Πέμπτη 7 Μαρτίου 2013

ΟΥΓΚΟ ΤΣΑΒΕΣ: ΕΝΑΣ ΗΓΕΤΗΣ ΠΟΥ ΣΗΜΑΔΕΨΕ ΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ

Κάποιοι, στη Λατινική Αμερική οι περισσότεροι, στην Ευρώπη πιο λίγοι, είδαν στο πρόσωπό του έναν οραματιστή του σοσιαλισμού. Για άλλους, ήταν δικτάτορας.
Ο Ούγκο Τσάβες έφυγε αφήνοντας πίσω του πλούσια κι αμφιλεγόμενη πολιτική κληρονομιά.
Σε κάθε περίπτωση, σημάδεψε τις πολιτικές εξελίξεις της Λατινικής Αμερικής για δεκαπέντε σχεδόν χρόνια.

Ο αντισυνταγματάρχης Ούγκο Τσάβες εισέβαλε στην πολιτική σκηνή της Βενεζουέλας στις 4 Φεβρουαρίου 1992, μ' ένα αποτυχημένο στρατιωτικό πραξικόπημα κατά του τότε, σοσιαλδημοκράτη προέδρου, Κάρλος Αντρές Πέρες.
Τρία χρόνια πριν ο Κάρλος Αντρές Πέρες, που στη δεκαετία του 1970 είχε συνδέσει το όνομά του με σημαντικές κοινωνικές μεταρρυθμίσεις,  είχε πνίξει στο αίμα - σύμφωνα με ελεγχόμενες ως προς την αξιοπιστία τους πληροφορίες οι νεκροί ήταν 3000, σε κάθε περίπτωση όμως ήταν πολλές εκατοντάδες - εξέγερση κατοίκων του Καράκας κατά της αύξησης των τιμών σε βασικά είδη διατροφής.
Το πραξικόπημα απέτυχε κι ο Τσάβες φυλακίσθηκε για να αμνηστευθεί δυο χρόνια αργότερα από τον Πρόεδρο Ραφαέλ Καλντέρα. Από τη στιγμή εκείνη αρχίζει η πραγματική πολιτική του σταδιοδρομία. 
Το 1998 εξελέγη Πρόεδρος της Δημοκρατίας, με 56,2% στις εκλογές με τη μεγαλύτερη συμμετοχή των τελευταίων τεσσάρων δεκαετιών, με ένα πρόγραμμα ευρείας αναδιανομής του πλούτου υπέρ των φτωχών, που ήταν το 70% του πληθυσμού της Βενεζουέλας, μιας από τις μεγαλύτερες πετρελαιοπαραγωγούς χώρες του κόσμου.
Τον επόμενο χρόνο προκήρυξε εκλογές για συντακτική εθνοσυνέλευση στις οποίες το μεγαλύτερο μέρος της Αντιπολίτευσης απείχε. Το κόμμα του, το Κίνημα για την Πέμπτη Δημοκρατία κερδίζει τις 120 από τις 131 έδρες και περνούν μια σειρά σοσιαλιστικού αρώματος συνταγματικών μεταρρυθμίσεων.
Τον Απρίλιο του 2002, μετά από μια διαδήλωση της αντιπολίτευσης στη διάρκεια της οποίας ξέσπασαν ένοπλες συγκρούσεις μεταξύ διαδηλωτών και υποστηρικτών του με αποτέλεσμα το θάνατο 20 ατόμων, ο αρχηγός του Στρατού ανακοίνωσε την παραίτηση του Τσάβες και παραιτήθηκε κι αυτός. Πρόεδρος της Δημοκρατίας αυτοανακηρύχθηκε ο Πρόεδρος του Συνδέσμου Βιομηχάνων με την υποστήριξη τω ν κομμάτων της αντιπολίτευσης. Καμιά χώρα στον κόσμο δεν αναγνωρίζει το  νέο «Πρόεδρο» πλην των ΗΠΑ. Οι υποστηρικτές του Τσάβες αντιδρούν με μαζικές διαδηλώσεις και, δυο μέρες μετά, πιστές σε αυτόν στρατιωτικές δυνάμεις απελευθερώνουν τον κρατούμενο σε στρατιωτική μονάδα Πρόεδρο και τον επαναφέρουν στην εξουσία.
Το Δεκέμβριο της ίδιας χρονιάς το προσωπικό της εταιρείας πετρελαίων της χώρας κατεβαίνει σε διαρκείας τριών μηνών απεργία κατά της κρατικοποίησης της εταιρείας. Όταν όμως η αντιπολίτευση συλλέγει υπογραφές και πετυχαίνει τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος με το αίτημα της αποπομπής του, το 2003, το 59,4% των ψηφοφόρων απορρίπτουν το αίτημα της αντιπολίτευσης. Το 2006 επανεκλέγεται Πρόεδρος με ποσοστό 63% και το 2012 εκλέγεται για τρίτη φορά με ποσοστό 54%. Από το 2010 το κόμμα του, που έχει μετονομαστεί σε Ενιαίο Σοσιαλιστικό Κόμμα της Βενεζουέλας, έχει χάσει την απόλυτη πλειοψηφία στη Βουλή.
Η κοινωνική πολιτική του Τσάβες  έχει σημειώσει κάποιες αδιαμφισβήτητες επιτυχίες. Χρησιμοποιώντας τα έσοδα από το πετρέλαιο πέτυχε να εξαλείψει τη φτώχεια, να μειώσει τουλάχιστον στο μισό την παιδική θνησιμότητα, να μειώσει δραστικά τον αναλφαβητισμό. Εισάγοντας μαζικά Κουβανούς γιατρούς κατόρθωσε να προσφέρει αξιοπρεπείς υπηρεσίες υγείας στο σύνολο του πληθυσμού.
