Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΣΟΚ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΣΟΚ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 9 Ιανουαρίου 2025

ΜΙΑ ΠΟΛΥ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΑΠΟΤΙΜΗΣΗ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥ ΑΠΟΤΥΠΩΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΣΗΜΙΤΗ

 

Ως πολιτικός χαρακτηρίστηκε από ρεαλισμό σε βαθμό ακρότατου κυνισμού. Από τις 5 του Γενάρη, οπότε και έγινε παρελθόν έχει γραφεί πλήθος αποτιμήσεων του έργου του. 

Από τις πλέον γλιτσιασμένες αγιογραφίες με την υπογραφή γνωστών καλαμαράδων στην υπηρεσία των «ιδιοκτητών αυτής της χώρας» μέχρι τους σκατόψυχους λίβελλους με την υπογραφή των πλέον διαβόητων ακροδεξιών αποβρασμάτων.

Ανάμεσα σ' αυτά τα δυο άκρα οι συγκινητικές αναφορές αυτών που τον αγάπησαν -που, με όλο το σεβασμό που τρέφω για κάποιους από αυτούς, δεν με πείθουν- και οι προσπάθειες μιας ψύχραιμης αποτίμησης του πολιτικού του αποτυπώματος. Μια από αυτές τις τελευταίες φιλοδοξώ να είναι και η δική μου.

Η ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ ΜΕ ΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ

Δεν υπάρχει η παραμικρή αμφιβολία πως ο Κώστας Σημίτης υπήρξε ο ΜΟΝΟΣ Έλληνας πρωθυπουργός που είχε τα κότσια -δεν γράφω «τα αρχίδια» γιατί η προσωπική μου εμπειρία λέει πως το θάρρος είναι πολύ περισσότερο ίδιον των γυναικών παρά των ανδρών- να συγκρουστεί με την Εκκλησία.

Η κατάργηση της αναγραφής του θρησκεύματος στις ταυτότητες των πολιτών στέρησε από την Εκκλησία ένα σημαντικό όπλο εκβιασμού και περιθωριοποίησης των των ετερόδοξων (άθεων, πιστών άλλων δογμάτων ή άλλων θρησκειών).

Στη μάχη αυτή ο Σημίτης υπήρξε απελπιστικά μόνος μέσα στο κόμμα του, καθώς το σύνολο σχεδόν  της κοινοβουλευτικής του ομάδας και του υπουργικού του συμβουλίου όχι απλώς απείχε επιδεικτικά από την υπεράσπιση του μέτρου αλλά, εν μέσω λαοσυνάξεων του Ιερό(Χριστό)δουλου επέμενε να φυλάει κατουρημένες παπαδίστικες ποδιές.

Εκτός του κόμματός του η μοναδική στήριξη ήρθε από το ΣΥΡΙΖΑ, καθώς το ΚΚΕ όχι μόνο προτίμησε μια καιροσκοπική σιωπή, αλλά διέγραψε με συνοπτικές διαδικασίες δυο στελέχη του με σχεδόν 40 χρόνια κομματικής ζωής (τον τ. αντιπρόεδρο της Βουλής και επί δεκαετίες προβεβλημένο συνδικαλιστή Μήτσο Κωστόπουλο και τον τότε Ευρωβουλευτή Γιάννη Θεωνά) καθώς και τον υπεύθυνο τύπου του κόμματος Μάκη Κοψίδη. Το «έγκλημα» των τριών; Είχαν ζητήσει δημόσια να γίνει η Αριστερά μπροστάρης στον αγώνα για το χωρισμό Κράτους-Εκκλησίας -αντίθετα η «θεοσεβούμενη»(;) Λιάνα Κανέλλη ζει και βασιλεύει-.

Το σημαντικότερο όλων όμως είναι ότι η σύγκρουση αυτή του Σημίτη με την Εκκλησία μπορεί να φανάτισε και να συσπείρωσε στο έπακρο την Ακροδεξιά, αλλά είχε ολίγιστο πολιτικό κόστος, όπως αποδείχθηκε από από τις εκλογές που έγιναν τέσσερα χρόνια μετά.

ΟΙ ΣΧΕΣΕΙΣ ΜΕ ΤΗΝ ΤΟΥΡΚΙΑ

Η έναρξη της πρωθυπουργίας Σημίτη σηματοδοτήθηκε από την κρίση των Ιμίων, μια κρίση που ξεκίνησε από την κόντρα τοπικών Ελλήνων και Τούρκων ψαράδων για τον έλεγχο των περιοχών αναπαραγωγής της τσιπούρας και, με τη βοήθεια -ή, καλύτερα, την ανευθυνότητα- του τότε Δημάρχου Καλύμνου Διακομιχάλη εξελίχθηκε σε μείζονα ελληνοτουρκική κρίση.

Ο Σημίτης κατηγορήθηκε για εθνική προδοσία από τους «πατριώτες» της Δεξιάς και της Αριστεράς για τον τρόπο που διαχειρίστηκε την κρίση και για τις δημόσιες ευχαριστίες του προς τον Αμερικανό πρόεδρο Κλίντον για τη συμβολή του στην αποκλιμάκωση της κρίσης.

Οι επικριτές του ξεχνούσαν βεβαίως ότι: α) Ο κύριος εκφραστής της φιλοπόλεμης πολιτικής, ο αρχηγός ΓΕΕΘΑ ναύαρχος Λυμπέρης, είχε σταθεί ανίκανος να αποτρέψει την κατάληψη της νησίδας Μικρή Ίμια από Τούρκους καταδρομείς, παρά το γεγονός ότι είχε συγκεντρώσει εκεί πέρα το μισό και πλέον στόλο. β) Ο ίδιος άνθρωπος είχε υπογράψει ελαφρά τη καρδία τη θανατική καταδίκη των τριών υπαξιωματικών, καθώς έδωσε προσωπική εντολή να απονηωθεί ελικόπτερο χωρίς όργανα νυκτερινής πορείας (το ότι το ελικόπτερο δεν διέθετε τέτοια όργανα επίσης είναι επιβαρυντικό στοιχείο σε βάρος του), μετατρέποντας την αποστολή τους σε αποστολή θανάτου χωρίς το παραμικρό όφελος. Και μόνο το γεγονός ότι ο άνθρωπος αυτός θα είχε την ευθύνη του ελληνικού στρατού σε περίπτωση γενικευμένου πολέμου είναι στα μάτια μου επαρκής λόγος για να δικαιολογήσει απόλυτα τη στάση του Σημίτη σε αυτή την κρίση.

Στη συνέχεια ως πρωθυπουργός ακολούθησε  μια πολιτική βελτίωσης των ελληνοτουρκικών σχέσεων, η οποία οδήγησε σε δυο δεκαετίες ραγδαίας ανάπτυξης των οικονομικών σχέσεων των δυο χωρών, παρά τις προσπάθειες που έγιναν από την κυβέρνηση Σαμαρά για τον τορπιλισμό του καλού διμερούς κλίματος.

ΤΟ ΠΑΡΤΙ ΤΩΝ ΕΞΟΠΛΙΣΜΩΝ

Παράλληλα όμως η κυβέρνηση Σημίτη βαρύνεται με ένα θηριώδες πρόγραμμα εξοπλιστικών δαπανών που πιθανόν και να άγγιξε το μισό των συνολικών εξοπλιστικών δαπανών της Ελλάδας, από την «αγορά του αιώνα» του Ανδρέα Παπανδρέου στα μέσα της δεκαετίας του '80, μέχρι τη χρεοκοπία της χώρας το 2010 (για μια ανάλυση της συμβολής των εξοπλιστικών προγραμμάτων στη χρεοκοπία της χώρας βλ. -«ΟΥΤΕ ΜΙΑ ΩΡΑ ΣΤΟ ΣΤΡΑΤΟ» -«ΚΙ ΑΝ ΕΡΘΟΥΝ ΟΙ ΤΟΥΡΚΟΙ;» ). Όμως η πλειονότητα των επικριτών του Σημίτη καμώνονται πως δεν ξέρουν τίποτα γι' αυτό.

ΟΙ ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΙ ΑΓΩΝΕΣ

Από την εποχή της χρεοκοπίας της χώρας και μετά πλήθος δημοσιολογούντων αποδίδουν τη χρεοκοπία της χώρας στη διοργάνωση των Ολυμπιακών Αγώνων για την οποία μέμφονται το Σημίτη. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η διοργάνωση των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004 ήταν μια σπατάλη η οποία, αν εξαιρέσει κανείς την πλούσια επαγγελματική εμπειρία που αποκομίσαμε όσες και όσοι εργαστήκαμε για την υλοποίησή τους, δεν άφησε κανένα όφελος για τη χώρα.

Όμως αυτοί που αποδίδουν στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004 τη χρεοκοπία του 2010 καμώνονται πως δεν γνωρίζουν ότι το συνολικό τους κόστος σε έξι χρόνια ήταν όσο μέσος ετήσιος ο προϋπολογισμός του υπουργείου Εθνικής άμυνας από το 1998 ως το 2010.

Τέλος, η διαδικασία της διεκδίκησης των αγώνων είχε ξεκινήσει το 1995, έναν ολόκληρο χρόνο πριν αναλάβει την πρωθυπουργία ο Σημίτης, εν μέσω αλαλαγμών ενθουσιασμού της κοινωνίας.  Για δε το γεγονός ότι ο τελικός λογαριασμός ήταν περίπου το τετραπλάσιο του αρχικού προϋπολογισμού, αυτό δυστυχώς έχει συμβεί σε όλες ανεξαιρέτως τις ολυμπιακές διοργανώσεις από το 1988 και μετά, οπότε... όχι, γι' αυτό δεν ευθύνεται ο Σημίτης.

Ο «ΕΚΣΥΓΧΡΟΝΙΣΜΟΣ»

Υπήρξε αναμφισβήτητα η μεγαλύτερη πολιτική απάτη της διακυβέρνησης Σημίτη. Σε μια εποχή που οι γεωπολιτικές ανακατατάξεις  και οι ραγδαίες τεχνολογικές εξελίξεις απαιτούσαν από όλες τις κοινωνίες να και όλες τις πολιτικές δυνάμεις να επαναπροσδιορίσουν τους στόχους και τις στρατηγικές τους, ο Κώστας Σημίτης συντάχθηκε με εκείνους τους ευρωπαίους σοσιαλδημοκράτες οι οποίοι, με επί κεφαλής τους Τόνυ Μπλαιρ και Γκέρχαρντ Σρέντερ, υπέγραψαν το διαζύγιο της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας με τη φτωχολογιά.

Στο όνομα των μεταρρυθμίσεων και με πλειοψηφία σοσιαλδημοκρατικών κυβερνήσεων στην ΕΕ, αποφασίστηκε η γενικευμένη ιδιωτικοποίηση των κρίσιμης σημασίας υποδομών στις τηλεπικοινωνίες, την ενέργεια, τη δημόσια υγεία.

Με πρόσχημα τον ανταγωνισμό της Κίνας και άλλων «αναδυόμενων» χωρών -στις οποίες μετέφεραν οι ευρωπαϊκές και αμερικανικές επιχειρήσεις την αλυσίδα παραγωγής τους- οι ευρωπαίοι σοσιαλδημοκράτες δρομολόγησαν την περιστολή των εργασιακών δικαιωμάτων.

Με πρόσχημα την περιστολή της σπατάλης του δημόσιου τομέα δρομολόγησαν τη δραστική μείωση των δημόσιων δαπανών για την υγεία, την παιδεία, την κοινωνική αλληλεγγύη, την προστασία του περιβάλλοντος.

Αν σήμερα στην Ευρώπη η ακροδεξιά κάνει σχεδόν παντού πάρτι, οι αιτίες πρέπει να αναζητηθούν στον «εκσυγχρονισμό» που δρομολόγησαν οι σοσιαλδημοκρατικές κυβερνήσεις εκείνης της εποχής.

