Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΡΙΣΤΕΡΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΡΙΣΤΕΡΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 2 Φεβρουαρίου 2025

 Η ΔΙΚΗ ΜΟΥ 25η ΤΟΥ ΓΕΝΑΡΗ 2015


...Ύστερα κύλησε ο καιρός κι η ιστορία,

πέρασε εύκολα απ' τη μνήμη στην καρδιά,

Ο τοίχος έγραφε μοναδική ευκαιρία

εντός πωλούνται πάσης φύσεως υλικά...

(Ο ΔΡΟΜΟΣ, στίχοι Κωστούλα Μητροπούλου, μουσική και ερμηνεία Μάνος Λοΐζος)


ΜΙΑ ΚΡΙΣΗ ΣΥΛΛΟΓΙΚΗΣ ΑΜΝΗΣΙΑΣ

Περίμενα να περάσει μια εβδομάδα από την επέτειο της 25ης του Γενάρη 2015 και όχι τυχαία. Με είχε πιάσει μια τρελή περιέργεια να  δω αν θα θελήσει να θυμηθεί κανείς την επέτειο της εκλογικής νίκης του ΣΥΡΙΖΑ. Και δυστυχώς οι προβλέψεις μου επιβεβαιώθηκαν. Με εξαίρεση μια ενδοκομματική εκδήλωση του ΜΕΡΑ25 και τη διανομή ενός βιβλίου από την ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ με άρθρα ανθρώπων που το Γενάρη του 2015 είχαν ήδη αρχίσει να αποστασιοποιούνται από το ΣΥΡΙΖΑ σιγή ασυρμάτου.

Από την Αριστερά φυσικά -για τους πολιτικούς σχηματισμούς και τα ΜΜΕ της μαφιοκρατίας η απόλυτη σιγή ήταν η επιβεβλημένη συμπεριφορά- , αρχής γενομένης από τον ίδιο το ΣΥΡΙΖΑ και τον Αλέξη Τσίπρα. Θαρρείς και ντρέπονται γιατί τόλμησαν να γεννήσουν ελπίδα στην κοινωνία. Ή γιατί προσπαθούν να γίνουν αρεστοί σε αυτούς που ποτέ δεν θα τους συγχωρήσουν την τοτινή αποκοτιά τους. Ή... δεν ξέρω τι άλλο να πω, δεν το χωράει ο νους μου.

Αλλά και από τις δυνάμεις της Αριστεράς που εξ αρχής ήταν επικριτικές έναντι του ΣΥΡΙΖΑ, δεν ακούστηκε ούτε μια λέξη για την επέτειο αυτή. Σαν να μην τους αφορούσε αυτή η πολιτική άνοιξη που κράτησε επτά δραματικούς μήνες και κορυφώθηκε με εκείνο το μεγαλειώδες ΟΧΙ στο δημοψήφισμα του Ιουνίου. Ούτε κι αυτό μπορεί να το χωρέσει ο νους μου.

Γιατί για εμένα το επτάμηνο αυτό ήταν μια από τις τρεις πιο πυκνές πολιτικές περιόδους της ζωής μου. Οι άλλες δυο ήταν το πρώτο εξάμηνο της Μεταπολίτευσης κι η πρώτη διετία της διακυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ (1981-1983).

Και γιατί προσωπικά αισθάνομαι ευγνώμων απέναντι στο ΣΥΡΙΖΑ και στην κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα για την ευκαιρία που μας έδωσαν να πούμε ένα μαζικό ΟΧΙ στους ολιγάρχες εγχώριους και ξένους. Αλλά και γιατί, μετά την αναπόφευκτη ήττα, τη διαχειρίστηκαν προσπαθώντας με συνέπεια να ανακουφίζουν τη φτωχολογιά. Και με κάνουν έξαλλο για το γεγονός ότι δεν διεκδικούν πολιτικά ούτε την προσπάθεια που έκαναν για κάτι καλύτερο, ούτε τον τρόπο που διαχειρίστηκαν το τρίτο Μνημόνιο.

ΤΟ ΜΙΚΡΟ ΜΟΥ ΚΑΛΑΘΙ

Τα παραπάνω είμαι βέβαιος ότι ξενίζουν πολλούς από τους φίλους και γνωστούς μου, με τους οποίους έχω μοιραστεί στο παρελθόν -ή και μοιράζομαι ακόμα- κοινά οράματα. Είναι όμως που εξ αρχής κρατούσα πολύ μικρό καλάθι εν όψει της επικείμενης εκλογικής νίκης του ΣΥΡΙΖΑ για τρεις, κυρίως, λόγους.

Ο πρώτος ήταν ο συσχετισμός δυνάμεων που, το 2014, ήταν συντριπτικός εναντίον της πλειοψηφίας της κοινωνίας. Αυτό που το 2010 αποτελούσε το μεγάλο διαπραγματευτικό χαρτί της κυβέρνησης Παπανδρέου -το οποίο με προσωπική του ευθύνη ο Γιώργος Παπανδρέου πέταξε στο καλάθι των αχρήστων και καταδικάστηκε, δικαίως, από την κοινωνία σε πολιτική ανυποληψία- η στάση πληρωμών, το 2015  είχε χάσει την ισχύ του. Μια στάση πληρωμών το 2010 θα προκαλούσε κρίση στο ευρωπαϊκό τραπεζικό σύστημα, κατάρρευση των τιμών των μετοχών των τραπεζών που θα συμπαρέσυρε το σύνολο των Χρηματιστηρίων και καταρράκωση της αξιοπιστίας του ευρώ ως διεθνούς νομίσματος. Το 2015 η αθέτηση πληρωμών θα γίνονταν προς άλλα Κράτη-μέλη της ΕΕ και γι' αυτό οι επιπτώσεις στο τραπεζικό σύστημα και στα διεθνή χρηματιστήρια σαφώς μικρότερες. Όμως τις μάχες δεν έχουμε συχνά την πολυτέλεια να αποφασίζουμε πότε και πού θα τις δώσουμε. Τις δίνουμε όταν πρέπει να τις δώσουμε και χαμένες είναι μόνο αυτές τις οποίες φοβηθήκαμε να δώσουμε. Όλες οι άλλες κάποια παρακαταθήκη αφήνουν.