Απέτυχε όμως να αντιμετωπίσει το πρόβλημα της εγκληματικότητας, που είναι ανοιχτή πληγή για τη Βενεζουέλα.
Η οικονομική του πολιτική είχε δυο πυλώνες: την κρατικοποίηση των πλουτοπαραγωγικών πόρων (δηλαδή της εταιρείας πετρελαίων) και την ενθάρρυνση της δημιουργίας αγροτικών και βιοτεχνικών συνεταιριστικών επιχειρήσεων για την ενίσχυση του πρωτογενούς και δευτερογενούς τομέα της οικονομίας. 
 Η κρατικοποίηση της εταιρείας πετρελαίων του επέτρεψε να ασκήσει την κοινωνική του πολιτική. Όμως τα αποτελέσματα είναι αρνητικά έως και καταστροφικά στο σκέλος των συνεταιριστικών επιχειρήσεων. Δεν υπήρξε στρατηγικός σχεδιασμός, δεν τους παρασχέθηκε τεχνογνωσία, δεν υπήρξε παρακολούθηση της διαχείρισής τους, με αποτέλεσμα στη συντριπτική πλειοψηφία των συνεταιρισμών να έχουν δαπανηθεί τρελά ποσά με μοναδικό αντίκρυσμα τις προσωπικές περιουσίες τοπικών στελεχών του Ενιαίου Σοσιαλιστικού Κόμματος.
Δεκαπέντε χρόνια μετά η Βενεζουέλα εξακολουθεί να εισάγει το 80% των τροφίμων και σχεδόν το σύνολο των βιομηχανικών προϊόντων της, οι φτωχοί ζουν αξιοπρεπώς μεν αλλά χάρη στα κυβερνητικά επιδόματα και όχι χάρη στη δημιουργία παραγωγικών θέσεων εργασίας, ο δε ιδιωτικός τομέας ασχολείται αποκλειστικά με την παροχή εισαγομένων ειδών και υπηρεσιών. Επιπλέον η χώρα υποφέρει από υψηλό πληθωρισμό, τον υψηλότερο της Λατινικής Αμερικής.
Η σχέση του με τις δημοκρατικές ελευθερίες υπήρξε αμφιλεγόμενη. Από τη στιγμή που αποφάσισε να συμπεριφερθεί ως πολιτικός και όχι ως πραξικοπηματίας, έχει σεβαστεί πάντα την ετυμηγορία της κάλπης. Το κόμμα του, αν και πρώτη πολιτική δύναμη είναι μειοψηφία στη Βουλή, στις δυο σημαντικότερες επαρχίες και στο Καράκας εξελέγησαν πριν δυο χρόνια κυβερνήτες της Αντιπολίτευσης, σεβάστηκε το αρνητικό γι αυτόν δημοψήφισμα του 2007.
Όμως έκανε ό,τι περνούσε από το χέρι του, χωρίς επιτυχία,  για να ελέγξει τα ΜΜΕ και τη δικαστική εξουσία.
Στο εσωτερικό του κόμματός του δεν ανέχονταν την παραμικρή αντίρρηση, με αποτέλεσμα σύντομα να αποξενωθεί από τους ανθρώπους που είχαν το θάρρος της γνώμης τους και να περιβάλλεται από αυλοκόλακες. Πελατειακές σχέσεις  χαρακτηρίζουν μεγάλο αριθμό από υψηλόβαθμα στελέχη του Ενιαίου Σοσιαλιστικού κόμματος, η επίσημη ιδεολογία του οποίου είναι ένα μείγμα, σοσιαλιστικών απόψεων και καθολικισμού.
Σε περιφερειακό επίπεδο ο ρόλος του υπήρξε σημαντικότατος. Στήριξε ανοιχτά τους Αριστερούς - σοσιαλδημοκράτες θα ήταν το σωστότερο να τους χαρακτηρίσουμε με βάση τα πολιτικά τους προγράμματα, αλλά οι ίδιοι δεν αυτοπροσδιορίζονται έτσι - προέδρους της Βολιβίας και του Ισημερινού, συνεργάστηκε στενά με τους Προέδρους της Βραζιλίας Λούλα και της Αργεντινής Κίρχνερ, και το 2009, από τη συνεργασία της Βενεζουέλας, με τη Βραζιλία, την Αργεντινή και τη Βολιβία γεννήθηκε η Banco del Sur, με έδρα το Καράκας και σκοπό την παροχή αναπτυξιακών δανείων σε χώρες της Λατινικής Αμερικής.
Οι εξωαμερικανικές συμμαχίες  του μακαρίτη δεν ήταν και ό,τι το καλύτερο. Από την κινεζική ηγεσία και τον Ιρανό  Πρόεδρο Μαχμούντ Αχμαντινεζάντ, μέχρι τον Λουκασένκο της Λευκορωσίας, το Μουαμάρ Γκαντάφι και το Μπασάρ αλ Άσαντ, συνεργάστηκε στενά με όλους τους αντιδυτικούς δικτάτορες του πλανήτη. Βεβαίως, με εξαίρεση το Λουκασένκο και τον Αχμαντινετζάντ, καλή παρέα με τους παραπάνω κυρίους έχουν κάνει και όλοι οι «αξιοπρεπείς», δυτικοί ηγέτες, αυτό όμως είναι άλλου παππά βαγγέλιο.
Αυτή την κάθε άλλο παρά ευκαταφρόνητη κληρονομιά καλούνται οι επίγονοι του Ούγκο Τσάβες να διαχειριστούν. Το αν θα μπορέσουν να αναδείξουν μια ισχυρή διάδοχη κατάσταση ή αν θα διαλυθούν εις τα εξ ών συνετέθησαν θα φανεί στο πολύ προσεχές μέλλον.

