Τρίτη, 22 Απριλίου 2014

Η ΚΥΠΡΙΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΟΥΚΡΑΝΙΑΣ

Η συμφωνία της Ρωσίας με τις ΗΠΑ και την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) στις 17 Απριλίου για τη δρομολόγηση της «επίλυσης του ουκρανικού ζητήματος» σηματοδότησε την κατάλυση της εθνικής κυριαρχίας της Ουκρανίας.
Όποιες κι αν είναι οι άμεσες εξελίξεις, η Ουκρανία δεν πρόκειται να αποκτήσει ισχυρή κεντρική κυβέρνηση στο ορατό μέλλον.
Στην καλύτερη περίπτωση θα εξελιχθεί σε μια Συνομοσπονδία δυο πρακτικά ανεξάρτητων κρατών. Στη χειρότερη σε μια δεύτερη Κύπρο.
Σε κάθε περίπτωση, ο συνδυασμός αλαζονείας και απουσίας ξεκάθαρης στρατηγικής της Δύσης, πρωτίστως της ΕΕ, πρόσφερε μια εύκολη νίκη στον Πούτιν. Με «παράπλευρη απώλεια» ό,τι έχει απομείνει από τις ατομικές ελευθερίες στη Ρωσία.

Η συμφωνία των τριών από τα τέσσερα μέρη που συναντήθηκαν στη Γενεύη - το τέταρτο, την ουκρανική κυβέρνηση δηλαδή, κανείς δεν το ρώτησε, απλώς του ζήτησαν να βάλει την υπογραφή του - για την εξομάλυνση της ουκρανικής κρίσης δεν επιτρέπει πανηγυρισμούς, για πολλούς λόγους.
Ο πρώτος είναι ότι δεν υπάρχει καμιά δεσμευτική ημερομηνία για όσα συμφωνήθηκαν, πράγμα που επιτρέπει στο κάθε μέρος να ερμηνεύσει τη συμμόρφωση των άλλων κατά το δοκούν.
Ο δεύτερος είναι ότι υπάρχουν παίκτες η γνώμη των οποίων δεν ζητήθηκε και οι οποίοι καλούνται να «συμμορφωθούν προς τας υποδείξεις». Ο λόγος για τον διαβόητο Δεξιό Τομέα και για τους ρωσόφωνους που έχουν καταλάβει τα δημόσια κτίρια στις πόλεις της ανατολικής Ουκρανίας. 
Οι μεν πρώτοι είναι εντελώς ανεξέλεγκτοι από την ουκρανική κυβέρνηση, άρα και από τη Δύση,  οι δε δεύτεροι δεν είναι πλήρως ελεγχόμενοι από τη Ρωσία. Και οι μεν και οι δε έχουν δικές τους πολιτικές ατζέντες, οι οποίες δε συνάδουν με την οιαδήποτε διαρκή και βιώσιμη λύση (να τες κιόλας οι φράσεις κλισέ του Κυπριακού) της ουκρανικής κρίσης και για το λόγο αυτό θα πράξουν ό,τι είναι δυνατό για να τινάξουν στον αέρα την πρόοδο των διαπραγματεύσεων. 
Ο τρίτος λόγος είναι η απουσία σαφούς στόχου από πλευράς της Δύσης. Οι λεονταρισμοί της βρετανικής κυβέρνησης δύσκολα κρύβουν την αμηχανία των Αμερικανών και τον πανικό των Γερμανών. Το ότι στο τελικό ανακοινωθέν δεν υπάρχει ούτε μια λέξη αφιερωμένη στην Κριμαία μόνο τυχαίο δεν είναι. Πρόκειται για σιωπηλή αποδοχή της προσάρτησης της Κριμαίας από τη Ρωσία. Στην πραγματικότητα πρόκειται για παραδοχή αδυναμίας.
Στην παρούσα φάση η Δύση βρίσκεται σε θέση παρόμοια με αυτή της κυβέρνησης του Κωνσταντίνου Καραμανλή στις αρχές Αυγούστου του 1974: εύχεται, ή μάλλον προσεύχεται, να περιοριστεί η Ρωσία στην προσάρτηση της Κριμαίας, αφήνοντας την κυβέρνηση του Κιέβου να ρυθμίσει, όπως μπορεί, τις σχέσεις της με το ρωσόφωνο πληθυσμό.  Παράλληλα προσπαθεί να κερδίσει χρόνο για να συγκροτήσει μια στρατηγική απέναντι σε μια κρίση η οποία προαναγγέλλεται μακράς διαρκείας.