Ο δεύτερος είχε να κάνει με το γεγονός ότι η εκλογική άνοδος του ΣΥΡΙΖΑ δεν ήταν αποτέλεσμα της ανάπτυξης ενός λαϊκού κινήματος. Το αντίθετο ίσχυε. Όσο η κοινωνία ήταν στους δρόμους κι αντιστέκονταν στη βαρβαρότητα των Μνημονίων -από το Μάη του 2010 μέχρι και τη νύχτα της επεισοδιακής κύρωσης του δεύτερου Μνημονίου από τη Βουλή, το Φλεβάρη του 2012- ο ΣΥΡΙΖΑ ήταν καθηλωμένος στις δημοσκοπήσεις σε ποσοστά μεταξύ του 5% και του 6%. Όταν μετά την κύρωση δεύτερου Μνημονίου η κοινωνική αντίσταση μειώνεται, ο ΣΥΡΙΖΑ εκτοξεύεται σε λιγότερο από τρία χρόνια από το δημοσκοπικό 6% στο εκλογικό 35,5%. Πράγμα που σημαίνει ότι η ραγδαία αυτή εκλογική άνοδος συνοψίζονταν στο εξής απλό μήνυμα της κοινωνίας: «Δεν τα καταφέραμε στους δρόμους , δες τι μπορείς να κάνεις θεσμικά».

Τη σημασία αυτής της εξέλιξης, αμφιβάλλω αν υπήρξε δεύτερος άνθρωπος, πέρα από τον Αλέξη Τσίπρα, που να την κατανόησε. Επίσης, η ραγδαία εκλογική άνοδος του ΣΥΡΙΖΑ δε συνοδεύτηκε από τη διεύρυνση της λαϊκής βάσης του κόμματος και τη δημιουργία αυτόνομων διαύλων επικοινωνίας του με την κοινωνία. Ο ΣΥΡΙΖΑ παρέμεινε ένα κόμμα διανοούμενων κι αδιανόητων που φιλοκαλούσαν μετ' ευτελείας και φιλοσοφούσαν μετά μαλακίας (οι λέξεις «ευτέλεια» και «μαλακία» αυστηρά με την αρχαιοελληνική τους έννοια)*. Κι αυτό φάνηκε με τρόπο ακραίο στις δημοτικές εκλογές του 2014, όταν το ΠΑΣΟΚ, που αγωνιούσε αν θα εκπροσωπηθεί στην επόμενη Βουλή, εξέλεξε πολλαπλάσιους δημάρχους από το ΣΥΡΙΖΑ, που ήδη στις ευρωεκλογές είχε αναδειχθεί πρώτη πολιτική δύναμη.

Το δε πολιτικό του πρόγραμμα ήταν γεμάτο με μεγαλόστομες γενικολογίες και άδειο από συγκεκριμένα μέτρα για την προστασία των χαμηλών εισοδημάτων, των ανέργων, των συνταξιούχων, των εργαζομένων με μπλοκάκι. Κι όλα αυτά τα είχα επισημάνει λίγο πριν τις Ευρωεκλογές του 2014 στον ΑΤΑΚΤΟ ΛΟΓΟ ( ΤΟ ΠΗΡΑΤΕ ΛΑΘΟΣ ΣΥΝΤΡΟΦΟΙ ΤΟΥ ΣΥΡΙΖΑ, ΘΑ ΚΑΤΣΕΙ Η ΒΑΡΚΑ ).

Ο τρίτος λόγος ήταν ότι, τόσο ο Αλέξης Τσίπρας, όσο και τα υπόλοιπα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ, δεν μπορούσαν να διανοηθούν, πολύ δε περισσότερο να διαχειριστούν, το ενδεχόμενο της αποχώρησης της Ελλάδας από τη ζώνη του ευρώ. Όμως, όταν εκ προοιμίου αποκλείεις το ενδεχόμενο της αποχώρησης από το ευρώ, είσαι ευάλωτος στους εκβιασμούς.

ΟΙ ΕΥΧΑΡΙΣΤΕΣ ΕΚΠΛΗΞΕΙΣ

Για όλους αυτούς τους λόγους ο χρόνος αντίστασης που έδινα στην κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα το Γενάρη του 2015 με το ζόρι ξεπερνούσε τα τέλη του Μάρτη του ίδιου χρόνου. Η πρώτη μεγάλη έκπληξη για εμένα ήταν ότι κατάφερε να αντισταθεί, παρά τα αμέτρητα τακτικά λάθη που διέπραξε,  μέχρι τα μέσα του Ιούλη. 

Η δεύτερη ευχάριστη έκπληξη ήταν το ίδιο το Δημοψήφισμα και το εκπληκτικό 61% του ΟΧΙ, ενάντια στην υστερική προπαγάνδα των Βρυξελλών, των κάθε λογής ευρω-δοσιλόγων (Γερούν, γερά, σπασ' τους τον τσαμπουκά τσίριζαν) και του συνόλου των ΜΜΕ.

ΜΙΑ ΑΠΟΤΙΜΗΣΗ ΤΟΥ ΤΡΙΤΟΥ ΜΝΗΜΟΝΙΟΥ

Η κοινωνία βίωσε, και δικαίως, το τρίτο Μνημόνιο ως ήττα και μάλιστα βαριά. Αν όμως θελήσουμε να το αποτιμήσουμε ουσιαστικά πρέπει να δούμε το σημείο εκκίνησης των αξιώσεων της κάθε πλευράς. Οι μεν Βρυξέλλες αξίωναν για τρία χρόνια ένα ετήσιο πρωτογενές πλεόνασμα 4,5% του ΑΕΠ, το οποίο η κυβέρνηση Σαμαρά είχε αποδεχθεί, η δε κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ αποδέχονταν, δια στόματος Βαρουφάκη, ένα ετήσιο πρωτογενές πλεόνασμα του 0,5%του ΑΕΠ. Σε απόλυτους αριθμούς η απόσταση των δυο πλευρών ήταν οκτώ δισεκατομμύρια ευρώ ετησίως. 

Αν δεχθούμε ότι η μέση λύση θα ήταν ένα πρωτογενές πλεόνασμα του 2,5% του ΑΕΠ ετησίως, οτιδήποτε θα ήταν πάνω από αυτό θα ήταν μια αποτυχία στη διαπραγμάτευση για την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ. Ως γνωστόν το τρίτο Μνημόνιο απαίτησε πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% επί τρία χρόνια και, στη συνέχεια 2% ετησίως ως το 2060.