Γιάννης Χρυσοβέργης    
 
   
 
     

Τετάρτη 6 Μαρτίου 2013

Ο ΣΑΜΑΡΑΣ ΣΤΗΝ ΤΟΥΡΚΙΑ: ΤΑ ΔΥΟ ΠΡΟΣΩΠΑ ΤΟΥ ΙΑΝΟΥ

Οι 25 συμφωνίες συνεργασίας, σε επιχειρηματικούς κυρίως τομείς, που υπογράφτηκαν κατά την επίσκεψη Σαμαρά στην Κωνσταντινούπολη είναι αναμφισβήτητα πολύ θετικές.
Όμως για να αποδώσουν καρπούς, πρέπει να μην υλοποιήσει ο Έλληνας Πρωθυπουργός την απειλή του για μονομερή κήρυξη ΑΟΖ,  στα τέλη Μαρτίου, στο Αιγαίο. Πράγμα, δυστυχώς, καθόλου βέβαιο, αν λάβουμε υπ' όψιν την παγερή υποδοχή που επιφύλαξε η ελληνική πλευρά στην, επί της αρχής, ορθή πρόταση του Ερντογάν, για λύση στο Αιγαίο προς όφελος των δυο χωρών.

Η ελληνοτουρκική σύνοδος στην Κωνσταντινούπολη υπήρξε, σε επίπεδο εμπορικών και επιχειρηματικών συμφωνιών, πολύ παραγωγική. Οι συμφωνίες που υπογράφτηκαν, στοχεύουν στο να καταστήσουν τις τουριστικές βιομηχανίες των δυο χωρών από ανταγωνιστικές συμπληρωματικές και να ανοίξουν περισσότερο, ένθεν κακείθεν, τις αγορές των δυο χωρών στα μεταποιητικά προϊόντα της γείτονος.
Δεν υπάρχει η παραμικρή αμφιβολία ότι οι εν λόγω συμφωνίες, εφ' όσον τεθούν σε εφαρμογήθα συμβάλουν καθοριστικά, μεσοπρόθεσμα,  στην ουσιαστική βελτίωση των σχέσεων των δυο χωρών, οι οποίες, από καταβολής ελληνικού κράτους, είναι εξαιρετικά ευμετάβλητες και, κατά κανόνα, τεταμένες.
Αυτή είναι η θετική πλευρά της ελληνοτουρκικής συνόδου, για την επιτυχία της οποίας τα υπουργεία εξωτερικών των δυο χωρών, είχαν κάνει δουλειά μυρμηγκιού τα τελευταία χρόνια.
Υπό φυσιολογικές συνθήκες η υπογραφή αυτού του πακέτου συμφωνιών θα σήμαινε τον άτυπο ενταφιασμό της τυχοδιωκτικής πολιτικής, που έχει εκπονηθεί από τους Ηρακληδείς του Αντώνη Σαμαρά, το Χρύσανθο Λαζαρίδη και το Φαήλο Κρανιδιώτη, και έχει ανακοινωθεί, παρά την έντονη αντίδραση του υπουργείου Εξωτερικών,  από τον ίδιο τον Πρωθυπουργό: τη μονομερή ανακήρυξη ΑΟΖ στο Αιγαίο. 
Δυστυχώς για τον Αντώνη Σαμαρά η εξωτερική πολιτική είναι αυτό ακριβώς που ήταν για τον Ανδρέα Παπανδρέου και για τον Κώστα Καραμανλή: μια πασαρέλα στην οποία μπορεί ο εκάστοτε Πρωθυπουργός να επιδίδεται σε φτηνιάρικα επικοινωνιακά τεχνάσματα προς χάριν βραχυπρόθεσμων στόχων εσωτερικής πολιτικής. Και στην οποία επιτρέπεται να λέει και να ξελέει δυο φορές το μήνα.  
Και η παγερή υποδοχή που επιφύλαξε η ελληνική πλευρά σε δυο, επί της αρχής ορθότατες, προτάσεις του Ερντογάν δεν επιτρέπει μεγάλα περιθώρια αισιοδοξίας. Η πρώτη από αυτές  αφορούσε το ζήτημα της οριοθέτησης του Αιγαίου. Η δεύτερη το Κυπριακό.
 Η πρόταση του Τούρκου πρωθυπουργού, για αναζήτηση λύσης στο Αιγαίο με κερδισμένες και τις δυο χώρες έχει ώς σύμμαχο την κοινή λογική. Η εξεύρεση τέτοιας λύσης προϋποθέτει ότι και τα δυο μέρη ξέρουν τι επιθυμούν, έχουν συναίσθηση του συσχετισμού δυνάμεων, έχουν μια σαφή στρατηγική για τους στόχους τους και είναι αποφασισμένα για συμβιβασμούς. Η επίτευξη μιας λύσης με κερδισμένες και τις δυο χώρες δεν είναι εύκολη και σίγουρα θα απαιτήσει μακροχρόνιες διαπραγματεύσεις. 
Το πρόβλημα είναι ότι στην Ελλάδα, θεωρούμε - ιδεοληπτικά, διότι από πουθενά δεν προκύπτει κάτι τέτοιο - το Αιγαίο ελληνική θάλασσα και, κατά συνέπεια, οποιαδήποτε λύση δεν περιέχει αυτή την παραδοχή εκλαμβάνεται ως οδυνηρή ήττα. Αυτό το γνωρίζει πολύ καλά ο Αντώνης Σαμαράς και είναι αποφασισμένος να το εκμεταλλευτεί στο έπακρο για εσωτερική κατανάλωση.
Ορθή, επί της αρχής, ήταν και η τοποθέτηση του Τούρκου Πρωθυπουργού ότι για την επίλυση του Κυπριακού προϋποτίθεται η κατ' αρχή συμφωνία της Ελλάδας και της Τουρκίας. Κι αυτό όχι μόνο γιατί θεσμικά, οι δυο χώρες, ως εγγυήτριες δυνάμεις μαζί με το Ηνωμένο Βασίλειο της Κυπριακής Δημοκρατίας, έχουν βαρύνοντα λόγο αν αποφασίσουν να γίνουν από μέρος του προβλήματος μέρος της λύσης, αλλά και γιατί οι δυο χώρες, τα τελευταία 60 χρόνια, κατέστησαν την ελληνοκυπριακή και τουρκοκυπριακή κοινότητα αντιστοίχως σημαιοφόρους των αντίστοιχων εθνικισμών και επεκτατισμών.
Το πρόβλημα, και πάλι για την Ελλάδα είναι ότι η παραδοχή ισότιμου ρόλου στους Τουρκοκύπριους εκλαμβάνεται από εμάς ως εθνική καταστροφή
Και στο ζήτημα του Αιγαίου και στο Κυπριακό οι ελληνικές απόψεις είναι εντελώς ανελαστικές  και γι' αυτό στερούνται διεθνούς πολιτικού ερείσματος. Είναι όμως απόψεις της μεγάλης πλειοψηφίας της ελληνικής κοινωνίας κι αυτό ακριβώς επιδιώκει να εκμεταλλευτεί ο Αντώνης Σαμαράς προκειμένου να συγκαλύψει την απόλυτη αποτυχία του στο εσωτερικό μέτωπο.  
Στις επόμενες εβδομάδες η ελληνική κυβέρνηση θα κληθεί να απολύσει άμεσα 12.500 δημόσιους υπαλλήλους και να μειώσει και πάλι το βασικό μισθό στον ιδιωτικό τομέα. Μέτρα τα οποία, είτε κανείς συμφωνεί είτε διαφωνεί με αυτά είναι σαφές ότι θα προκαλέσουν κοινωνική αναταραχή, που μόνο μέσα σε συνθήκες ελληνοτουρκικής κρίσης μπορεί να αποφευχθεί.
Για όλους αυτούς τους λόγους  υπάρχει σοβαρός κίνδυνος οι πολύ χρήσιμες, από οικονομική άποψη ελληνοτουρκικές συμφωνίες της Κωνσταντινούπολης να μείνουν κενό γράμμα. Δε θα είναι η πρώτη φορά άλλωστε που κάποια ελληνοτουρκική συμφωνία έχει αυτή την τύχη.