Ειδικά σε ό,τι αφορά στη διακυβέρνηση Σημίτη, αν εξαιρέσει κανείς κάποιες χρήσιμες τομές, οι οποίες όμως δεν άφηναν αποτύπωμα στην καθημερινότητα των ανθρώπων, όπως η ίδρυση του ΑΣΕΠ, το οποίο έβαλε μια στοιχειώδη τάξη στις προσλήψεις στο Δημόσιο, ή η ίδρυση του Συνηγόρου του Πολίτη, ο οποίος στην πρώτη δεκαετία της λειτουργίας του ως θεσμός υπήρξε αναμφισβήτητα αντάξιος του ονόματός του, δε έγινε κάποια μεταρρύθμιση προς όφελος της κοινωνικής πλειοψηφίας.

Δεν προωθήθηκε η ψηφιοποίηση της δημόσιας διοίκησης, δεν χρησιμοποιήθηκαν οι ψηφιακές δυνατότητες για να περιοριστεί το πάρτι των φαρμακευτικών εταιρειών στη δημόσια υγεία, δεν έγινε καν προσπάθεια να επιταχυνθεί η έκδοση των συντάξεων.

ΔΕ ΜΕ ΕΝΟΧΛΕΙ ΠΟΥ ΚΗΔΕΥΕΤΑΙ ΔΗΜΟΣΙΑ ΔΑΠΑΝΗ, ΜΕ ΕΝΟΧΛΕΙ ΠΟΥ ΠΛΟΥΤΙΣΕ ΤΟ ΜΙΣΟ ΥΠΟΥΡΓΙΚΟ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΔΗΜΟΣΙΑ ΔΑΠΑΝΗ

Την παραπάνω φράση την έκλεψα από μια γελοιογραφία στον ΕΛΕΥΘΕΡΟ ΤΥΠΟ του εκλεκτού συνάδελφου και φίλου Γιάννη Δερμεντζόγλου. Και πιστεύω ότι απηχεί απόλυτα, έστω  κι αν δεχτώ ότι εμπεριέχει κάποια δόση υπερβολής, την αίσθηση του μέσου πολίτη για τη διακυβέρνηση Σημίτη.

Όπως είπα και στην αρχή αυτού του άρθρου ο Κώστας Σημίτης υπήρξε ρεαλιστής σε βαθμό ακραίου κυνισμού. Είχε ένα στόχο και τον ενδιέφερε, σε σημείο εμμονής σχεδόν, η επίτευξή του, αδιαφορώντας για τις παράπλευρες απώλειες -ακόμα κι αν αυτές ήταν σημαντικότερες από τον επιδιωκόμενο στόχο- κι αδιαφορώντας για το ποιόν των συνεργατών του, αρκεί να ήταν «αποτελεσματικοί».

Όμως ο εκάστοτε πρωθυπουργός κρίνεται και για την καθημερινή συμπεριφορά των συνεργατών του και για τον τρόπο που αντιδρά σε μη ανεκτές συμπεριφορές τους. Και στο κεφάλαιο αυτό ο Κώστας Σημίτης πήρε πολύ κάτω από τη βάση.


Γιάννης Χρυσοβέργης



Δευτέρα 22 Μαΐου 2023

ΜΙΑ ΣΚΟΤΕΙΝΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΑΡΧΙΖΕΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Το εκλογικό αποτέλεσμα είναι μια αδιαμφισβήτητη νίκη της μαφιοκρατίας επί της κοινοβουλευτικής Δημοκρατίας και μια αδιαμφισβήτητη ήττα της Αριστεράς, που είχε απομείνει μοναδικός υπερασπιστής των δημοκρατικών ελευθεριών της Μεταπολίτευσης. Η χώρα οδεύει πλέον με ταχείς ρυθμούς προς ένα καθεστώς ανάλογο με της Τουρκίας και της Ρωσίας.
Τα γεγονότα δε μπορούμε να τα αλλάξουμε, οφείλουμε όμως να τα κατανοήσουμε και να ετοιμαστούμε για ένα μακρόχρονο αντιδικτατορικό αγώνα.

Η ΑΠΡΟΣΔΟΚΗΤΗ ΕΠΙΤΥΧΙΑ ΤΗΣ ΚΑΘΕΣΤΩΤΙΚΗΣ ΠΡΟΠΑΓΑΝΔΑΣ

Στα επιτελεία της ΝΕΑΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ και των πετσομπουκωμένων ΜΜΕ ζούσαν τις τελευταίες μέρες με τον εφιάλτη ενός εκλογικού ντέρμπι, ακόμα και του ενδεχομένου το κόμμα της μαφιοκρατίας να βρεθεί δεύτερο. 

Η κάλπη τους επιφύλαξε μια έκπληξη που ούτε στα πιο τρελά τους όνειρα δεν είχαν φανταστεί, όπως κι οι ίδιοι ομολόγησαν στα πρώτα τους σχόλια μετά την ανακοίνωση των πρώτων αποτελεσμάτων.

Είναι αναμφισβήτητα η πρώτη φορά που η προπαγάνδα των ΜΜΕ κατορθώνει να χειραγωγήσει σε τέτοιο βαθμό την ελληνική κοινωνία. Όμως αυτό δεν είναι ανεξήγητο. 

Αφ' ενός η ΝΕΑ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ τήρησε στο ακέραιο τις προεκλογικές της υποσχέσεις. Υποσχέθηκε ένα αστυνομικό Κράτος και το έπραξε καταλύοντας κάθε έννοια Κράτους Δικαίου. Υποσχέθηκε ιδιωτικοποίηση της Δημόσιας Παιδείας και Υγείας και το πράττει με ταχείς ρυθμούς. Υποσχέθηκε εργασιακή ζούγκλα και φορολογική ασυδοσία στους μικροεπιχειρηματίες και το έπραξε.

Αφ' ετέρου η ορθή επιδοματική πολιτική την οποία εφάρμοσε στη διάρκεια της πανδημίας, σε συνδυασμό με την προπαγάνδα των πετσομπουκωμένων ΜΜΕ της επέτρεψε να περάσει στη φτωχολογιά το μήνυμα «όλοι ίδιοι είμαστε, εμείς όμως σας δίνουμε λεφτά».

ΜΙΑ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΗΤΤΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΡΙΣΤΕΡΑ

Το εκλογικό αποτέλεσμα δεν είναι απλώς μια βαριά ήττα για την Αριστερά. Είναι μια στρατηγική ήττα. Ο ΣΥΡΙΖΑ έχασε 650.000 ψήφους σε σχέση με το 2019 και το ΜΕΡΑ25 άλλες 50.000 ψήφους. Όμως τα εκλογικά οφέλη του ΚΚΕ, που κακώς πανηγυρίζει, είναι μόλις 112.000 ψήφοι.

Οι ισοπεδωτικές επικρίσεις του ΚΚΕ και του ΜΕΡΑ25 κατά του ΣΥΡΙΖΑ λειτούργησαν αναμφισβήτητα  συμπληρωματικά προς την προπαγάνδα των πετσομπουκωμένων ΜΜΕ, και απέφεραν στο μεν ΚΚΕ πενιχρά οφέλη, στο δε ΜΕΡΑ25 απολύτως κανένα όφελος.

Επιπροσθέτως, ενώ και τα τρία κόμματα κατάγγειλαν σε πολύ υψηλούς τόνους τις δολοφονίες πολιτών θεωρούμενων Β' κατηγορίας, Ρομά δηλαδή,  από αστυνομικούς, τις παράνομες παρακολουθήσεις των τηλεπικοινωνιών  πολιτικών, δημοσιογράφων και χιλιάδων απλών πολιτών το γεγονός ότι ουδέποτε διανοήθηκαν να κάνουν κάτι από κοινού είχε ως αποτέλεσμα να μην πάρει στα σοβαρά η κοινωνία τις καταγγελίες τους.

Όλα αυτά όμως θα ήταν πταίσματα, αν το μεγαλύτερο κόμμα της Αριστεράς, ο ΣΥΡΙΖΑ, δεν είχε ξοδέψει όλη την τετραετία που μας πέρασε προσπαθώντας να γίνει αρεστός στους ωφελημένους της πολιτικής της ΝΕΑΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ,  θεωρώντας παράλληλα ως δεδομένους αυτούς που τον στήριξαν στη δύσκολη εκλογική αναμέτρηση του Ιουλίου του 2019.

Ο πολιτικός του λόγος υπήρξε χωρίς νεύρο, ακραία διαχειριστικός, χωρίς ίχνος οράματος για το μέλλον. Σπατάλησε την προεκλογική του εκστρατεία σε μια στείρα καταγγελία της ΝΕΑΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, χωρίς να αναδείξει τις δικές του προτάσεις, χωρίς να υπερασπιστεί τα πεπραγμένα της διακυβέρνησής του που, το 2019, του είχαν δώσει 31,5%.

Οι δεκάδες χιλιάδες των μελών του υπήρξαν πανταχού απούσες από τους χώρους που συνευρίσκονται και ανταλλάσσουν γνώμες οι πολίτες (λαϊκές αγορές, καφετέρειες, πλατείες -ναι, αγαπητά μέλη του ΣΥΡΙΖΑ, στην τελευταία δεκαετία πολλές χιλιάδες ανθρώπων, που δεν έχουν την πολυτέλεια να κάτσουν στην καφετέρια αράζουν στα παγκάκια των πλατειών συνομιλώντας με τους γείτονές τους-).

Το αποτέλεσμα ήταν να υποστεί εκλογική καθίζηση σε εκείνες τις εκλογικές περιφέρειες που ήταν τα προπύργιά του: στη Δυτική Αθήνα,  σε κάποιους δήμους του Βόρειου Τομέα της Αθήνας, στη Β' Πειραιώς, στη Δυτική Αττική, στους περιφερειακούς δήμους της Θεσσαλονίκης. 

Ενδεικτικό είναι δε ότι, στην Α' εκλογική περιφέρεια Αθηνών, μια περιφέρεια στην οποία από την εποχή που ξεκόλλησε ο ΣΥΡΙΖΑ από τα ποσοστά του 3%-4% είχε επιδόσεις αισθητά κατώτερες από τις αντίστοιχες σε εθνικό επίπεδο, σήμερα πήρε 22,6%, ποσοστό αισθητά υψηλότερο από το πανεθνικό 20,06%.

Επέτρεψε επίσης στο ΠΑΣΟΚ του Νίκου Ανδρουλάκη, ενός ανθρώπου ο οποίος δε λέει απολύτως τίποτα στην κοινωνία αλλά έχει την υποστήριξη της μαφιοκρατίας, να πλησιάσει και να υπερκεράσει, σε ορισμένες αγροτικές εκλογικές περιφέρειες το ΣΥΡΙΖΑ.

Επίσης πήρε, στην κυριολεξία, διαζύγιο, από τη νεολαία. Στις προεκλογικές συγκεντρώσεις του Αλέξη Τσίπρα δεν υπήρχε άνθρωπος κάτω των 40 ετών ούτε για δείγμα. Κι ας ήταν, μακράν, πολυπληθέστερες από αυτές της ΝΕΑΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ. Ποτέ ως τώρα δεν είχε συμβεί κάτι τέτοιο.

ΕΝΑ ΖΟΦΕΡΟ ΜΕΛΛΟΝ

Θα ήταν αφελές να πιστεύει κανείς ότι στις τρεις-τέσσερις εβδομάδες μπορεί να ανατραπεί η κατάσταση ή, έστω, να περιοριστούν οι ζημιές. Είναι ενδεχόμενο, αν και αμφίβολο, τα ποσοστά του ΣΥΡΙΖΑ να βελτιωθούν ελαφρά, σε βάρος του ΜΕΡΑ25 και, πιθανώς, και του ΚΚΕ, όμως η ΝΕΑ ΔΗΜΟΡΑΤΙΑ θα βγει νικήτρια με μια πλειοψηφία που θα αγγίζει, και ενδεχομένως θα ξεπερνάει, τις 180 έδρες, πράγμα που θα της δώσει την ευκαιρία να προσπεράσει τα τελευταία συνταγματικά εμπόδια στην υλοποίηση του προγράμματός της.