Από την πλευρά του ο Πούτιν θα επιδιώξει να εκμεταλλευτεί στο έπακρο το πλεονέκτημα που του προσέφερε στο πιάτο ο συνδυασμός απουσίας στρατηγικής και αλαζονείας της ΕΕ - και πρωτίστως της Γερμανίας - από την αρχή της ουκρανικής κρίσης.
Θα είχαν λογική οι βόλτες του - υπηρεσιακού, καθ' όσον το κόμμα του είχε βρεθεί εκτός Βουλής στις εκλογές -  Γερμανού ΥΠΕΞ Γκουίντο Βεστερβέλλε στην Πλατεία Μαϊντάν τον περασμένο Νοέμβριο, κι ενώ ήδη είχε δώσει στην εξέγερση το στίγμα του ο Δεξιός Τομέας, αν η Γερμανία και η ΕΕ είχαν ήδη λύσει το ζήτημα της τροφοδοσίας τους σε φυσικό αέριο κι αν οι ευρωπαϊκές εξαγωγές στη Ρωσία, αρχής γενομένης των γερμανικών, ήταν αμελητέες
Μόνο η ζημιά της Ελλάδας από το ενδεχόμενο διακοπής των εμπορικών σχέσεων με τη Ρωσία θα ήταν γύρω στα 10 δισεκατομμύρια ευρώ, σύμφωνα με κάποιες εκτιμήσεις οι οποίες, χρήζουν με διασταύρωσης, δίνουν όμως μια πρώτη γεύση. Ανάλογης τάξης θα ήταν το κόστος για την ιταλική οικονομία, για να μη μιλήσουμε για τις επιπτώσεις στη γερμανική βιομηχανία από το ενδεχόμενο πλήρους διακοπής της προμήθειας σε ρωσικό αέριο.
Ούτε εναλλακτικοί δρόμοι προμήθειας σε αέριο της Γερμανίας υπήρχαν - και για να δημιουργηθούν χρειάζονται αρκετοί μήνες - ούτε η Δύση (ΗΠΑ+ΕΕ) ήταν έτοιμη να πράξει αυτό που έπραξε ο Πρόεδρος Κένεντι στην κρίση της Κούβας: να απειλήσει τη Ρωσία με πυρηνικό πόλεμο.  
Για όλους αυτούς τους λόγους είναι παντελώς ακατανόητη η υιοθέτηση από μέρους της Γερμανίας και όλης της ΕΕ της πολωνικής υστερικής στάσης απέναντι στα πράγματα - η οποία δικαιολογείται ιστορικά αλλά σε κάθε περίπτωση είναι εθνικιστική υστερία ανάλογη με την αντιτουρκική υστερία των Ελλήνων πολιτικών - , η άρνηση να δουν ότι τα πράγματα έπαιρναν επικίνδυνη τροπή, όταν ο Εσθονός Πρωθυπουργός προειδοποιούσε τη Λαίδη Άστον ότι, μέρος τουλάχιστον, των ελεύθερων σκοπευτών στην Πλατεία Μαϊντάν προέρχονταν από το Δεξιό Τομέα.
Εξ ίσου ακατανόητη και αδιανόητη είναι η στάση της ουκρανικής κυβέρνησης. Αντί να προσπαθήσει να καθησυχάσει τους ρωσόφωνους Ουκρανούς πολίτες, το 50% του πληθυσμού της χώρας δηλαδή, ψήφισε νόμο που απαγόρευε τη διδασκαλία της ρωσικής γλώσσας και τη χρήση της στη διοίκηση. Κι αυτό ενώ ήταν δεδομένο, και αποδείχθηκε πανηγυρικά, ότι η συνοχή των ουκρανικών ενόπλων δυνάμεων είναι χαμηλότερη από αυτή του λιβανικού στρατού. Η δέσμευση δε της ουκρανικής κυβέρνησης να καταγγείλει όλες τις στρατιωτικής φύσης συμφωνίες με τη Ρωσία μόνο με την αφελή πεποίθηση του ταξίαρχου Ιωαννίδη ότι θα ενώσει την Κύπρο με την Ελλάδα χωρίς να αντιδράσει η Τουρκία μπορεί να συκγκριθεί.