Γιάννης Χρυσοβέργης

Σημ: Οι μόνες μεταπολλιτευτικές ελληνικές κυβερνήσεις που είχαν αυτοτελή εξωτερική πολιτική ήταν αυτές του Κωνσταντίνου Καραμανλή και του Κώστα Σημίτη. Η πρώτη πέτυχε την ένταξη της Ελλάδας στην ΕΟΚ, κι η δεύτερη την ένταξη της χώρας στην Ευρωζώνη. Και το πρώτο και, κυρίως, το δεύτερο, ήταν αιτήματα της μεγάλης πλειοψηφίας της ελληνικής κοινωνίας. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη, αν και προσπάθησε να ασκήσει αυτοτελή εξωτερική πολιτκή, υποχώρησε κάτω από την πίεση της αντιπολίτευσης των Ανδρέα Παπανδρέου και Αντώνη Σαμαρά. Όσο για τις κυβερνήσεις Γιώργου Παπανδρέου και Γιώργου Ράλλη, απλώς δεν άσκησαν εξωτερική πολιτική.
  
 

Παρασκευή 1 Μαρτίου 2013

Μια ραδιοφωνική εκπομπή για την κατάσταση στον Ισημερινό


Μετά από την ενδιαφέρουσα ανάλυση για τα αποτελέσματα των ιταλικών εκλογών, καλό είναι να ενημερωθούμε για την κατάσταση στον Ισημερινό, ο πρόεδρος του οποίου, Ραφαέλ Κορέα, επανεξελέγη πρόσφατα. Επί της προεδρίας του, ο Ισημερινός διέγραψε ένα μεγάλο μέρος του δημόσιου χρέους του και το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με μια ευνοϊκή συγκυρία ανόδου των τιμών του πετρελαίου και άλλων πρώτων υλών, επέτρεψε να ασκηθεί μια επιτυχημένη οικονομική πολιτική ενίσχυσης των οικονομικά ασθενέστερων κοινωνικών στρωμάτων. Στον παρακάτω σύνδεσμο μπορούμε να ακούσουμε περισσότερα πράγματα γι’αυτή τη μακρινή χώρα, οι εμπειρίες της οποίας έχουν κάτι να πουν και σ’εμάς.  
Και κάτι ακόμα: αύριο (Σάββατο 2 Μαρτίου), στο βιβλιοπωλείο των «Εκδόσεων των Συναδέλφων» (Ερεσού 35, Εξάρχεια), γίνεται παζάρι βιβλίων, από τις 11.30’ ως τις 14.30’. Αξίζει να περάσουμε από εκεί.

