Πέμπτη, 18 Νοεμβρίου 2010

ΠΕΡΙ ΜΝΗΜΟΝΙΟΥ, ΑΝΑΔΙΑΡΘΡΩΣΗΣ ΧΡΕΟΥΣ, ΧΡΕΟΚΟΠΙΑΣ ΚΑΙ ΕΞΩΤΕΡΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ


Η κατάθεση του Προϋπολογισμού σήμερα στη Βουλή, αλλά και όσα διαδραματίστηκαν - και συνεχίζουν να διαδραματίζονται - στα Ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα σε σχέση με τον «Έλληνα ασθενή», όπως και το πρόσφατο ματς στις αυτοδιοικητικές εκλογές μεταξύ «μνημονιακών» και «αντιμνημονιακών» καθιστά επιτακτική την ανάγκη για μια νηφάλια συζήτηση, σχετικά με την επιλογή του προσφορότερου από τους τρεις - Μνημόνιο, στάση πληρωμών, αναδιάρθρωση χρέους - για τη διαχείριση την χρεοκοπίας της ελληνικής οικονομίας. Λαμβάνοντας υπ' όψιν το σημαντικότερο: ότι η όποια επιλογή έχει σοβαρότατες επιπτώσεις και στην εξωτερική πολιτική της χώρας.

