Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΝΕΑ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΝΕΑ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 22 Μαΐου 2023

ΜΙΑ ΣΚΟΤΕΙΝΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΑΡΧΙΖΕΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Το εκλογικό αποτέλεσμα είναι μια αδιαμφισβήτητη νίκη της μαφιοκρατίας επί της κοινοβουλευτικής Δημοκρατίας και μια αδιαμφισβήτητη ήττα της Αριστεράς, που είχε απομείνει μοναδικός υπερασπιστής των δημοκρατικών ελευθεριών της Μεταπολίτευσης. Η χώρα οδεύει πλέον με ταχείς ρυθμούς προς ένα καθεστώς ανάλογο με της Τουρκίας και της Ρωσίας.
Τα γεγονότα δε μπορούμε να τα αλλάξουμε, οφείλουμε όμως να τα κατανοήσουμε και να ετοιμαστούμε για ένα μακρόχρονο αντιδικτατορικό αγώνα.

Η ΑΠΡΟΣΔΟΚΗΤΗ ΕΠΙΤΥΧΙΑ ΤΗΣ ΚΑΘΕΣΤΩΤΙΚΗΣ ΠΡΟΠΑΓΑΝΔΑΣ

Στα επιτελεία της ΝΕΑΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ και των πετσομπουκωμένων ΜΜΕ ζούσαν τις τελευταίες μέρες με τον εφιάλτη ενός εκλογικού ντέρμπι, ακόμα και του ενδεχομένου το κόμμα της μαφιοκρατίας να βρεθεί δεύτερο. 

Η κάλπη τους επιφύλαξε μια έκπληξη που ούτε στα πιο τρελά τους όνειρα δεν είχαν φανταστεί, όπως κι οι ίδιοι ομολόγησαν στα πρώτα τους σχόλια μετά την ανακοίνωση των πρώτων αποτελεσμάτων.

Είναι αναμφισβήτητα η πρώτη φορά που η προπαγάνδα των ΜΜΕ κατορθώνει να χειραγωγήσει σε τέτοιο βαθμό την ελληνική κοινωνία. Όμως αυτό δεν είναι ανεξήγητο. 

Αφ' ενός η ΝΕΑ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ τήρησε στο ακέραιο τις προεκλογικές της υποσχέσεις. Υποσχέθηκε ένα αστυνομικό Κράτος και το έπραξε καταλύοντας κάθε έννοια Κράτους Δικαίου. Υποσχέθηκε ιδιωτικοποίηση της Δημόσιας Παιδείας και Υγείας και το πράττει με ταχείς ρυθμούς. Υποσχέθηκε εργασιακή ζούγκλα και φορολογική ασυδοσία στους μικροεπιχειρηματίες και το έπραξε.

Αφ' ετέρου η ορθή επιδοματική πολιτική την οποία εφάρμοσε στη διάρκεια της πανδημίας, σε συνδυασμό με την προπαγάνδα των πετσομπουκωμένων ΜΜΕ της επέτρεψε να περάσει στη φτωχολογιά το μήνυμα «όλοι ίδιοι είμαστε, εμείς όμως σας δίνουμε λεφτά».

ΜΙΑ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΗΤΤΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΡΙΣΤΕΡΑ

Το εκλογικό αποτέλεσμα δεν είναι απλώς μια βαριά ήττα για την Αριστερά. Είναι μια στρατηγική ήττα. Ο ΣΥΡΙΖΑ έχασε 650.000 ψήφους σε σχέση με το 2019 και το ΜΕΡΑ25 άλλες 50.000 ψήφους. Όμως τα εκλογικά οφέλη του ΚΚΕ, που κακώς πανηγυρίζει, είναι μόλις 112.000 ψήφοι.

Οι ισοπεδωτικές επικρίσεις του ΚΚΕ και του ΜΕΡΑ25 κατά του ΣΥΡΙΖΑ λειτούργησαν αναμφισβήτητα  συμπληρωματικά προς την προπαγάνδα των πετσομπουκωμένων ΜΜΕ, και απέφεραν στο μεν ΚΚΕ πενιχρά οφέλη, στο δε ΜΕΡΑ25 απολύτως κανένα όφελος.

Επιπροσθέτως, ενώ και τα τρία κόμματα κατάγγειλαν σε πολύ υψηλούς τόνους τις δολοφονίες πολιτών θεωρούμενων Β' κατηγορίας, Ρομά δηλαδή,  από αστυνομικούς, τις παράνομες παρακολουθήσεις των τηλεπικοινωνιών  πολιτικών, δημοσιογράφων και χιλιάδων απλών πολιτών το γεγονός ότι ουδέποτε διανοήθηκαν να κάνουν κάτι από κοινού είχε ως αποτέλεσμα να μην πάρει στα σοβαρά η κοινωνία τις καταγγελίες τους.

Όλα αυτά όμως θα ήταν πταίσματα, αν το μεγαλύτερο κόμμα της Αριστεράς, ο ΣΥΡΙΖΑ, δεν είχε ξοδέψει όλη την τετραετία που μας πέρασε προσπαθώντας να γίνει αρεστός στους ωφελημένους της πολιτικής της ΝΕΑΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ,  θεωρώντας παράλληλα ως δεδομένους αυτούς που τον στήριξαν στη δύσκολη εκλογική αναμέτρηση του Ιουλίου του 2019.

Ο πολιτικός του λόγος υπήρξε χωρίς νεύρο, ακραία διαχειριστικός, χωρίς ίχνος οράματος για το μέλλον. Σπατάλησε την προεκλογική του εκστρατεία σε μια στείρα καταγγελία της ΝΕΑΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, χωρίς να αναδείξει τις δικές του προτάσεις, χωρίς να υπερασπιστεί τα πεπραγμένα της διακυβέρνησής του που, το 2019, του είχαν δώσει 31,5%.

Οι δεκάδες χιλιάδες των μελών του υπήρξαν πανταχού απούσες από τους χώρους που συνευρίσκονται και ανταλλάσσουν γνώμες οι πολίτες (λαϊκές αγορές, καφετέρειες, πλατείες -ναι, αγαπητά μέλη του ΣΥΡΙΖΑ, στην τελευταία δεκαετία πολλές χιλιάδες ανθρώπων, που δεν έχουν την πολυτέλεια να κάτσουν στην καφετέρια αράζουν στα παγκάκια των πλατειών συνομιλώντας με τους γείτονές τους-).

Το αποτέλεσμα ήταν να υποστεί εκλογική καθίζηση σε εκείνες τις εκλογικές περιφέρειες που ήταν τα προπύργιά του: στη Δυτική Αθήνα,  σε κάποιους δήμους του Βόρειου Τομέα της Αθήνας, στη Β' Πειραιώς, στη Δυτική Αττική, στους περιφερειακούς δήμους της Θεσσαλονίκης. 

Ενδεικτικό είναι δε ότι, στην Α' εκλογική περιφέρεια Αθηνών, μια περιφέρεια στην οποία από την εποχή που ξεκόλλησε ο ΣΥΡΙΖΑ από τα ποσοστά του 3%-4% είχε επιδόσεις αισθητά κατώτερες από τις αντίστοιχες σε εθνικό επίπεδο, σήμερα πήρε 22,6%, ποσοστό αισθητά υψηλότερο από το πανεθνικό 20,06%.

Επέτρεψε επίσης στο ΠΑΣΟΚ του Νίκου Ανδρουλάκη, ενός ανθρώπου ο οποίος δε λέει απολύτως τίποτα στην κοινωνία αλλά έχει την υποστήριξη της μαφιοκρατίας, να πλησιάσει και να υπερκεράσει, σε ορισμένες αγροτικές εκλογικές περιφέρειες το ΣΥΡΙΖΑ.

Επίσης πήρε, στην κυριολεξία, διαζύγιο, από τη νεολαία. Στις προεκλογικές συγκεντρώσεις του Αλέξη Τσίπρα δεν υπήρχε άνθρωπος κάτω των 40 ετών ούτε για δείγμα. Κι ας ήταν, μακράν, πολυπληθέστερες από αυτές της ΝΕΑΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ. Ποτέ ως τώρα δεν είχε συμβεί κάτι τέτοιο.

ΕΝΑ ΖΟΦΕΡΟ ΜΕΛΛΟΝ

Θα ήταν αφελές να πιστεύει κανείς ότι στις τρεις-τέσσερις εβδομάδες μπορεί να ανατραπεί η κατάσταση ή, έστω, να περιοριστούν οι ζημιές. Είναι ενδεχόμενο, αν και αμφίβολο, τα ποσοστά του ΣΥΡΙΖΑ να βελτιωθούν ελαφρά, σε βάρος του ΜΕΡΑ25 και, πιθανώς, και του ΚΚΕ, όμως η ΝΕΑ ΔΗΜΟΡΑΤΙΑ θα βγει νικήτρια με μια πλειοψηφία που θα αγγίζει, και ενδεχομένως θα ξεπερνάει, τις 180 έδρες, πράγμα που θα της δώσει την ευκαιρία να προσπεράσει τα τελευταία συνταγματικά εμπόδια στην υλοποίηση του προγράμματός της.

Με την πλειοψηφία αυτή θα ενισχύσει ακόμα περισσότερο το καθεστώς αστυνομοκρατίας, θα μπορέσει να επιβάλει σε όσες ανεξάρτητες αρχές δεν το είχε κατορθώσει ως τώρα ανθρώπους πειθήνιους σε αυτή, ο Άρειος Πάγος θα φροντίζει να αποκλείει από τις μελλοντικές εκλογικές αναμετρήσεις όλες εκείνες τις πολιτικές δυνάμεις τις οποίες η μαφιοκρατία θα εκλαμβάνει ως επικίνδυνες.

Σε αυτό το ζοφερό πλαίσιο τα κόμματα της Αριστεράς οφείλουν -αλλά πολύ αμφιβάλλω αν θα το πράξουν- να αφήσουν στην άκρη την αυτάρεσκη ικανοποίηση για την ορθότητα των απόψεών τους και να προσπαθήσουν να πιάσουν ξανά, μετά από τρεις δεκαετίες τουλάχιστον, το νήμα της επικοινωνίας με τους χαμένους του προγράμματος της ΝΕΑΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ:  τη φτωχολογιά και τη νεολαία. 

Να χτίσουν δίκτυα αλληλεγγύης προς τους αποκλεισμένους και τους διωκόμενους, να τους πείσουν ότι «δεν είναι όλοι ίδιοι».

Ταυτόχρονα, να μάθουν να μη λένε από τα τηλέφωνα, ούτε να διακινούν με οποιαδήποτε ηλεκτρονική μορφή όσα δε θα ήθελαν να ξέρουν οι δυνάμεις καταστολής και να εκπαιδευτούν και πάλι στην αποφυγή της φυσικής παρακολούθησης.

Γιάννης Χρυσοβέργης


Τρίτη 31 Ιανουαρίου 2023

 ΤΟ ΣΚΑΝΔΑΛΟ ΤΩΝ ΥΠΟΚΛΟΠΩΝ ΚΙ Η ΚΡΙΣΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ


Ο καταιγισμός των αποκαλύψεων σχετικά με το σκάνδαλο των υποκλοπών προκάλεσε, έστω και καθυστερημένα, την αντίδραση πλήθους ανθρώπων οι οποίοι μέχρι πρόσφατα είτε αδιαφορούσαν για το αντιδημοκρατικό όργιο της κυβέρνησης είτε την υπερασπίζονταν με φανατισμό.

Το ότι όλοι αυτοί οι άνθρωποι που ουδεμία σχέση έχουν -κάποιοι είχαν μια χαλαρή σχέση στην περίοδο της νιότης τους, αλλά μακριά από τους «ακραίους»- με την Αριστερά, ακόμα δε περισσότερο με το ΣΥΡΙΖΑ, δε μας επιτρέπει, δυστυχώς, να μιλάμε για ένα δημοκρατικό μέτωπο εν τη γενέσει.

Αντιθέτως, υπάρχουν σοβαροί λόγοι που καθιστούν αμφίβολο αν η με μεγάλη καθυστέρηση αφύπνιση των, κατά τα λοιπά, αξιοσέβαστων αυτών ανθρώπων θα συμβάλει στην αποτροπή του κατήφορου της χώρας προς ένα αυταρχικό καθεστώς μαφιοκρατίας, στα πρότυπα της Ρωσίας, της Τουρκίας, της Ουγγαρίας και της Πολωνίας.