Γιώργος Αιμ. Σκιάνης

Πέμπτη 28 Φεβρουαρίου 2013

Ο «ΙΤΑΛΙΚΟΣ ΕΦΙΑΛΤΗΣ»

Για πρώτη φορά εδώ και 60 χρόνια οι ιταλικές κάλπες αναδεικνύουν μια σαφή αντιευρωπαϊκή πλειοψηφία.
Πράγμα που ουδόλως επηρρέασε την πολιτική και γραφειοκρατική ελίτ της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία, νομίζει πως έχει να κάνει με την Ελλάδα. 
Αποδεικνύοντας, για πολλοστή φορά, ότι αν η θεωρία δε συμφωνεί με την πραγματικότητα, τόσο το χειρότερο για την πραγματικότητα.

Η ετυμηγορία της κάλπης των εκλογών της 24ης και 25ης Φεβρουαρίου δεν επιδέχεται αμφισβήτηση. Το 55% των Ιταλών ψήφισαν κόμματα με σαφή αντιευρωπαϊκό προσανατολισμό. Η, υπό τον Σίλβιο Μπερλουσκόνι συμμαχία του Λαού της Ελευθερίας, καλούσε τους Ιταλούς να ψηφίσουν ενάντια «στην Ευρώπη της Μέρκελ». Όσο για το «Κίνημα των 5 αστέρων» του Μπέπε Γκρίγιο, αυτό πάει ακόμα μακρύτερα. Καλεί σε αποχώρηση από την Ευρωζώνη.
Το θεαματικό ποσοστό του «τελειωμένου» Μπερλουσκόνι - έχασε την πρώτη θέση και την πλειοψηφία στη Βουλή για μόλις 114.000 ψήφους, που μεταφράζεται σε 0,4% - και το ακόμα θεαματικότερο 25,5% του Κινήματος των 5 Αστέρων - στην πραγματικότητα είναι το κόμμα που έλαβε το μεγαλύτερο ποσοστό, καθώς το Δημοκρατικό Κόμμα (το μεγαλύτερο της συμμαχίας των κομμάτων του Κέντρου και της Αριστεράς έλαβε 25,1% και ο Λαός της Ελευθερίας του Μπερλουσκόνι 21,6% -   συνιστούν μια σαφή προσωπική αποτυχία για τη Γερμανίδα Καγκελάριο και για τον Πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ζοσέ Μπαρόσο.
Και η μεν και ο δε παρενέβησαν με εξαιρετικά άκομψο τρόπο στην προεκλογική εκστρατεία, καλώντας για ψήφο υπέρ του Μάριο Μόντι, μετερχόμενοι ευθείες απειλές, όπως ακριβώς έπραξαν στις εκλογές του περασμένου Ιουνίου στην Ελλάδα. Ξεχνώντας πως, ούτε η Ιταλία είναι Ελλάδα, ούτε οι Ιταλοί είναι Έλληνες.
Διότι συμβαίνει η Ιταλία να είναι μια από τις οκτώ πλουσιότερες χώρες του κόσμου κι όχι η 29η. Συμβαίνει επίσης να είναι η τρίτη σε μέγεθος οικονομία της Ευρωζώνης και όχι το 2% του ευρωπαϊκού ΑΕΠ. Και οι Ιταλοί το ξέρουν. Και, όπως συμβαίνει σε κάθε χώρα με αποικιακό παρελθόν, έχουν την απαίτηση να τους σέβονται. Ακόμα κι όταν οι επιλογές τους δεν είναι οι καλύτερες.
Με δυο λόγια, η προσέγγιση τόσο από πλευράς Ευρωπαϊκής Επιτροπής, όσο και από πλευράς γερμανικής πολιτικής ηγεσίας των ιταλικών εκλογών συνιστά ένα πολιτικό και επικοινωνιακό φιάσκο.
Το ύφος των αντιδράσεων των Ευρωπαίων αξιωματούχων και της γερμανικής ηγεσίας στο αποτέλεσμα  των εκλογών δείχνει σε ποιο βαθμό οι άνθρωποι αυτοί έχουν χάσει την επαφή τους με την πραγματικότητα. Οι δηλώσεις περί «καραγκιόζηδων» του Πέερ Στάινμπρουκ, ενός ανθρώπου που φιλοδοξεί να κυβερνήσει τη Γερμανία, ενώ βρίσκονταν στη Γερμανία ο πρόεδρος της Ιταλικής Δημοκρατίας, δηλαδή ο άνθρωπος που θα κληθεί να παίξει καθοριστικό ρόλο στο σχηματισμό κυβέρνησης, και το ύφος των συστάσεων των Ευρωπαίων Επιτρόπων το επιβεβαιώνουν.
«Μέχρι πότε θα είναι εφικτό να επιβάλλονται πολιτικές λιτότητας σε λαούς που τις απορρίπτουν όλο και πιο κατηγορηματικά,  στην Ιταλία,αλλά και στην Ισπανία και στην ελλάδα και στην Πορτογαλία; Μέχρι πότε θα είναι εφικτό να μεγαλώνει το ανησυχητικό αυτό  έλλειμμα Δημοκρατίας; Μέχρι πότε αυτό θα συμβαίνει χωρίς να απειλήσει την ίδια την υπόσταση της Ευρωπαϊκής Ένωσης;» διερωτόνταν το κύριο άρθρο της εφημερίδας LE MONDE την επαύριο των εκλογών.