Ακόμα σημαντικότερη διαπραγματευτική αποτυχία της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ ήταν το αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι δεν πέτυχε μια διευθέτηση του δυσθεώρητου δημοσίου χρέους, πράγμα που θα βρούμε μπροστά μας στα επόμενα χρόνια.

Εντούτοις, ο τρόπος που ο ΣΥΡΙΖΑ διαχειρίστηκε τη βαριά αυτή ήττα ήταν μια τρίτη ευχάριστη έκπληξη για εμένα. Το γεγονός ότι στο τέλος κάθε χρόνου προέκυπτε ένα υπερβάλλον πλεόνασμα που αποδίδονταν σε αδύναμες κοινωνικές ομάδες -κυρίως συνταξιούχους-, πιστώνεται στον Ευκλείδη Τσακαλώτο, έστω κι αν αυτό ούτε μια στιγμή δεν διεκδίκησε αυτή του την επιτυχία, το γεγονός ότι σε αυτές τις συνθήκες το γεγονός ότι δεν κατέρρευσε το Δημόσιο Σύστημα Υγείας οφείλεται -πέρα από τον ηρωισμό του προσωπικού του- και στη διαχείριση του Παύλου Πολάκη, το γεγονός ότι δεν κατέρρευσαν τα Δημόσια σχολεία -πέρα από τον ηρωισμό των εκπαιδευτικών- οφείλεται και στη διαχείριση του Νίκου Φίλη.

ΔΕΚΑ ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ

Δέκα χρόνια μετά ο ΣΥΡΙΖΑ είναι ένα κόμμα άχρωμο, άοσμο και άγευστο κι εισπράττει τα επίχειρα της αυτοκτονικής του πολιτικής από το 2019 και μετά. 

Το ότι δεν διεκδίκησε ούτε μια στιγμή όσα έκανε σωστά κατά την περίοδο της διακυβέρνησής του και τα οποία, παρ' όλα αυτά το 80% των ανθρώπων που τον είχαν τιμήσει με την ψήφο τους το 2015 του τα πίστωσαν και ανανέωσαν την εμπιστοσύνη τους προς αυτόν το 2019.

Το ότι μετά τη δεινή ήττα του 2023 επέτρεψε σ' έναν τυχάρπαστο, που είναι αμφίβολο αν καταστατικά είχε δικαίωμα να διεκδικήσει την ηγεσία, να πάρει το κόμμα, και στη συνέχεια οι ηττημένοι σηκώθηκαν κι έφυγαν χωρίς να κάνουν τον κόπο να εξηγήσουν το γιατί.

Όμως όλα αυτά είναι απλώς Ιστορία. Το σημερινό πρόβλημα είναι πως με αυτά και μ' εκείνα, η μόνη αντιπολίτευση στο μητσοτακικό καθεστώς που αντιλαμβάνεται η κοινωνία έχει ακροδεξιό χρώμα και άρωμα. Κι αυτό θα το πληρώσουμε ακριβά.

Γιάννης Χρυσοβέργης

*Φιλοκαλούμεν τε γαρ μετ' ευτελείας και φιλοσοφούμεν άνευ μαλακίας» (Θουκιδίδου Ιστορία 2.40) «Αγαπούμε το ωραίο, αλλά μένομε απλοί και φιλοσοφούμε χωρίς να είμαστε νωθροί» (Μετάφραση Άγγελου Σ. Βλάχου, Βιβλιοπωλείο της ΕΣΤΙΑΣ, 1998, σ.148)





Πέμπτη 19 Σεπτεμβρίου 2024

Ο ΑΛΛΙΕΝΤΕ, Η ΣΟΣΙΑΛΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ... ΚΑΙ Η ΜΗ ΒΙΑ

Τι σχέση έχει ο Σαλβαδόρ Αλλιέντε με τη σοσιαλδημοκρατία, την επανάσταση και τη μη βία; Και τι μύγα με τσίμπησε να τ' ανακατέψω όλα μαζί;

Για το πρώτο ερώτημα πολλά μπορούν να γραφτούν. Το δεύτερο όμως ερώτημα έχει ονοματεπώνυμο: είναι ο παιδικός και πολύ αγαπητός μου φίλος Γεράσιμος Αραβαντινός ο οποίος σχολίασε το επετειακό (;) άρθρο μου για το ΣΑΛΒΑΔΟΡ ΑΛΛΙΕΝΤΕ στις 11 Σεπτεμβρίου. Και, αφ' ενός με τσίγκλησε να του απαντήσω, αφ' ετέρου μου έδωσε την ευκαιρία να μοιραστώ μαζί σας κάποιες σκέψεις για την «επανάσταση», την «επαναστατική βία» και τη «μη βία». Γιατί όπως θα καταλάβετε με το Γεράσιμο, σε θέματα πολιτικής, διαφωνούμε στα πάντα: αυτός στηρίζει το ΚΚΕ.  Εγώ είμαι... αυτό που είμαι τέλος πάντων.

Το σχόλιο του Γεράσιμου

«Η περίπτωση της Χιλής απέδειξε πέραν πάσης αμφιβολίας ότι όσο καλές προθέσεις κι αν έχει ο ηγέτης (κι ο Αλλιέντε είχε τις καλύτερες των προθέσεων), χωρίς την ένοπλη ρήξη με τους μηχανισμούς του καπιταλιστικού συστήματος (την επανάσταση με λίγα λόγια) δεν υπάρχει νικηφόρο αποτέλεσμα για το λαό.
Όταν ο Κάστρο παραμονές του πραξικοπήματος της Χιλής, χάρισε στον Αλλιέντε το αυτόματο όπλο, δεν εννοούσε να το χρησιμοποιήσει ο ίδιος για να αμυνθεί μέσα στο προεδρικό μέγαρο. Προφανώς του έλεγε "δώσε όπλα στο λαό να αμυνθεί". Αλλά ο Αλλιέντε (όπως άλλωστε και όλοι οι σοσιαλδημοκράτες απανταχού) θέλουν να εξανθρωπίσουν το καπιταλιστικό σύστημα κι όχι να φέρουν σοσιαλισμό.
Αυτό όμως δεν είναι εφικτό. Και η μεγαλύτερη συνεισφορά του Αλλιέντε είναι ακριβώς αυτή. Ότι δηλαδή απέδειξε ότι ο καπιταλισμός δεν εξανθρωπίζεται. Μόνο ανατρέπεται».