ΓΕΜΙΣΑΜΕ «ΚΟΥΜΜΟΥΝΙΑ»;

Τι το κοινό έχουν ο ομότιμος καθηγητής του Συνταγματικού δικαίου, Νίκος Αλιβιζάτος, ο θεωρητικός και αρχιτέκτονας του ΑΝΤΙ-ΣΥΡΙΖΑ μετώπου, Ευάγγελος Βενιζέλος, ο συμπαθής μεν, για την αδιαμφισβήτητη εντιμότητά του, διαβόητος δε για την πρωτοφανή έλλειψη πολιτικού αισθητηρίου και γι' αυτό αποτυχημένος ως πρωθυπουργός, Γεώργιος Παπανδρέου,  ο απόστολος του νεοφιλελευθερισμού στην ελληνική δημοσιογραφία, Πάσχος Μανδραβέλης, ο συντηρητικός εκδότης κι ευρωβουλευτής, Γιώργος Κύρτσος κι οι βουλευτές της ΝΕΑΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ Κώστας Τζαβάρας και Όλγα Κεφαλογιάννη; 

Με εξαίρεση τους άρρωστους προπαγανδιστές του μητσοτακικού καθεστώτος ουδείς μπορεί να καταλογίσει στα παραπάνω πρόσωπα συμπόρευση με το ΣΥΡΙΖΑ, πολύ περισσότερο που -με εξαίρεση το Γιώργο Κύρτσο ο οποίος σε πρόσφατο άρθρο του πρότεινε συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΠΑΣΟΚ για την ανατροπή του μητσοτακικού καθεστώτος- ουδείς εξ αυτών τολμά να διανοηθεί το άνοιγμα, έστω, πολιτικού διαλόγου με το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης.

Προοίμιο κατάρρευσης μητσοτακικού καθεστώτος;

Η ευαισθητοποίηση προσωπικοτήτων που, χωρίς να κινούνται στο χώρο της Αριστεράς, έχουν συνδέσει, οι περισσότεροι από αυτούς,  το όνομά τους με την προάσπιση των θεσμών της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας για το όργιο των αντιδημοκρατικών μεθοδεύσεων και πρακτικών της κυβέρνησης Μητσοτάκη, έχει την αξία της.  Καταρρίπτει, για κάθε καλόπιστο πολίτη, την καθεστωτική προπαγάνδα περί «ανύπαρκτων σκανδάλων» και «σκευωριών του ΣΥΡΙΖΑ».

Εντούτοις, όσο κι αν αυτό φαίνεται παράδοξο, ούτε  το σκάνδαλο των υποκλοπών, ούτε η χιονοστιβάδα των οικονομικών και πολιτικών σκανδάλων που ξεσπούν τους τελευταίους μήνες με ρυθμό ένα την ημέρα -Πάτσης, Χειμάρρας, Θεοδωρικάκος- είναι από μόνα τους επαρκή για να εξασφαλίσουν την ήττα του μητσοτακικού καθεστώτος στις κάλπες.

Κι αυτό, παρά το γεγονός ότι, σύμφωνα με τις πρόσφατες δημοσκοπήσεις -ως προς τις οποίες έχουμε κάθε λόγο να είμαστε δύσπιστοι μιας και την τελευταία δεκαετία σχεδόν όλες δίνουν στο ΣΥΡΙΖΑ συστηματικά δυο έως τρεις ποσοστιαίες μονάδες λιγότερες από αυτές που παίρνει στην κάλπη, για να μη μιλήσουμε για το φιάσκο του Δημοψηφίσματος-, τα θέματα της διαφθοράς -ιδίως αυτά των Πάτση και Χειμάρρα- και των υποκλοπών θα είναι οι δεύτεροι, μετά από την ακρίβεια παράγοντες καθορισμού της ψήφου πολύ υψηλού ποσοστού ψηφοφόρων (σε κάθε περίπτωση πάνω από το 50% όσων απαντούν).

ΤΟ ΑΝΤΙ-ΣΥΡΙΖΑ ΜΕΤΩΠΟ

Η ΝΕΑ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ κέρδισε τις εκλογές το 2019 υποσχόμενη την ιδιωτικοποίηση της δημόσιας παιδείας, υγείας και συντάξεων, την κατάργηση κάθε προστασίας στην εργασία, την άρση κάθε περιβαλλοντικού και φορολογικού περιορισμού στους «επενδυτές» και τη δραστική περιστολή των ατομικών ελευθεριών. 

Χάρη σε αυτό το προεκλογικό πρόγραμμα κατόρθωσε να συμπήξει μια ευρεία κοινωνική συμμαχία  αποτελούμενη από τη μεγαλοαστική τάξη, τα ανώτερα μεσοαστικά στρώματα που μεγαλοπιάνονται και τους μονίμως δυσαρεστημένους μικροεπιχειρηματίες που πιστεύουν πως οι εργαζόμενοι στις επιχειρήσεις τους θα έπρεπε να εργάζονται δωρεάν. Και με αυτό το προεκλογικό πρόγραμμα πήρε το 39,85% των ψήφων, ενώ, οφείλουμε να διαπιστώσουμε, παρόμοιες αντιλήψεις κυριαρχούσαν και στο εκλογικό σώμα των όμορων κομμάτων, του ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ, της Ελληνικής Λύσης και της Χρυσής Αυγής.

Το ΑΝΤΙ-ΣΥΡΙΖΑ μέτωπο που συγκροτούσαν οι ψηφοφόροι των κομμάτων αυτών είχε ως συνεκτικό ιστό αυτό το μείγμα ακραίου οικονομικού φιλελευθερισμού και κρατικού αυταρχισμού που πρεσβεύει η ΝΕΑ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ και είναι απόρροια μιας τριακονταετούς προπαγάνδας της ιδιωτικής τηλεόρασης, η οποία εξυμνούσε τον απόλυτο ατομισμό, τη φοβία απέναντι σε οτιδήποτε είναι διαφορετικό,  τη βλαχογκλαμουριά, την ακραία ημιμάθεια με προεξάρχοντες τους τηλεοπτικούς παρουσιαστές.

Τέσσερα χρόνια μετά είμαστε υποχρεωμένοι να αναγνωρίσουμε ότι η κυβέρνηση Μητσοτάκη προσπάθησε να τηρήσει στο ακέραιο τις προεκλογικές της υποσχέσεις σε όλους ανεξαιρέτως τους τομείς. 

Αυτό σημαίνει ότι ο κύριος όγκος του εκλογικού σώματος που την τίμησε με την ψήφο του θα είχε κάθε λόγο να ανανεώσει την εμπιστοσύνη του προς αυτή. Η αστυνομική βαρβαρότητα, τα απίστευτα οικονομικά σκάνδαλα, η χωρίς προσχήματα εύνοια σε έναν πολύ συγκεκριμένο κλειστό κύκλο ολιγαρχών, η φίμωση της ενημέρωσης, ακόμα και το σκάνδαλο των υποκλοπών ήταν απότοκα των προεκλογικών υποσχέσεων της ΝΕΑΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ και ουδόλως απασχολούσαν το εκλογικό της σώμα.

 Όλα λοιπόν έδειχναν ότι οι επικείμενες εκλογές θα ήταν ένας υγιεινός περίπατος για την κυβέρνηση και σε αυτό βοηθούσε η ανόητα ηθικολογική αντιπολίτευση του ΣΥΡΙΖΑ, που εστίαζε στα οικονομικά σκάνδαλα των εκλεκτών της  αντί να ασχολείται με τις κοινωνικές συνέπειες της πολιτικής της  και, κυρίως, να προσπαθεί να βρει ένα τρόπο για να πείσει τα θύματά της -τα οποία δείχνουν όλο και λιγότερη εμπιστοσύνη στον κοινοβουλευτισμό διότι πλέον δεν πιστεύουν ότι η κοινοβουλευτική Δημοκρατία μπορεί να τους εξασφαλίσει μια στοιχειωδώς αξιοπρεπή ζωή- ότι προτίθεται να αποκαταστήσει τις αδικίες. 

Ο ΠΛΗΘΩΡΙΣΜΟΣ ΑΝΑΚΑΤΕΥΕΙ ΤΗΝ ΤΡΑΠΟΥΛΑ

Την τράπουλα ανακάτεψε το ξέσπασμα του πληθωρισμού. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη, πιστή τους ολιγάρχες εντολείς της, χειρίστηκε το πρόβλημα με αποκλειστικό γνώμονα τη μεγιστοποίηση των κερδών τους. Όμως η διαχείριση αυτή πλήττει πλέον σημαντικά και ένα κομμάτι της εκλογικής βάσης του ΑΝΤΙ-ΣΥΡΙΖΑ μετώπου, που πλέον δε μπορεί να ικανοποιήσει τις οικονομικές του προσδοκίες.

Όμως, μολονότι φουσκώνει η δυσαρέσκεια προς την κυβέρνηση ακριβώς εξ αιτίας της πολιτικής της διαχείρισης του πληθωρισμού, επειδή το κόστος της ενέργειας γίνεται κάθε μέρα και πιο δυσβάσταχτο για όλο και περισσότερα νοικοκυριά, τα ενοίκια αγγίζουν πλέον τις τιμές του τέλους της δεκαετίας του 2000 και το κόστος της διατροφής κάθε μέρα και ακριβότερο, ενώ οι μισθοί είναι οι μισοί των αντίστοιχων του 2009, δεν είναι σαφές ότι η δυσαρέσκεια αυτή θα μεταφραστεί σε ψήφο κατά της κυβέρνησης. Διότι είναι υπαρκτός ο κίνδυνος να μεταφραστεί και σε μαζική αποχή από τις εκλογές.

Το κλειδί λοιπόν για να σταματήσει ο κατήφορος του πολιτικού συστήματος προς μια δικτατορία με κοινοβουλευτικό προσωπείο, όπως στην Τουρκία, το Ιράν, τη Ρωσία, την Ουγγαρία και την Πολωνία, είναι η οικονομία.

Τα κάθε λογής σκάνδαλα που έχουν αποκαλυφθεί -το εξωφρενικότερο όλων μέχρι στιγμής, ισότιμο σε βαρύτητα με αυτό των τηλεφωνικών υποκλοπών, είναι αυτό του Θεοδωρικάκου και του γιου του- θα λειτουργήσουν επικουρικά υπέρ του σχηματισμού μιας δημοκρατικής κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας, μόνο εφ' όσον τα κόμματα της Αριστεράς και, κυρίως ο ΣΥΡΙΖΑ, κατορθώσουν να πείσουν όλους αυτούς τους ανθρώπους που δεν ξέρουν πώς θα βγάλουν το μήνα ότι αξίζει τον κόπο να πάνε μέχρι την κάλπη. Και το στοίχημα αυτό δεν είναι εύκολο.


Γιάννης Χρυσοβέργης

Σάββατο 28 Ιουνίου 2014

ΟΙ ΔΙΑΚΡΙΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΔΥΣΔΙΑΚΡΙΤΕΣ ΓΕΦΥΡΕΣ ΤΟΥ ΠΟΤΑΜΙΟΥ

Η έναρξη του συνεδρίου του ΠΟΤΑΜΙΟΥ στο Λαύριο έφερε στην ίδια αίθουσα εκπροσώπους όλων σχεδόν των κομμάτων .
Τα όσα ακούστηκαν από τους εκπροσώπους των κομμάτων αυτών πείθουν πως ο νεόκοπος πολιτικός σχηματισμός υπό τον Σταύρο Θεοδωράκη είναι πλέον μια πολύφερνη νύφη, παρά την πενιχρή της προίκα.
Ίσως γιατί όλο αυτό το διάστημα, ο Σταύρος Θεοδωράκης και οι συνεργάτες του φρόντισαν, συστηματικά και ανεπαίσθητα, να χτίσουν διακριτικές και δυσδιάκριτες γέφυρες προς κάθε κατεύθυνση.

