Τρίτη, 23 Ιουνίου 2015

REQUIEM

Τα όσα συνέβησαν στη διάρκεια της τελευταίας πενταετίας δοκίμασαν σε ακραίο βαθμό την προσωπική μου πίστη στην αναγκαιότητα μιας Ευρωπαϊκής πολιτικής ομοσπονδίας, μια επιλογή που επί 35 σχεδόν χρόνια είχα υπερασπιστεί με πάθος. 
Απόψε είμαι πεπεισμένος ότι είχα λαθέψει. Αυτό για το οποίο είχα αγωνιστεί εξελίχθηκε σε μια στυγνή δικτατορία της γραφειοκρατίας των Βρυξελλών και της γερμανικής πολιτικής ελίτ.
Σε αυτή την Ευρώπη είμαι εχθρός. 

 Πέντε χρόνια τώρα έχω βαρεθεί να ακούω Ευρωπαίους πολιτικούς να αξιώνουν από τις ελληνικές κυβερνήσεις τη λήψη μέτρων που παραβιάζουν ασύστολα την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, για να βελτιωθεί η ανταγωνιστικότητα της χώρας.
Πέντε χρόνια τώρα έχω βαρεθεί να ακούω δημοσιογράφους περισσότερο ή λιγότερο «έγκριτων» ΜΜΕ να θεωρούν αυτονόητο πως πρέπει να έχω λιγότερα δικαιώματα από τους υπόλοιπους Ευρωπαίους πολίτες.
Πέντε χρόνια τώρα έχω βαρεθεί να βλέπω την πλειοψηφία των πολιτών σε όλες ανεξαιρέτως τις χώρες της Ευρωζώνης να θεωρούν επίσης αυτονόητο πως δεν πρέπει να έχω τα ίδια δικαιώματα με αυτούς.
Πέντε χρόνια τώρα έχω βαρεθεί να βλέπω μια δράκα χορτασμένων γραφειοκρατών να αποφασίζουν τι πρέπει να κάνω και τι όχι, στο απυρόβλητο κάθε ελέγχου από τα θεσμικά ευρωπαϊκά όργανα.
Πέντε χρόνια τώρα έχω βαρεθεί να ακούω γραφειοκράτες των Βρυξελλών με πενταψήφιους μηνιαίους μισθούς να μου λένε ότι «είμαι τεμπέλης» κι ας μην έχουν δουλέψει ούτε μια μέρα στη ζωή τους με τους ρυθμούς που εργάζομαι από τη μέρα που μπήκα στην αγορά εργασίας.
Πέντε χρόνια τώρα έχω βαρεθεί να ακούω τα ντόπια τους παπαγαλάκια, με τα κουστούμια και τα συνολάκια που αγοράστηκαν με τρεις έως πέντε μηνιαίους μισθούς μου να μου λένε ότι «είμαι διεφθαρμένος» κι ότι «κερδίζω πολλά χρήματα».
Πέντε χρόνια τώρα έχω βαρεθεί να ακούω ανθρώπους που ποτέ τους δεν έψαξαν για δουλειά να αξιώνουν απελευθέρωση των απολύσεων.
Πέντε χρόνια τώρα έχω βαρεθεί να ακούω να βαφτίζεται «μεταρρύθμιση» η αξίωση για περικοπή συντάξεων των 300 ευρώ, το κλείσιμο σχολείων και νοσοκομείων
Τρία χρόνια τώρα έχω βαρεθεί να ακούω τις «νουθεσίες» και τις απροκάλυπτες απειλές όλων των παραπάνω, να μην «παρασυρθώ από τους επικίνδυνους λαϊκιστές» και να ψηφίσω τους πειθήνιους εκτελεστές των εντολών τους.
Πέντε μήνες τώρα έχω βαρεθεί να τους βλέπω να εργάζονται ανοιχτά για την ανατροπή της κυβέρνησης που ψήφισα, να αξιώνουν ευθέως καθαιρέσεις υπουργών, μέσω «διαρροών σε έγκριτα ΜΜΕ».
Αυτή η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν έχει τίποτα κοινό με την δημοκρατική Ευρώπη την οποία οραματίστηκα και υπερασπίστηκα με πάθος για περισσότερα από 30 χρόνια.
Ακόμα κι αν υποθέσουμε ότι αύριο μεθαύριο η κυβέρνηση αυτή δε θα υποχρεωθεί  σε χωρίς όρους συνθηκολόγηση, όπως είναι το πιο πιθανό, αλλά ότι θα πετύχει τη βέλτιστη δυνατή συμφωνία, αυτή τη Ευρώπη  και πάλι δε θα είναι η Ευρώπη που οραματίστηκα.