Όμως ούτε τους Ιταλούς τους τσίμπησε ξαφνικά κάποια μύγα, ούτε το αποτέλεσμα είναι κεραυνός εν αιθρία. Από το 1992, με τη Συνθήκη του Μάαστριχτ, η Ευρώπη πήρε ένα βίαιο διαζύγιο με το κοινωνικό συμβόλαιο που είχε αποτελέσει το συνεκτικό της κρίκο για 35 ολόκληρα χρόνια: την ανακατανομή του πλούτου, προς όφελος της ευημερίας όλων
Το νέο κοινωνικό συμβόλαιο ήταν απορρύθμιση εργασιακών σχέσεων, μείωση των φόρων, ανακατανομή του πλούτου προς όφελος των πλουσίων. Κάθε μια από τις ευρωπαϊκές συνθήκες που ακολούθησαν, Άμστερνταμ, Νίκαια, Λισαβώνα, γινόταν ένα νέο βήμα προς αυτή την κατεύθυνση. Κάθε φορά, οι εθνικιστικές, ξενοφοβικές και αντιευρωπαϊκές δυνάμεις, επωφελούνταν για να ενισχύσουν τις θέσεις τους.
Η δεύτερη μεγάλη ρήξη ήταν το ατυχήσαν «Ευρωπαϊκό Σύνταγμα». Το οποίο, αντί να περιορίζεται, όπως κάθε συνταγματικός χάρτης, στον προσδιορισμό των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων των πολιτών, στην οριοθέτηση και το διαχωρισμό των εξουσιών των θεσμικών οργάνων και, επειδή ήταν Ευρωπαϊκό, την οριοθέτηση των αρμοδιοτήτων εθνικών και ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων, συγκροτούσε ένα υδροκέφαλο θεσμικό όργανο, την Επιτροπή, την οποία περιέβαλλε με νομοθετική και εκτελεστική εξουσία και περιέβαλλε με  την ισχύ των συνταγματικών διατάξεων που, επιπλέον, για να αναθεωρηθούν θα έπρεπε να υπάρξει ομοφωνία των 27 Κρατών-μελών, όλες τις διατάξεις των προηγούμενων Συνθηκών.
Το τερατούργημα αυτό βούλιαξε στα ρηχά, όμως επέτρεψε στις εθνικιστικές αντιευρωπαϊκές δυνάμεις να νομιμοποιηθούν ως προστάτες της δημοκρατικής νομιμότητας μκαι της εθνικής κυριαρχίας.
Η οικονομική κρίση και η προαναγγελθείσα ελληνική χρεοκοπία έκαναν τα υπόλοιπα. Σήμερα, σε κάθε Κράτος - μέλος, οι αντιευρωπαϊκές δυνάμεις καταγράφουν ραγδαία πρόοδο. Αν εξαιρέσει  κανείς την Ελλάδα, την Ισπανία και την Πορτογαλία, όπου τον πρώτο λόγο της αντίστασης σε αυτό τον αντιδημοκρατικό κατήφορο της ΕΕ έχουν δυνάμεις της Αριστεράς, σε όλες τις υπόλοιπες χώρες κυριαρχούν εθνικιστικές απομονωτικές δυνάμεις. 
Οι Ευρωπαίοι πολίτες διαπιστώνουν έντρομοι ότι το όχημα που πίστευαν ότι θα τους προστατεύσει από οικονομικές κρίσεις και κερδοσκοπικές επιθέσεις - και δικαίως ή αδίκως είχαν επενδύσει πολλά σε αυτό - η ΕΕ, όχι μόνο είναι ανίκανο να τους προστατεύσει αλλά χειροτερεύει και την καθημερινότητά τους. Και εντελώς φυσιολογικά, σπεύδουν να το εγκλαταλείψουν αλλόφρονες, αναζητώντας και πάλι ασφάλεια στη θαλπωρή, όπως πιστεύουν, του Έθνους - Κράτους. 
Σε αυτό το πλαίσιο, οι με διαφορετικές ιδεολογικές προσεγγίσεις προτάσεις της Ευρωπαϊκής Αριστεράς, των Ευρωπαίων Πράσινων και ενός μέρους των Φιλελευθέρων για περισσότερη Ευρώπη με περισσότερη Δημοκρατία δε βρίσκουν εύκολα ευήκοα ώτα.
Ακόμα και  αν - λέμε, αν - η ευρωπαϊκή ευρωπαϊκή πολιτική και οικονομική ελίτ ξυπνήσει άμεσα και κι αποφασίσει ριζικές αλλαγές, είναι πλέον αμφίβολο αν υπάρχει χρόνος.
Οι Ιταλοί, πρέπει να το υπενθυμίσουμε αυτό, δεν είναι Έλληνες, ούτε Βρετανοί, που πάντα ήταν - ως κοινωνίες τουλάχιστον - με το ένα πόδι μέσα και με το άλλο έξω από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Ο ιταλικός λαός για 60 ολόκληρα χρόνια πίστεψε στην ΕΕ. Η αντιευρωπαϊκή στροφή του είναι πολύ κακός οιωνός.

