όλα τα δικαιώματά τους και μεταβλήθηκαν σε πολίτες Β' Κατηγορίας. Όμως επί δέκα και πλέον χρόνια που αγωνίζονταν μαζικά και με μη βίαια μέσα για την ανάκτηση των ελευθεριών τους, όλοι στη Δύση, δεξιοί κι αριστεροί, τους είχαν γραμμένους στα παλαιότερα των υποδημάτων τους.
Και ξαφνικά όλοι ξύπνησαν και θυμήθηκαν ότι στο Κόσοβο 1,5 εκατομμύρια άνθρωποι δεν έχουν κανένα δικαίωμα.
Αντίθετα στη Λιβύη πριν μερικούς μόλις μήνες δεν υπήρχε απολύτως τίποτα. Εκτός από τις οικογένειες των πολιτικών κρατουμένων - κι αυτές όχι όλες - που με τη βοήθεια κάποιων θαρραλέων δικηγόρων προσπαθούσαν να βοηθήσουν τους έγκλειστους συγγενείς τους.
Από μια τέτοια διαμαρτυρία μπροστά στην αστυνομική διεύθυνση της Βεγγάζης ξεκίνησαν όλα και πήραν, μέσα σε λίγες μέρες, τη μορφή της ένοπλης εξέγερσης.
Μέχρι τα τέλη του Φεβρουαρίου όμως η Λιβύη ήταν μια μαύρη τρύπα.

Γιάννης Χρυσοβέργης