Με την πλειοψηφία αυτή θα ενισχύσει ακόμα περισσότερο το καθεστώς αστυνομοκρατίας, θα μπορέσει να επιβάλει σε όσες ανεξάρτητες αρχές δεν το είχε κατορθώσει ως τώρα ανθρώπους πειθήνιους σε αυτή, ο Άρειος Πάγος θα φροντίζει να αποκλείει από τις μελλοντικές εκλογικές αναμετρήσεις όλες εκείνες τις πολιτικές δυνάμεις τις οποίες η μαφιοκρατία θα εκλαμβάνει ως επικίνδυνες.

Σε αυτό το ζοφερό πλαίσιο τα κόμματα της Αριστεράς οφείλουν -αλλά πολύ αμφιβάλλω αν θα το πράξουν- να αφήσουν στην άκρη την αυτάρεσκη ικανοποίηση για την ορθότητα των απόψεών τους και να προσπαθήσουν να πιάσουν ξανά, μετά από τρεις δεκαετίες τουλάχιστον, το νήμα της επικοινωνίας με τους χαμένους του προγράμματος της ΝΕΑΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ:  τη φτωχολογιά και τη νεολαία. 

Να χτίσουν δίκτυα αλληλεγγύης προς τους αποκλεισμένους και τους διωκόμενους, να τους πείσουν ότι «δεν είναι όλοι ίδιοι».

Ταυτόχρονα, να μάθουν να μη λένε από τα τηλέφωνα, ούτε να διακινούν με οποιαδήποτε ηλεκτρονική μορφή όσα δε θα ήθελαν να ξέρουν οι δυνάμεις καταστολής και να εκπαιδευτούν και πάλι στην αποφυγή της φυσικής παρακολούθησης.

Γιάννης Χρυσοβέργης


Πέμπτη 18 Μαΐου 2023

ΕΚΛΟΓΕΣ 2023: ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ Ή ΔΙΚΤΑΤΟΡΙΑ ΜΕ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΕΥΤΙΚΟ ΠΡΟΣΩΠΕΙΟ;

Έκαναν το Σύνταγμα κουρελόχαρτο, παραβίασαν ασύστολα όλους τους νόμους, ακόμα κι αυτούς που οι ίδιοι ψήφισαν, κυβέρνησαν με πρωτοφανή αλαζονεία κι ευνοιοκρατία, διασπάθισαν το δημόσιο χρήμα.

Οι εκλογές της 21ης Μαΐου είναι μια καθοριστική μάχη για το πολιτικό μέλλον της χώρας. Από το αποτέλεσμά τους θα εξαρτηθεί αν θα παραμείνει μια κοινοβουλευτική Δημοκρατία ή αν θα γίνει, με συνοπτικές διαδικασίες, κάτι μεταξύ Ρωσίας και Τουρκίας.

Η ΣΥΝΕΠΕΙΑ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Για πολλά μπορεί να κατηγορήσει κανείς τη ΝΕΑ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, όχι όμως για ασυνέπεια. Στην τετραετία που πέρασε εργάσθηκε νυχθημερόν για την υλοποίηση των προεκλογικών της υποσχέσεων.

Υποσχέθηκε καθεστώς αστυνομοκρατίας και το έπραξε στο ακέραιο. Η αστυνομική βαρβαρότητα ξεπέρασε κάθε προηγούμενο, από το 1974, ενώ η ΕΥΠ, διευθυνόμενη προσωπικά από τον Μητσοτάκη, παρακολουθεί τους πάντες: ενοχλητικούς δημοσιογράφους, πολιτικούς της Αντιπολίτευσης, υπουργούς, τον αρχηγό ΓΕΕΘΑ.

Υποσχέθηκε την πλήρη ιδιωτικοποίηση της Δημόσιας Παιδείας και της Δημόσιας Υγείας και έχει ήδη υλοποιήσει το πρώτο σκέλος του σχεδίου της: τη δραστική μείωση προσωπικού και, στον τομέα της Υγείας, την άνευ λόγου μεταφορά αρμοδιοτήτων του ΕΣΥ σε ιδιώτες.

Υποσχέθηκε τα πάντα σε «λίγους και εκλεκτούς» και τίποτα στην πλέμπα και το υλοποίησε: οι χαμηλοί μισθοί και οι συντάξεις έχασαν 30%-40% της αγοραστικής τους δύναμης σε μια τετραετία, εξαφανίστηκαν τα δικαιώματα των εργαζομένων, ενώ οι μεγάλοι επιχειρηματικοί όμιλοι σημειώνουν κέρδη-ρεκόρ.

Όλα αυτά όμως είναι ακριβώς ό,τι του ζητούσε  η γνωστή ως «αντι-ΣΥΡΙΖΑ μέτωπο» κοινωνική συμμαχία, αποτελούμενη από τη μεγαλοαστική τάξη, τα ανώτερα στρώματα της μεσαίας αστικής τάξης που μεγαλοπιάνονται και τους μονίμως δυσαρεστημένους μικροεπιχειρηματίες -ιδίως αυτούς που σχετίζονται με τον τουρισμό, αλλά όχι μόνο- οι οποίοι πιστεύουν πως οι εργαζόμενοι  θα έπρεπε να εργάζονται δωρεάν ει δυνατόν δε, αλυσοδεμένοι. Είναι αυτοί που κέρδισαν από τη χρεοκοπία του 2010 και μετά σε βάρος όλων ημών των υπολοίπων, θέλουν να συνεχίσουν να θησαυρίζουν σε βάρος μας και γι' αυτό θα ψηφίσουν ΝΕΑ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ δαγκωτό. Και δεν είναι λίγοι. Είναι περίπου το 25% του πληθυσμού.

ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΣΥΡΙΖΑ

Με αυτά τα δεδομένα είναι προφανές ότι το αποτέλεσμα των εκλογών εξαρτάται από ένα και μόνο πράγμα. Πόσοι από αυτούς που δεν ανήκουν στους ευνοημένους της χρεοκοπίας του ελληνικού Κράτους το 2010 θα πάνε να ψηφίσουν.

Σε αυτό το σημείο γίνεται αισθητή η ανικανότητα του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης να διατυπώσει ένα λόγο κατανοητό σε όλους αυτούς που βρέθηκαν στο περιθώριο της ζωής -μακροχρόνια άνεργοι, εργαζόμενοι με ωράρια λάστιχο ατελείωτες ώρες και αμειβόμενοι με 300-400 ευρώ το μήνα, οικογένειες που ζουν με τον τρόμο της κατάσχεσης του σπιτιού τους- στη διάρκεια της προηγούμενης δεκαετίας.

Μολονότι το εκλογικό πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ δίνει έμφαση στα προβλήματα της φτωχολογιάς, όλη του η προεκλογική εκστρατεία απευθύνθηκε σε ένα μόνο κομμάτι των χαμένων της κρίσης, τη φτωχοποιημένη μεσαία αστική τάξη.

Η στόχευση αυτή είναι απόρροια μιας χρόνιας ανικανότητας των στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ να μιλήσουν στη φτωχολογιά. Έχουν περάσει εννέα χρόνια από τότε που εντόπιζα αυτή την αδυναμία του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης (βλ ΤΟ ΠΗΡΑΤΕ ΛΑΘΟΣ ΣΥΝΤΡΟΦΟΙ ΤΟΥ ΣΥΡΙΖΑ, ΘΑ ΚΑΤΣΕΙ Η ΒΑΡΚΑ ) να επικοινωνήσει με μεγάλο μέρος των πολιτών.

Στα χρόνια που πέρασαν ο ΣΥΡΙΖΑ μεγάλωσε, κέρδισε εκλογές, ηττήθηκε στην αντιπαράθεσή του με τους δανειστές,  κυβέρνησε παρ' όλα αυτά επί τέσσερα και πλέον χρόνια, όμως μυαλό δεν έβαλε.

Παρά το γεγονός ότι βρίσκεται αντιμέτωπος με μια ισοπεδωτική και καταιγιστική προπαγάνδα της κυβέρνησης και των πετσομπουκωμένων ΜΜΕ εναντίον του δεν έκανε την παραμικρή προσπάθεια να δημιουργήσει εναλλακτικούς διαύλους με το κομμάτι της κοινωνίας στο οποίο απευθύνεται, να εξηγήσει γιατί κυβέρνησε όπως κυβέρνησε, να ακούσει την κριτική της κοινωνίας , να χτίσει μια νέα σχέση εμπιστοσύνης μέσα από ένα δύσκολο μεν, απαραίτητο δε διάλογο μαζί της.

Οι 120.000 μέλη που διεκδικεί είναι πανταχού απόντα από τους χώρους που συγκεντρώνονται άνθρωποι στις γειτονιές -π.χ. λαϊκές αγορές-, κι έχουν μηδενική συμμετοχή στις όποιες κινηματικές διαδικασίες αναπτύσσονται σε τοπικό επίπεδο.

Κι αν το 2014 διακατέχονταν από την ακλόνητη πεποίθηση ότι η κοινωνία θα τους ακούσει επειδή «έχουν δίκιο», σήμερα περιορίζονται στο να αναρωτιούνται «γιατί η κοινωνία δεν πείθεται αφού έχουν δίκιο».

Ο λόγος των στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ - με εξαίρεση τον Τσίπρα, την Τσαπανίδου και μια φούχτα στελεχών μετρημένων στα δάχτυλα- είναι κατανοητός μονάχα από απόφοιτους Πανεπιστημίου.

Μ' αυτά και μ' εκείνα η Αριστερά καθ' όσον τα κουσούρια του ΣΥΡΙΖΑ είναι και όλης της υπόλοιπης Αριστεράς δυστυχώς -ακόμα και το ΚΚΕ, που μέχρι πριν από 20 χρόνια έδινε συστηματικά το παρών στις γειτονιές, πλέον έχει κλειστεί, με ελάχιστες φωτεινές εξαιρέσεις κάποιων μεσαίων στελεχών του στο δικό του μικρόκοσμο- είναι πλέον ανίκανη να επικοινωνήσει με τι φτωχολογιά, την οποία έχει αφήσει έρμαιο στην προπαγάνδα των φανατισμένων ρασοφόρων και των νεοναζί.

Ο ΠΟΛΙΤΙΚΟΣ ΑΥΤΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ

Σε όλα τα παραπάνω πρέπει να προστεθεί κι ο πολιτικός αυτισμός σύσσωμης της Αριστεράς -το ΠΑΣΟΚ δε μπορεί να λογαριαστεί διότι μοιράζεται με τη ΝΕΑ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ την ίδια δεξαμενή ψηφοφόρων, τους ευνοημένους της κρίσης και για το λόγο αυτό ακόμα κι όταν αποδείχτηκε ότι η ΕΥΠ παρακολουθούσε τον ηγέτη του έκανε ό,τι ήταν εφικτό για να μην πάρει έκταση το σκάνδαλο- , που είναι ανίκανη να κατανοήσει πως εδώ και τέσσερα χρόνια οικοδομείται το θεσμικό πλαίσιο ενός αυταρχικού καθεστώτος.

Ουδείς έλαβε στα σοβαρά τη δήλωση, του 2018, του Βορίδη πως «πρέπει να δημιουργηθεί εκείνο το θεσμικό πλαίσιο «που θα αποτρέπει μια νέα εκλογική νίκη της Αριστεράς».

Ουδείς πήρε στα σοβαρά την υπαγωγή της ΕΥΠ της ΕΡΤ και του Αθηναϊκού Πρακτορείου Ειδήσεων απ' ευθείας στον πρωθυπουργό.

Σήμερα όμως η ΕΥΠ παρακολουθεί δεκάδες χιλιάδες πολιτών, ενοχλητικούς για την κυβέρνηση και τους εντολείς της δημοσιογράφους, υπουργούς, ακόμα και τη στρατιωτική ηγεσία της χώρας. 

Το Αθηναϊκό Πρακτορείο ειδήσεων, που είναι ο κυριότερος πάροχος ενημέρωσης, ιδίως των περιφερειακών ΜΜΕ, έχει μεταβληθεί σε απροσχημάτιστο προπαγανδιστή  του Μαξίμου, φθάνοντας σε σημείο ακόμα και να αποσιωπά ειδήσεις.