Γιάννης Χρυσοβέργης 

Δευτέρα 11 Φεβρουαρίου 2013

Μια ραδιοφωνική εκπομπή για την κατάσταση στο Κασμίρ


Την Παρασκευή που μας πέρασε κάναμε μια εκπομπή για το Κασμίρ, στο Radiobubble. Το Κασμίρ δεν απασχολεί συχνά τα ελληνικά ΜΜΕ, ωστόσο δεν παύει να ταλανίζεται, εδώ και δεκαετίες, από γεωπολιτικές αντιθέσεις και κοινωνικές συγκρούσεις. Ας μπούμε λοιπόν στον κόπο να ακούσουμε κάτι γι’αυτήν την κάπως ξεχασμένη περιοχή της ευρύτερης ινδικής χερσονήσου, από τον παρακάτω σύνδεσμο:

Resistencias στο Radiobubble: Κασμίρ

Γιώργος Αιμ. Σκιάνης

ΥΠΕΡ ΤΟΥ ΝΑΣΟΥ ΘΕΟΔΩΡΙΔΗ ΛΟΓΟΣ

Διατυπώνοντας εξοργιστικές, για το 99% των Ελλήνων, θέσεις για τις ελληνοτουρκικές διαμάχες ο Νάσος Θεοδωρίδης μας θέτει αντιμέτωπους με τις εθνικές μας μυθολογίες.
Ο τρόπος με τον οποίο καρατομήθηκε εγείρει σειρά ζητημάτων για τον πολιτικό διάλογο και την εσωκομματική δημοκρατία στο ΣΥΡΙΖΑ.
 