Ελάχιστοι παρατήρησαν ότι, σε όλη τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας, ο Σταύρος Θεοδωράκης απέφυγε με περισσή επιμέλεια να αναφερθεί, έστω και μια φορά, με αρνητικό τρόπο στο ΣΥΡΙΖΑ. 
Σε αντίθεση με τους ανταγωνιστικούς προς αυτόν σχηματισμούς της Κεντροαριστεράς, οι οποίοι διαγωνίζονταν σε υστερικές αντισυριζικές κραυγές, όμοιες με αυτές της ανέραστης γεροντοκόρης (γεροντοκόρου) που βρίσκεται αντιμέτωπη(ος) με ένα νεαρό ζευγάρι σε τρυφερή στιγμή, ο Σταύρος Θεοδωράκης προτίμησε ένα προσεκτικά αποστειρωμένο από αιχμές και πάθος λόγο, με συνθήματα που πάνε με όλους και όλα και απέφυγε κάθε ίχνος προσωπικής - πολύ δε περισσότερο πολιτικής - αντιπαράθεσης με την ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ.
Οι περισσότεροι αναμφίβολα εκτίμησαν ότι η τακτική αποφυγής αντιπαραθέσεων εντάσσονταν σε μια απέλπιδα προσπάθεια συγκάλυψης της απουσίας θέσεων του κόμματος, όμως έχουν άδικο. Γιατί το ΠΟΤΑΜΙ είναι μοναδικό στα χρονικά - και όχι μόνο τα ελληνικά - φαινόμενο πολιτικού σχηματισμού που επαίρεται για την απουσία πολιτικών θέσεών του. 
Οι γενικόλογες εκκλήσεις προς το εκλογικό σώμα για «αναγέννηση της χώρας», για «κοινό αγώνα για την προκοπή της χώρας» και λοιπά παρεμφερή δε συνιστούν διακριτό πολιτικό σχήμα αφού, με διαφορετικό πολιτικό πρόσημο, υπάρχουν στο σύνολο του πολιτικού φάσματος από την άκρα Δεξιά μέχρι την αντικοινοβουλευτική Αριστερά.
Και μπορεί αυτή ακριβώς η απουσία πολιτικών θέσεων σε μια αναμέτρηση που διεξάγονταν σε εξαιρετικά πολωμένο κλίμα και με ένα εκλογικό σώμα επιθετικά δύσπιστο προς κάθε πολιτικό σχηματισμό να του κόστισε την ταχεία καταβύθιση από το δημοσκοπικό 11,5% στο αναιμικό 6,5%, όμως στη σημερινή εναρκτήρια συνεδρίαση του συνεδρίου του ΠΟΤΑΜΙΟΥ ο ΣΥΡΙΖΑ εκπροσωπήθηκε από το γ.γ. της Κεντρικής Πολιτικής Επιτροπής και στενό συνεργάτη του Αλέξη Τσίπρα, Δημήτρη Βίτσα. 
Η γέφυρα είναι εδώ. Το ΠΟΤΑΜΙ πλασάρεται πλέον ως μελλοντικός κεντροαριστερός εταίρος σε μια κυβέρνηση υπό το ΣΥΡΙΖΑ, χωρίς τα βαρίδια του Βενιζελικού ΠΑΣΟΚ και τις εμμονές της μακαρίτισσας πλέον  ΔΗΜΑΡ.
Η δημιουργία της γέφυρας αυτής δυο πιθανές ερμηνείες έχει. 
Η πρώτη είναι ότι ο πατριάρχης της κρατικοδίαιτης επιχειρηματικότητας και εμπνευστής του εν λόγω πολιτικού σχήματος, ο Γ. Μπόμπολας έλαβε την απόφαση αν δεν μπορέσει να αποτρέψει μια εκλογική νίκη του ΣΥΡΙΖΑ να επωφεληθεί από αυτή με τον μοναδικό τρόπο που αυτός γνωρίζει: κάνοντας business as usual. 
Η δεύτερη είναι ότι ο Σταύρος Θεοδωράκης αποφάσισε να αυτονομηθεί από το δημιουργό του. Στην περίπτωση αυτή όμως η τύχη του είναι προδιαγεγραμμένη. Την υπερπροβολή από τα ΜΜΕ, όταν και όποτε αυτός επιθυμεί θα την αντικαταστήσει στο αμέσως επόμενο μέλλον ο εξοστρακισμός, η επιθετική κριτική χωρίς δικαίωμα αντιλόγου και, στο τέλος, η δημιουργία ενός «νέου» κόμματος, υπό την ηγεσία κάποιου άλλου «τηλεοπτικού αστέρα».
Σε κάθε περίπτωση, η μέχρι στιγμής προβολή του συνεδρίου του ΠΟΤΑΜΙΟΥ από τα ΜΜΕ του ΠΗΓΑΣΟΥ και, κυρίως, η υπερπροβολή όσων εγκαταλείπουν το ναυάγιο της ΔΗΜΑΡ για να επιβιβαστούν στο σκάφος του Σταύρου Θεοδωράκη συνηγορούν υπέρ της πρώτης εκδοχής.
Όμως η γέφυρα προς την Αριστερά στήθηκε χωρίς να κοπούν οι γέφυρες με τον κυβερνώντα συνασπισμό.
Στην εναρκτήρια ομιλία του ο Σταύρος Θεοδωράκης περιορίστηκε σε μια πολύ επιφανειακή κριτική έναντι ορισμένων «παρωχημένων πολιτευτών», οι οποίοι «καταψηφίζουν τον προϋπολογισμό αλλά μετά τον εφαρμόζουν» και «πρώην υμνητές της δικτατορίας». Κι όλα αυτά συνοδευόμενα από άσφαιρα πυρά  - μην κάνουμε καμιά ζημιά στην άλλη γέφυρα - κατά του «αριστερού λαϊκισμού», ο οποίος, ώ του θαύματος, δεν έχει πολιτικό ονοματεπώνυμο και ύμνους προς την Ευρώπη.
Ταυτοχρόνως φρόντισε να απέχει κάθε σχολίου για τα μείζονος σημασίας θέματα επί των οποίων πρόκειται να νομοθετήσουν τα θερινά τμήματα της Βουλής και τα οποία θα καθορίσουν τη ζωή μας στις επόμενες δεκαετίες. Η σιωπή είναι χρυσός.
Κι αυτή η γέφυρα είναι εδώ. Και επιβεβαιώθηκε από την παρουσία των γραμματέων της ΝΕΑΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ και του ΠΑΣΟΚ στην τελετή έναρξης του συνεδρίου.
Εδώ οφείλουμε όμως να αποδώσουμε τα του Καίσαρος τω Καίσαρι. Η δημιουργία ενός κόμματος που, με σαφείς προγραμματικές προϋποθέσεις θα ήταν διατεθειμένο να συνεργαστεί με την παρούσα κυβέρνηση και με κάποιες άλλες, επίσης σαφείς προγραμματικές προϋποθέσεις, με την Αριστερά θα είχε πολλαπλά θετική συνεισφορά στην πολιτική ζωή.
Όμως το ΠΟΤΑΜΙ  δεν είναι κάτι τέτοιο. Οι διατυπώσεις των απόψεών του, που εκφράζονται δια στόματος Σταύρου Θεοδωράκη και μόνον αυτού, παραπέμπουν στις «οδηγίες προς νεαρό συνθέτη» του Λουκιανού Κηλαηδόνη. «...Και σιγά-σιγά αρχίζεις να τους βάζεις μουσική, που όλο κάτι να θυμίζει και να μην ξέρουμε τι...».
Η συνταγή αυτή, μπορεί σε άλλες εποχές να είχε πέραση. Όμως σε μια εποχή που οι πολίτες είναι επιθετικά δύσπιστοι όσο ποτέ προς όλους τους πολιτικούς σχηματισμούς η επιμελημένη ασάφεια του ΠΟΤΑΜΙΟΥ προς χάριν των διακριτικών και δυσδιάκριτων γεφυρών του εμπεριέχει τον κίνδυνο να μείνουν μεν οι γέφυρες, το ποτάμι όμως να στερέψει πριν αλέκτωρ λαλήσει τρις. 
Γιάννης Χρυσοβέργης 

Τετάρτη 9 Απριλίου 2014

ΤΟ ΜΠΑΛΤΑΚΕΙΟΝ ΑΓΟΣ*

 Πολλά ειπώθηκαν, και ορθώς, για τις κρυφές και φανερές σχέσεις του στενού συνεργάτη του Σαμαρά και γενικού γραμματέα του Υπουργικού Συμβουλίου Παναγιώτη Μπαλτάκου με τη ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ.
Ουδείς όμως ενοχλήθηκε από την προκλητική ομολογία, κατάλυσης του Κράτους Δικαίου, δια στόματος του γενικού γραμματέα του Υπουργικού Συμβουλίου.
Σε αυτή την απουσία δημοκρατικών θεσμικών αντανακλαστικών συνίσταται το «Μπαλτάκειον άγος» ή, νεοελληνιστί, «Μπαλτάκοσγκέητ»  .

Αν μετά από όσα είπε στον επίμαχο διάλογό του με τον Ηλία Κασιδιάρη και δεν τα διέψευσε ούτε στιγμή, οι υπουργοί Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης είχαν εναγάγει τον Παναγιώτη Μπαλτάκο για συκοφαντική δυσφήμιση και η Δικαιοσύνη από την πλευρά της είχε κινηθεί αυτεπάγγελτα εναντίον του, για την προφανή δυσφήμιση του θεσμού που προκύπτει από τα λεγόμενά του όλη η συζήτηση θα όφειλε να εξαντληθεί στις προφανείς πολιτικές ευθύνες του Αντώνη Σαμαρά.
Μια εβδομάδα μετά τίποτα από τα παραπάνω δεν έχει συμβεί. Και, με εξαίρεση τον Γ. Παπανδρέου και τον βουλευτή της ΔΗΜΑΡ Ν. Τσούκαλη, ουδείς διανοήθηκε να εγείρει το μείζον ζήτημα της λειτουργίας των θεσμών.
Ουδείς διανοήθηκε να ζητήσει διερεύνηση των όσων παραδέχεται, με τη θεσμική ιδιότητα του γενικού γραμματέα του Υπουργικού Συμβουλίου, ο Παναγιώτης Μπαλτάκος.
Αν δεχθούμε, ότι ο Παναγιώτης Μπαλτάκος ψεύδονταν ασύστολα και η Δικαιοσύνη κινήθηκε χωρίς την παραμικρή κυβερνητική παρέμβαση κατά της ΧΡΥΣΗΣ ΑΥΓΗΣ, τότε η ηγεσία του Αρείου Πάγου οφείλει εξηγήσεις στην ελληνική κοινωνία για την επί δυο δεκαετίες αδιαφορία των δικαστών έναντι των εγκληματικών ενεργειών μελών της ΧΡΥΣΗΣ ΑΥΓΗΣ. 
Και να προβεί, ως ελάχιστο δείγμα ευθύνης έναντι της κοινωνίας και του πολιτεύματος,  στη διερεύνηση των ευθυνών εκείνων των δικαστών που έβαλαν στο αρχείο εκατοντάδες υποθέσεων εγκληματικών ενεργειών μελών της ΧΡΥΣΗΣ ΑΥΓΗΣ. Γιατί ο Παύλος Φύσσας δεν ήταν το πρώτο της θύμα. Η σχετική έκθεση του Συνηγόρου του Πολίτη είναι αποκαλυπτική. 
Σε κάθε περίπτωση τίθεται ζήτημα λειτουργίας της Δικαιοσύνης και η ηγεσία της είναι υπόλογη έναντι του ελληνικού λαού διότι δεν προβαίνει στην κάθαρση του θεσμού.
Αν πάλι δεχθούμε ότι ο Παναγιώτης Μπαλτάκος έλεγε την αλήθεια τότε υπάρχει μείζον ζήτημα κυβερνητικής παρέμβασης στο έργο της Δικαιοσύνης. Και υπόλογος στην περίπτωση αυτή δεν είναι μονάχα ο Σαμαράς και οι υπουργοί του. Είναι και η ηγεσία του Αρείου Πάγου και οι συγκεκριμένοι ανακριτές που δεν όρθωσαν, όπως επιτάσσει το άρθρο 120 του Συντάγματος, το ανάστημά τους σε μια κυβερνητική παρέμβαση στο έργο τους.
 Ακόμα κι αν δεχθούμε ότι η κυβερνητική παρέμβαση ήταν η αντίδραση στο ότι οι δικαστικοί λειτουργοί επιδείκνυαν ύποπτη επιείκεια έναντι των εγκληματιών της ΧΡΥΣΗΣ ΑΥΓΗΣ υπάρχει μείζον πολιτικό ζήτημα. Αν η Δικαιοσύνη σε μια Δημοκρατία δεν λειτουργεί ευθύνη αν δώσει λύση έχει η Βουλή, ο εκπρόσωπος του κυρίαρχου λαού, με τη συναίνεση όλων των πιστών στο πολίτευμα πολιτικών δυνάμεων.
Το πολιτικό πρόβλημα είναι πολύ σοβαρότερο αν ισχύει ο ισχυρισμός του Παναγιώτη Μπαλτάκου ότι «δεν υπήρχαν στοιχεία». Διότι, στην περίπτωση αυτή, έχουμε να κάνουμε με πολιτική εκτροπή. Το ότι σήμερα θύμα της πολιτικής εκτροπής είναι η ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ μικρή σημασία έχει. Αύριο θα είναι ενδεχομένως ο ΣΥΡΙΖΑ, οι ΟΙΚΟΛΟΓΟΙ, η ΔΗΜΑΡ, το ΠΟΤΑΜΙ, ο Γιώργος Παπανδρέου ή οποιοσδήποτε άλλος «κόβει ψήφους» από το Σαμαρά.
Εδώ οφείλουμε να επισημάνουμε σε ανθρώπους που έχουν χύσει, στην κυριολεξία, αίμα για τη Δημοκρατία σε αυτή τη χώρα, πως η σιωπή τους τους καθιστά συνένοχους των κυβερνητικών σχεδιασμών.
Το ότι η ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ είναι εγκληματική οργάνωση δεν επιδέχεται αμφισβήτηση. Όμως στη Δημοκρατία, ακόμα και για τον χειρότερο εγκληματία, ισχύει το τεκμήριο της αθωότητας. Και για τους Χρυσαυγίτες οφείλουν να ισχύουν τα ίδια ακριβώς δικαιώματα που ο νόμος ορίζει για τον κάθε φονιά, τον κάθε παιδεραστή, τον κάθε βιαστή, τον κάθε ληστή. 
Ένα τεκμήριο για το μη σεβασμό του οποίου υπάρχουν βάσιμες υπόνοιες στην περίπτωση της αθρόας προφυλάκισης βουλευτών της ΧΡΥΣΗΣ ΑΥΓΗΣ (ως και οι κατηγορίες της πρόκλησης πλημμυρών και ναυαγίων επιστρατεύτηκαν), που ενισχύονται από το γεγονός της συνεχούς διαρροής στοιχείων της δικογραφίας στον τύπο, χωρίς κανείς να ενοχλείται ( ή μήπως πρόκειται για οργανωμένη διαρροή που αποσκοπεί να προστατεύσει από την ανακάλυψη πραγματικών ενοχοποιητικών στοιχείων τους κατηγορούμενους;).
Το γεγονός πως η μοναδική αντίδραση στην αποκάλυψη της εξωφρενικού περιεχομένου της συνομιλίας μεταξύ Μπαλτάκου και Κασιδιάρη ήταν η άσκηση, από μέρους της Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου προληπτικής λογοκρισίας κατά της δημοσίευσης οιασδήποτε παρόμοιας συνομιλίας μελλοντικά, προϊδεάζει για το χειρότερο: την οργανωμένη παραθεσμική λειτουργία χωρίς καμιά ουσιαστική αντίδραση. Αυτό είναι το Μπαλτάκειον άγος. Και είναι άγνωστο αν η Β' Ελληνική Δημοκρατία κάποια στιγμή θα προβεί στην «κάθαρση» ή αν θα συνεχίσει να αυτοαναιρείται  ώσπου να γίνει ένα αδειανό πουκάμισο.
Γιάννης Χρυσοβέργης