Ουδείς ενοχλήθηκε όταν, με πρόσχημα  τον αποκλεισμό της συμμετοχής του Κασιδιάρη στις εκλογές, ο οποίος έχτισε το κόμμα του μέσα από τη φυλακή με τις ευλογίες της κυβέρνησης -θεωρητικά υπάρχει δρακόντειος έλεγχος των εκτός φυλακής προσώπων που έχουν το δικαίωμα να επικοινωνούν με ένα φυλακισμένο ο Καιδιάρης όμως είχε το «ελεύθερο» της κυβέρνησης να βγάζει από τη φυλακή μηνύματα προς τους οπαδούς του έσω διαδικτύου- δόθηκε στον Άρειο Πάγο το δικαίωμα να αποφασίζει με προκλητικά ελαστικά κριτήρια ποιο κόμμα έχει δικαίωμα να συμμετάσχει στις εκλογές και ποιο όχι. Αύριο, αυτό το πρόδηλα αντισυνταγματικό νομικό πλαίσιο, θα χρησιμοποιηθεί εναντίον της Αριστεράς.

Πριν μερικές δεκαετίες, για πολύ λιγότερα, θα είχε γίνει κοινή σύσκεψη των ηγετών όλων των κομμάτων της αντιπολίτευσης και θα είχαν συμφωνήσει σε ένα κοινό πλαίσιο κινητοποιήσεων για την προστασία της Δημοκρατίας.

Σήμερα, ο καθένας αρκείται σε υψηλών τόνων καταγγελίες στη Βουλή, τις οποίες όμως, ακριβώς επειδή δεν διαφέρουν από τις συνήθεις καταγγελτικές ανακοινώσεις των κομμάτων της Αντιπολίτευσης στη Βουλή, η κοινωνία δεν παίρνει στα σοβαρά.

Στο μεταξύ, «περίεργα» πράγματα συνέβησαν με την ηλεκτρονική πλατφόρμα υποβολής των συνδυασμών των κομμάτων στον Άρειο Πάγο, την οποία εκπόνησε η εταιρεία SıngularLogıc, που εδώ και 40 χρόνια αναλαμβάνει την έκδοση των εκλογικών αποτελεσμάτων.

Σύμφωνα με τις καταγγελίες δυο κομμάτων της ΠΛΕΥΣΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ της Ζωής Κωνσταντοπούλου και του ΕΛΛΗΝΕΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΔΗΜΟΚΡΑΤΕΣ του Νίκου Νικολόπουλου, η πλατφόρμα, επικαλούμενη «σφάλματα» αρνούνταν να αποδεχθεί την υποβολή των συνδυασμών τους. Η διαφορά είναι ότι η μεν Ζωή Κωνσταντοπούλου είχε την ετοιμότητα να κάνει διάβημα στον Άρειο Πάγο και να ζητήσει την προσωπική επέμβαση της υπουργού Εσωτερικών, Καλλιόπης Σπανού, πριν λήξει η προθεσμία της υποβολής των υποψηφιοτήτων, με αποτέλεσμα οι συνδυασμοί της να γίνουν δεκτοί, ο δε Νίκος Νικολόπουλος άργησε να αντιδράσει, με αποτέλεσμα να απορριφθούν οι συνδυασμοί του.

Γεγονός που γεννά εύλογα ερωτηματικά, αν λάβουμε υπ' όψιν ότι η συλλογή και μετάδοση των εκλογικών αποτελεσμάτων είναι μια ευαίσθητη διαδικασία που δεν σηκώνει «τεχνικά σφάλματα».

Σε αυτό το πλαίσιο και με τα κόμματα της Αριστεράς ανίκανα να συμφωνήσουν σε πέντε πράγματα που τα ενώνουν -χωρίς κανείς να έχει την αξίωση να υποστείλουν τις ιδεολογικές τους διαφοροποιήσεις και, κατά μείζονα λόγο, χωρίς κανείς να τους ζητάει να συμπήξουν εκλογική συμμαχία- οδεύουμε προς μια εκλογική αναμέτρηση στην οποία η αντιπολίτευση θυμίζει την κατάσταση της ιταλικής αντιπολίτευσης στις εκλογές του 1924, τις οποίες κέρδισε ο Μουσολίνι.

Γιάννης Χρυσοβέργης


Τρίτη 31 Ιανουαρίου 2023

 ΤΟ ΣΚΑΝΔΑΛΟ ΤΩΝ ΥΠΟΚΛΟΠΩΝ ΚΙ Η ΚΡΙΣΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ


Ο καταιγισμός των αποκαλύψεων σχετικά με το σκάνδαλο των υποκλοπών προκάλεσε, έστω και καθυστερημένα, την αντίδραση πλήθους ανθρώπων οι οποίοι μέχρι πρόσφατα είτε αδιαφορούσαν για το αντιδημοκρατικό όργιο της κυβέρνησης είτε την υπερασπίζονταν με φανατισμό.

Το ότι όλοι αυτοί οι άνθρωποι που ουδεμία σχέση έχουν -κάποιοι είχαν μια χαλαρή σχέση στην περίοδο της νιότης τους, αλλά μακριά από τους «ακραίους»- με την Αριστερά, ακόμα δε περισσότερο με το ΣΥΡΙΖΑ, δε μας επιτρέπει, δυστυχώς, να μιλάμε για ένα δημοκρατικό μέτωπο εν τη γενέσει.

Αντιθέτως, υπάρχουν σοβαροί λόγοι που καθιστούν αμφίβολο αν η με μεγάλη καθυστέρηση αφύπνιση των, κατά τα λοιπά, αξιοσέβαστων αυτών ανθρώπων θα συμβάλει στην αποτροπή του κατήφορου της χώρας προς ένα αυταρχικό καθεστώς μαφιοκρατίας, στα πρότυπα της Ρωσίας, της Τουρκίας, της Ουγγαρίας και της Πολωνίας.

ΓΕΜΙΣΑΜΕ «ΚΟΥΜΜΟΥΝΙΑ»;

Τι το κοινό έχουν ο ομότιμος καθηγητής του Συνταγματικού δικαίου, Νίκος Αλιβιζάτος, ο θεωρητικός και αρχιτέκτονας του ΑΝΤΙ-ΣΥΡΙΖΑ μετώπου, Ευάγγελος Βενιζέλος, ο συμπαθής μεν, για την αδιαμφισβήτητη εντιμότητά του, διαβόητος δε για την πρωτοφανή έλλειψη πολιτικού αισθητηρίου και γι' αυτό αποτυχημένος ως πρωθυπουργός, Γεώργιος Παπανδρέου,  ο απόστολος του νεοφιλελευθερισμού στην ελληνική δημοσιογραφία, Πάσχος Μανδραβέλης, ο συντηρητικός εκδότης κι ευρωβουλευτής, Γιώργος Κύρτσος κι οι βουλευτές της ΝΕΑΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ Κώστας Τζαβάρας και Όλγα Κεφαλογιάννη; 

Με εξαίρεση τους άρρωστους προπαγανδιστές του μητσοτακικού καθεστώτος ουδείς μπορεί να καταλογίσει στα παραπάνω πρόσωπα συμπόρευση με το ΣΥΡΙΖΑ, πολύ περισσότερο που -με εξαίρεση το Γιώργο Κύρτσο ο οποίος σε πρόσφατο άρθρο του πρότεινε συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΠΑΣΟΚ για την ανατροπή του μητσοτακικού καθεστώτος- ουδείς εξ αυτών τολμά να διανοηθεί το άνοιγμα, έστω, πολιτικού διαλόγου με το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης.

Προοίμιο κατάρρευσης μητσοτακικού καθεστώτος;

Η ευαισθητοποίηση προσωπικοτήτων που, χωρίς να κινούνται στο χώρο της Αριστεράς, έχουν συνδέσει, οι περισσότεροι από αυτούς,  το όνομά τους με την προάσπιση των θεσμών της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας για το όργιο των αντιδημοκρατικών μεθοδεύσεων και πρακτικών της κυβέρνησης Μητσοτάκη, έχει την αξία της.  Καταρρίπτει, για κάθε καλόπιστο πολίτη, την καθεστωτική προπαγάνδα περί «ανύπαρκτων σκανδάλων» και «σκευωριών του ΣΥΡΙΖΑ».

Εντούτοις, όσο κι αν αυτό φαίνεται παράδοξο, ούτε  το σκάνδαλο των υποκλοπών, ούτε η χιονοστιβάδα των οικονομικών και πολιτικών σκανδάλων που ξεσπούν τους τελευταίους μήνες με ρυθμό ένα την ημέρα -Πάτσης, Χειμάρρας, Θεοδωρικάκος- είναι από μόνα τους επαρκή για να εξασφαλίσουν την ήττα του μητσοτακικού καθεστώτος στις κάλπες.

Κι αυτό, παρά το γεγονός ότι, σύμφωνα με τις πρόσφατες δημοσκοπήσεις -ως προς τις οποίες έχουμε κάθε λόγο να είμαστε δύσπιστοι μιας και την τελευταία δεκαετία σχεδόν όλες δίνουν στο ΣΥΡΙΖΑ συστηματικά δυο έως τρεις ποσοστιαίες μονάδες λιγότερες από αυτές που παίρνει στην κάλπη, για να μη μιλήσουμε για το φιάσκο του Δημοψηφίσματος-, τα θέματα της διαφθοράς -ιδίως αυτά των Πάτση και Χειμάρρα- και των υποκλοπών θα είναι οι δεύτεροι, μετά από την ακρίβεια παράγοντες καθορισμού της ψήφου πολύ υψηλού ποσοστού ψηφοφόρων (σε κάθε περίπτωση πάνω από το 50% όσων απαντούν).

ΤΟ ΑΝΤΙ-ΣΥΡΙΖΑ ΜΕΤΩΠΟ

Η ΝΕΑ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ κέρδισε τις εκλογές το 2019 υποσχόμενη την ιδιωτικοποίηση της δημόσιας παιδείας, υγείας και συντάξεων, την κατάργηση κάθε προστασίας στην εργασία, την άρση κάθε περιβαλλοντικού και φορολογικού περιορισμού στους «επενδυτές» και τη δραστική περιστολή των ατομικών ελευθεριών. 

Χάρη σε αυτό το προεκλογικό πρόγραμμα κατόρθωσε να συμπήξει μια ευρεία κοινωνική συμμαχία  αποτελούμενη από τη μεγαλοαστική τάξη, τα ανώτερα μεσοαστικά στρώματα που μεγαλοπιάνονται και τους μονίμως δυσαρεστημένους μικροεπιχειρηματίες που πιστεύουν πως οι εργαζόμενοι στις επιχειρήσεις τους θα έπρεπε να εργάζονται δωρεάν. Και με αυτό το προεκλογικό πρόγραμμα πήρε το 39,85% των ψήφων, ενώ, οφείλουμε να διαπιστώσουμε, παρόμοιες αντιλήψεις κυριαρχούσαν και στο εκλογικό σώμα των όμορων κομμάτων, του ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ, της Ελληνικής Λύσης και της Χρυσής Αυγής.

Το ΑΝΤΙ-ΣΥΡΙΖΑ μέτωπο που συγκροτούσαν οι ψηφοφόροι των κομμάτων αυτών είχε ως συνεκτικό ιστό αυτό το μείγμα ακραίου οικονομικού φιλελευθερισμού και κρατικού αυταρχισμού που πρεσβεύει η ΝΕΑ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ και είναι απόρροια μιας τριακονταετούς προπαγάνδας της ιδιωτικής τηλεόρασης, η οποία εξυμνούσε τον απόλυτο ατομισμό, τη φοβία απέναντι σε οτιδήποτε είναι διαφορετικό,  τη βλαχογκλαμουριά, την ακραία ημιμάθεια με προεξάρχοντες τους τηλεοπτικούς παρουσιαστές.