Αντίθετα η Ρωσία είχε από την αρχή της κρίσης σαφείς στόχους. Κατέστησε σαφές στον ανατραπέντα Πρόεδρο Γιανουκόβιτς ότι, αν θέλει ρωσική βοήθεια, πρέπει να καταστείλει βίαια τις διαδηλώσεις και να καταστήσει την Ουκρανία ρωσικό δορυφόρο. Όταν ο τελευταίος ανετράπη, προειδοποίησε με σαφήνεια ότι δε θα δεχθεί την παραμικρή αλλαγή στο status quo της Ουκρανίας. Όταν διαπίστωσε ότι οι προειδοποιήσεις του δεν ελήφθησαν στα σοβαρά ο Πούτιν προχώρησε στην προσάρτηση της Κριμαίας τονώνοντας στο έπακρο το ρωσικό εθνικισμό. 
Η απουσία ή, για την ακρίβεια, το μη ανεκτό κόστος μιας αντίδρασης από πλευράς Δύσης, έδωσε στον Πούτιν μια εύκολη νίκη. Ο οποίος επιθυμεί διακαώς μια αναβίωση του Ψυχρού Πολέμου, προκειμένου να επιβάλει οριστικά και αμετάκλητα τη δικτατορία του στη Ρωσία. Και, για το λόγο αυτό, είναι διατεθειμένος να υποστεί κυρώσεις για τις οποίες θα φταίνε «οι κατάσκοποι της Δύσης», όπως συνηθίζει να αποκαλεί ο μηχανισμός προπαγάνδας του τις οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών και τα κόμματα της αντιπολίτευσης που ακόμα υπάρχουν.
Αυτό που πλέον είναι άδηλο είναι η διάρκεια της ουκρανικής κρίσης και το μέλλον της Ουκρανίας. Η Ουκρανία ως ενιαία ισχυρή κρατική οντότητα είναι μάλλον παρελθόν. Ο ουκρανικός στρατός είναι αμφίβολο αν είναι σε θέση να αντιπαρατεθεί με τις ενισχυόμενες από τη Ρωσία πολιτοφυλακές, κυρίως διότι είναι άγνωστος ο βαθμός νομιμοφροσύνης προς το νέο καθεστώς των στελεχών του. οι με ταχείς ρυθμούς συγκροτούμενες δυνάμεις πολιτοφυλακής από τον Δεξιό Τομέα, αφ' ενός υστερούν των ρωσόφωνων πολιτοφυλακών σε ποιότητα εξοπλισμού, αφ' ετέρου η εμπλοκή τους θα είναι μια καλή πρόφαση για την ανοιχτή στρατιωτική στήριξη του Πούτιν στους ρωσόφωνους.
Το μέγα ερωτηματικό είναι «τι πραγματικά θέλει ο Πούτιν». Η οικονομική κατάσταση της Ουκρανίας λέει πως, λογικά δεν επιθυμεί να αποκτήσει νέες επαρχίες με ανάγκες που δε θα είναι σε θέση να ικανοποιήσει. Το πιο πιθανό επομένως είναι, να επιδιώξει ένα νέο σύνταγμα της Ουκρανίας με αδύναμη κεντρική κυβέρνηση και αυξημένες εξουσίες στις αυτόνομες περιοχές, τόσο που θα του διασφαλίζει την απόλυτη ουδετερότητα της Ουκρανίας. Ταυτοχρόνως θα ξαναρχίσουν απρόσκοπτα οι εμπορικές σχέσεις της Ρωσίας με τη Δύση. Business as usual.
Προϋπόθεση όμως για να συμβεί αυτό είναι η ουκρανική κυβέρνηση να αντιληφθεί τον πραγματικό συσχετισμό δυνάμεων στην περιοχή, κάτι που δεν είναι βέβαιο είναι πως μπορεί να το κάνει, αλλά και αν το κάνει, δεν είναι καθόλου βέβαιο πως μπορεί να επιβάλει την επιλογή της σε έναν διαρκώς ενισχυόμενο στη δυτική Ουκρανία Δεξιό Τομέα.