Δε θα είναι η Ευρώπη που οραματίστηκα γιατί το αποτέλεσμα της διαπραγμάτευσης θα είναι προϊόν μιας διμερούς συμφωνίας της Γερμανίδας Καγκελαρίου με τον Έλληνα Πρωθυπουργό. Όλοι οι υπόλοιποι ευρωπαϊκοί θεσμικοί παράγοντες, σε όλη αυτή τη διαδικασία, επέλεξαν είτε, στην καλύτερη περίπτωση, το ρόλο του αγγελιοφόρου ένθεν κακείθεν, είτε, στη χειρότερη περίπτωση,  το ρόλο του τραμπούκου του αφεντικού (της Γερμανίδας Καγκελαρίου δηλαδή) ή του γελωτοποιού του.
Κι ενώ η συμφωνία θα επικυρωθεί από σημαντικό αριθμό εθνικών κοινοβουλίων, η γνώμη του μοναδικού άμεσα νομιμοποιημένου από τη λαϊκή κυριαρχία ευρωπαϊκού θεσμού, του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου,  ούτε καν θα ζητηθεί.
Στη Σύνοδο Κορυφής της προσεχούς Πέμπτης θα προταθεί από τους εκπροσώπους των «ευρωπαϊκών θεσμών» η δημιουργία θέσης «υπουργού οικονομικών της Ευρωζώνης», ο οποίος θα είναι ο απόλυτος κυρίαρχος της οικονομικής πολιτικής, μιας και η πρόταση δεν προβλέπει την εκλογή του - ούτε βεβαίως τη λογοδοσία του - από κάποιο όργανο νομιμοποιημένο από τη λαϊκή κυριαρχία  
Όχι, αυτή η Ευρώπη σίγουρα δεν είναι η δική μου Ευρώπη. Και δεν έχω αμφιβολία ότι αυτό το τέρας που δημιουργήθηκε δε μεταρρυθμίζεται. 
Είναι γεγονός, πως δεν έχω εναλλακτική πρόταση να προτείνω. Δεν ξέρω πώς να απαλύνω τους φόβους του συμπολίτη μου που με ρωτάει «άντε και ξεμπερδέψαμε με δαύτους, μετά τι κάνουμε;». Ούτε και πιστεύω ότι υπάρχει άνθρωπος που έχει έτοιμες λύσεις.
Πιστεύω όμως ότι πρέπει να εργαστώ για την απεμπλοκή της χώρας της οποίας έτυχε να είμαι πολίτης από τα νύχια του. Γιατί, σε κάθε περίπτωση, δεν είναι δυνατό να αφήσουμε αυτό το τόσο σοβαρό ζήτημα, γιατί για ζήτημα Δημοκρατίας πρόκειται, στα νύχια των νεοναζί της ΧΡΥΣΗΣ ΑΥΓΗΣ.
Το κείμενό μου αυτό ήταν το πρώτο μετά από μήνες σιωπής. Θα είναι και το τελευταίο για απροσδιόριστο χρονικό διάστημα. Έχω ανάγκη από περισυλλογή, ανάγκη να χτίσω ένα νέο προσωπικό όραμα, να δώσω απαντήσεις πρώτα στον εαυτό μου και μετά σε όσους με ρωτάνε.
Κι εδώ υπεισέρχεται ένα ακόμα προσωπικό στοίχημα. Να μπορέσω να διατηρήσω εγκάρδιες, ή έστω πολιτισμένες, σχέσεις με πρόσωπα που είμασταν μαζί όλα αυτά τα χρόνια, αλλά που ανάμεσα στη Δημοκρατία και στην Ευρώπη, για δικούς τους προσωπικούς λόγους και συμφέροντα, προέταξαν τη δεύτερη. Γιατί θα με βρίσκουν απέναντί τους σε κάθε τους προσπάθεια να επιβάλουν τη βούληση της Ευρώπης ενάντια σε κάθε έννοια Δημοκρατίας.
Κλείνοντας αυτό το μακροσκελές κείμενο θέλω να ευχαριστήσω - κι ας μην το μάθουν ποτέ οι ενδιαφερόμενοι - την κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, γιατί αυτούς τους πέντε μήνες, με τις προσπάθειές της, μου επέτρεψε να δώσω μια τελευταία ευκαιρία σε ένα κουρελιασμένο όραμα.
Κι ακόμα τις εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπων σε όλη την Ευρώπη, που δε χάνουν την ευκαιρία να διαδηλώνουν τη συμπαράστασή τους στον ελληνικό λαό. 

Καληνύχτα και καλή τύχη

Γιάννης Χρυσοβέργης