Τέσσερα χρόνια μετά είμαστε υποχρεωμένοι να αναγνωρίσουμε ότι η κυβέρνηση Μητσοτάκη προσπάθησε να τηρήσει στο ακέραιο τις προεκλογικές της υποσχέσεις σε όλους ανεξαιρέτως τους τομείς. 

Αυτό σημαίνει ότι ο κύριος όγκος του εκλογικού σώματος που την τίμησε με την ψήφο του θα είχε κάθε λόγο να ανανεώσει την εμπιστοσύνη του προς αυτή. Η αστυνομική βαρβαρότητα, τα απίστευτα οικονομικά σκάνδαλα, η χωρίς προσχήματα εύνοια σε έναν πολύ συγκεκριμένο κλειστό κύκλο ολιγαρχών, η φίμωση της ενημέρωσης, ακόμα και το σκάνδαλο των υποκλοπών ήταν απότοκα των προεκλογικών υποσχέσεων της ΝΕΑΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ και ουδόλως απασχολούσαν το εκλογικό της σώμα.

 Όλα λοιπόν έδειχναν ότι οι επικείμενες εκλογές θα ήταν ένας υγιεινός περίπατος για την κυβέρνηση και σε αυτό βοηθούσε η ανόητα ηθικολογική αντιπολίτευση του ΣΥΡΙΖΑ, που εστίαζε στα οικονομικά σκάνδαλα των εκλεκτών της  αντί να ασχολείται με τις κοινωνικές συνέπειες της πολιτικής της  και, κυρίως, να προσπαθεί να βρει ένα τρόπο για να πείσει τα θύματά της -τα οποία δείχνουν όλο και λιγότερη εμπιστοσύνη στον κοινοβουλευτισμό διότι πλέον δεν πιστεύουν ότι η κοινοβουλευτική Δημοκρατία μπορεί να τους εξασφαλίσει μια στοιχειωδώς αξιοπρεπή ζωή- ότι προτίθεται να αποκαταστήσει τις αδικίες. 

Ο ΠΛΗΘΩΡΙΣΜΟΣ ΑΝΑΚΑΤΕΥΕΙ ΤΗΝ ΤΡΑΠΟΥΛΑ

Την τράπουλα ανακάτεψε το ξέσπασμα του πληθωρισμού. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη, πιστή τους ολιγάρχες εντολείς της, χειρίστηκε το πρόβλημα με αποκλειστικό γνώμονα τη μεγιστοποίηση των κερδών τους. Όμως η διαχείριση αυτή πλήττει πλέον σημαντικά και ένα κομμάτι της εκλογικής βάσης του ΑΝΤΙ-ΣΥΡΙΖΑ μετώπου, που πλέον δε μπορεί να ικανοποιήσει τις οικονομικές του προσδοκίες.

Όμως, μολονότι φουσκώνει η δυσαρέσκεια προς την κυβέρνηση ακριβώς εξ αιτίας της πολιτικής της διαχείρισης του πληθωρισμού, επειδή το κόστος της ενέργειας γίνεται κάθε μέρα και πιο δυσβάσταχτο για όλο και περισσότερα νοικοκυριά, τα ενοίκια αγγίζουν πλέον τις τιμές του τέλους της δεκαετίας του 2000 και το κόστος της διατροφής κάθε μέρα και ακριβότερο, ενώ οι μισθοί είναι οι μισοί των αντίστοιχων του 2009, δεν είναι σαφές ότι η δυσαρέσκεια αυτή θα μεταφραστεί σε ψήφο κατά της κυβέρνησης. Διότι είναι υπαρκτός ο κίνδυνος να μεταφραστεί και σε μαζική αποχή από τις εκλογές.

Το κλειδί λοιπόν για να σταματήσει ο κατήφορος του πολιτικού συστήματος προς μια δικτατορία με κοινοβουλευτικό προσωπείο, όπως στην Τουρκία, το Ιράν, τη Ρωσία, την Ουγγαρία και την Πολωνία, είναι η οικονομία.

Τα κάθε λογής σκάνδαλα που έχουν αποκαλυφθεί -το εξωφρενικότερο όλων μέχρι στιγμής, ισότιμο σε βαρύτητα με αυτό των τηλεφωνικών υποκλοπών, είναι αυτό του Θεοδωρικάκου και του γιου του- θα λειτουργήσουν επικουρικά υπέρ του σχηματισμού μιας δημοκρατικής κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας, μόνο εφ' όσον τα κόμματα της Αριστεράς και, κυρίως ο ΣΥΡΙΖΑ, κατορθώσουν να πείσουν όλους αυτούς τους ανθρώπους που δεν ξέρουν πώς θα βγάλουν το μήνα ότι αξίζει τον κόπο να πάνε μέχρι την κάλπη. Και το στοίχημα αυτό δεν είναι εύκολο.


Γιάννης Χρυσοβέργης

Τρίτη 16 Σεπτεμβρίου 2014

ΑΠΟ ΤΟ «ΜΑΥΡΟ» ΤΗΣ ΕΡΤ ΣΤΙΣ ΠΑΡΑΙΤΗΣΕΙΣ ΤΗς ΝΕΡΙΤ

Πολύ πιο σοβαρή από την αναίσχυντη λογοκρισία «με εντολή Σαμαρά», που οδήγησε στην παραίτηση τριών υψηλόβαθμων στελεχών της ΝΕΡΙΤ, είναι η εικόνα ενός Πρωθυπουργού εξουσιομανούς και σε κρίση παράνοιας.
Κι ένας τέτοιος άνθρωπος είναι πάντα πολύ επικίνδυνος. Καλό θα είναι λοιπόν η αντιπολίτευση να προετοιμαστεί από τώρα για να αντιμετωπίσει τα χειρότερα. Μήπως και τα αποτρέψει. 

Μια ολόκληρη εβδομάδα πριν από το «επεισόδιο της ΝΕΡΙΤ» η ομιλία του Πρωθυπουργού στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης προβλημάτισε. Ένας πολιτικός λόγος προδικτατορικός, που παρέπεμπε σε ομιλίες βουλευτών της ΕΡΕ στη δεκαετία του '50, και του οποίου η κεντρική ιδέα ήταν ότι το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης συνιστά εθνικό κίνδυνο. Και αυτό ήταν το στίγμα όλων των ομιλιών του Πρωθυπουργού από εκείνη την ημέρα και μετά.
Στα μισά της περασμένης εβδομάδας  το γραφείο τύπου του Πρωθυπουργού εξέδωσε μια οργίλη ανακοίνωση: «Το άθλιο πρωτοσέλιδο στην εφημερίδα "Το Ποντίκι", οι εμπνευστές του και όσοι κρύβονται πίσω από τους εμπνευστές του, να γνωρίζουν ότι αυτή η Κυβέρνηση δεν άγεται, ούτε φέρεται, ούτε κάμπτεται από κανέναν».
Εμβρόντητοι οι παραλήπτες αυτού του δελτίου τύπου διαπίστωσαν ότι το επίμαχο πρωτοσέλιδο δεν περιελάμβανε ένα υβριστικό ή συκοφαντικό για το πρόσωπο του Πρωθυπουργού τίτλο, αλλά μια... γελοιογραφία. 
Σε κάποιο αυταρχικό καθεστώς ο διευθυντής του εντύπου κι ο δημιουργός της «ασεβούς» γελοιογραφίας θα συλλαμβάνονταν, θα φυλακίζονταν, ίσως και να εξαφανίζονταν. Σε μια κοινοβουλευτική Δημοκρατία συνηθίζεται ο θιγόμενος να γελάει. Η έκδοση ανακοίνωσης για μια γελοιογραφία συνιστά παγκόσμια πρωτοτυπία. Και ναι μεν είναι γελοία, αλλά όχι για γέλια. Γιατί αναδεικνύει έναν Πρωθυπουργό που έχει χάσει τουλάχιστον την ψυχραιμία του.
Η καταγγελία του διαδικτυακού ΜΜΕ TOC  της Έλλης Στάη, σύμφωνα με την οποία «ο Αντώνης Σαμαράς τηλεφώνησε σε πρόσωπα-κλειδιά στις διοικήσεις κεντρικών ΜΜΕ για να μη μεταδοθεί η ομιλία του Αλέξη Τσίπρα από τα ιδιωτικά κανάλια», ενώ «ανώτερα κυβερνητικά στελέχη έκαναν τηλεφωνήματα σε εφημερίδες για να υπάρξει επιθετική στάση έναντι της ομιλίας Αλέξη Τσίπρα στα φύλλα της Δευτέρας» δίνει μια άλλη διάσταση στην κυβερνητική παρέμβαση στη ΝΕΡΙΤ.
Ο Πρωθυπουργός αναλαμβάνει προσωπικά την εκστρατεία φίμωσης της αντιπολίτευσης. Στους επόμενους μήνες είναι προφανές ότι το τρίπτυχο «λογοκρισία, παραπληροφόρηση, διασπορά ψευδών ειδήσεων» θα συνιστά την επικοινωνιακή πολιτική της Κυβέρνησης.
Μια τέτοια πολιτική όμως από μόνη της οδηγεί απλώς στη γελοιοποίηση, αν δεν συνοδευτεί από συλλήψεις στελεχών της Αντιπολίτευσης με ψευδείς κατηγορίες, με βία και νοθεία στις εκλογικές αναμετρήσεις.
Το αν η κυβέρνηση είναι σε θέση να σπρώξει την αυταρχική της κατρακύλα ως τις ακραίες της συνέπειες δεν το γνωρίζουμε. Πιθανότατα όμως θα το επιδιώξει. 
Ευχή όλων μας πρέπει να είναι να πρόκειται για απεγνωσμένες κινήσεις πανικού των απελπισμένων κυβερνώντων. Με τις ευχές όμως πολιτική δε γίνεται. Κι εδώ που φτάσαμε πρέπει να ετοιμαζόμαστε για να αντιμετωπίσουμε τα χειρότερα.

Γιάννης Χρυσοβέργης


Σάββατο 28 Ιουνίου 2014

ΟΙ ΔΙΑΚΡΙΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΔΥΣΔΙΑΚΡΙΤΕΣ ΓΕΦΥΡΕΣ ΤΟΥ ΠΟΤΑΜΙΟΥ

Η έναρξη του συνεδρίου του ΠΟΤΑΜΙΟΥ στο Λαύριο έφερε στην ίδια αίθουσα εκπροσώπους όλων σχεδόν των κομμάτων .
Τα όσα ακούστηκαν από τους εκπροσώπους των κομμάτων αυτών πείθουν πως ο νεόκοπος πολιτικός σχηματισμός υπό τον Σταύρο Θεοδωράκη είναι πλέον μια πολύφερνη νύφη, παρά την πενιχρή της προίκα.
Ίσως γιατί όλο αυτό το διάστημα, ο Σταύρος Θεοδωράκης και οι συνεργάτες του φρόντισαν, συστηματικά και ανεπαίσθητα, να χτίσουν διακριτικές και δυσδιάκριτες γέφυρες προς κάθε κατεύθυνση.