Η δημοσίευση στο Facebook ενός σχολίου με το οποίο υιοθετούσε τις τουρκικές θέσεις γύρω από το θέμα των Ιμίων, προκάλεσε άλλη μια έκρηξη ιερής οργής  των «στυλοβατών του Έθνους» κατά του ΣΥΡΙΖΑ και φυσικά, κατά του συντάκτη του σχολίου Νάσου Θεοδωρίδη. 
Οι συγκεκριμένες απόψεις του είναι κατά πάσα πιθανότητα λάθος. Κι ο λόγος είναι ότι το 1996, τις ελληνικές απόψεις σχετικά με τη βραχονησίδα αυτή - ότι δηλαδή η συγκεκριμένη βραχονησίδα αναφέρεται ονομαστικά στη Συνθήκη του Παρισιού του 1932, με την οποία ορίζονταν οι ιταλικές κτήσεις στα Δωδεκάνησα -  είχε αποδεχθεί σχεδόν το σύνολο του ευρωπαϊκού τύπου. Πράγμα που σπάνια συμβαίνει όταν μια ελληνοτουρκική αντιδικία απασχολεί ξένα ΜΜΕ.
Ωστόσο οι απόψεις αυτές του Νάσου Θεοδωρίδη δε στερούνται αξίας. Γιατί μας θέτουν όλους αντιμέτωπους με ένα μύθο, με τον οποίο έχουμε γαλουχηθεί: «ότι το Αιγαίο, με ό,τι υπάρχει πάνω από αυτό και, κυρίως, ό,τι υπάρχει κάτω από αυτό ανήκει στην Ελλάδα». Άποψη στην εμπέδωση της οποίας είχε βοηθήσει το γεγονός ότι, επί πενήντα και πλέον χρόνια, από το 1922 ως το 1973, η Τουρκία δεν είχε κάνει τίποτα απολύτως για να την αμφισβητήσει. Άποψη την οποία, όμως, πλην ημών των Ελλήνων, ουδείς ενστερνίζεται σε αυτό τον πλανήτη.
Πρώτη απ' όλους δεν την αποδέχεται η Τουρκία, η οποία θεωρεί ότι πως έχει μερίδιο στον πλούτο του Αιγαίου. Και η οποία στην επίκληση από μέρους της Ελλάδας σειράς διατάξεων  του Διεθνούς Δικαίου των Θαλασσών αντιτείνει τη δική της ερμηνεία, σύμφωνα με την οποία οι διατάξεις αυτές δεν έχουν ισχύ στην περίπτωση του Αιγαίου, διότι αυτό θεωρείται κλειστή θάλασσα. 
Την ελληνική άποψη δεν αποδέχεται επίσης καμιά απολύτως από τις παραευξείνιες χώρες, με πρώτη και καλύτερη τη Ρωσία, διότι θεωρούν πως η αποδοχή των ελληνικών απόψεων θα δημιουργούσε εμπόδια στην ελεύθερη πρόσβαση των πλοίων τους, εμπορικών και πολεμικών, στη Μεσόγειο.
Την ελληνική άποψη δεν αποδέχονται οι ΗΠΑ  διότι εκτιμούν πως η αποδοχή της θα μπορούσε, κάποια στιγμή, να δημιουργήσει εμπόδια στην ελεύθερη πρόσβαση του στόλου τους στη Μαύρη Θάλασσα.
Την ελληνική άποψη δεν αποδέχεται η Ευρωπαϊκή Ένωση διότι οι διμερείς εμπορικές σχέσεις των περισσότερων Κρατών - μελών με την Τουρκία είναι πολύ σοβαρές για να τεθούν σε κίνδυνο προκειμένου να ικανοποιηθεί μια «ελληνική ιδεοληψία».
Είναι σαφές λοιπόν ότι, ακόμα και αν δεχθούμε ότι από νομικής πλευράς η ελληνική ερμηνεία του Διεθνούς Δικαίου Θαλασσών είναι σωστή, δεν έχει καμιά ελπίδα να αποτελέσει τη βάση της όποιας διευθέτησης του Αιγαίου.  
Με αυτά τα δεδομένα η πολιτική σοφρωσύνη θα επέβαλε να επιδιωχθεί από ελληνικής πλευράς  η διευθέτηση του Αιγαίου από κάποιο διεθνή οργανισμό - με πλεόν κατάλληλο το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης - κάτι που, στα λόγια τουλάχιστον, το επιδιώκει. Όχι όμως και στην πράξη, όπως αποδείχθηκε δυο φορές στην τελευταία εικοσαετία.
Η πρώτη ήταν στις αρχές της δεκαετίας του '90, στον απόηχο της βελτίωσης των ελληνοτουρκικών σχέσεων μετά τη συνάντηση Παπανδρέου - Οζάλ στο Νταβός και το Μνημόνιο των τότε ΥΠΕΞ Παπούλια - Γιλμάζ. Οι διαπραγματεύσεις για κοινή προσφυγή στη Χάγη φαίνεται πως είχαν προχωρήσει και ήδη είχε αρχίσει να διαρρέει στο δυτικοευρωπαϊκό τύπο ένα «σχέδιο» για διευθέτηση του Αιγαίου, που απέρριπτε τόσο την ελληνική προσέγγιση όσο και τις τουρκικές αξιώσεις. Ακολούθησαν τα mea culpa του Ανδρέα Παπανδρέου, ο ύποπτος θάνατος του Τουργκούτ Οζάλ και φθάσαμε στα Ίμια.
Η δεύτερη ήταν με τη Συμφωνία του Ελσίνκι, που προέβλεπε υποχρεωτική προσφυγή στη Χάγη αν ως το Δεκέμβριο του 2004 οι δυο χώρες δεν είχαν βρει κοινά αποδεκτή λύση για το Αιγαίο. Αυτή τη φορά ήταν ο Κ. Καραμανλής που κλώτσησε την ευκαιρία, αρνούμενος την ενεργοποίηση του σχετικού άρθρου της Συμφωνίας.
Ο ουσιαστικός λόγος για τον οποίο συμπεριφέρθηκε έτσι η ελληνική πλευρά είναι - και επ' αυτού έχει απόλυτο δίκιο ο Νάσος Θεοδωρίδης - ότι το τμήμα εκείνο της άρχουσας τάξης που έχει δεσπόζουσα θέση στον έλεγχο του πολιτικού μας συστήματος - το σύμπλεγμα εργοληπτών δημοσίων έργων, ιδιοκτητών ΜΜΕ και εισαγωγέων οπλικών συστημάτων (συχνά στην οικονομική συσκευασία 3 σε 1) - κάνει χρυσές δουλειές χάρη στη μη διευθέτηση του ζητήματος του Αιγαίου. Το ότι οι αμυντικές δαπάνες κοστίζουν κάθε χρόνο - μισθοί, συντήρηση στρατιωτικών εγκαταστάσεων αγορά οπλικών συστημάτων - όσο  οι Ολυμπιακοί Αγώνες του 2004, είναι ταμπού για τις ελληνικές πολιτικές δυνάμεις, μηδέ της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς εξαιρουμένης. 
Όμως ερωτηματικά γεννάει και η καρατόμηση του Νάσου Θεοδωρίδη από το ΣΥΡΙΖΑ. Χωρίς να κληθεί για απολογία σε κάποιο κομματικό όργανο, χωρίς καν να τεθεί ζήτημα παραβίασης κομματικών θέσεων, απλώς και μόνο επειδή οι απόψεις του είναι δύσπεπτες για τη συντριπτική πλειοψηφία των νέων ψηφοφόρων του ΣΥΡΙΖΑ καθαιρέθηκε από εκπρόσωπος του κόμματος στην Εθνική Επιτροπή για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου.
Κι εδώ αναδεικνύεται ότι η απουσία από το καταστατικό προϋποθέσεων διαγραφής ενός μέλους δεν είναι στοιχείο εσωτερικής Δημοκρατίας, αλλά ακριβώς το αντίθετο. Διότι λαμβάνονται αποφάσεις χωρίς κριτήρια, από άτομα που δεν έχουν την σχετική καταστατική κατοχύρωση και χωρίς την τήρηση των στοιχεωδών διαδικασιών δημοκρατικής κρίσης του υπόλογου.
Το δεύτερο ζήτημα που ανακύπτει είναι η χωρίς εσωτερική πολιτική συζήτηση διολίσθηση του ΣΥΡΙΖΑ προς τις λεγόμενες «εθνικοπατριωτικές θέσεις».  
Ο Αλέξης Τσίπρας διέγραψε με μια μονοκονδυλιά τη στήριξη του κόμματός του στο Σχέδιο Ανάν όταν εξήρε τις προσπάθειες του απερχόμενου Προέδρου Χριστόφια για λύση του Κυπριακού κι απέδωσε όλη την ευθύνη για το μπλοκάρισμα στην «τουρκοκυπριακή αδιαλλαξία».
Η αρχική θέση του ΣΥΡΙΖΑ για άμεση έναρξη διαπραγματεύσεων με την Τουρκία ώστε να γίνει μια αμοιβαία επωφελής διευθέτηση των ζητημάτων στο Αιγαίο αποσιωπάται πλέον συστηματικά από τα μέλη του ΣΥΡΙΖΑ.
Είναι δικαίωμα του ΣΥΡΙΖΑ να χαράζει όποια στρατηγική επιθυμεί για την εξωτερική πολιτική της χώρας. Εκείνο που δεν είναι δικαίωμά του είναι να το πράττει χωρίς συζήτηση μεταξύ των μελών του. Πολύ περισσότερο που, αυτής ακριβώς της στρατηγικής άπτονται οι εξωφρενικές αμυντικές δαπάνες της χώρας.
 
Γιάννης Χρυσοβέργης