Ο Αλλιέντε και η σοσιαλδημοκρατία

Θα συμφωνήσω ανεπιφύλακτα με το Γεράσιμο ότι η η σοσιαλδημοκρατία των αρχών της δεκαετίας του '70 προσπαθούσε να κάνει αυτό που της καταλογίζει: «να εξανθρωπίσει τον καπιταλισμό». Εξυπακούεται ότι σοσιαλδημοκράτες με τις  απόψεις και, κυρίως, τις πολιτικές των Βίλλυ Μπράντ, Ούλοφ Πάλμε, Μπρούνο Κράισκυ και Χάρολντ Ουίλσον σήμερα θα αντιμετωπίζονταν ως «επικίνδυνοι λαϊκιστές», «αντισημίτες», «ύποπτοι για σχέσεις με την τρομοκρατία» και δε συμμαζεύεται. Εξυπακούεται επίσης ότι, με τη φωτεινή εξαίρεση των σοσιαλιστών της Ιβηρικής χερσονήσου και του Κόμματος των Εργαζομένων στη Βραζιλία, η σημερινή σοσιαλδημοκρατία είναι... θατσερισμός με μητσοτακικό (του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη) χαμόγελο.

Όμως στα χρόνια της διακυβέρνησης της ΛΑΪΚΗΣ ΕΝΟΤΗΤΑΣ όλες οι καίριας σημασίας για την οικονομία της χώρας βιομηχανίες είχαν εθνικοποιηθεί και διευθύνονταν από εργατικά συμβούλια. Το ίδιο και οι τράπεζες. Έγινε δραστικός αναδασμός με διανομή γαιών στους ακτήμονες που με τη σειρά τους ίδρυσαν γεωργικούς συνεταιρισμούς για την αποτελεσματικότερη καλλιέργειά της.  Και δίπλα φυσικά λειτουργούσε μια πλειάδα μικρών και μεσαίων ιδιωτικών επιχειρήσεων. Όλα αυτά, στα οποία είχαν συμφωνήσει σοσιαλιστές, κομμουνιστές, αριστεροί καθολικοί και είχαν και την υποστήριξη του, εκτός νόμου μέχρι την εκλογή του Αλλιέντε, Κινήματος της Επαναστατικής Αριστεράς (MIR), ήταν πολύ πιο ριζοσπαστικά από τις, θαρραλέες εκείνη την εποχή, μεταρρυθμίσεις που προωθούσε η ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία. Πολύ δε περισσότερο που οι εθνικοποιήσεις έγιναν χωρίς να καταβληθούν αποζημιώσεις στους προηγούμενους ιδιοκτήτες.

Η άρνηση του Αλλιέντε να δώσει όπλα στο λαό

Είναι γεγονός ότι μετά την καταστολή της απόπειρας πραξικοπήματος του Ιουνίου του 1973 ο στρατηγός Κάρλος Πρατς πρότεινε στον Αλλιέντε να μοιράσει όπλα στο λαό κι ο Αλλιέντε απέρριψε την πρόταση. Προσωπικά δεν είμαι βέβαιος αν απέρριψε την πρόταση επειδή ήταν κατά της βίας ή αν θεωρούσε ότι οι πραξικοπηματίες είχαν ξεδοντιαστεί κι επομένως η διανομή όπλων δεν χρειάζονταν. Το βέβαιο είναι ότι κανένας από τους υπόλοιπους ηγέτες των κομμάτων του κυβερνητικού συνασπισμού δεν αντέδρασε τότε, η δε κριτική σε αυτή την απόφαση του Αλλιέντε άρχισε να διατυπώνεται ένα με δυο χρόνια μετά το πραξικόπημα του Πινοτσέτ.

Ενδέχεται πάντως ο Αλλιέντε να ήταν όντως κατά της βίας αν λάβουμε υπ' όψιν δυο περιστατικά. Το πρώτο είναι η απάντησή του στον Πρατς. «Δε θέλω να χυθεί το αίμα ούτε ενός ανθρώπου». Το δεύτερο είναι η αφιέρωση με την οποία ο Φιντέλ Κάστρο είχε συνοδεύσει το αυτόματο όπλο που του είχε κάνει δώρο. Στον φίλο μου Αλλιέντε που επιδιώκει τον ίδιο σκοπό με άλλα μέσα».

Σε κάθε περίπτωση η άποψη του Αλλιέντε και των υπόλοιπων ηγετών της ΛΑΪΚΗΣ ΕΝΟΤΗΤΑΣ δεν είχε την ομόφωνη αποδοχή της βάσης των κομμάτων τους. Τόσο στη σοσιαλιστική και κομμουνιστική νεολαία όσο και ανάμεσα στους συνδικαλιστές των δυο κομμάτων -το MIR ήταν ούτως ή άλλως υπέρ της ένοπλης πάλης γι' αυτό και είχε τεθεί εκτός νόμου από την προηγούμενη κυβέρνηση- υπήρχαν ομάδες -και δεν ήταν τόσο μειοψηφικές- που προσπαθούσαν να προμηθευτούν όπλα και να μάθουν να τα χρησιμοποιούν.

Ένοπλη επανάσταση ή προσήλωση στη μη βία;

Ο πολιτικός αυτός διάλογος ουδέποτε έγινε στην Ελλάδα. Στο μυαλό των Ελλήνων Αριστερών  η αναφορά στη μη βία σημαίνει ένα και μόνο πράγμα: την κοινοβουλευτική οδό.

Όταν όμως η ινδική αντίσταση υπό την ηγεσία του Μαχάτμα Γκάντι επέλεξε τη μη βία ως βασικό εργαλείο του αγώνα για την ανεξαρτησία από την βρετανική αποικιοκρατία αυτό δεν περιελάμβανε συμμετοχή σε κοινοβουλευτικές διαδικασίες.

Ούτε η μη βίαιη αντίσταση των Ινδιάνων του Τσιάπας, χάρη στην οποία πέτυχαν καθεστώς αυτονομίας των κοινοτήτων τους στο Μεξικό, το οποίο  η κεντρική εξουσία και οι ντόπιοι ολιγάρχες συχνά παραβιάζουν είναι αλήθεια, περιελάμβανε συμμετοχή σε κοινοβουλευτικές διαδικασίες.

Παρ' όλα αυτά η ταύτιση που κάνει ο Γεράσιμος της επανάστασης με την ένοπλη βία δεν είναι προσωπική προσέγγιση. Είναι προσέγγιση του συνόλου της ελληνικής Αριστεράς, «μετριοπαθούς» κι «επαναστατικής».