* Όταν απέτυχε η απόπειρα πραξικοπήματος του Κύλωνα το 632 π.Χ. (κατ' άλλους το 628) οι επιζήσαντες οπαδοί του κατέφυγαν ικέτες στο βωμό της Πολιάδος Αθηνάς. Οι άνδρες του άρχοντα Μεγακλή, παρά το ότι οι ικέτες θεωρούνταν προστατευόμενοι των Θεών, τους κατέσφαξαν. Η πράξη τους θεωρήθηκε ντροπή για την πόλη των Αθηνών, που για να ξεπλύνει το Κυλώνειον άγος, εξόρισε τους Αλκμαιωνίδες, την οικογένεια του άρχοντα Μεγακλή, δίνοντας εντολή ακόμα και να εκταφούν οι νεκροί της οικογένειας και να ακολουθήσουν τους ζωντανούς στην εξορία.

Πέμπτη 13 Μαρτίου 2014

ΜΑ ΠΟΙΟΣ ΦΟΒΑΤΑΙ, ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ, ΤΟ ΔΗΜΗΤΡΗ ΚΟΥΦΟΝΤΙΝΑ;

Το ερώτημα κανονικά δε θα έπρεπε να τίθεται.
Όμως η έκδοση του βιβλίου του Δημήτρη Κουφοντίνα, προκάλεσε έναν αδικαιολόγητο, εκ πρώτης όψεως, ορυμαγδό υστερικών δηλώσεων από στελέχη της ΝΕΑΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ.
Μοναδική ΦΩΤΕΙΝΗ ΕΞΑΙΡΕΣΗ η βαθύτατα πολιτική και ψύχραιμη τοποθέτηση του Κώστα Μπακογιάννη, ενός από τους ελάχιστους ανθρώπους που θα είχαν κάθε δικαίωμα να μην είναι ψύχραιμοι.
Οπότε, καλούμαστε να αναζητήσουμε απαντήσεις στο ερώτημα: Ποιοι φοβούνται ακόμα το Δημήτρη Κουφοντίνα; Και, κυρίως, γιατί;
Πώς γίνεται και το βιβλίο ενός ισοβίτη μετατρέπεται σε  μείζον πολιτικό ζήτημα; Ο υπογράφων, αντιμετώπισε  συγκαταβατικά το γεγονός ότι  την ημέρα της κυκλοφορίας του βιβλίου του Δημήτρη Κουφοντίνα, η εφημερίδα ΕΘΝΟΣ αφιέρωσε τα τρία τέταρτα της πρώτης σελίδας της σε μια επίθεση εναντίον του, σημειώνοντας μάλιστα, σε περίοπτη θέση, ότι «κυκλοφορεί σήμερα το βιβλίο του Δημήτρη Κουφοντίνα». Το όλο στήσιμο της πρώτης σελίδας έμοιαζε πολύ περισσότερο με γκρίζα διαφήμιση του βιβλίου, παρά με έκρηξη «ιερής οργής».
Τα πράγματα σοβάρεψαν όταν είδαμε την εκπρόσωπο τύπου της ΝΕΑΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, να ζητάει επί τρεις ολόκληρες ημέρες από το ΣΥΡΙΖΑ να διαγράψει από τις τάξεις του το Νίκο Γιαννόπουλο, που είχε επιμεληθεί και προλογίσει το βιβλίο, αδιαφορώντας για δυο σημαντικές λεπτομέρειες: ότι ο Νίκος Γιαννόπουλος πρώτον δεν είναι μέλος του ΣΥΡΙΖΑ και, δεύτερον, βιοπορίζεται ως επιμελητής βιβλίων. Ακόμα κι αυτό θα μπορούσε να θεωρήσει κανείς ότι συνιστά μέρος της κακόβουλης συκοφαντικής προπαγάνδας στην οποία συστηματικά επιδίδεται η ΝΕΑ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, ελλείψει πολιτικού λόγου και ήθους.
Ακολούθησε ο συνταξιούχος, πλέον, εισαγγελέας Χρήστος Λάμπρου, ο οποίος ζήτησε κατάσχεση των εισπράξεων του βιβλίου για να μην ενισχύσουν τα χρήματα αυτά την τρομοκρατία. Δεν γνωρίζουμε πού εδράζει ο συμπαθής συνταξιούχος δικαστικός λειτουργός την πεποίθησή του ότι το εν λόγω βιβλίο θα έχει εκδοτική επιτυχία και μάλιστα τέτοια που να είναι ικανή να χρηματοδοτήσει τις οικονομικές ανάγκες της «τρομοκρατίας». Από κοντά του και ο υπουργός Δημόσιας Τάξης, που παρότρυνε τις οικογένειες των θυμάτων της 17 ΝΟΕΜΒΡΗ να προσφύγουν στη Δικαιοσύνη για δέσμευση των εισπράξεων. 
Θα μπορούσαμε απλώς να τους έχουμε επισημάνει ότι πριν από όλα πρέπει να διαβάσουν το σχετικό συμβόλαιο μεταξύ του συγγραφέα του επίμαχου βιβλίου και του εκδοτικού οίκου, καθώς μπορεί να κρύβει περίεργες εκπλήξεις ως προς τα συγγραφικά δικαιώματα, αλλά ας είναι.
Από αυτή την κακοφωνία, η οποία το μόνο που προδίδει είναι έναν φαινομενικά αδικαιολόγητο πανικό, ξεχωρίζει η μεστή συγκροτημένη κριτική προς τον εκδοτικό οίκο του Κώστα Μπακογιάννη. 
Η μόνη κριτική που έχουμε να ασκήσουμε στα όσα καταλόγισε στον εκδοτικό οίκο είναι πως ο τελευταίος ενήργησε σύμφωνα με τις αρχές του οικονομικού φιλελευθερισμού, τις οποίες υπερασπίζεται με σθένος ο κ. Μπακογιάννης.  Προφανώς και ο εκδότης ενήργησε με μοναδικό κριτήριο το κέρδος, διότι αυτό οφείλει να κάνει κάθε επιχειρηματίας: να αποζητά το κέρδος με κάθε νομότυπο μέσο. Η ηθική δεν έχει σχέση με το χρήμα, κι αυτό είναι γνωστό από την εποχή του Αυτοκράτορα Βεσπασιανού.
Επίσης, επειδή στην πολιτική του τοποθέτηση ο κ. Μπακογιάννης προσέφυγε στον Λέον Τρότσκι, οφείλουμε να του επισημάνουμε τη σχετική ρήση του Βλαντιμίρ Ίλιτς Λένιν: «οι αστοί θα μας πουλήσουν ακόμα και το σχοινί με το οποίο θα τους κρεμάσουμε». Και, κατά μια έννοια, αυτό πράττει ο εκδοτικός οίκος Λιβάνη. Μέχρι να έρθει - αν έρθει - η στιγμή να κρεμάσουν τους ιδιοκτήτες του οι «αιμοσταγείς κομμουνισταί», το μαγαζί θα τους πουλάει σχοινί, στις ακριβότερες δυνατές τιμές.
Πέρα από όλα αυτά όμως οφείλουμε να συγχαρούμε τον Κώστα Μπακογιάννη διότι κατορθώνει «να κρατά το λογισμό του, όταν όλοι τριγύρω του (οι ομοϊδεάτες του δηλαδή) τά 'χουν χαμένα...».
Προς τι λοιπόν  ο πανικός;  
Σίγουρα δε θα συνέτρεχε κανένας λόγος πανικού αν η Ελλάδα συνέχιζε να είναι ένα Κράτος Δικαίου, όπως ήταν μέχρι το Μάιο του 2010.
  • Αν δεν υπήρχαν περίπου 200.000 άνθρωποι που ζουν χάρη στα συσσίτια των Δήμων, της Εκκλησίας και των Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων.
  • Αν περισσότεροι από 3.000.000 άνθρωποι, σύμφωνα με τον Πρόεδρο του ΕΟΠΥΥ, δεν ήταν πλέον αποκλεισμένοι από το Σύστημα Δημόσιας Υγείας.
  •  Αν δεν υπήρχαν 1.400.000 καταγεγραμμένοι άνεργοι, το ένα εκατομμύριο από αυτούς για διάστημα μεγαλύτερο του ενός χρόνου.
  • Αν δεν υπήρχαν 1.200.000 εργαζόμενοι του ιδιωτικού τομέα απλήρωτοι για διάστημα τριών μηνών έως και μεγαλύτερο του ενός έτους.
  • Αν δεν είχαν αυτοκτονήσει χιλιάδες ανθρώπων υπό την πίεση οικονομικών και υπαρξιακών αδιεξόδων στα τελευταία τέσσερα χρόνια (4.000 σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στατιστικά στοιχεία).
  • Αν το προσδόκιμο ζωής δεν είχε υποχωρήσει κατά μία πενταετία, σύμφωνα με δήλωση της Προέδρου του ελληνικού τμήματος των Γιατρών του Κόσμου.
  • Αν όλες οι παραπάνω μορφές ΒΙΑΣ δεν είχαν συνθλίψει τις ζωές εκατομμυρίων συμπολιτών μας, αν δεν τους είχαν κάνει να χάσουν την αξιοπρέπειά τους.
  • Αν η Κυβέρνηση δεν είχε καταργήσει κάθε έννοια κοινοβουλευτικού διαλόγου και ελέγχου, νομοθετώντας με Πράξεις Νομοθετικού Περιεχομένου.
  • Αν ο αντιπρόεδρος της Βουλής δεν αισθανόταν πως επιτρέπεται να φαλκιδεύσει μια ψηφοφορία της βουλής, προς ικανοποίηση των δυνητικών εκλογικών του πελατών.
  • Αν... αν... αν...
Οι υπαίτιοι της ανθρωπιστικής αυτής καταστροφής, που κάθε μέρα χειροτερεύει, έχουν κάθε λόγο να τρέμουν τα σαλπίσματα εξέγερσης του Δημήτρη Κουφοντίνα, του κάθε Κουφοντίνα.  Τρέμουν μην τυχόν τα λόγια του πιάσουν τόπο στους ανθρώπους που τους έκλεψαν την αξιοπρέπεια.
Όμως ο Δημήτρης Κουφοντίνας βάζει δύσκολα και στην Αριστερά. 
Η οποία, την ίδια στιγμή που εξαντλεί τη δράση της μέσα στους τέσσερις τοίχους του Κοινοβουλίου, αρνείται να υπερασπιστεί τον Κοινοβουλευτισμό.
Η οποία αρνείται να συζητήσει το ζήτημα της πολιτικής βίας και των τοξικών της επιπτώσεων στη σοσιαλιστική ιδεολογία. 
Δεν είναι κακό να υπερασπιστεί η Αριστερά το κοινοβουλευτικό θεσμικό πλαίσιο, πολύ περισσότερο που η Άμεση Δημοκρατία, όπως την ονειρεύονται οι Αναρχικοί και οι λάτρεις της Κλασσικής Αρχαιότητας έχει αποδειχτεί - μέχρι σήμερα τουλάχιστον - αδύνατο να λειτουργήσει από τη στιγμή που μιλάμε για κοινωνικές μονάδες τριψήφιας τάξης μεγέθους. 
Επ' αυτού καλό θα ήταν οι αρχαιολάτρεις να έκαναν μια προσεκτική ανάγνωση των Εκκλησιαζουσών του Αριστοφάνη. Θα διαπίστωναν, πέραν του ότι η Αθηναϊκή Δημοκρατία αφορούσε μόλις 10.000 από τις 500.000 και πλέον κατοίκους της Αττικής, ότι το λόγο στην Εκκλησία του Δήμου μονοπωλούσαν, με διάφορα τεχνάσματα, οι αρχηγοί μεγάλων σογιών και πλούσιων οικογενειών. Οι υπόλοιποι Αθηναίοι πολίτες έπρεπε να αρκεστούν σε αυτό που κάνουν οι πολίτες των σύγχρονων κοινοβουλευτικών δημοκρατιών: στο να ψηφίζουν.
Το γεγονός λοιπόν ότι η Κοινοβουλευτική Δημοκρατία παραμένει μέχρι σήμερα το πολιτικό σύστημα που επιτρέπει τη μέγιστη - σαφώς όχι ικανοποιητική - συμμετοχή πολιτών θέτει την Αριστερά προ του καθήκοντος, αφ' ενός να την υπερασπιστεί απέναντι στις ελευθεριοκτόνες διαθέσεις των κυβερνώντων, αφ' ετέρου να ονειρευτεί πώς αυτή θα διευρύνεται κάθε μέρα.
Πέραν αυτού, η Αριστερά οφείλει να ξεκαθαρίσει τη στάση της απέναντι στην πολιτική βία. Πρέπει κάποτε να οριοθετηθεί απέναντι σε αυτήν ενεργητικά, όχι με δηλώσεις μετανοίας. 
Θα είχε πολλά η Αριστερά να διδαχτεί από τη μελέτη του της μη βίας του Γκάντι και του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ. Κυρίως θα μάθαινε πως μη βίαιη αντίσταση σημαίνει πρώτα απ' όλα «να έχεις κότσια». Να είσαι έτοιμος να φυλακιστείς, να είσαι έτοιμος να αντιπαρατεθείς με την κτηνώδη βία του καθεστώτος, χωρίς όμως να γίνεις ίδιος μ' αυτό, να είσαι έτοιμος για δράσεις πολιτικής ανυπακοής που θα το απορρυθμίσουν. Να είμαστε αδιάλλακτοι απέναντι στην καθεστωτική βία, χτίζοντας μια κοινωνία ελεύθερη από αυτή.
Αν θέλουμε να βάλουμε τέλος στη μπανανία που μας έχει επιβληθεί, οφείλουμε να χτίσουμε παράλληλους μηχανισμούς κοινωνικής αλληλεγγύης σε κάθε γειτονιά. Στην πολύμορφη καθεστωτική βία να απαντήσουμε με εκστρατείες μη βίαιης πολιτικής ανυπακοής. Γιατί η ιστορία του «υπαρκτού σοσιαλισμού» μας έμαθε πως η λατρεία της βίας, δηλητηρίασε, σε θανατηφόρα δόση, το όνειρό μας. 
Μόνο αν αναλάβουμε, ο καθένας προσωπικά κι όλοι μαζί συλλογικά τις ευθύνες μας και χτίσουμε παράλληλους μηχανισμούς κοινωνικής αλληλεγγύης κι απαντήσουμε στην καθεστωτική βία με αδιάλλακτη μη βίαιη πολιτική ανυπακοή, θα χτίσουμε έναν πειστικό αντίλογο στα σαλπίσματα του Δημήτρη Κουφοντίνα, του κάθε Κουφοντίνα. 
Η προβοκατορολογία ή οι ύμνοι προς την «επαναστατική βία» μέσα από ανήλιαγα γραφεία  , απλώς μας καθιστούν γελοίους. Και στην πολιτική το έγκλημα συχνά συγχωρείται, η γελοιοποίηση ΠΟΤΕ.
Γιάννης Χρυσοβέργης