Ελάχιστοι παρατήρησαν ότι, σε όλη τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας, ο Σταύρος Θεοδωράκης απέφυγε με περισσή επιμέλεια να αναφερθεί, έστω και μια φορά, με αρνητικό τρόπο στο ΣΥΡΙΖΑ. 
Σε αντίθεση με τους ανταγωνιστικούς προς αυτόν σχηματισμούς της Κεντροαριστεράς, οι οποίοι διαγωνίζονταν σε υστερικές αντισυριζικές κραυγές, όμοιες με αυτές της ανέραστης γεροντοκόρης (γεροντοκόρου) που βρίσκεται αντιμέτωπη(ος) με ένα νεαρό ζευγάρι σε τρυφερή στιγμή, ο Σταύρος Θεοδωράκης προτίμησε ένα προσεκτικά αποστειρωμένο από αιχμές και πάθος λόγο, με συνθήματα που πάνε με όλους και όλα και απέφυγε κάθε ίχνος προσωπικής - πολύ δε περισσότερο πολιτικής - αντιπαράθεσης με την ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ.
Οι περισσότεροι αναμφίβολα εκτίμησαν ότι η τακτική αποφυγής αντιπαραθέσεων εντάσσονταν σε μια απέλπιδα προσπάθεια συγκάλυψης της απουσίας θέσεων του κόμματος, όμως έχουν άδικο. Γιατί το ΠΟΤΑΜΙ είναι μοναδικό στα χρονικά - και όχι μόνο τα ελληνικά - φαινόμενο πολιτικού σχηματισμού που επαίρεται για την απουσία πολιτικών θέσεών του. 
Οι γενικόλογες εκκλήσεις προς το εκλογικό σώμα για «αναγέννηση της χώρας», για «κοινό αγώνα για την προκοπή της χώρας» και λοιπά παρεμφερή δε συνιστούν διακριτό πολιτικό σχήμα αφού, με διαφορετικό πολιτικό πρόσημο, υπάρχουν στο σύνολο του πολιτικού φάσματος από την άκρα Δεξιά μέχρι την αντικοινοβουλευτική Αριστερά.
Και μπορεί αυτή ακριβώς η απουσία πολιτικών θέσεων σε μια αναμέτρηση που διεξάγονταν σε εξαιρετικά πολωμένο κλίμα και με ένα εκλογικό σώμα επιθετικά δύσπιστο προς κάθε πολιτικό σχηματισμό να του κόστισε την ταχεία καταβύθιση από το δημοσκοπικό 11,5% στο αναιμικό 6,5%, όμως στη σημερινή εναρκτήρια συνεδρίαση του συνεδρίου του ΠΟΤΑΜΙΟΥ ο ΣΥΡΙΖΑ εκπροσωπήθηκε από το γ.γ. της Κεντρικής Πολιτικής Επιτροπής και στενό συνεργάτη του Αλέξη Τσίπρα, Δημήτρη Βίτσα. 
Η γέφυρα είναι εδώ. Το ΠΟΤΑΜΙ πλασάρεται πλέον ως μελλοντικός κεντροαριστερός εταίρος σε μια κυβέρνηση υπό το ΣΥΡΙΖΑ, χωρίς τα βαρίδια του Βενιζελικού ΠΑΣΟΚ και τις εμμονές της μακαρίτισσας πλέον  ΔΗΜΑΡ.
Η δημιουργία της γέφυρας αυτής δυο πιθανές ερμηνείες έχει. 
Η πρώτη είναι ότι ο πατριάρχης της κρατικοδίαιτης επιχειρηματικότητας και εμπνευστής του εν λόγω πολιτικού σχήματος, ο Γ. Μπόμπολας έλαβε την απόφαση αν δεν μπορέσει να αποτρέψει μια εκλογική νίκη του ΣΥΡΙΖΑ να επωφεληθεί από αυτή με τον μοναδικό τρόπο που αυτός γνωρίζει: κάνοντας business as usual. 
Η δεύτερη είναι ότι ο Σταύρος Θεοδωράκης αποφάσισε να αυτονομηθεί από το δημιουργό του. Στην περίπτωση αυτή όμως η τύχη του είναι προδιαγεγραμμένη. Την υπερπροβολή από τα ΜΜΕ, όταν και όποτε αυτός επιθυμεί θα την αντικαταστήσει στο αμέσως επόμενο μέλλον ο εξοστρακισμός, η επιθετική κριτική χωρίς δικαίωμα αντιλόγου και, στο τέλος, η δημιουργία ενός «νέου» κόμματος, υπό την ηγεσία κάποιου άλλου «τηλεοπτικού αστέρα».
Σε κάθε περίπτωση, η μέχρι στιγμής προβολή του συνεδρίου του ΠΟΤΑΜΙΟΥ από τα ΜΜΕ του ΠΗΓΑΣΟΥ και, κυρίως, η υπερπροβολή όσων εγκαταλείπουν το ναυάγιο της ΔΗΜΑΡ για να επιβιβαστούν στο σκάφος του Σταύρου Θεοδωράκη συνηγορούν υπέρ της πρώτης εκδοχής.
Όμως η γέφυρα προς την Αριστερά στήθηκε χωρίς να κοπούν οι γέφυρες με τον κυβερνώντα συνασπισμό.
Στην εναρκτήρια ομιλία του ο Σταύρος Θεοδωράκης περιορίστηκε σε μια πολύ επιφανειακή κριτική έναντι ορισμένων «παρωχημένων πολιτευτών», οι οποίοι «καταψηφίζουν τον προϋπολογισμό αλλά μετά τον εφαρμόζουν» και «πρώην υμνητές της δικτατορίας». Κι όλα αυτά συνοδευόμενα από άσφαιρα πυρά  - μην κάνουμε καμιά ζημιά στην άλλη γέφυρα - κατά του «αριστερού λαϊκισμού», ο οποίος, ώ του θαύματος, δεν έχει πολιτικό ονοματεπώνυμο και ύμνους προς την Ευρώπη.
Ταυτοχρόνως φρόντισε να απέχει κάθε σχολίου για τα μείζονος σημασίας θέματα επί των οποίων πρόκειται να νομοθετήσουν τα θερινά τμήματα της Βουλής και τα οποία θα καθορίσουν τη ζωή μας στις επόμενες δεκαετίες. Η σιωπή είναι χρυσός.
Κι αυτή η γέφυρα είναι εδώ. Και επιβεβαιώθηκε από την παρουσία των γραμματέων της ΝΕΑΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ και του ΠΑΣΟΚ στην τελετή έναρξης του συνεδρίου.
Εδώ οφείλουμε όμως να αποδώσουμε τα του Καίσαρος τω Καίσαρι. Η δημιουργία ενός κόμματος που, με σαφείς προγραμματικές προϋποθέσεις θα ήταν διατεθειμένο να συνεργαστεί με την παρούσα κυβέρνηση και με κάποιες άλλες, επίσης σαφείς προγραμματικές προϋποθέσεις, με την Αριστερά θα είχε πολλαπλά θετική συνεισφορά στην πολιτική ζωή.
Όμως το ΠΟΤΑΜΙ  δεν είναι κάτι τέτοιο. Οι διατυπώσεις των απόψεών του, που εκφράζονται δια στόματος Σταύρου Θεοδωράκη και μόνον αυτού, παραπέμπουν στις «οδηγίες προς νεαρό συνθέτη» του Λουκιανού Κηλαηδόνη. «...Και σιγά-σιγά αρχίζεις να τους βάζεις μουσική, που όλο κάτι να θυμίζει και να μην ξέρουμε τι...».
Η συνταγή αυτή, μπορεί σε άλλες εποχές να είχε πέραση. Όμως σε μια εποχή που οι πολίτες είναι επιθετικά δύσπιστοι όσο ποτέ προς όλους τους πολιτικούς σχηματισμούς η επιμελημένη ασάφεια του ΠΟΤΑΜΙΟΥ προς χάριν των διακριτικών και δυσδιάκριτων γεφυρών του εμπεριέχει τον κίνδυνο να μείνουν μεν οι γέφυρες, το ποτάμι όμως να στερέψει πριν αλέκτωρ λαλήσει τρις. 
Γιάννης Χρυσοβέργης 

Τετάρτη 9 Απριλίου 2014

ΤΟ ΜΠΑΛΤΑΚΕΙΟΝ ΑΓΟΣ*

 Πολλά ειπώθηκαν, και ορθώς, για τις κρυφές και φανερές σχέσεις του στενού συνεργάτη του Σαμαρά και γενικού γραμματέα του Υπουργικού Συμβουλίου Παναγιώτη Μπαλτάκου με τη ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ.
Ουδείς όμως ενοχλήθηκε από την προκλητική ομολογία, κατάλυσης του Κράτους Δικαίου, δια στόματος του γενικού γραμματέα του Υπουργικού Συμβουλίου.
Σε αυτή την απουσία δημοκρατικών θεσμικών αντανακλαστικών συνίσταται το «Μπαλτάκειον άγος» ή, νεοελληνιστί, «Μπαλτάκοσγκέητ»  .

Αν μετά από όσα είπε στον επίμαχο διάλογό του με τον Ηλία Κασιδιάρη και δεν τα διέψευσε ούτε στιγμή, οι υπουργοί Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης είχαν εναγάγει τον Παναγιώτη Μπαλτάκο για συκοφαντική δυσφήμιση και η Δικαιοσύνη από την πλευρά της είχε κινηθεί αυτεπάγγελτα εναντίον του, για την προφανή δυσφήμιση του θεσμού που προκύπτει από τα λεγόμενά του όλη η συζήτηση θα όφειλε να εξαντληθεί στις προφανείς πολιτικές ευθύνες του Αντώνη Σαμαρά.
Μια εβδομάδα μετά τίποτα από τα παραπάνω δεν έχει συμβεί. Και, με εξαίρεση τον Γ. Παπανδρέου και τον βουλευτή της ΔΗΜΑΡ Ν. Τσούκαλη, ουδείς διανοήθηκε να εγείρει το μείζον ζήτημα της λειτουργίας των θεσμών.
Ουδείς διανοήθηκε να ζητήσει διερεύνηση των όσων παραδέχεται, με τη θεσμική ιδιότητα του γενικού γραμματέα του Υπουργικού Συμβουλίου, ο Παναγιώτης Μπαλτάκος.
Αν δεχθούμε, ότι ο Παναγιώτης Μπαλτάκος ψεύδονταν ασύστολα και η Δικαιοσύνη κινήθηκε χωρίς την παραμικρή κυβερνητική παρέμβαση κατά της ΧΡΥΣΗΣ ΑΥΓΗΣ, τότε η ηγεσία του Αρείου Πάγου οφείλει εξηγήσεις στην ελληνική κοινωνία για την επί δυο δεκαετίες αδιαφορία των δικαστών έναντι των εγκληματικών ενεργειών μελών της ΧΡΥΣΗΣ ΑΥΓΗΣ. 
Και να προβεί, ως ελάχιστο δείγμα ευθύνης έναντι της κοινωνίας και του πολιτεύματος,  στη διερεύνηση των ευθυνών εκείνων των δικαστών που έβαλαν στο αρχείο εκατοντάδες υποθέσεων εγκληματικών ενεργειών μελών της ΧΡΥΣΗΣ ΑΥΓΗΣ. Γιατί ο Παύλος Φύσσας δεν ήταν το πρώτο της θύμα. Η σχετική έκθεση του Συνηγόρου του Πολίτη είναι αποκαλυπτική. 
Σε κάθε περίπτωση τίθεται ζήτημα λειτουργίας της Δικαιοσύνης και η ηγεσία της είναι υπόλογη έναντι του ελληνικού λαού διότι δεν προβαίνει στην κάθαρση του θεσμού.
Αν πάλι δεχθούμε ότι ο Παναγιώτης Μπαλτάκος έλεγε την αλήθεια τότε υπάρχει μείζον ζήτημα κυβερνητικής παρέμβασης στο έργο της Δικαιοσύνης. Και υπόλογος στην περίπτωση αυτή δεν είναι μονάχα ο Σαμαράς και οι υπουργοί του. Είναι και η ηγεσία του Αρείου Πάγου και οι συγκεκριμένοι ανακριτές που δεν όρθωσαν, όπως επιτάσσει το άρθρο 120 του Συντάγματος, το ανάστημά τους σε μια κυβερνητική παρέμβαση στο έργο τους.
 Ακόμα κι αν δεχθούμε ότι η κυβερνητική παρέμβαση ήταν η αντίδραση στο ότι οι δικαστικοί λειτουργοί επιδείκνυαν ύποπτη επιείκεια έναντι των εγκληματιών της ΧΡΥΣΗΣ ΑΥΓΗΣ υπάρχει μείζον πολιτικό ζήτημα. Αν η Δικαιοσύνη σε μια Δημοκρατία δεν λειτουργεί ευθύνη αν δώσει λύση έχει η Βουλή, ο εκπρόσωπος του κυρίαρχου λαού, με τη συναίνεση όλων των πιστών στο πολίτευμα πολιτικών δυνάμεων.
Το πολιτικό πρόβλημα είναι πολύ σοβαρότερο αν ισχύει ο ισχυρισμός του Παναγιώτη Μπαλτάκου ότι «δεν υπήρχαν στοιχεία». Διότι, στην περίπτωση αυτή, έχουμε να κάνουμε με πολιτική εκτροπή. Το ότι σήμερα θύμα της πολιτικής εκτροπής είναι η ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ μικρή σημασία έχει. Αύριο θα είναι ενδεχομένως ο ΣΥΡΙΖΑ, οι ΟΙΚΟΛΟΓΟΙ, η ΔΗΜΑΡ, το ΠΟΤΑΜΙ, ο Γιώργος Παπανδρέου ή οποιοσδήποτε άλλος «κόβει ψήφους» από το Σαμαρά.
Εδώ οφείλουμε να επισημάνουμε σε ανθρώπους που έχουν χύσει, στην κυριολεξία, αίμα για τη Δημοκρατία σε αυτή τη χώρα, πως η σιωπή τους τους καθιστά συνένοχους των κυβερνητικών σχεδιασμών.
Το ότι η ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ είναι εγκληματική οργάνωση δεν επιδέχεται αμφισβήτηση. Όμως στη Δημοκρατία, ακόμα και για τον χειρότερο εγκληματία, ισχύει το τεκμήριο της αθωότητας. Και για τους Χρυσαυγίτες οφείλουν να ισχύουν τα ίδια ακριβώς δικαιώματα που ο νόμος ορίζει για τον κάθε φονιά, τον κάθε παιδεραστή, τον κάθε βιαστή, τον κάθε ληστή. 
Ένα τεκμήριο για το μη σεβασμό του οποίου υπάρχουν βάσιμες υπόνοιες στην περίπτωση της αθρόας προφυλάκισης βουλευτών της ΧΡΥΣΗΣ ΑΥΓΗΣ (ως και οι κατηγορίες της πρόκλησης πλημμυρών και ναυαγίων επιστρατεύτηκαν), που ενισχύονται από το γεγονός της συνεχούς διαρροής στοιχείων της δικογραφίας στον τύπο, χωρίς κανείς να ενοχλείται ( ή μήπως πρόκειται για οργανωμένη διαρροή που αποσκοπεί να προστατεύσει από την ανακάλυψη πραγματικών ενοχοποιητικών στοιχείων τους κατηγορούμενους;).
Το γεγονός πως η μοναδική αντίδραση στην αποκάλυψη της εξωφρενικού περιεχομένου της συνομιλίας μεταξύ Μπαλτάκου και Κασιδιάρη ήταν η άσκηση, από μέρους της Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου προληπτικής λογοκρισίας κατά της δημοσίευσης οιασδήποτε παρόμοιας συνομιλίας μελλοντικά, προϊδεάζει για το χειρότερο: την οργανωμένη παραθεσμική λειτουργία χωρίς καμιά ουσιαστική αντίδραση. Αυτό είναι το Μπαλτάκειον άγος. Και είναι άγνωστο αν η Β' Ελληνική Δημοκρατία κάποια στιγμή θα προβεί στην «κάθαρση» ή αν θα συνεχίσει να αυτοαναιρείται  ώσπου να γίνει ένα αδειανό πουκάμισο.
Γιάννης Χρυσοβέργης