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα παραδείγματα επιτυχών μη βίαιων εξεγέρσεων είναι δυο όλα κι όλα και τα ανέφερα παραπάνω. Και δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι «επιτυχημένες» ένοπλες επαναστάσεις των τελευταίων 120 χρόνων είναι πολύ περισσότερες.

Όμως το αμείλικτο ερώτημα που τίθεται είναι το ακόλουθο: η ένοπλη βία είναι εργαλείο που το αφήνεις στην πάντα μόλις επιτελέσει το έργο του ή  μετατρέπεται με γοργούς ρυθμούς σε αυτοσκοπό; 

Μια ματιά στα καθεστώτα που αναπτύχθηκαν στις χώρες στις οποίες έγιναν «νικηφόρες» σοσιαλιστικές επαναστάσεις είναι αποκαρδιωτική. Αρκεί να ρίξουμε μια ματιά στο συρφετό των εκλεγμένων και μη δεσποτών που κυβερνούν τις πρώην «σοσιαλιστικές» χώρες της Ευρώπης.  Οι άνθρωποι αυτοί, όσοι από αυτούς τουλάχιστον είναι 60 ετών και άνω, οι οποίοι σε μια νύχτα «απετάξαντο τον κομμουνισμόν και τας μιαράς αυτού παραφυάδας» και καταδυναστεύουν τις χώρες τους  είτε ως «δυτικοί δημοκράτες μεταρρυθμιστές» είτε ως «ανατολίτες δεσπότες» , δεν είναι κάποιοι «εμιγκρέδες που έβαλε τοποτηρητές  ο διεθνής ιμπεριαλισμός». Είναι ΟΛΟΙ ΤΟΥΣ παιδιά του Κομμουνιστικού Κόμματος.

Το ότι κάποιοι κομμουνιστές που ονειρεύτηκαν να αλλάξουν τον κόσμο και βρέθηκαν στην εξουσία με τη δύναμη των όπλων γέννησαν ΠΑΝΤΟΥ μια τόσο απάνθρωπη εξουσία τα υψηλόβαθμα στελέχη της οποίας  χρησιμοποίησαν τις θέσεις τους για εκτός ελέγχου προσωπικό πλουτισμό είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με την ταύτιση των εννοιών της «επανάστασης» και της «ένοπλης βίας».

Όσες και όσοι λοιπόν ονειρευόμαστε μια σοσιαλιστική ή μια κομμουνιστική ή όπως αλλιώς θέλουμε να την ονομάσουμε κοινωνία είμαστε υποχρεωμένοι να ονειρευτούμε τρόπους δράσης πέρα από τη βία, η οποία είναι το κύριο χαρακτηριστικό του συστήματος που θέλουμε να ανατρέψουμε. Είμαστε υποχρεωμένοι να ονειρευτούμε τη μαζική πολιτική ανυπακοή ως κύριο εργαλείο ανατροπής του συστήματος, πράγμα που προϋποθέτει μια πολύ πιο κοπιαστική δουλειά πειθούς της κοινωνίας για την ανάγκη της αλλαγής.

Τα όρια της μη βίας

Όμως και η μη βίαιη πολιτική ανυπακοή έχει όρια ανυπέρβλητα. Στα δυο επιτυχημένα παραδείγματα  που προανέφερα κοινός παρονομαστής είναι η οικονομική εκμετάλλευση των ντόπιων πληθυσμών. Η δύναμη της επιτυχίας τους ήταν το ότι κατόρθωσαν να κάνουν την κρατική - στο Μεξικό- και την αποικιακή -στην Ινδία- καταστολή ακριβότερη από τα κέρδη που μπορούσαν να αποκομίσουν οι ντόπιοι ολιγάρχες και οι αποικιοκράτες.

Τι γίνεται όμως όταν βρισκόμαστε αντιμέτωποι με «τελικές λύσεις»;  

Ποια άλλη επιλογή, πλην του να πέσουν μέχρις ενός με το όπλο στο χέρι είχαν οι Εβραίοι του γκέτο της Βαρσοβίας; 

Ποια άλλη επιλογή πλην της ένοπλης αντίστασης είχαν στα τέλη της δεκαετίας του '70 οι Ινδιάνοι της Γουατεμάλα,  όταν το καθεστώς του δικτάτορα Εφραίμ Ρίος Μοντ αποφάσισε να τους εξολοθρεύσει -πάνω από το 50% του πληθυσμού της χώρας δηλαδή- γιατί ήταν «τεμπέληδες»; Για την ιστορία το καθεστώς του Ρίος Μοντ επιθυμούσε να τους αντικαταστήσει με μετανάστες από την Άπω Ανατολή.

Ποια άλλη επιλογή έχουν πλην της ένοπλης αντίστασης οι Παλαιστίνιοι αφ'  ης στιγμής μοναδικός διακηρυγμένος στόχος του ισραηλινού απαρτχάιντ είναι να διαλέξουν μεταξύ της προσφυγιάς και της παραμονής σε μια χώρα στην οποία δε θα έχουν κανένα απολύτως δικαίωμα; 

Ποια άλλη επιλογή είχε η Αριστερά στη Χιλή και στην Αργεντινή, όπου διακηρυγμένος στόχος των στρατιωτικών δικτατοριών ήταν η φυσική εξόντωση ΚΑΘΕ ΑΡΙΣΤΕΡΟΥ;

Το ερώτημα των επιλογών που έχουμε όταν βρισκόμαστε αντιμέτωποι με «τελικές λύσεις» δεν έχει βρει ως τώρα κάποια εύλογη απάντηση και πολύ φοβούμαι ότι δε θα βρει ποτέ.

Οπότε καλούμαστε -ως πρόσωπα και ως πολιτικές συλλογικότητες- κάθε φορά να αξιολογούμε την κατάσταση χωρίς εμμονές, να κάνουμε την επιλογή που μας φαίνεται είτε καλύτερη είτε λιγότερο κακή, κι όπου βγει.

Γιάννης Χρυσοβέργης 

Παρασκευή 13 Οκτωβρίου 2023

Ο ΣΥΡΙΖΑ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΚΑΣΣΕΛΑΚΙΑΔΑ 

Η επεισοδιακή εκλογή του Στέφανου Κασσελάκη στην ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ, την οποία εύστοχα ο Γιάνης Βαρουφάκης χαρακτήρισε «επιθετική εξαγορά κόμματος», σηματοδοτεί  τη βίαιη μετατροπή του σε κόμμα της Κεντροαριστεράς.