Τρίτη 11 Φεβρουαρίου 2014

ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΣΕ ΠΑΡΑΚΡΟΥΣΗ, ΑΝΤΙΠΟΛΙΤΕΥΣΗ ΣΕ ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΗ ΜΑΚΑΡΙΟΤΗΤΑ

Οι καταιγιστικές αλλαγές στην εκλογική νομοθεσία, στις οποίες επιδίδεται το δίδυμο Σαμαρά - Βενιζέλου θα ήταν για σπαρταριστά γέλια αν δεν συνιστούσαν απόδειξη της προκλητικής περιφρόνησης και των δυο προς τους Δημοκρατικούς θεσμούς.
Ακόμα πιο ανησυχητική όμως είναι η απουσία αντιδράσεων από μέρους της αξιωματικής αντιπολίτευσης σε μέτρα και μεθοδεύσεις που φλερτάρουν με τη συνταγματική εκτροπή.

Η απέχθεια του Αντώνη Σαμαρά προς τους δημοκρατικούς θεσμούς ήταν γνωστή από το 1983, όταν, επικεφαλής των ΚΕΝΤΑΥΡΩΝ - μιας παραστρατιωτικά οργανωμένης δύναμης κρούσης της ΟΝΝΕΔ - φρόντιζε να μείνει η επίσκεψη Αβέρωφ - τότε Προέδρου της ΝΕΑΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ για τους νεότερους - αξέχαστη στους Πελοποννήσιους και ιδίως στους Καλαματιανούς. Επί τρεις ημέρες οι Κένταυροι έσπαγαν τις βιτρίνες όσων καταστημάτων είχαν τολμήσει να μην κολλήσουν στην προθήκη τους τη φωτογραφία του Ευάγγελου Αβέρωφ Τοσίτσα.
Μας την υπενθύμισε στις αρχές της δεκαετίας του '90 όταν, πριν ακόμα συγκροτήσει με χρήματα του υπουργείου Εξωτερικών το κόμμα του, την αλήστου μνήμης ΠΟΛΑΝ, είχε συγκροτήσει το περιβόητο ΔΙΚΤΥΟ 21, που φρόντιζε να απολύονται οι «ανθέλληνες», δημοσιογράφοι οι οποίοι αμφισβητούσαν την «μια, μοναδική και, φυσικά, ελληνική και μόνο ελληνική Μακεδονία».
Και φυσικά, έσπευσε να το διαλαλήσει σε όλους τους τόνους, από την πρώτη στιγμή που ανέλαβε την ηγεσία της ΝΕΑΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ. Με έναν πολιτικό λόγο ρατσιστικό, ακραία εθνικιστικό, μισαλλόδοξο, υστερικό (αλήθεια πόσοι θυμούνται τις απειλές του για παραπομπή στο ειδικό δικαστήριο του τότε Πρωθυπουργού Γ. Παπανδρέου;).
Άλλο τόσο γνωστή σε όλους είναι και η εξουσιολαγνεία του Ευ. Βενιζέλου. Και είναι τόση, που μπροστά της κανένας συμβιβασμός δεν είναι ανεπίτρεπτος, καμιά πολιτική συμμαχία δεν είναι παρά φύσιν. Σίγουρα πολλοί λίγοι τον θυμούνται, ως συνδικαλιστή της προσκείμενης στην ΕΔΗΚ (Ένωση Δημοκρατικού Κέντρου) Δημοκρατικής Πορείας, να βγάζει στα φοιτητικά αμφιθέατρα πύρινους λόγους κατά του «ολετήρα του ελληνισμού», όπως αποκαλούσε τότε τον Ανδρέα Παπανδρέου. Για να σπεύσει, δέκα χρόνια αργότερα, «νέος καθηγητής του συνταγματικού Δικαίου» ων, να προσφέρει συνταγματική κάλυψη σε, τουλάχιστον προβληματικές θεσμικά, ενέργειες του Α. Παπανδρέου, την εποχή που ο τελευταίος προσπαθούσε αντί πάσης θυσίας να κουκουλώσει το σκάνδαλο Κοσκωτά. Και ανταμείφθηκε πλουσιοπάροχα με μια ταχύτατης εξέλιξης πολιτική σταδιοδρομία.
Ήταν εντελώς φυσικό, από τη στιγμή που συναντήθηκαν οι δυο αυτοί «Ηρακλείς της Δημοκρατίας», να επιδοθούν σε ένα χωρίς προηγούμενο κρεσέντο αντιδημοκρατικών μεθοδεύσεων.
Έτσι είδαμε την κατάχρηση της προσφυγής σε πράξεις νομοθετικού περιεχομένου, είδαμε να κλείνει η Δημόσια τηλεόραση της χώρας «διότι δεν προέβαλλε το εθνικόν έργον του Πρωθυπουργού», είδαμε να επιβάλλονται φόροι με υπουργικές αποφάσεις, και να ψηφίζονται νόμοι με αναδρομική ισχύ. 
Αυτό όμως που συμβαίνει με τις ευρωεκλογές και τις αυτοδιοικητικές εκλογές δεν έχει το ταίρι του. Στην αρχή οι κυβερνώντες επιδίωξαν, κατά παράβαση του γράμματος της σχετικής νομοθεσίας, να αναβάλουν τις αυτοδιοικητικές εκλογές ως τα τέλη του 2015. Ακολούθως, παραβιάζοντας το πνεύμα του νόμου, αποφάσισαν οι ευρωεκλογές να συμπέσουν με το δεύτερο γύρο των αυτοδιοικητικών εκλογών, ευελπιστώντας, προφανώς, σε υψηλή αποχή λόγω του ότι δεύτερος γύρος δε θα λάβει χώρα σε όλους τους δήμους. Τα τελευταία τους επιτεύγματα ήταν η καθιέρωση της σταυροδοσίας στις ευρωεκλογές και η μεθόδευση της απαγόρευσης της ψήφου των ετεροδημοτών στις αυτοδιοικητικές εκλογές στον τόπο κατοικίας τους. Και φυσικά η ακύρωση του νόμου του 2010 που επέτρεπε σε ομογενείς και νόμιμους μετανάστες να ψηφίζουν στις Δημοτικές Εκλογές, αν και το τελευταίο απλώς αποτελούσε εφαρμογή μιας κατάφωρα ενάντιας στην Οικουμενική Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και της ΕΣΔΑ απόφασης του Δ' Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας, προς τέρψιν των νεοναζιστικών αποβρασμάτων.
Όλα αυτά αναμφίβολα παραπέμπουν σε πρακτικές χωρών με «μακρά δημοκρατική παράδοση», όπως η Ταϋλάνδη, η Ζιμπάμπουε, η Αίγυπτος, η Γεωργία, η Ουκρανία, η Λευκορωσία κ.λ.π.
Στην Ελλάδα, σε κάθε περίπτωση, τέτοια κατάσταση είχαμε να ζήσουμε από τις εκλογές του 1956 και του 1958, όπου το εκλογικό σύστημα κόβονταν και ράβονταν για την επίτευξη δυο σκοπών: την εξασφάλιση της πολιτικής κυριαρχίας της ΕΡΕ, ακόμα κι αν ήταν μειοψηφία και την κοινοβουλευτική περιθωριοποίηση της ΕΔΑ.
Απέναντι σε αυτό το αντικοινοβουλευτικό όργιο οι χλιαρές έως ανύπαρκτες αντιδράσεις της αξιωματικής αντιπολίτευσης τουλάχιστον προβληματίζουν. Διότι, ανεξαρτήτως του αν τα ηγετικά στελέχη του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης πιστεύουν πως στις αυτοδιοικητικές εκλογές και στις ευρωεκλογές θα καταγάγουν περιφανή νίκη, υποχρέωσή τους είναι να αναδείξουν αυτό το αντικοινοβουλευτικό και αντιδημοκρατικό όργιο, να το καταγγείλουν, να καλέσουν τους πολίτες σε αντίδραση, να αξιώσουν τη λογοδοσία των υπεύθυνων.
Και οι εξηγήσεις για την παράδοξη αυτή συμπεριφορά είναι δυο: είτε είναι πεπεισμένοι πως, ανεξάρτητα από τις εκλογικές μεθοδεύσεις, οι οποίες αποσκοπούν μονάχα στη φαλκίδευση του εκλογικού αποτελέσματος, θα πετύχουν περιφανή νίκη, είτε τα δημοκρατικά τους αντανακλαστικά είναι πολύ υποτονικά και αδυνατούν να κατανοήσουν τη σημασία της προστασίας των κοινοβουλευτικών θεσμών.
Αν ισχύει το πρώτο η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ είναι επικίνδυνα αφελής. Διότι το επόμενο βήμα των κυβερνώντων, αν δεν υπάρξει αντίδραση, θα είναι η μεθόδευση εκλογών βίας και νοθείας, στο πρότυπο αυτών του 1961.
Αν ισχύει το δεύτερο τα πράγματα είναι ακόμα πιο σοβαρά. Διότι σε αυτή την περίπτωση, τα ασθενή δημοκρατικά αντανακλαστικά συνεπάγονται ασθενή πίστη στη Δημοκρατία και, κατά συνέπεια, επίσης ροπή σε αυταρχικές πολιτικές επιλογές.
 
