Σάββατο, 26 Μαρτίου 2011

Για το Ρασούλη

Στις σχολικές εκδρομές που πηγαίναμε, η μουσική που θα ακουγόταν στο λεωφορείο υπαγορεύονταν από το σκληρό πυρήνα των «καζατζιδικών», που εκτός από το μεγάλο βάρδο ενδιαφερόντουσαν επίσης για Χιώτη, Γαβαλά, Μιχαλόπουλο, Σκαρπέλη, Μουσαφίρη και άλλους που δεν τους αναγνώριζα στα τραγούδια που άκουγα.
Στην αρχή δεν υπόφερα να ακούω αυτή τη μουσική αλλά μετά άρχισε κι’εμένα να με συγκινεί, ίσως γιατί οι παράφορα και παράφωνα άδοντες συμμαθητές μου κατάφεραν να μου μεταφέρουν κάτι από το δικό τους συναισθηματικό φορτίο το οποίο έβγαζαν στην επιφάνεια αυτά τα τραγούδια της αποκαλούμενης «υποκουλτούρας».
Όταν, το 1979, άκουσα τον Παπάζογλου για πρώτη φορά να τραγουδάει την «Εκδίκηση της Γυφτιάς» στη μπουάτ όπου εμφανιζόταν ο Σαββόπουλος, το κλίμα ήταν ώριμο για να αποδεχτώ με ενδιαφέρον αυτή τη μουσική πρόταση, που συνδύαζε λαϊκίστικα ακούσματα με τα οποία ήμουν ήδη εξοικειωμένος με ένα στίχο που παρέπεμπε στη ριζοσπαστική-ελευθεριακή κουλτούρα που υιοθέτησε η «γενιά των καταλήψεων» του χειμώνα 1979-1980. Και βέβαια η τιμή γι’αυτήν την πρωτοπορειακή, κατά τη γνώμη μου, δουλειά, ανήκει, τουλάχιστον κατά το ήμισυ, στο στιχουργό Μανώλη Ρασούλη. Το άλλο μισό χρεώνεται στον Ξυδάκη, η μουσική του οποίου αξιοποιούσε προγενέστερα ακούσματα αλλά και χαρακτηριζόταν από απρόβλεπτες αλλαγές στο ρυθμό και στη μουσική επένδυση. Δεν έχω σαφή εικόνα για το ζήτημα, αφού δεν είμαι ειδήμων, πάντως «έτσι λένε αυτοί που ξέρουν». Αν πάντως φέρουμε στη μνήμη μας την εισαγωγή από την «τρελλή και αδέσποτη», ίσως πάρουμε μια γεύση από αυτά τα περίεργα «γυρίσματα», που ξένιζαν κάπως τους επαγγελματίες μουσικούς.
Και τα «Δήθεν» που ακολούθησαν, τα άκουσα επίσης ευχάριστα. Μάλιστα αυτός ο «κυκλοθυμικός καιρός» έβρισκα πως έπιανε το κλίμα της ραθυμίας και της χωρίς δυναμική «κουβέντας του καφενείου» στην οποία επιδιδόμαστε εκείνη την εποχή, εγώ και πολλοί άλλοι.
Τα επόμενα χρόνια έχασα κάπως το συντονισμό μου με τη δουλειά του Ρασούλη, χωρίς να είμαι αδιάφορος. Το «πιο γκαγκάν περιοδικό των Βαλκανίων» που έβγαλε στη δεκαετία του’80 δε μου έλεγε πολλά. Και εκείνες οι παρτίδες του με τον Ινδό που εμφανιζόταν ως «δάσκαλος» μου φαινόντουσαν αχρείαστες. Δικαίωμά του όμως και, στο κάτω κάτω, υπάρχουν και άλλοι που τα βήματά τους συνάντησαν σε κάποια φάση τον αποκρυφισμό, για διάφορους λόγους...
Η δυναμική του Ρασούλη, ως στιχουργού, νομίζω πως δεν εξαντλήθηκε ποτέ. Και οι πολλοί καλοί τραγουδοποιοί που αναδύθηκαν στη δεκαετία του’90 (Μάλαμας, Περίδης, Θ. Παπακωνσταντίνου) οφείλουν κάτι στον Ξυδάκη, στον Παπάζογλου και στο Ρασούλη. Ειδικά ο Ρασούλης συνεργάστηκε με κάποιους από αυτούς (δεν θυμάμαι τώρα με ποιούς ακριβώς και σε ποιές δουλειές) και, μέχρι το τέλος της ζωής του, όλο και με κάτι καταπιανόταν. Είχε λοιπόν δίκιο που έλεγε ότι θα φύγει «πλήρης ιδεών». Και, αν και δεν τον γνώριζα προσωπικά, η είδηση του θανάτου του με στενοχώρησε...

Γιώργος Αιμ. Σκιάνης

2 σχόλια:

Άτακτος Λόγος είπε...

Πώς είναι δυνατό να μη στενοχωρηθεί κανείς για το θάνατο ενός ανθρώπου που σίγουρα πρόσφερε στο ελληνικό τραγούδι και, ανεξαρτήτως των όποιων ιδεών του που δε μας συγκίνησαν, απέφυγε τον εξευτελισμό μέσω της βλαχογκλαμουριάς και (ή) του επιτηδευμένου «σνομπισμού»;

Γιάννης Χρυσοβέργης

Υ.Γ. Αλήθεια, θυμάσαι τον τίτλο του «πιο γκαγκάν περιοδικού των Βαλκανίων;»

Ανώνυμος είπε...

"Το Αυγό" ήταν.

Γιώργος