* Όταν απέτυχε η απόπειρα πραξικοπήματος του Κύλωνα το 632 π.Χ. (κατ' άλλους το 628) οι επιζήσαντες οπαδοί του κατέφυγαν ικέτες στο βωμό της Πολιάδος Αθηνάς. Οι άνδρες του άρχοντα Μεγακλή, παρά το ότι οι ικέτες θεωρούνταν προστατευόμενοι των Θεών, τους κατέσφαξαν. Η πράξη τους θεωρήθηκε ντροπή για την πόλη των Αθηνών, που για να ξεπλύνει το Κυλώνειον άγος, εξόρισε τους Αλκμαιωνίδες, την οικογένεια του άρχοντα Μεγακλή, δίνοντας εντολή ακόμα και να εκταφούν οι νεκροί της οικογένειας και να ακολουθήσουν τους ζωντανούς στην εξορία.

Τρίτη 11 Φεβρουαρίου 2014

ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΣΕ ΠΑΡΑΚΡΟΥΣΗ, ΑΝΤΙΠΟΛΙΤΕΥΣΗ ΣΕ ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΗ ΜΑΚΑΡΙΟΤΗΤΑ

Οι καταιγιστικές αλλαγές στην εκλογική νομοθεσία, στις οποίες επιδίδεται το δίδυμο Σαμαρά - Βενιζέλου θα ήταν για σπαρταριστά γέλια αν δεν συνιστούσαν απόδειξη της προκλητικής περιφρόνησης και των δυο προς τους Δημοκρατικούς θεσμούς.
Ακόμα πιο ανησυχητική όμως είναι η απουσία αντιδράσεων από μέρους της αξιωματικής αντιπολίτευσης σε μέτρα και μεθοδεύσεις που φλερτάρουν με τη συνταγματική εκτροπή.

Η απέχθεια του Αντώνη Σαμαρά προς τους δημοκρατικούς θεσμούς ήταν γνωστή από το 1983, όταν, επικεφαλής των ΚΕΝΤΑΥΡΩΝ - μιας παραστρατιωτικά οργανωμένης δύναμης κρούσης της ΟΝΝΕΔ - φρόντιζε να μείνει η επίσκεψη Αβέρωφ - τότε Προέδρου της ΝΕΑΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ για τους νεότερους - αξέχαστη στους Πελοποννήσιους και ιδίως στους Καλαματιανούς. Επί τρεις ημέρες οι Κένταυροι έσπαγαν τις βιτρίνες όσων καταστημάτων είχαν τολμήσει να μην κολλήσουν στην προθήκη τους τη φωτογραφία του Ευάγγελου Αβέρωφ Τοσίτσα.
Μας την υπενθύμισε στις αρχές της δεκαετίας του '90 όταν, πριν ακόμα συγκροτήσει με χρήματα του υπουργείου Εξωτερικών το κόμμα του, την αλήστου μνήμης ΠΟΛΑΝ, είχε συγκροτήσει το περιβόητο ΔΙΚΤΥΟ 21, που φρόντιζε να απολύονται οι «ανθέλληνες», δημοσιογράφοι οι οποίοι αμφισβητούσαν την «μια, μοναδική και, φυσικά, ελληνική και μόνο ελληνική Μακεδονία».
Και φυσικά, έσπευσε να το διαλαλήσει σε όλους τους τόνους, από την πρώτη στιγμή που ανέλαβε την ηγεσία της ΝΕΑΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ. Με έναν πολιτικό λόγο ρατσιστικό, ακραία εθνικιστικό, μισαλλόδοξο, υστερικό (αλήθεια πόσοι θυμούνται τις απειλές του για παραπομπή στο ειδικό δικαστήριο του τότε Πρωθυπουργού Γ. Παπανδρέου;).
Άλλο τόσο γνωστή σε όλους είναι και η εξουσιολαγνεία του Ευ. Βενιζέλου. Και είναι τόση, που μπροστά της κανένας συμβιβασμός δεν είναι ανεπίτρεπτος, καμιά πολιτική συμμαχία δεν είναι παρά φύσιν. Σίγουρα πολλοί λίγοι τον θυμούνται, ως συνδικαλιστή της προσκείμενης στην ΕΔΗΚ (Ένωση Δημοκρατικού Κέντρου) Δημοκρατικής Πορείας, να βγάζει στα φοιτητικά αμφιθέατρα πύρινους λόγους κατά του «ολετήρα του ελληνισμού», όπως αποκαλούσε τότε τον Ανδρέα Παπανδρέου. Για να σπεύσει, δέκα χρόνια αργότερα, «νέος καθηγητής του συνταγματικού Δικαίου» ων, να προσφέρει συνταγματική κάλυψη σε, τουλάχιστον προβληματικές θεσμικά, ενέργειες του Α. Παπανδρέου, την εποχή που ο τελευταίος προσπαθούσε αντί πάσης θυσίας να κουκουλώσει το σκάνδαλο Κοσκωτά. Και ανταμείφθηκε πλουσιοπάροχα με μια ταχύτατης εξέλιξης πολιτική σταδιοδρομία.
Ήταν εντελώς φυσικό, από τη στιγμή που συναντήθηκαν οι δυο αυτοί «Ηρακλείς της Δημοκρατίας», να επιδοθούν σε ένα χωρίς προηγούμενο κρεσέντο αντιδημοκρατικών μεθοδεύσεων.
Έτσι είδαμε την κατάχρηση της προσφυγής σε πράξεις νομοθετικού περιεχομένου, είδαμε να κλείνει η Δημόσια τηλεόραση της χώρας «διότι δεν προέβαλλε το εθνικόν έργον του Πρωθυπουργού», είδαμε να επιβάλλονται φόροι με υπουργικές αποφάσεις, και να ψηφίζονται νόμοι με αναδρομική ισχύ. 
Αυτό όμως που συμβαίνει με τις ευρωεκλογές και τις αυτοδιοικητικές εκλογές δεν έχει το ταίρι του. Στην αρχή οι κυβερνώντες επιδίωξαν, κατά παράβαση του γράμματος της σχετικής νομοθεσίας, να αναβάλουν τις αυτοδιοικητικές εκλογές ως τα τέλη του 2015. Ακολούθως, παραβιάζοντας το πνεύμα του νόμου, αποφάσισαν οι ευρωεκλογές να συμπέσουν με το δεύτερο γύρο των αυτοδιοικητικών εκλογών, ευελπιστώντας, προφανώς, σε υψηλή αποχή λόγω του ότι δεύτερος γύρος δε θα λάβει χώρα σε όλους τους δήμους. Τα τελευταία τους επιτεύγματα ήταν η καθιέρωση της σταυροδοσίας στις ευρωεκλογές και η μεθόδευση της απαγόρευσης της ψήφου των ετεροδημοτών στις αυτοδιοικητικές εκλογές στον τόπο κατοικίας τους. Και φυσικά η ακύρωση του νόμου του 2010 που επέτρεπε σε ομογενείς και νόμιμους μετανάστες να ψηφίζουν στις Δημοτικές Εκλογές, αν και το τελευταίο απλώς αποτελούσε εφαρμογή μιας κατάφωρα ενάντιας στην Οικουμενική Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και της ΕΣΔΑ απόφασης του Δ' Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας, προς τέρψιν των νεοναζιστικών αποβρασμάτων.
Όλα αυτά αναμφίβολα παραπέμπουν σε πρακτικές χωρών με «μακρά δημοκρατική παράδοση», όπως η Ταϋλάνδη, η Ζιμπάμπουε, η Αίγυπτος, η Γεωργία, η Ουκρανία, η Λευκορωσία κ.λ.π.
Στην Ελλάδα, σε κάθε περίπτωση, τέτοια κατάσταση είχαμε να ζήσουμε από τις εκλογές του 1956 και του 1958, όπου το εκλογικό σύστημα κόβονταν και ράβονταν για την επίτευξη δυο σκοπών: την εξασφάλιση της πολιτικής κυριαρχίας της ΕΡΕ, ακόμα κι αν ήταν μειοψηφία και την κοινοβουλευτική περιθωριοποίηση της ΕΔΑ.
Απέναντι σε αυτό το αντικοινοβουλευτικό όργιο οι χλιαρές έως ανύπαρκτες αντιδράσεις της αξιωματικής αντιπολίτευσης τουλάχιστον προβληματίζουν. Διότι, ανεξαρτήτως του αν τα ηγετικά στελέχη του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης πιστεύουν πως στις αυτοδιοικητικές εκλογές και στις ευρωεκλογές θα καταγάγουν περιφανή νίκη, υποχρέωσή τους είναι να αναδείξουν αυτό το αντικοινοβουλευτικό και αντιδημοκρατικό όργιο, να το καταγγείλουν, να καλέσουν τους πολίτες σε αντίδραση, να αξιώσουν τη λογοδοσία των υπεύθυνων.
Και οι εξηγήσεις για την παράδοξη αυτή συμπεριφορά είναι δυο: είτε είναι πεπεισμένοι πως, ανεξάρτητα από τις εκλογικές μεθοδεύσεις, οι οποίες αποσκοπούν μονάχα στη φαλκίδευση του εκλογικού αποτελέσματος, θα πετύχουν περιφανή νίκη, είτε τα δημοκρατικά τους αντανακλαστικά είναι πολύ υποτονικά και αδυνατούν να κατανοήσουν τη σημασία της προστασίας των κοινοβουλευτικών θεσμών.
Αν ισχύει το πρώτο η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ είναι επικίνδυνα αφελής. Διότι το επόμενο βήμα των κυβερνώντων, αν δεν υπάρξει αντίδραση, θα είναι η μεθόδευση εκλογών βίας και νοθείας, στο πρότυπο αυτών του 1961.
Αν ισχύει το δεύτερο τα πράγματα είναι ακόμα πιο σοβαρά. Διότι σε αυτή την περίπτωση, τα ασθενή δημοκρατικά αντανακλαστικά συνεπάγονται ασθενή πίστη στη Δημοκρατία και, κατά συνέπεια, επίσης ροπή σε αυταρχικές πολιτικές επιλογές.
 