Γιάννης Χρυσοβέργης  
  

Τετάρτη 22 Ιανουαρίου 2014

ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΤΡΟΜΟΛΑΓΝΕΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΡΟΒΟΚΑΤΟΡΟΛΟΓΙΑ

Ανεξάρτητα από την όποια εγκυρότητα των όσων καταγγέλλει ο Αλέξανδρος Γιωτόπουλος σχετικά με την απόδραση - εντός ή εκτός εισαγωγικών - του Χριστόδουλου Ξηρού και το «βαρύγδουπο» μήνυμα του τελευταίου, γεγονός αδιαμφισβήτητο είναι ότι ένα ολοένα αυξανόμενο τμήμα της κοινωνίας δείχνει συμπάθεια σε πρακτικές πολιτικής βίας.
Πράγμα που χαροποιεί την κυβέρνηση, η οποία βλέπει σε μια κλιμάκωση της πολιτικής βίας την τελευταία σανίδα σωτηρίας της, αλλά που στην Αριστερά θέτει σοβαρά ερωτήματα, στα οποία η προβοκατορολογία δεν συνιστά πρόσφορη απάντηση. 

Η απόδραση του Χριστόδουλου Ξηρού συνέβη με τρόπο που γέννησε εύλογα ερωτηματικά, είτε για την επιχειρησιακή ικανότητα της Αστυνομίας, είτε για σκόπιμες παραλείψεις. 
Ερωτηματικά που επέτεινε η κατάθεση της διευθύντριας των Φυλακών Κορυδαλλού στην ένορκη διοικητική εξέταση που διατάχθηκε εκ των υστέρων, η οποία αποκάλυψε, προσκομίζοντας τα σχετικά αποδεικτικά στοιχεία, πως είχε στείλει σήμα για την επικείμενη χορήγηση άδειας στον Ξηρό, μια μέρα πριν, τόσο στην Αντιτρομοκρατική Υπηρεσία, όσο και στο Αστυνομικό Τμήμα της Νέας Καλλικράτειας. 
Ερωτηματικά που ανέδειξε, με σαφή δόση υπερβολής, και η επιστολή Γιωτόπουλου, που δημοσιεύτηκε στην ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ και στην οποία, ούτε λίγο ούτε πολύ, καταγγέλλεται ο Ξηρός ως χαφιές.
Ερωτηματικά που εντείνονται από το γεγονός ότι διατάχθηκε ένορκη διοικητική εξέταση για το γεγονός ότι ο Χριστόδουλος Ξηρός έλαβε άδεια - ασχέτως αν την είχε λάβει εντελώς νόμιμα - αλλά όχι για τις ενδεχόμενες παραλείψεις των αστυνομικών αρχών.
Η υστερική κυβερνητική τρομολαγνεία, που, ούτε λίγο ούτε πολύ, απειλεί το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης για υπόθαλψη - τουλάχιστον - τρομοκρατίας, θα ήταν άξια καγχασμού μονάχα, αν δεν ήταν μέρος μιας πολιτικής καθημερινότητας που κινείται στο όριο της συνταγματικής νομιμότητας. Δυστυχώς πρέπει να εκληφθεί ως σοβαρή απειλή κατά της συνταγματικής νομιμότητας.
Πολύ πιο σοβαρή όμως είναι η αμήχανη προβοκατορολογία της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Είναι προφανές ότι το «πολιτικό μήνυμα» του Χριστόδουλου Ξηρού την κάνει να αισθάνεται άβολα, καθώς μεταφέρει τη μπάλα στο αγαπημένο γήπεδο της κλίκας του Αντώνη Σαμαρά: αυτό του περιορισμού των ατομικών ελευθεριών και των συνταγματικών εγγυήσεων.
Είναι όμως εξ ίσου προφανές ότι η «επίσημη», αλλά και η «εξωκοινοβουλευτική» αριστερά, κομμουνιστική τε και αντιεξουσιαστική, αισθάνονται για ένα πρόσθετο λόγο άβολα: βλέπουν μια ολοένα αυξανόμενη μερίδα του πληθυσμού να επικροτεί την πολιτική βία, πράγμα που σημαίνει ότι ένα μέρος αυτών των ανθρώπων, αργά ή γρήγορα, θα περάσουν από την υποστήριξη της βίας στην άσκησή της.
Και νιώθουν άβολα γιατί - ανεξαρτήτως των «επαναστατικών» εκκλήσεων για λαϊκή εξέγερση - οι μεν «επαναστάτες» δεν έχουν καμιά στρατηγική εξέγερσης, οι δε «κοινοβουλευτικοί» εξαντλούν την αντιπολίτευσή τους σε πύρινους λόγους στη Βουλή.
Και όπως είχαμε επισημάνει ήδη από την εποχή του πρώτου Μνημονίου (βλ.ΓΕΝΙΚΗ ΑΠΕΡΓΙΑ; ΕΧΩ ΤΗ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ ΜΟΥ ΗΣΥΧΗ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΨΗΦΟΦΟΡΟΥΣ ΜΟΥ ΙΚΑΝΟΠΟΙΗΜΕΝΟΥΣ) και οι μεν και οι δε αποδείχτηκαν ανίκανοι να εκπονήσουν μια στρατηγική κοινωνικών αγώνων με σαφείς και ρεαλιστικές διεκδικήσεις, κόκκινες γραμμές, και κινητοποίηση των πολιτών σε προοπτική μακροχρόνιου αγώνα.
Εντελώς φυσιολογικά ένας μεγάλος αριθμός ανθρώπων απογοητεύτηκε εξ αιτίας ακριβώς αυτής της απουσίας πολιτικής προοπτικής και τώρα βλέπει με ολοένα μεγαλύτερη συμπάθεια τους διάφορους «Γκάρυ Κούπερ», που αποφασίζουν να «σώσουν» την κοινωνία ακόμα και ενάντια στη θέλησή της. 
Είναι προφανές πως το σκηνικό αυτό οδηγεί σε μια διολίσθηση προς έναν άτυπο εμφύλιο πόλεμο, όπως αυτός που έζησε η Ιταλία στη δεκαετία του 1970.
Είναι επίσης προφανές, πως ο μόνος τρόπος για να αποτραπεί αυτό το ευκταίο, για το Σαμαρά και την παρέα του, σενάριο, απευκταίο όμως για κάθε εχέφρονα πολίτη, είναι έστω και την ύστατη στιγμή, ο ΣΥΡΙΖΑ να πάρει διαζύγιο από την εισαγγελική πολιτική που εισήγαγε στην Αριστερά ο Νίκος Κωνσταντόπουλος και, εδώ και 25 συναπτά έτη, κατατρέχει την Αριστερά, και να προσπαθήσει να κινητοποιήσει τους πολίτες γύρω από απτά, ζέοντα κοινωνικά προβλήματα: την εξασφάλιση ενός πιάτου φαγητού κάθε μέρα για τις εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπων που δεν το έχουν - να θυμίσουμε σε όσους θα μορφάσουν κατηγορώντας μας για υπερβολή ότι 70.000 περίπου άνθρωποι τρέφονται καθημερινά στα συσσίτια της Εκκλησίας κι άλλοι τόσοι σε αυτά των Δήμων και των ΜΚΟ, ενώ δεκάδες χιλιάδες ανθρώπων τρέφονται χάρη στα κοινωνικά παντοπωλεία κάθε λογής και ότι άγνωστος αριθμός ανθρώπων δεν έχει πρόσβαση στη βοήθεια αυτών των πρωτοβουλιών - περίθαλψη στους περισσότερους από τρία εκατομμύρια ανασφάλιστους, και αποτελεσματική προστασία των ανθρώπων που κινδυνεύουν να χάσουν τα σπίτια τους.
Μονάχα μέσα από τέτοιες πολιτικές πρωτοβουλίες θα κατορθώσει η Αριστερά να χτίσει - αν δεν είναι πλέον αργά - έναν πειστικό πολιτικό αντίλογο στην πολιτική βία. 
Μονάχα μέσα από τέτοιες πρωτοβουλίες θα κατορθώσει να φρενάρει τη διολίσθηση ακόμα μεγαλύτερης μερίδας συμπολιτών μας - επίσης αν δεν είναι πλέον αργά - προς τη συμπάθεια απέναντι στους νεοναζί της ΧΡΥΣΗΣ ΑΥΓΗΣ.
 
Γιάννης Χρυσοβέργης    
  

Τετάρτη 11 Δεκεμβρίου 2013

Η ΦΑΙΑ ΠΡΟΠΑΓΑΝΔΑ ΤΗΣ «ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ»

Από την πρώτη στιγμή της έκδοσής της η εφημερίδα ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ διεκδίκησε και πέτυχε σύντομα να γίνει ο εκφραστής της λαϊκής αντιμνημονιακής Δεξιάς.
Αφήνοντας στο απυρόβλητο το πρόσωπο του Αντώνη Σαμαρά αποδομεί κάθε άλλη πολιτική άποψη με επιθέσεις που συχνά φλερτάρουν με τη συκοφαντία.
Έτσι έχει αναδειχθεί, ανεπαισθήτως, σε κυρίαρχο μηχανισμό προπαγάνδας υπέρ της ΧΡΥΣΗΣ ΑΥΓΗΣ.