Το στοίχημα για τον Κασσελάκη είναι αν το κόμμα αυτό θα εκφράσει μια ευρεία κοινωνική πλειοψηφία ή αν θα μετατραπεί κάτι παντελώς ανυπόληπτο, όπως το Δημοκρατικό Κόμμα της Ιταλίας. Κι ο χρόνος του είναι λίγος. Θα κριθεί στις Ευρωεκλογές.

Ο ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟΣ ΚΥΡΙΟΣ ΚΑΣΣΕΛΑΚΗΣ

Εμφανίστηκε από το πουθενά, έκανε μια σύντομη, πανέξυπνη και πάμφθηνη προεκλογική εκστρατεία και κέρδισε τη μάχη της ηγεσίας του κόμματος με συνοπτικές διαδικασίες.

Οι μόνες πληροφορίες που έχουμε γι' αυτόν και το παρελθόν του -πέραν του γεγονότος ότι προέρχεται από ένα τεράστιο αριθμητικά σόι στη δυτικά του νομού Χανίων ο αριθμός των μελών του οποίου χτυπάει στα ίσια τα βαφτιστήρια του Μητσοτακέικου- είναι όσες αυτός μας έχει παράσχει και, με εξαίρεση το γεγονός ότι για σύντομο χρονικό διάστημα εργάστηκε στη Goldman Sachs, δύσκολα επιβεβαιώσιμες. Όμως αυτές οι περιορισμένες πληροφορίες που έχουμε γι' αυτόν μας δίνουν δυο στοιχεία που δεν επιδέχονται την παραμικρή αμφισβήτηση.

Το πρώτο είναι πως πρόκειται για εξ επαγγέλματος κερδοσκόπο. Ο οποίος μάλιστα δραστηριοποιούνταν μέχρι τη στιγμή της εκλογής του  σε έναν εξαιρετικά δύσκολο τομέα, αυτόν των διακυμάνσεων των των ναύλων των εμπορικών πλοίων. Αγόραζε ένα-δυο μικρά εμπορικά πλοία όταν οι ναύλοι ήταν χαμηλοί, τα λειτουργούσε μέχρι να αυξηθούν οι ναύλοι και τότε τα πουλούσε πολύ ακριβότερα. Και, ανεξαρτήτως του αν λειτουργούσε για δικό του λογαριασμό ή ως βιτρίνα κάποιου άλλου -το δεύτερο είναι το πιθανότερο- στον οποίο παρέδιδε τα κέρδη αφού πρώτα κρατούσε την προμήθειά του αποδείχθηκε εξαιρετικά ικανός. Τώρα, τι σχέση έχει ένας εξ επαγγέλματος κερδοσκόπος με την Αριστερά, ακόμα και με την Κεντροαριστερά αυτό είναι κάτι που πρέπει να το απαντήσουν αυτοί που τον ψήφισαν.

Το δεύτερο είναι πως πρόκειται για έναν πανέξυπνο άνθρωπο. Ο τομέας στον οποίο δραστηριοποιούνταν δεν είναι για τον πρώτο τυχόντα γιάπη. Δεν διαθέτει την πολυτέλεια της εσωτερικής πληροφόρησης, απαιτεί συνδυασμό ευρυμάθειας, ικανότητας συνθετικής σκέψης και συνεχή ανάληψη ρίσκων. 

Το ότι είναι πανέξυπνος, πέραν από την προεκλογική του εκστρατεία, αποδεικνύεται επίσης κι από τον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζει τους ανθρώπους. Λέει ναι σε όλους και για όλα, χωρίς όμως να δεσμεύεται για τίποτα και σε κανέναν.

Είναι «φυτευτός» κι αν ναι από ποιους; Η λογική θα ήθελε να είναι όντως φυτευτός από το Στέιτ Ντιπάρτμεντ. Θα ήταν λογικό να εκμεταλλευτεί την εσωτερική κρίση του ΣΥΡΙΖΑ μετά από μια τεράστια διπλή εκλογική ήττα και την παραίτηση του Αλέξη Τσίπρα και να επιχειρήσει να προωθήσει στην ηγεσία του κόμματος ένα πρόσωπο απόλυτα φιλικό προς τα αμερικανικά συμφέροντα.  Πολύ περισσότερο που στα χρόνια της διακυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ έχουν, εντελώς αθόρυβα, αναβαθμιστεί.

Δεν μπορώ όμως να μη λάβω σοβαρά υπ' όψιν μου την ένσταση συναδέλφου με μακρόχρονη εμπειρία στο διπλωματικό ρεπορτάζ η οποία αντέτεινε πως η τελευταία φορά που το Στέιτ Ντιπάρτμεντ κατόρθωσε να φυτέψει με επιτυχία ηγέτη σε κόμμα τρίτης χώρας ήταν αυτή του Βίκτορ Ορμπάν πριν 25 με 30 χρόνια. Και βεβαίως υπέρ της ένστασής της συνηγορεί κι ο κοντόφθαλμος τρόπος με τον οποίο βλέπουμε να αντιδρά η αμερικανική διπλωματία από το 2000 και μετά.

Γι' αυτό το λόγο τείνω να πιστέψω πως τα πράγματα είναι πολύ χειρότερα για το ΣΥΡΙΖΑ. Με δυο λόγια ο Κασσελάκης είδε φως, ανέβηκε και, γνωρίζοντας από τη δουλειά του πως η τύχη βοηθάει τους ριψοκίνδυνους, τους πήρε το κόμμα αέρα-πατέρα.

Ο ΣΥΡΙΖΑ ΤΟΥ ΚΑΣΣΕΛΑΚΗ

Με την εκλογή του Στέφανου Κασσελάκη στην ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ ολοκληρώθηκε βίαια η μετατόπιση του κόμματος από το χώρο της Αριστεράς στην Κεντροαριστερά.

Πρόκειται για μια διαδικασία που άρχισε από το 2012, όταν η εκλογική δύναμη του κόμματος εκτινάχθηκε μέσα σε τρεις μήνες από το 4% στο 16% κι από εκεί στο 26,9%. Ακολούθησαν τεσσεράμισι χρόνια διακυβέρνησης σε συνθήκες Μνημονίου. Όμως, παρά το γεγονός ότι η μετατόπιση αυτή του κόμματος επισημοποιήθηκε στο προηγούμενο συνέδριό του, ουδέποτε ολοκληρώθηκε.