Γιάννης Χρυσοβέργης  
  

Τετάρτη 23 Οκτωβρίου 2013

ΑΣΕΒΕΙΑ ΠΡΟΣ ΤΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

Σε μια πρωτοφανούς ασέβειας πράξη προς το Κοινοβούλιο και τη Δημοκρατία ο Πρωθυπουργός Αντώνης Σαμαράς, όχι μόνο απουσίασε από τη συζήτηση για την αναστολή χρηματοδότησης κομμάτων, αλλά απουσίασε ακόμα και από την ψηφοφορία.
Από κοντά του κι ο Υπουργός Υποδομών Μιχάλης Χρυσοχοΐδης. Αλλά «έξεστι τοις Κλαζομενίοις ασχημονείν».

Από τη μέρα που ανέλαβε τη διακυβέρνηση αυτής της χώρας ο Αντώνης Σαμαράς δεν παύει, με τα λόγια του και με τα έργα του, να ασχημονεί σε βάρος της Δημοκρατίας.
Στην άρνησή του να παρευρεθεί, έστω και μια φορά, στη Βουλή προκειμένου να απαντήσει σε ερωτήσεις ηγετών των κομμάτων της Αντιπολίτευσης - αλήθεια θυμούνται όλοι οι οψίμως μεταρρυθμιστολογούντες υποστηρικτές του να επέδειξαν τέτοια ασέβεια οι ώστας Σημίτης και Γιώργος Παπανδρέου (για τον Κώστα Καραμανλή δε μιλάμε διότι υπήρξει ωσεί Πρωθυπουργός) ; - στη συστηματική νομοθέτηση μέσω «πράξεων νομοθετικού περιεχομένου», στο πραξικόπημα του κλεισίματος της ΕΡΤ «διότι δεν προέβαλλε το εθνικόν του έργον», ήρθε να προστεθεί μια πρωτοφανής στην κοινοβουλευτική Ιστορία της χώρας ασέβεια: απουσίασε από μια σημαντική ψηφοφορία, στην οποία επρόκειτο να αποφασιστούν οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες θα αναστέλλεται η κρατική χρηματοδότηση ενός κόμματος.
Θα μπορούσε να δείξει κανείς κατανόηση αν ο Αντώνης Σαμαράς ταλαιπωρούνταν από κάποια σοβαρή ίωση και ψήνονταν στον πυρετό. Κάτι τέτοιο όμως δεν ίσχυε, διότι προτίμησε, δυο ώρες πριν την ψηφοφορία στη Βουλή, να εκφωνήσει έναν δεκάρικο - είναι η ειδικότητά του άλλωστε - στα εγκαίνια του ανακαινισθέντος Δημοτικού Θεάτρου Πειραιά.
Είναι κατανοητή αντιθέτως η απροθυμία του να είναι συμμέτοχος μιας δράσης κατά των νεοναζί, με τους οποίους, μολονότι δε μοιράζεται επακριβώς το ίδιο όραμα, μοιράζεται την απέχθεια προς όλες τις εκφράσεις της Λαϊκής Κυριαρχίας: τον κονοβουλευτικό διάλογο, την ελευθερία των ΜΜΕ, τις ατομικές ελευθερίες,  την ισότητα των δικαιωμάτων των ανθρώπων ανεξαρτήτως χρώματος, φυλής, εθνικότητας, θρησκείας.
Πολύ περισσότερο που στενοί του συνεργάτες αρνούνται να καταγγείλουν τους νεοναζί είτε διότι «φυλάνε τις σφαίρες τους για τον πραγματικό εχθρό», είτε διότι αν δεν κάτσουν καλά οι βουλευτές του ΠΑΣΟΚ «θα κυβερνήσουμε με τη Χρυσή Αυγή», είτε διότι τα περί ναζισιτικής εγκληματικής δράσης με την απροκάλυπτη ανοχή της ΕΛΑΣ είναι «ψεύδη ανθελλήνικών ΜΜΕ και θα τους υποβάλουμε μηνύσεις» (που ποτέ δεν υποβλήθηκαν φυσικά).
Όπως και ο ομογάλακτός του - Αντιπρόεδρος του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος γαρ και πρώην ανερχόμενος αστέρας της σταλινικής νομενκλατούρας στην Ουγγαρία - Βίκτορ Ορμπάν, επιδιώκει την ποδηγέτηση  των ΜΜΕ,  της Δικαιοσύνης και κάθε άλλου θεσμικού πλαισίου  της Δημοκρατίας, προκειμένου να ασκεί την απόλυτη προσωπική εξουσία του προς όφελος μιας δράκας επιχειρηματιών.
Εξ ου και η καθημερινή συμπεριφορά του Υπουργού Προπαγάνδας - συγνώμη, Κυβερνητικός Εκπρόσωπος είναι επισήμως - ο οποίος είναι ο μοναδικός με αυτή την ιδιότητα που έχει διανείμει χαλκευμένα βίντεο στα ΜΜΕ (δε θα σταθούμε στη συνενοχή των τελευταίων) και στους 15 μήνες που ασκεί τα καθήκοντά του δεν έχει οργανώσει ούτε μια ενημέρωση των πολιτικών συντακτων. 
Η εξ ίσου προσβλητική προς τους Δημοκρατικούς θεσμούς απουσία από την ψηφοφορία του Μιχάλη Χρυσοχοΐδη έχει μάλλον διαφορετική αιτία. Στην περίπτωση αυτή έχουμε μια προκλητική ελαφρότητα πολιτικών ηθών, για την οποία ήδη μας είχε δώσει δείγμα γραφής στα τέλη του 2011, όταν ανερυθρίαστα δήλωνε ότι «είχε ψηφίσει το πρώτο Μνημόνιο χωρίς να το διαβάσει».
Όμως αυτοί οι άνθρωποι κυβερνούν και γι αυτό είναι επικίνδυνοι. Είναι επικίνδυνοι γιατί δε διστάζουν μπροστά σε τίποτα προκειμένου να ικανοποιήσουν την εξουσιομνανία τους. Είναι επικίνδυνοι γιατί πιστεύουν πως ΟΛΑ ΕΠΙΤΡΕΠΟΝΤΑΙ. 

Γιάννης Χρυσοβέργης

 

Τρίτη 22 Οκτωβρίου 2013

ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ ΣΤΟΝ ΑΝΤΩΝΗ ΚΑΡΡΑ

Είναι κοινοτοπία, και επειδή η κουβέντα αυτή έχει ειπωθεί πολλές φορές γι' ανθρώπους που δεν την αξίζουν,  και επειδή ο καθένας τη χρησιμοποιεί ανάλογα με τις αξίες ζωής του.
Αλλά για εμένα στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι η κουβέντα που ταιριάζει.
Με το θάνατο του Αντώνη Καρρά ο κόσμος των ενεργών πολιτών γίνεται κατά πολύ φτωχότερος.
Τον γνώρισα το 1975, όταν εντάχθηκα στη Νεολαία του ΠΑΣΟΚ. Με εντυπωσίασε το παράστημά του, η ευθύτητα του χαρακτήρα του, ακόμα και το εξαιρετικά «νεανικό» για την ηλικία του ντύσιμό του.
Πιο πριν, στη διάρκεια της δικτατορίας, είχε επιδείξει πλούσια δράση από τις γραμμές του ΠΑΚ. Τότε που οι αντιστασιακοί ήταν μετρημένοι στα δάχτυλα. Όχι, σαν τις χιλιάδες των αντιστασιακών της επόμενης μέρας, που είδαμε να ξεμπουκάρουν στις 24 Ιουλίου 1974.
Σε όλη εκείνη την έντονη μεταπολιτευτική περίοδο ο Αντώνης Καρράς, αν και στενός συνεργάτης του Ανδρέα Παπανδρέου ήταν πανταχού παρών σε όλες τις διαδηλώσεις.
Το βράδυ της 17ης Νοεμβρίου 1980, κι ενώ απ' έξω η Αστυνομία πυροβολούσε διαδηλωτές στο ψαχνό - εκτός από τους Κουμή και Κανελλοπούλου που δολοφονήθηκαν από τα γκλομπς των ΜΑΤ, τρεις διαδηλωτές τραυματίστηκαν σοβαρά από σφαίρες αστυνομικών εκείνη τη νύχτα - ο Αντώνης Καρράς ήταν μέσα στο πολιορκημένο Πολυτεχνείο και προσπαθούσε εναγωνίως, επικοινωνώντας με τους αρμόδιους υπουργούς, να μπει τέλος στον παροξυσμό της κρατικής βίας.
Όταν το ΠΑΣΟΚ κέρδισε τις εκλογές κι ο τελευταίος ανθυποχαφιές της Χούντας είχε βαφτίσει εαυτόν σοσιαλιστή, όταν οι νεόκοποι «σοσιαλιστές» έσπευδαν  να διεκδικήσουν πατείς με πατώ σε θέσεις εξουσίας, ο Αντώνης Καρράς αρνήθηκε με περίσσεια αξιοπρέπεια αυτές τις θέσεις, μολονότι αν τις διεκδικούσε θα το άξιζε. Κι αυτή τη στάση την κράτησε για τριάντα ολόκληρα χρόνια.
Τον ξαναείδαμε το Δεκέμβρη του 2008, όταν η νεολαία διαδήλωνε, σε έξαλλη κατάσταση, κατά της δολοφονίας του Αλέξη Γρηγορόπουλου.  Στα 88 του χρόνια, αψηφούσε τα δακρυγόνα και όρθωνε το ανάστημά του απέναντι στην ακραία αστυνομική βία. Η βραβευμένη σε διεθνή διαγωνισμό φωτογραφία του Γιάννη Κολεσίδη, που παραθέτω τα λέει όλα.
Μίλησα για τελευταία φορά μαζί του στις αρχές του Νοεμβρίου 2011, όταν εξελίσσονταν στη Βουλή η πραξικοπηματική ανατροπή του Γιώργου  Παπανδρέου. Ήταν βαθύτατα απογοητευμένος, από την εξαχρείωση των κοινοβουλευτικών ηθών. Κι ονειρεύονταν μια ανάσταση των αξιών της αλληλεγγύης και της αξιοπρέπειας, που είχαν επιτρέψει στην ελληνική κοινωνία να επιβιώσει στη διάρκεια της ναζιστικής κατοχής.
Ο Αντώνης Καρράς υπήρξε σε όλη του τη ζωή σεβαστός από φίλους κι αντιπάλους. Τον οποίο σεβασμό ουδέποτε τον ζήτησε. Τον επέβαλε με την προσωπική του σεμνότητα και την καθαρότητα των απόψεών του, είτε συμφωνούσες μαζί του είτε όχι. Καλό κατευώδιο Αντώνη Καρρά.

Γιάννης Χρυσοβέργης