Από την πρώτη στιγμή της έκδοσής της η εφημερίδα στήριξε με φανατισμό τον Αντώνη Σαμαρά σε όλη τη διάρκεια της περιόδου της «αντιμνημονιακής» του υστερίας.
Οι επιθέσεις της κατά της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ, όσο ο Γιώργος Παπανδρέου ήταν ακόμα πρωθυπουργός ξέφευγαν συστηματικά από αυτό που θα αποκαλούσαμε πολιτική κοσμιότητα. Ο πολιτικός της λόγος παρέπεμπε στον πολιτικό λόγο των υπερσυντηρητικών εφημερίδων της δεκαετίας του '50.
Όταν, μετά τις εκλογές του Μαΐου 2012 διαφάνηκε ότι η συνεργασία ΝΕΑΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ - ΠΑΣΟΚ - ΔΗΜΑΡ, η εφημερίδα αναπροσάρμοσε τη στρατηγική της. Ο Αντώνης Σαμαράς βρέθηκε στο απυρόβλητο. Αντιθέτως δίνονταν συχνά - πυκνά βήμα στους λάτρεις της συνεργασίας της ΝΕΑΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ με τη ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ, προκειμένου αυτοί να επιτίθενται - με  πρωταθλητή, μακράν, σε αυτό τον αγώνα χυδαιότητας  το Φαήλο Κρανιδιώτη -  κατά αντιπολιτευόμενων και συμπολιτευόμενων πολιτικών δυνάμεων. 
Η εφημερίδα πρωτοστάτησε στην προβολή των χαλκευμένων βίντεο, που παρήγαγε το γραφείο τύπου της ΝΕΑΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ κατά του ΣΥΡΙΖΑ, και ταυτόχρονα υπερακόντιζε σε αντιμνημονιακές κορώνες.
Παράλληλα, χωρίς την παραμικρή αναφορά στο όνομά της, υιοθέτησε και προώθησε όλη την πολιτική ατζέντα της ΧΡΥΣΗΣ ΑΥΓΗΣ.  
Στις 18 Σεπτεμβρίου, στο πρωτοσέλιδο της εφημερίδας δεν υπήρχε ούτε χτύπημα της τελευταίας στιγμής στη δολοφονία του Παύλου Φύσσα. Την επόμενη δε ημέρα, το πρωτοσέλιδο της εφημερίδας καταγγέλλει το «σχέδιο εμφυλίου πολέμου που απεργάζεται η εξωκοινοβουλευτική Αριστερά».
Ήταν οι μέρες κατά τις οποίες οι στενοί συνεργάτες του Αντώνη Σαμαρά - αλλά και καθώς πρέπει φιλελεύθεροι όπως ο Μπάμπης Παπαδημητρίου - που ήθελαν να τελειώνουν αυτή την «παρά φύσιν» συνεργασία με τους σοσιαλιστές και ονειρεύονταν μια συνεργασία με τη ΧΡΥΣΗ  ΑΥΓΗ προσπαθούσαν να πετάξουν τη μπάλα στην εξέδρα, ποντάροντας ότι, για μια ακόμη φορά, οι «εθνικοί ενημερωτές» θα παίξουν το παιγνίδι τους.
Στις 20 Σεπτεμβρίου, η καλή μας ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, προβάλλει τον «τραγέλαφο» κατά την τήρηση ενός λεπτού σιγής στη Βουλή στη μνήμη του Παύλου Φύσσα και βλέπει 150.000 λαθραίους να περιμένουν «τη στιγμή».
Λίγες μέρες νωρίτερα, στις 5 Σεπτεμβρίου, η εφημερίδα διαστρέφοντας - δεν ήταν η μόνη άλλωστε - τα όσα είχε αναφέρει η Μαρία Ρεπούση για τη διδασκαλία των αρχαίων ελληνικών, βλέπει «μαχαιριά στην καρδιά του έθνους, τη στιγμή που οι έξαλλοι του ισλάμ απειλούν να τινάξουν στον αέρα την Ευρώπη».
Θα ήταν μισή η περιήγησή μας στη φαιά προπαγάνδα της ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, αν δε σημειώναμε τις συστηματικές επιθέσεις κατά των φιλελεύθερων μελών της κυβέρνησης (Στουρνάρας - Χατζηδάκης - Μηταράκης κ.λ.π.) ή τις προσωπικές επιθέσεις κατά του Γιώργου Παπανδρέου και του Ευάγγελου Βενιζέλου. Οι οποίες εντάσσονται σε μια ολομέτωπη επίθεση της Σαμαρικής ακροδεξιάς και της ΧΡΥΣΗΣ ΑΥΓΗΣ εναντίον κάθε πολιτικής, ατομικής και κοινωνικής ελευθερίας κατακτήθηκε από τη Μεταπολίτευση μέχρι σήμερα.
Η φαιά προπαγάνδα της ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ είναι αποτέλεσμα εκλεκτικών ιδεολογικών συγγενειών ενός μεγάλου μέρους της ελληνικής Δεξιάς με τους νεοναζί. Αντίστοιχες εκλεκτικές συγγένειες υπήρχαν στη δεκαετία του '30 σε μεγάλα κομμάτια της γαλλικής και, κυρίως, της γερμανικής και αυστριακής κοινοβουλευτικής Δεξιάς. Όπως και τότε, οι εκλεκτικές αυτές συγγένειες λειτουργούν προς όφελος των νεοναζί. 
Είναι επίσης εμπορική στρατηγική, μιας και πρόκειται για το μόνο φύλλο που έχει υιοθετήσει το σύνολο της πολιτικής ατζέντας των νεοναζί, αρνούμενο ταυτόχρονα να ασκήσει την παραμικρή κριτική στη ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ. Είναι λοιπόν το μόνο έντυπο που μπορούν να διαβάσουν οι ψηφοφόροι της. Οι οποίοι, πιθανότατα, είναι πολύ περισσότεροι από όσους θέλουν να μας πείσουν ότι είναι οι, εν πολλοίς, καθοδηγούμενες, δημοσκοπήσεις.

Γιάννης Χρυσοβέργης

 

Τετάρτη 23 Οκτωβρίου 2013

ΑΣΕΒΕΙΑ ΠΡΟΣ ΤΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

Σε μια πρωτοφανούς ασέβειας πράξη προς το Κοινοβούλιο και τη Δημοκρατία ο Πρωθυπουργός Αντώνης Σαμαράς, όχι μόνο απουσίασε από τη συζήτηση για την αναστολή χρηματοδότησης κομμάτων, αλλά απουσίασε ακόμα και από την ψηφοφορία.
Από κοντά του κι ο Υπουργός Υποδομών Μιχάλης Χρυσοχοΐδης. Αλλά «έξεστι τοις Κλαζομενίοις ασχημονείν».

Από τη μέρα που ανέλαβε τη διακυβέρνηση αυτής της χώρας ο Αντώνης Σαμαράς δεν παύει, με τα λόγια του και με τα έργα του, να ασχημονεί σε βάρος της Δημοκρατίας.
Στην άρνησή του να παρευρεθεί, έστω και μια φορά, στη Βουλή προκειμένου να απαντήσει σε ερωτήσεις ηγετών των κομμάτων της Αντιπολίτευσης - αλήθεια θυμούνται όλοι οι οψίμως μεταρρυθμιστολογούντες υποστηρικτές του να επέδειξαν τέτοια ασέβεια οι ώστας Σημίτης και Γιώργος Παπανδρέου (για τον Κώστα Καραμανλή δε μιλάμε διότι υπήρξει ωσεί Πρωθυπουργός) ; - στη συστηματική νομοθέτηση μέσω «πράξεων νομοθετικού περιεχομένου», στο πραξικόπημα του κλεισίματος της ΕΡΤ «διότι δεν προέβαλλε το εθνικόν του έργον», ήρθε να προστεθεί μια πρωτοφανής στην κοινοβουλευτική Ιστορία της χώρας ασέβεια: απουσίασε από μια σημαντική ψηφοφορία, στην οποία επρόκειτο να αποφασιστούν οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες θα αναστέλλεται η κρατική χρηματοδότηση ενός κόμματος.
Θα μπορούσε να δείξει κανείς κατανόηση αν ο Αντώνης Σαμαράς ταλαιπωρούνταν από κάποια σοβαρή ίωση και ψήνονταν στον πυρετό. Κάτι τέτοιο όμως δεν ίσχυε, διότι προτίμησε, δυο ώρες πριν την ψηφοφορία στη Βουλή, να εκφωνήσει έναν δεκάρικο - είναι η ειδικότητά του άλλωστε - στα εγκαίνια του ανακαινισθέντος Δημοτικού Θεάτρου Πειραιά.
Είναι κατανοητή αντιθέτως η απροθυμία του να είναι συμμέτοχος μιας δράσης κατά των νεοναζί, με τους οποίους, μολονότι δε μοιράζεται επακριβώς το ίδιο όραμα, μοιράζεται την απέχθεια προς όλες τις εκφράσεις της Λαϊκής Κυριαρχίας: τον κονοβουλευτικό διάλογο, την ελευθερία των ΜΜΕ, τις ατομικές ελευθερίες,  την ισότητα των δικαιωμάτων των ανθρώπων ανεξαρτήτως χρώματος, φυλής, εθνικότητας, θρησκείας.
Πολύ περισσότερο που στενοί του συνεργάτες αρνούνται να καταγγείλουν τους νεοναζί είτε διότι «φυλάνε τις σφαίρες τους για τον πραγματικό εχθρό», είτε διότι αν δεν κάτσουν καλά οι βουλευτές του ΠΑΣΟΚ «θα κυβερνήσουμε με τη Χρυσή Αυγή», είτε διότι τα περί ναζισιτικής εγκληματικής δράσης με την απροκάλυπτη ανοχή της ΕΛΑΣ είναι «ψεύδη ανθελλήνικών ΜΜΕ και θα τους υποβάλουμε μηνύσεις» (που ποτέ δεν υποβλήθηκαν φυσικά).
Όπως και ο ομογάλακτός του - Αντιπρόεδρος του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος γαρ και πρώην ανερχόμενος αστέρας της σταλινικής νομενκλατούρας στην Ουγγαρία - Βίκτορ Ορμπάν, επιδιώκει την ποδηγέτηση  των ΜΜΕ,  της Δικαιοσύνης και κάθε άλλου θεσμικού πλαισίου  της Δημοκρατίας, προκειμένου να ασκεί την απόλυτη προσωπική εξουσία του προς όφελος μιας δράκας επιχειρηματιών.
Εξ ου και η καθημερινή συμπεριφορά του Υπουργού Προπαγάνδας - συγνώμη, Κυβερνητικός Εκπρόσωπος είναι επισήμως - ο οποίος είναι ο μοναδικός με αυτή την ιδιότητα που έχει διανείμει χαλκευμένα βίντεο στα ΜΜΕ (δε θα σταθούμε στη συνενοχή των τελευταίων) και στους 15 μήνες που ασκεί τα καθήκοντά του δεν έχει οργανώσει ούτε μια ενημέρωση των πολιτικών συντακτων. 
Η εξ ίσου προσβλητική προς τους Δημοκρατικούς θεσμούς απουσία από την ψηφοφορία του Μιχάλη Χρυσοχοΐδη έχει μάλλον διαφορετική αιτία. Στην περίπτωση αυτή έχουμε μια προκλητική ελαφρότητα πολιτικών ηθών, για την οποία ήδη μας είχε δώσει δείγμα γραφής στα τέλη του 2011, όταν ανερυθρίαστα δήλωνε ότι «είχε ψηφίσει το πρώτο Μνημόνιο χωρίς να το διαβάσει».
Όμως αυτοί οι άνθρωποι κυβερνούν και γι αυτό είναι επικίνδυνοι. Είναι επικίνδυνοι γιατί δε διστάζουν μπροστά σε τίποτα προκειμένου να ικανοποιήσουν την εξουσιομνανία τους. Είναι επικίνδυνοι γιατί πιστεύουν πως ΟΛΑ ΕΠΙΤΡΕΠΟΝΤΑΙ. 

Γιάννης Χρυσοβέργης

 

Τετάρτη 26 Ιουνίου 2013

ΣΤΡΟΦΗ ΕΠΙ... ΑΚΡΟΔΕΞΙΑ

Η νέα δικομματική κυβέρνηση έχει έντονο ακροδεξιό άρωμα, καθώς ο σκληρός ακροδεξιός πυρήνας της ΝΕΑΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ είναι αναβαθμισμένος.
Στο επόμενο χρονικό διάστημα θα γίνουμε μάρτυρες της απόλυτης υιοθέτησης από μέρους της της πολιτικής ατζέντας της ΧΡΥΣΗΣ ΑΥΓΗΣ.
Η νέα κυβέρνηση ορκίστηκε, η κοινοβουλευτική της πλειοψηφία δεν αμφισβητείται, η ΔΗΜΑΡ φρόντισε να καταστήσει σαφές δια στόματος Κουβέλη ότι μπορεί να μη συμμετέχει στην κυβέρνηση αλλά «θα σταθεί στα δύσκολα» και σύσσωμοι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα και οι λεγόμενες παραγωγικές δυνάμεις (δηλαδή ΣΕΒ, ΣΕΤΕ, τράπεζες, ιδιοκτήτες ΜΜΕ και λοιπές «συμπαθείς» τάξεις), απαιτούν «να προωθηθούν επί τέλους οι μεταρρυθμίσεις».
Ωστόσο η κυβέρνηση αυτή είναι κάτι πολύ περισσότερο από μια ακόμα κυβέρνηση ακραίας νεοφιλελεύθερης βαρβαρότητας, όπως οι προηγούμενες των τελευταίων τριών χρόνων. Επώνυμοι ακροδεξιοί έχουν προωθηθεί σε θέσεις - κλειδιά της κυβέρνησης και είναι προφανές ότι θα δώσουν ένα έντονο ακροδεξιό ιδεολογικό στίγμα στην κυβερνητική καθημερινότητα.
Δίπλα στους αμετακίνητους Δημήτρη Σταμάτη, Νίκο Δένδια και Σίμο Κεδίκογλου   έρχοντται να προστεθούν κι άλλοι αστέρες του τριπτύχου «Πατρίς, Θρησκεία, Οικογένεια».
Στο νευραλγικό υπουργείο Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων τοποθετήθηκε ο Χαράλαμπος Αθανασίου. Ο άνθρωπος που κίνησε όλες τις διαδικασίες και άσκησε πιεστικό λόμπι για να κριθεί από το Συμβούλιο της Επικρατείας, με ένα σκεπτικό που συγκρούεται ευθέως με την Οικουμενική Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου καιμ με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, αντισυνταγματικός ο νόμος Ραγκούση για την απόκτηση της ελληνικής ιθαγένειας. 
Ο άνθρωπος επίσης που, με την ιδιότητα του τέως Προέδρου της Ένωσης Εισαγγελέων, αφ' ενός θα φροντίσει να προωθήσει όλα τα, καλώς και κακώς νοούμενα, συντεχνιακά αιτήματα των δικαστικών, αλλά και θα εντάξει στην κυβερνητική πολιτική την τάση, κάθε μέρα και περισσότερων δικαστών, να δικάζουν με βάση την πολιτική ιδεολογία της Χρυσής Αυγής, αντί του ποινικού και αστικού κώδικα.
Στο υπουργείο Εσωτερικών το γνωστό ακροδεξιό Ευριππίδη Στυλιανίδη διαδέχεται ο επίσης ακροδεξιός Γιάννης Μιχελάκης. Ο οποίος έδωσε απτά δείγματα γραφής ως εκπρόσωπος τύπου της Νέας Δημοκρατίας.
Η τοποθέτηση στο Υπουργείο Πολιτισμού του υπερσυντηρητικού Πάνου Παναγιωτόπουλου επίσης δεν προοιωνίζει κάτι καλό για τον Πολιτισμό, αν και ο προκάτοχός του επέδειξε εξαιρετικές κατεδαφιστικές ικανότητες, κλείνοντας με συνοπτικές διαδικασίες και προβληματικά προσχήματα το Εθνικό Κέντρο Βιβλίου.
Τέλος, η ανάθεση του υπουργείου Υγείας στον Άδωνι Γεωργιάδη, πέραν των αμφιβολιών που εγείρει για τις εκτελεστικές ικανότητες του ανδρός, δεν αφήνει καμιά αμφιβολία ως προς το ότι η κυβέρνηση ετοιμάζεται να εφαρμόσει πολιτικές φυλετικών διακρίσεων στον κλάδο της υγείας, υιοθετώντας τη μοναδική πτυχή του πολιτικού προγράμματος της Χρυσής Αυγής που ως τώρα δεν είχε τολμήσει να υιοθετήσει.
Η παρουσία δεκατεσσάρων στελεχών του ΠΑΣΟΚ στην κυβέρνηση σε καμιά περίπτωση δεν τους επιτρέπει να ενεργήσουν αποτρεπτικά αυτών των στόχων του Αντώνη Σαμαρά και των συνεργατών του. Άλλωστε δεν είναι τυχαίο ότι, με εξαίρεση το Γιάννη Μιχελάκη που θα έχει δίπλα του έναν υφυπουργό του ΠΑΣΟΚ, όλοι οι άλλοι περιστοιχίζονται από σκληροπυρηνικά στελέχη της ΝΕΑΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ. 
Ούτε βεβαίως είναι τυχαίο το ότι το ΠΑΣΟΚ αρνήθηκε να υπερασπιστεί το νόμο Ραγκούση όσο καιρό ο Χαράλαμπος Αθανασίου εργαζόταν παρασκηνιακά για την ανατροπή του, ευθύνη που βαρύνει εξ ίσου και τη ΔΗΜΑΡ. 
Στην πραγματικότητα ο Ευάγγελος Βενιζέλος, πιστός στην προσφιλή του τακτική των κούφιων λεονταρισμών, υποτάχθηκε αμαχητί «τοις κείνων ρήμασι πειθόμενος» και παραχώρησε, όση δημοκρατική νομιμότητα μπορεί ακόαμ να προσδώσει, στην ακροδεξιάς κοπής κυβέρνηση Σαμαρά.. 
Γιατί αν δεν υποτάσσονταν, σε 24 ώρες θα παρουσιάζονταν κλητήρες με εντολή έξωσης στα γραφεία του κόμματός του.  
Και, ακόμα χειρότερα, δε θα ήταν σε θέση να προστατεύσει τα «δικά του παιδιά» και να ελπίζει σε εκλογική επιβίωση στις ευρωεκλογές.