Γιάννης Χρυσοβέργης
 
Υ.Γ. 1 Η εντολή του μεταβατικού Ουκρανού Προέδρου προς τις ένοπλες δυνάμεις να «ξαναρχίσουν την αντιτρομοκρατική επιχείρηση», την ώρα που γράφονταν αυτές οι γραμμές, δικαιώνει δυσάρεστα το συντάκτη τους.
Υ.Γ. 2  Για δεύτερη φορά σε διάστημα τριών ετών - η πρώτη ήταν στη Λιβύη - οι ΗΠΑ βρίσκεται στη δυσάρεστη θέση να σύρονται από τους Ευρωπαίους συμμάχους τους σε μια κρίση που δεν επέλεξαν. Η διαφορά στην περίπτωση αυτή είναι πως, ό,τι και αν συμβεί στην Ουκρανία, το τέλος της πολιτικής αυτονομίας της ΕΕ έναντι των ΗΠΑ είναι δεδομένο. Από την άποψη αυτή, η αντίδραση της Λαίδης Άστον  στις πληροφορίες του Εσθονού Πρωθυπουργού περί ελεύθερων σκοπευτών μπορεί και να μην ήταν τόσο «αφελής».



2 σχόλια:

Ιωάννης Μανομενίδης είπε...

Νομίζω είναι λάθος η σύγκριση με την Κύπρο, κι εθνικά επιζήμια. Προσωπικά άκουσα τον Ρώσο πρέσβη στο Συμβούλιο Ασφαλέιας του ΟΗΕ όταν ξέπσασε η κρίση απαντώντας στον Ουκρανό Πρωθυπουργό, που έκανα σαφώς σύγκριση με το Κόσσοβο και κάποια νησιά που επενέβη η Γαλλία, θεωρώντας ότι η Δύση δεν μπορεί να χρησιμοπιεί δύο μέτρα και δύο σταθμά. Παρόλα αυτά, δεν έκανε καμία αναφορά στην Κύπρο που ποτέ δεν έχει νομιμοποιηθεί ο διχασμός του νησιού με εξωτερική επιβολή. Έχει διαφορά. Όπως διαφορά έχει και το ότι ο Ιωαννίδης έκανε πραξικόπημα, ενώ η Ουκρανία διαχειρίζεται μία τυπικά εσωτεριή της υπόθεση. Κατά τα λοιπά υπάεχουν σωστές διαπιστώσεις μέσα στο κέιμενο για το λανθασμένο χειρισμό της υπόθεσης από την Ουκρανική Κυβέρνηση (μεταβατική κι ανέτοιμη να διαχειριστεί την κρίση με κακούς κι επιπόλαιους συμβούλους από τη Δύση.

Άτακτος Λόγος είπε...

Κύριε Μανομενίδη,
Κατ' αρχή σας ευχαριστώ για το σχόλιό σας.
Θα σας πρότεινα όμως να κάνετε μια σειρά παραλληλισμών. Ο πρώτος είναι οι έντονες πολιτισμικές διαφορές (θρησκευτικές, γλωσσικές, τρόπου ζωής, και εθνικής ταυτότητας) μεταξύ της αγροτικής, καθολικής δυτικής Ουκρανίας και της ορθόδοξης βιομηχανικής και ρωσόφωνης ανατολικής Ουκρανίας. Επιπλέον, στη διάρκεια της ναζιστικής κατοχής σημαντικός αριθμός κατοίκων της δυτικής Ουκρανίας είχε ενταχθεί στις στρατιωτικές δυνάμεις Κατοχής, σε αντίθεση με τον πληθυσμό της ανατολικής Ουκρανίας που είχε συγκροτήσει το πιο ισχυρό αντάρτικο στις κατεχόμενες ζώνες της ΕΣΣΔ.
Ακόμα, να αντιπαραβάλετε την εκτός τόπου και χρόνου και χωρίς συναίσθηση των συσχετισμών δυνάμεων θεώρηση του ζητήματος από πλευράς Ελλήνων και Ελληνοκυπρίων πολιτικών με αυτή των δυτικόφιλων πολιτικών της Ουκρανίας, αλλά και αυτή της γερμανικής και της πολωνικής πολιτικής ηγεσίας.
Οι παραλληλισμοί σε επίπεδο συμβολισμών τελειώνουν εδώ.
Ο Ρώσος πρεσβευτής στον ΟΗΕ αναφέρθηκε στο Κόσοβο και όχι στην Κύπρο, ως προς το ζήτημα της Κριμαίας.
Εγώ, παραλληλίζω την εξέλιξη της κατάστασης στην Ουκρανία με το Κυπριακό, διότι πέρα από όσα προανέφερα, αυτή τη στιγμή, οι συζητούμενες λύσεις της κρίσης περιλαμβάνουν τα στοιχεία των λύσεων που κατά καιρούς έχουν προταθεί για το Κυπριακό: μια αδύναμη κεντρική εξουσία, ισχυρές τοπικές κυβερνήσεις με δικαιώματα ακόμα και αρνησικυρίας στις αποφάσεις της κεντρικής κυβέρνησης.
Τώρα για το χαρακτηρισμό του παραλληλισμού που έκανα ως «εθνικά επιζήμιου» θα διαφωνήσω μαζί σας. Θα προτιμούσα να δω αυτές τις αναλογίες μεταξύ του Κυπριακού και του νέου Ουκρανικού ζητήματος ως μια ευκαιρία για να συνειδητοποιήσουν οι Έλληνες και Ελληνοκύπριοι πολιτικοί τις καταστροφικές επιλογές τους στο παρελθόν,και να κάνουν επιτέλους αυτό που ποτέ δεν έκαναν επί 60 συναπτά έτη. Να χαράξουν τακτικές και στρατηγικές λαμβάνοντας υπ' όψιν τους πραγματικούς και όχι τους φαντασιακούς συσχετισμούς δυνάμεων.

Γιάννης Χρυσοβέργης