Το αριστερό αφήγημα, που έφερε την εκλογική νίκη του ΣΥΡΙΖΑ το 2015, δεν αντικαταστάθηκε από ένα νέο, κεντροαριστερό, συνεκτικό αφήγημα κι αυτό φάνηκε σε όλη την προηγούμενη τετραετία. Εκτός από τον Αλέξη Τσίπρα, ούτε ένα στέλεχος του ΣΥΡΙΖΑ δεν διεκδίκησε την έξοδο της χώρας -με όλους τους αστερίσκους του Γιάνη Βαρουφάκη  να ισχύουν απόλυτα κατά την ταπεινή μου γνώμη- από τα Μνημόνια. Ο Ευκλείδης Τσακαλώτος, που, εκ του αποτελέσματος, υπήρξε, μακράν, ο καλύτερος υπουργός Οικονομικών της χώρας από το 2004 και μετά, καθώς, αφ' ενός υλοποίησε όλες ανεξαιρέτως τις μνημονιακές υποχρεώσεις, αφ' ετέρου βγάζοντας από τη μύγα ξύγκι έβρισκε πάντα χρήματα για την ανακούφιση της φτωχολογιάς. Ο Νίκος Φίλης υπήρξε επίσης, μακράν, ο καλύτερος υπουργός Παιδείας της τελευταίας τριακονταπενταετίας. Πέραν του ότι συγκρούσθηκε μετωπικά με το παπαδαριό, ήταν ο μόνος υπουργός Παιδείας στη θητεία του οποίου τα βιβλία είχαν πάει  σε όλα τα σχολεία την ημέρα που αυτά άνοιγαν, οι δάσκαλοι ήταν όλοι στις θέσεις τους και, τα ελάχιστα κενά, καλύπτονταν μέσα στον πρώτο μήνα. Ούτε κι αυτός διεκδίκησε αυτό το επίτευγμα.

Στις πρόσφατες εκλογές ο ΣΥΡΙΖΑ είχε πρόγραμμα. Ρεαλιστικό και μετρημένο. Αφήγημα δεν είχε όμως και χωρίς αφήγημα ποτέ κανένα κόμμα δεν κέρδισε εκλογές. Μοιραία λοιπόν οδηγήθηκε σε αυτές ως πρόβατον επί σφαγή.

Ο νέος ΣΥΡΙΖΑ του Στέφανου Κασσελάκη είναι βέβαιο πως πολύ σύντομα δεν θα έχει τη λέξη «Αριστερά» στην επωνυμία του, θα απαλλαγεί από τα «αριστερά βαρίδια» της ΑΥΓΗΣ και του ΚΟΚΚΙΝΟΥ 105,5 όπως είναι και σίγουρο ότι μέσα στους επόμενους μήνες θα διασπαστεί.

Όμως, το αν θα είναι ένα κόμμα της κεντροαριστεράς το αφήγημα του οποίου θα έχει σε περίοπτη θέση τις αγωνίες της φτωχολογιάς και σημαντικού μέρους της μεσαίας τάξης για την αυξανόμενη ακρίβεια στα αγαθά πρώτης ανάγκης, στην ενέργεια και στα ενοίκια ή αν θα γίνει ένα παντελώς ανυπόλυπτο στην κοινωνία κόμμα σαν το Δημοκρατικό Κόμμα της Ιταλίας εξαρτάται πρωτίστως από το Στέφανο Κασσελάκη.

Αν, παρά το γεγονός ότι μέχρι τώρα στη ζωή του κυκλοφορούσε μεταξύ γιάπηδων και εφοπλιστών, έχει την ικανότητα να αντιληφθεί τη σημασία όλων των παραπάνω θεμάτων, ο ΣΥΡΙΖΑ σύντομα θα μπει και πάλι σε τροχιά διακυβέρνησης. 

Όμως ο χρόνος είναι πολύ πυκνός. Η νέα ηγεσία του κόμματος πρέπει να δώσει άμεσα δείγμα γραφής και θα κριθεί από το αποτέλεσμα που πετύχει στις επικείμενες Ευρωεκλογές (τέλη Μαΐου με αρχές Ιουνίου). Στην αναμέτρηση αυτή ο ΣΥΡΙΖΑ του Στέφανου Κασσελάκη πρέπει να πετύχει ένα ποσοστό σημαντικά υψηλότερο από του ΠΑΣΟΚ και σε καμία περίπτωση χαμηλότερο από το 23,9% των Ευρωεκλογών του 2019. Πρέπει επίσης να έχει, αντί πάσης θυσίας, αποφύγει τη διάσπαση του κόμματος ως τότε, διότι αυτό, όπως έδειξαν οι πρόσφατες αψιμαχίες στην κοινοβουλευτική ομάδα, υπάρχει κίνδυνος να το καταστήσει τρίτο κόμμα στη Βουλή.

Στην αντίθετη περίπτωση, ο ΣΥΡΙΖΑ θα γίνει ένα κόμμα για το οποίο ουδείς θα ενδιαφέρεται, ένα μικρό κομμάτι της φτωχολογιάς θα στραφεί προς το ΚΚΕ και την εξωκοινοβουλευτική Αριστερά, ένα μεγαλύτερο προς τη μόνιμη αποχή κι ένα, ακόμα μεγαλύτερο προς την Ακροδεξιά. Με ό,τι μακροχρόνιες συνέπειες θα έχει αυτό. 


Γιάννης Χρυσοβέργης


Δευτέρα 22 Μαΐου 2023

ΜΙΑ ΣΚΟΤΕΙΝΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΑΡΧΙΖΕΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Το εκλογικό αποτέλεσμα είναι μια αδιαμφισβήτητη νίκη της μαφιοκρατίας επί της κοινοβουλευτικής Δημοκρατίας και μια αδιαμφισβήτητη ήττα της Αριστεράς, που είχε απομείνει μοναδικός υπερασπιστής των δημοκρατικών ελευθεριών της Μεταπολίτευσης. Η χώρα οδεύει πλέον με ταχείς ρυθμούς προς ένα καθεστώς ανάλογο με της Τουρκίας και της Ρωσίας.
Τα γεγονότα δε μπορούμε να τα αλλάξουμε, οφείλουμε όμως να τα κατανοήσουμε και να ετοιμαστούμε για ένα μακρόχρονο αντιδικτατορικό αγώνα.