Γιάννης Χρυσοβέργης

Παρασκευή 10 Μαΐου 2013

ΠΑΣΧΑΛΙΝΕΣ ΣΚΕΨΕΙΣ Νο2: Η ΦΑΙΝΑΚΗ ΤΗΣ ΑΥΣΤΗΡΟΠΟΙΗΣΗΣ ΤΗΣ ΑΝΤΙΡΑΤΣΙΣΤΙΚΗΣ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑΣ



Κυβέρνηση, ΣΥΡΙΖΑ, ακόμα και οι Οικολόγοι Πράσινοι πανηγυρίζουν για «την αυστηροποίηση των διατάξεων της αντιρατσιστικής νομοθεσίας». 

Ένα νομοσχέδιο που, ανακοινώθηκε εν χορδαίς και οργάνοις με αφορμή την επίθεση του νεοναζί βουλευτή Γιώργου Γερμενή στο Δήμαρχο Αθηναίων, προσπαθεί να μακιγιάρει κοντόφθαλμους πολιτικούς σχεδιασμούς των κυβερνώντων κι αναδεικνύει την εξοργιστική πολιτική αφέλεια των αντιπολιτευομένων.

Οι οποίοι νομίζουν ότι ο φασισμός αντιμετωπίζεται με νόμους τους οποίους, ουδείς θα εφαρμόσει.


Περίπου 150 χρόνια έχουν περάσει από τότε που ο υπέροχος Εμμανουήλ Ροΐδης διακήρυττε: «Η Ελλάς, ενός νόμου έχει χρείαν. Του νόμου περί τηρήσεως της κειμένης νομοθεσίας».  
Το νέο αντιρατσιστικό νομοσχέδιο, που προανήγγειλε ο υφυπουργός Δικαιοσύνης Κωνσταντίνος Καραγκούνης, στην πραγματικότητα συνιστά απλή ενσωμάτωση, με τρία χρόνια καθυστέρηση, στην ελληνική νομοθεσία της σχετικής κοινοτικής οδηγίας.
Σε συνεντεύξεις που μοίρασε αφειδώς προς τα ΜΜΕ ο εκλεκτός υφυπουργός, συνεπικουρούμενος κι από τον προϊστάμενό του υπουργό Αντώνη Ρουπακιώτη, δεν είχε κανένα ενδοιασμό να εξηγήσει πως με το νόμο αυτό ανοίγει ο δρόμος για να τεθεί εκτός νόμου η Χρυσή Αυγή.
Με δυο λόγια, ο νόμος δεν κατατίθεται διότι ως πολιτισμένη κοινωνία οφείλουμε να προστατεύουμε κάθε ανθρώπινη ύπαρξη που ζει μόνιμα ή περιστασιακά στη χώρα μας από το φυλετικό, το θρησκευτικό ή το εθνικό μίσος ολιγοφρενών συμπολιτών μας, αλλά για να ξεφορτωθούμε ένα κόμμα, έστω νεοναζιστικό. Παράξενη δημοκρατική επιχειρηματολογία.
Κατά μείζονα λόγο που, όταν στις αρχές του χρόνου το ΠΑΣΟΚ έθεσε για πρώτη φορά ζήτημα να τεθεί εκτός νόμου η Χρυσή Αυγή, ο καθηγητής του Συνταγματικού Δικαίου Νίκος Αλιβιζάτος εξήγησε με σαφήνεια ότι, μπορεί ο ελληνικός Συνταγματικός Χάρτης να μην προβλέπει την απαγόρευση κομμάτων, πλην όμως, αυτό δεν εμποδίζει την εφαρμογή της νομοθεσίας περί καταστολής του οργανωμένου εγκλήματος εναντίον των μελών κάποιου κόμματος που διαπράττουν οργανωμένα εγκλήματα.
Αν λοιπόν δεχθούμε τους κυβερνητικούς ισχυρισμούς, ότι το εν λόγω νομοσχέδιο πρόκειται να ψηφιστεί για να μπει φραγμός στην εγκληματική δραστηριότητα της Χρυσής Αυγής, είναι εντελώς άχρηστο. Κι αυτό το γνωρίζουν οι πάντες.
Το μέγα ερώτημα είναι άλλο: Ποιος θα εφαρμόσει αυτό το νόμο; 
Η Αστυνομία που συλλαμβάνει τα θύματα και τους μάρτυρες ρατσιστικών επιθέσεων και τους απελαύνει με συνοπτικές διαδικασίες; Ή που αρκείται στην απειλή της απέλασης για να μην κατατίθενται μηνύσεις κατά των στελεχών της Χρυσής Αυγής;
Οι δικαστές, μεγάλος αριθμός από τους οποίους δικάζει μάλλον με βάση το πολιτικό πρόγραμμα της Χρυσής Αυγής, παρά εφαρμόζοντας τους νόμους που έχει ψηφίσει η Βουλή;
Ο Πρωθυπουργός που βάσισε όλη του την προεκλογική εκστρατεία του 2012 σε θέματα της πολιτικής ατζέντας  της Χρυσής Αυγής και τρεις φορές τουλάχιστον στους τελευταίους έξι μήνες αποπειράθηκε, ανεπιτυχώς ευτυχώς, να κάνει πολιτικά δώρα στην τελευταία, εκμεταλλευόμενος την πλειοψηφία στη Βουλή Νέας Δημοκρατίας, Ανεξαρτήτων Ελλήνων και Χρυσής  Αυγής;
Οι στενοί συνεργάτες του Πρωθυπουργού που συστηματικά χαρακτηρίζουν τη Χρυσή Αυγή «αδελφό κόμμα» (Φαήλος Κρανιδιώτης, Μανώλης Κεφαλογιάννης, Παναγιώτης Ψωμιάδης);
Ή μήπως ο αρχηγός των ενόπλων δυνάμεων της χώρας που συμμερίζεται απόλυτα το πολιτικό πρόγραμμα της Χρυσής Αυγής (ανεπιβεβαίωτες πληροφορίες τον φέρουν να είναι ο πολιτικός καθοδηγητής των επεισοδίων στην παρέλαση της 28ης Οκτωβρίου 2011, που οδήγησαν στην ανατροπή του τότε Πρωθυπουργού Γ. Παπανδρέου);
Είναι προφανές πως το τελευταίο πράγμα που ενδιαφέρει την κυβέρνηση είναι η ανακοπή της εγκληματικής δραστηριότητας της Χρυσής Αυγής.
Με περίσσεια πολιτική κουτοπονηριά κι άλλη τόση βλακεία ο Αντώνης Σαμαράς κι οι συνεργάτες του ονειρεύονται να θέσουν εκτός νόμου τη Χρυσή Αυγή και να εφαρμόσουν οι ίδιοι την πολιτική της, ώστε να προσελκύσουν  ξανά στο νεοδημοκρατικό μαντρί τους ψηφοφόρους της.
Αγνοούν, κι αυτό είναι το χειρότερο, ότι οι ψηφοφόροι της Χρυσής Αυγής την υποστηρίζουν γιατί δεν περιμένουν τίποτα από το πολιτικό σύστημα, γιατί αναζητούν το φαγητό τους - σε μεγάλο ποσοστό - στα συσσίτια της Εκκλησίας και των Δήμων, με δυο λόγια γιατί είναι απελπισμένοι σε αναζήτηση ελπίδας. Και δυστυχώς δεν είναι οι μόνοι που αγνοούν την πικρή αυτή αλήθεια.
Το ΠΑΣΟΚ και η ΔΗΜΑΡ νομίζουν ότι σηκώνοντας το αντιφασιστικό λάβαρο θα ανακτήσουν κάτι από τη χαμένη τους πολιτική αξιοπιστία.
Όσο για την Αριστερά έχει αναγάγει την ανικανότητά της να μιλήσει απλά στους ανθρώπους, χωρίς να εξαντλείται σε κενά περιεχομένου συνθήματα, σε αρετή. Και νομίζει ότι για την εξάπλωση του φασισμού σ' αυτή τη χώρα φταίει η απουσία αντιρατσιστικής νομοθεσίας.
Όμως το επίμαχο νομοσχέδιο έχει και μια εξαιρετικά επικίνδυνη διάταξη: προβλέπει ποινές φυλάκισης και πρόστιμα για «οποιονδήποτε υπεραμύνεται ρατσιστικών ή ολοκληρωτικών ιδεολογιών». Ποιος είναι αυτός που αποφασίζει πως μια ιδεολογία είναι ολοκληρωτική; Με ποια κριτήρια; Ο Νομικός και πολιτικός πολιτισμός που εισήγαγε η Γαλλική Επανάσταση και που υιοθετήθηκε από την Οικουμενική Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου τιμωρεί μονάχα τις εγκληματικές πράξεις. Οι απόψεις, ακόμα και οι πλέον απεχθείς, οφείλουν να είναι σεβαστές. Ως προς αυτό το θέμα η κριτική του ΚΚΕ στο εν λόγω νομοσχέδιο είναι παραπάνω από εύλογη, ασχέτως αν χάνει μεγάλο μέρος της εγκυρότητάς της λόγω των αντι-ευρωπαϊκών αγκυλώσεων του εν λόγω κόμματος.
Πριν κλείσουμε αυτό το σημείωμα θα ήταν άδικο να μη σημειώναμε ένα αναμφισβήτητα θετικό στοιχείο του νομοσχεδίου: την παροχή προστασίας στα θύματα και στους μάρτυρες ρατσιστικών επιθέσεων κι αποκλείει την απέλασή τους πριν την εκδίκαση του εγκλήματος. Ας ελπίσουμε ότι θα παραμείνει στην τελική μορφή του.

Γιάννης Χρυσοβέργης