Η επιλογή της Κυβέρνησης είναι σαφής: τήρηση μέχρι κεραίας των όρων του Μνημονίου, όποιες και αν είναι οι κοινωνικές επιπτώσεις. Η στάση αυτή, που με δογματισμό υιοθέτησε και επέβαλε ο Πρωθυπουργός, σε σημείο που εκμηδένισε τις, ούτως ή άλλως, περιορισμένες διαπραγματευτικές του δυνατότητες, για να έχει ελπίδες ευώδοσης, προϋποθέτει ότι οι θεσμοί της Ευρωπαϊκής Ένωσης λειτουργούν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο κι ότι η κοινοτική αλληλεγγύη είναι σημείο αναφοράς για κάθε Κράτος-μέλος. Ο τρόπος με τον οποίο τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα και τα Κράτη-μέλη διαχειρίζονται εδώ και ένα χρόνο την ελληνική χρεοκοπία αποδεικνύει ακριβώς το αντίθετο.Η όξυνση της ιρλανδικής κρίσης και η αντίστοιχη διαχείριση τις τελευταίες ημέρες, όπως και η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και των 27 για τον προϋπολογισμό της ΕΕ για το 2011, δείχνουν ότι οι ανθρωποι που είναι στο τιμόνι της Ευρωπαϊκής Ένωσης οδηγούν το καράβι στο μάτι του κυκλώνα. Ευλογα λοιπόν τίθεται το ερώτημα: Μήπως πρέπει ν' αρχίσουμε να σχεδιάζουμε την εγκατάλειψη του σκάφους, αντί να περιμένουμε μοιρολατρικά ένα ναυάγιο, που ό,τι κι αν κάνουμε, δεν είμαστε σε θέση να αποτρέψουμε;
Από τη στιγμή όμως που τίθεται τέτοιο ερώτημα, πριν δοθεί οποιαδήποτε απάντηση, πρέπει να απαντηθεί ένα άλλο ερώτημα: ποιος θα είναι ο νέος προσανατολισμός της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής; Με ποιες συμμαχίες θα πορευτούμε εφεξής; Γιατί, τα τελευταία τριάντα χρόνια η ελληνική εξωτερική πολιτική ήταν μέρος της ευρύτερης πολιτικής της ΕΟΚ και της ΕΕ. Κι αυτό, όσο η Ευρωπαϊκή Ένωση είχε συνοχή, κάτι που έχει εκλείψει από την τελευταία διεύρυνση του 2004 και μετά, απέφερε οφέλη. Σε μερικές μάλιστα περιπτώσεις (π.χ. Ίμια) λειτούργησε σωτήρια.
Στο παραπάνω ερώτημα πρέπει να απαντήσουν και όσοι προτείνουν, είτε την αναδιάρθρωση του χρέους, είτε τη χρεοκοπία. Η πρώτη επιλογή φαίνεται εφικτή στο πλαίσιο των υπαρχουσών διεθνών σχέσεων της χώρας - αυτό που πέρσι ουδείς ήθελε να συζητήσει, σήμερα φαίνεται ότι γίνεται αποδεκτό ως λύση ανάγκης και από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, και από το Τραπεζικό σύστημα (βλ. σημερινή έκεθση της CITIGROUP στην οποία εκτιμάται αναγκαία η αναδιάρθρωση του χρέους της Ελλάδας και των λοιπών piigs - Portugal, Ireland, Italy, Greece. Spain), αλλά και από τους Ηρακλειδείς του φιλελευθερισμού (Βλ. τις προχθεσινές δηλώσεις της Άγκελα Μέρκελ, που , αν και διατυπωμένες με λάθος τρόπο και στη λάθος στιγμή - είπαμε οι άνθρωποι οδηγούν το καράβι σε ναυάγιο - ανοίγουν το δρόμο για ανδιάρθρωση του χρέους).
Με την ένοια αυτή, η δογματική επιμονή του Γ. Παπανδρέου στην άρνηση της αναδιάρθρωσης τον μετατρέπει από μέρος της λύσης του προβλήματος σε μέρος του προβλήματος, όπως άλλωστε συμβαίνει και με τον Ιρλανδό ομόλογό του, που πεισματικά αρνείται την παροχή ευρωπαϊκού πακέτου βοήθειας. Επιπροσθέτως η εμμονή του για αποφυγή της αναδιάρθρωσης του χρέους, θυμίζει καθημερινά περισσότερο την αντίστοιχη εμμονή του δικτάτορα της Ρουμανίας Τσαουσέσκου, που καταδίκασε τον πληθυσμό σε πείνα για να εκμηδενίσει το χρέος της χώρας. Eκείνος όμως ήταν δικτάτορας και μπορούσε να μην έχει συναίσθηση της πραγματικότητας, χώρια που τέλειωσε στο απόσπασμα. Ο Γ. Παπανδρέου έχει εκλεγεί και δεν έχει το δικαίωμα να υποθηκεύει μια σειρά σημαντικών μεταρρυθμίσεων που προωθεί στη δημόσια ζωή, με βλαχομπαρόκ εμμονές.
Όμως και η αναδιάρθρωση του χρέους, θέτει το ζήτημα της αναπροσαρμογής της εξωτερικής πολιτικής της χώρας. Επιβάλλει μια μεγαλύτερη προσέγγιση στην αμερικανική πολιτική, χωρίς όμως τυμπανοκρουσίες. Πράγμα που συνεπάγεται βεβαίως οδυνηρούς συμβιβασμούς σε Κυπριακό και Μακεδονικό, δυο θέματα στα οποία, λαδώνοντας Γάλλους και Γερμανούς με αθρόες αγορές άχρηστων οπλικών συστημάτων, πουλάμε τζάμπα μαγκιά εδώ και δεκαετίες.
Αντιθέτως, η επιλογή της χρεοκοπίας, θα δημιουργήσει ασφυκτικές καταστάσεις για την όποια εξωτερική πολιτική και πολιτική απομόνωση της χώρας. Και αυτό ενδεχομένως να είναι μια αποδεκτή λύση, αν η κοινωνία είναι ενήμερη των συνεπειών. Γιατί, αν δικαίως οι υποστηρικτές του Μνημονίου κατηγορούνται ότι αδιαφορούν για τις οικογένειες που πρέπει να περάσουν το μήνα με 500 κι 600 ευρώ, οι Ηρακλειδείς του αντιμνημονιακού αγώνα, συστηματικά απαξιούν να ασχοληθούν με τις ενδεχόμενες βραχυπρόθεσμες επιπτώσεις μιας στάσης πληρωμών στους ίδιους ακριβώς ανθρώπους. Απαξιώντας δε να ασχοληθούν με αυτές τις «λεπτομέρειες» περιβάλλουν τις όποιες απόψεις τους με ένα τερατώδες ψέμα.
Όταν όμως η πολιτική αντιπαράθεση διεξάγεται με ποδοσφαιρικούς όρους - με το ΠΑΣΟΚ σε ρόλο Ολυμπιακού, τη ΝΔ σε ρόλο Παναθηναϊκού και την Αριστερά σε ρόλο ΠΑΟΚ (άντε να πάρουμε κανένα κύπελλο κάθε δεκαπέντε χρόνια) - όλα αυτά είναι ψιλά γράμματα.

Γιάννης Χρυσοβέργης

Δεν υπάρχουν σχόλια: