Τρίτη, 26 Ιουλίου 2011

Μια ανάλυση για τη σημασία των αποφάσεων της 21ης Ιουλίου

Τον Λαπατσιώρα τον έχω παρακολουθήσει σε σεμινάρια με αντικείμενο την οικονομία. Ασχολείται συστηματικά με την κρίση των τελευταίων ετών και με το ρόλο του χρηματιστικού κεφαλαίου σε αυτήν την ιστορία. Ως εκ τούτου αξίζει να διαβαστεί το παρακάτω άρθρο του, που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα "Εποχή" της περασμένης Κυριακής για τις αποφάσεις της πρόσφατης συνόδου των ηγετών της Ευρωζώνης.

Γιώργος Αιμ. Σκιάνης

ΑΥΞΑΝΕΤΑΙ ΑΠΑΓΟΡΕΥΤΙΚΑ ΤΟ ΚΟΣΤΟΣ ΔΙΑΤΗΡΗΣΗΣ ΤΗΣ ΕΥΡΩΖΩΝΗΣ




ΠΗΓΗ: ΕΠΟΧΗ (24/7/2011)

Του Σπύρου Λαπατσιώρα

Η ευρωπαϊκή στρατηγική αντιμετώπισης της κρίσης του 2008 από τη στιγμή που διαμορφώθηκε έθετε ένα ερώτημα για τις δυνατότητες επίτευξης των στόχων της: πόσες χρεοκοπίες κρατών και νοικοκυριών, ανεργία, πτώση μισθών, απώλειες ασφαλιστικών ταμείων, μπορεί να αντέξει η Ευρώπη. Αυτό το ερώτημα παραγόταν αναγκαία, επειδή η στρατηγική έχει ως ρητό στόχο, ο οποίος προσδιορίζει την ορθολογικότητά της, την εμβάθυνση του νεοφιλελευθερισμού. Καθοδηγείται από τη σύλληψη της κρίσης ως ευκαιρίας να υπάρξει μία ιστορικών διαστάσεων για την Ευρώπη αλλαγή των ταξικών συσχετισμών προς όφελος του κεφαλαίου μεταλλάσσοντας τις κοινωνίες της σε ό,τι απαιτεί η εύρυθμη λειτουργία των αγορών και του κόσμου του χρήματος. Με αυτή τη στρατηγική, όπως αναμενόταν, οδηγηθήκαμε στη μη-βιωσιμότητα του ελληνικού δημόσιου χρέους –έμμεσα αλλά σαφέστατα και στην τελευταία έκθεση του ΔΝΤ, το οποίο απαίτησε σαφείς και ολοκληρωμένες λύσεις από τους εταίρους στην Ε.Ε. που να καθιστούν βιώσιμη την περίπτωση της Ελλάδας. Οι πολιτικές υλοποίησης αυτής της στρατηγικής οδήγησαν επίσης μία αρχικά περιορισμένη αλλά διαχειρίσιμη κρίση χρηματοδότησης (την ελληνική) να γίνει με γρήγορο ρυθμό κρίση δημόσιου χρέους που αφορά όλη την ευρωζώνη, πλέον όχι θεωρητικά αλλά έμπρακτα από την προηγούμενη εβδομάδα που η Ιταλία είδε τα επιτόκια των ομολόγων της να αγγίζουν το 6%.Αυτά τα ερωτήματα, μη-βιωσιμότητα του ελληνικού δημόσιου χρέους και η έναρξη αμφισβήτησης του αξιόχρεου του ιταλικού χρέους, με πιθανές και ορατές συνέπειες την αποσταθεροποίηση της ευρωζώνης και του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος αποτελούσαν τα ερωτήματα αυτής της Συνόδου.

Η σύγκρουση για τις πολιτικές που θα υλοποιήσουν τη νεοφιλελεύθερη στρατηγική και θα δίνουν λύση σε αυτά τα προβλήματα έληξε, προσωρινά, προς όφελος του ακραίου νεοφιλελευθερισμού που εκφράζει η κα Μέρκελ με τη συμπερίληψη στις αποφάσεις αυτού που είχε κάνει σημαία της για τη Σύνοδο: της δυνατότητας οι κάτοχοι ομολόγων να υποστούν ζημιά, παραιτούμενοι μέρους των απαιτήσεων που έχουν.

Αναγκαστική «γενναιοδωρία»

Για την Ελλάδα, το αποτέλεσμα εμφανίζεται αρκετά γενναιόδωρο στο πλαίσιο των πολιτικών του μνημονίου. Λύνονται τα προβλήματα χρηματοδότησης αυτής της πολιτικής. Νέος μακροχρόνιος δανεισμός (30 χρόνια διάρκεια αποπληρωμής με δεκαετή περίοδο χάριτος), χαμηλό επιτόκιο, επιμήκυνση της αποπληρωμής του πρώτου δανείου. Μορφές επιμήκυνσης των ομολόγων που λήγουν μαζί με το υπαρκτό αλλά ασήμαντο ως μέγεθος «κούρεμα». Όλα αυτά ισοδυναμούν με την απομάκρυνση από τις αγορές για μεγάλο χρονικό διάστημα, το οποίο συνιστά αναγνώριση της αποτυχίας ως προς τους στόχους που επικαλούταν το μνημόνιο. Εν τούτοις, δεν γνωρίζουμε λεπτομέρειες για τον τρόπο υλοποίησης αυτών των μέτρων και αυτό είναι αρκετά σημαντικό.Ωστόσο, δεν αντιμετωπίζεται το ζήτημα της βιωσιμότητας του ελληνικού χρέους. Απλά μετατίθεται στο μέλλον. Αναμενόμενα συνεχίζονται οι πολιτικές λιτότητας και ιδιωτικοποιήσεων του μνημονίου με μεγαλύτερη ένταση, νέα αυστηρότερη επιτήρηση και περαιτέρω περιορισμό του χώρου όπου λαμβάνονται δημοκρατικά οι αποφάσεις. Τα μέτρα αυτά ούτε θα οδηγήσουν σε έξοδο από την ύφεση, ούτε θα οδηγήσουν σε πιστωτική επέκταση το τραπεζικό σύστημα, παρά τη μεγάλη στήριξή του. Αναμενόμενα δεν λύνονται οι ανάγκες χρηματοδότησης για τη μείωση της ανεργίας. Υπάρχουν υποσχέσεις επενδύσεων που θα καθοδηγούνται από την τεχνογνωσία του νεοφιλελευθερισμού σε αυτές.

Αυτή η «γενναιοδωρία» είναι από τη μία μεριά αναγκαστική. Αδυναμία επιστροφής σε αγορές και επίδραση σε άλλες χώρες. Μεταθέτοντας τα προβλήματα χρηματοδότησης δίνουν το χρόνο, απερίσπαστα, να ελαστικοποιηθούν περαιτέρω οι εργασιακές σχέσεις, να μικρύνει το ιστορικό όριο των αναγκών των εργαζομένων, να ολοκληρωθεί η μετάλλαξη της ελληνικής κοινωνίας στα πρότυπα του ακραίου νεοφιλελευθερισμού. Ωστόσο, η μη αναμενόμενη έκταση των διευκολύνσεων συνδέεται και με την Ιταλία και το φόβο γενίκευσης της κρίσης χρηματοδότησης σε όλη την Ευρώπη. Μέσω μια μη-αναμενόμενης «ισχυρής» πρότασης σηματοδοτούν ότι είναι αποφασισμένοι να κάνουν ό,τι χρειαστεί για να αντιμετωπίσουν προβλήματα, ακόμη και ενσωματώνοντας στοιχεία τα οποία δεν παράγονται ευθέως από αυτή η στρατηγική. Εδώ εντάσσεται και η διεύρυνση των επιλογών και λειτουργιών του EFSF, στοιχεία τα οποία αν υπήρχαν πέρυσι δεν θα μπορούσαν η Ελλάδα ή/και η Πορτογαλία να οδηγηθούν όπως οδηγήθηκαν στο μνημόνιο. Αυτό αποτελεί σημαντική εξέλιξη, αλλά ασθενή ακόμη λόγω της μη επάρκειας των πόρων για τα προβλήματα που πιθανότατα θα κληθεί να αντιμετωπίσει -σημειώνουμε επίσης ότι η διάθεση σημαντικών ποσών αυξάνει σημαντικά το χρέος της ίδιας της Γερμανίας.

Μια στρατηγική στα όριά της

Η «μέθοδος» που σηματοδοτεί αυτή η απόφαση είναι η ίδια με άλλες. Μία πολιτική, προϊόν συμβιβασμού, η οποία καθώς επιτυγχάνει σε πρωτεύοντες στόχους (εμβάθυνση νεοφιλελευθερισμού) μεγεθύνει τα προβλήματα τα οποία επικαλείται για να νομιμοποιηθεί ως αναγκαία (δημόσιο χρέος). Η μεγέθυνση των προβλημάτων δημιουργεί επεισόδια τα οποία επιχειρεί να διαχειριστεί με «μπαλώματα» και μετάθεση της επίλυσης τους, εντείνοντάς τα και στενεύοντας το χρονικό ορίζοντα που μπορούν οι μεταθέσεις να λειτουργούν. Πρόκειται για υλοποίηση μίας στρατηγικής που έχει αρχίσει να συναντά τα όρια της. Οδηγούμαστε πλέον στο σημείο που είναι λογικό να σκέπτεται κανείς ότι η αμφισβήτηση του αξιόχρεου της Ιταλίας ή άλλης «μεγάλης» χώρας είναι πολύ πιθανή εξέλιξη και αυτό οδηγεί σε υψηλά και πιθανώς απαγορευτικά επίπεδα το κόστος διατήρησης της ευρωζώνης αν δεν αλλάξουν άμεσα βασικοί άξονες των πολιτικών που ακολουθούνται.

Μπορούμε να ανιχνεύσουμε σε αυτήν την απόφαση ότι πλέον αναγνωρίζεται ότι η αναπτυσσόμενη κρίση χρέους, αντιμετωπίζεται εκτός αγορών με αύξηση του διακρατικού δανεισμού, ότι απαιτείται παραίτηση του τραπεζικού τομέα από ένα μέρος των αξιώσεών του (η απόφαση αγνοεί πλήρως τις απώλειες που θα αντιμετωπίσουν τα ασφαλιστικά ταμεία). Επίσης, ότι ο τραπεζικός τομέας καλό είναι να είναι υπό πολιτικό έλεγχο και ότι απαιτείται ένα πρόγραμμα επενδύσεων – αλληλεγγύης προς όποιο κράτος έχει πρόβλημα χρηματοδότησης. Με άλλα λόγια αναγνωρίζονται ως έγκυρες όλες οι αρνήσεις βασικών πυλώνων που οργάνωσαν τις τρέχουσες πολιτικές –φυσικά πάντα ενσωματωμένες στην ακραία νεοφιλελεύθερη στρατηγική που ακολουθείται.

1 σχόλιο:

Άτακτος Λόγος είπε...

Η ανάλυση σε γενικές γραμμές με βρίσκει σύμφωνο.
Το ενδιαφέρον και το πρόβλημα είναι η πενία ιδεών αντιμετώπισης της κρίσης καθ' υπέρβαση και - υποχρεωτικά - σε σύγκρουση με το νεοφιλελεύθερο πλαίσιο.

Γιάννης Χρυσοβέργης