Η ΑΠΡΟΣΔΟΚΗΤΗ ΕΠΙΤΥΧΙΑ ΤΗΣ ΚΑΘΕΣΤΩΤΙΚΗΣ ΠΡΟΠΑΓΑΝΔΑΣ

Στα επιτελεία της ΝΕΑΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ και των πετσομπουκωμένων ΜΜΕ ζούσαν τις τελευταίες μέρες με τον εφιάλτη ενός εκλογικού ντέρμπι, ακόμα και του ενδεχομένου το κόμμα της μαφιοκρατίας να βρεθεί δεύτερο. 

Η κάλπη τους επιφύλαξε μια έκπληξη που ούτε στα πιο τρελά τους όνειρα δεν είχαν φανταστεί, όπως κι οι ίδιοι ομολόγησαν στα πρώτα τους σχόλια μετά την ανακοίνωση των πρώτων αποτελεσμάτων.

Είναι αναμφισβήτητα η πρώτη φορά που η προπαγάνδα των ΜΜΕ κατορθώνει να χειραγωγήσει σε τέτοιο βαθμό την ελληνική κοινωνία. Όμως αυτό δεν είναι ανεξήγητο. 

Αφ' ενός η ΝΕΑ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ τήρησε στο ακέραιο τις προεκλογικές της υποσχέσεις. Υποσχέθηκε ένα αστυνομικό Κράτος και το έπραξε καταλύοντας κάθε έννοια Κράτους Δικαίου. Υποσχέθηκε ιδιωτικοποίηση της Δημόσιας Παιδείας και Υγείας και το πράττει με ταχείς ρυθμούς. Υποσχέθηκε εργασιακή ζούγκλα και φορολογική ασυδοσία στους μικροεπιχειρηματίες και το έπραξε.

Αφ' ετέρου η ορθή επιδοματική πολιτική την οποία εφάρμοσε στη διάρκεια της πανδημίας, σε συνδυασμό με την προπαγάνδα των πετσομπουκωμένων ΜΜΕ της επέτρεψε να περάσει στη φτωχολογιά το μήνυμα «όλοι ίδιοι είμαστε, εμείς όμως σας δίνουμε λεφτά».

ΜΙΑ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΗΤΤΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΡΙΣΤΕΡΑ

Το εκλογικό αποτέλεσμα δεν είναι απλώς μια βαριά ήττα για την Αριστερά. Είναι μια στρατηγική ήττα. Ο ΣΥΡΙΖΑ έχασε 650.000 ψήφους σε σχέση με το 2019 και το ΜΕΡΑ25 άλλες 50.000 ψήφους. Όμως τα εκλογικά οφέλη του ΚΚΕ, που κακώς πανηγυρίζει, είναι μόλις 112.000 ψήφοι.

Οι ισοπεδωτικές επικρίσεις του ΚΚΕ και του ΜΕΡΑ25 κατά του ΣΥΡΙΖΑ λειτούργησαν αναμφισβήτητα  συμπληρωματικά προς την προπαγάνδα των πετσομπουκωμένων ΜΜΕ, και απέφεραν στο μεν ΚΚΕ πενιχρά οφέλη, στο δε ΜΕΡΑ25 απολύτως κανένα όφελος.

Επιπροσθέτως, ενώ και τα τρία κόμματα κατάγγειλαν σε πολύ υψηλούς τόνους τις δολοφονίες πολιτών θεωρούμενων Β' κατηγορίας, Ρομά δηλαδή,  από αστυνομικούς, τις παράνομες παρακολουθήσεις των τηλεπικοινωνιών  πολιτικών, δημοσιογράφων και χιλιάδων απλών πολιτών το γεγονός ότι ουδέποτε διανοήθηκαν να κάνουν κάτι από κοινού είχε ως αποτέλεσμα να μην πάρει στα σοβαρά η κοινωνία τις καταγγελίες τους.

Όλα αυτά όμως θα ήταν πταίσματα, αν το μεγαλύτερο κόμμα της Αριστεράς, ο ΣΥΡΙΖΑ, δεν είχε ξοδέψει όλη την τετραετία που μας πέρασε προσπαθώντας να γίνει αρεστός στους ωφελημένους της πολιτικής της ΝΕΑΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ,  θεωρώντας παράλληλα ως δεδομένους αυτούς που τον στήριξαν στη δύσκολη εκλογική αναμέτρηση του Ιουλίου του 2019.

Ο πολιτικός του λόγος υπήρξε χωρίς νεύρο, ακραία διαχειριστικός, χωρίς ίχνος οράματος για το μέλλον. Σπατάλησε την προεκλογική του εκστρατεία σε μια στείρα καταγγελία της ΝΕΑΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, χωρίς να αναδείξει τις δικές του προτάσεις, χωρίς να υπερασπιστεί τα πεπραγμένα της διακυβέρνησής του που, το 2019, του είχαν δώσει 31,5%.

Οι δεκάδες χιλιάδες των μελών του υπήρξαν πανταχού απούσες από τους χώρους που συνευρίσκονται και ανταλλάσσουν γνώμες οι πολίτες (λαϊκές αγορές, καφετέρειες, πλατείες -ναι, αγαπητά μέλη του ΣΥΡΙΖΑ, στην τελευταία δεκαετία πολλές χιλιάδες ανθρώπων, που δεν έχουν την πολυτέλεια να κάτσουν στην καφετέρια αράζουν στα παγκάκια των πλατειών συνομιλώντας με τους γείτονές τους-).

Το αποτέλεσμα ήταν να υποστεί εκλογική καθίζηση σε εκείνες τις εκλογικές περιφέρειες που ήταν τα προπύργιά του: στη Δυτική Αθήνα,  σε κάποιους δήμους του Βόρειου Τομέα της Αθήνας, στη Β' Πειραιώς, στη Δυτική Αττική, στους περιφερειακούς δήμους της Θεσσαλονίκης. 

Ενδεικτικό είναι δε ότι, στην Α' εκλογική περιφέρεια Αθηνών, μια περιφέρεια στην οποία από την εποχή που ξεκόλλησε ο ΣΥΡΙΖΑ από τα ποσοστά του 3%-4% είχε επιδόσεις αισθητά κατώτερες από τις αντίστοιχες σε εθνικό επίπεδο, σήμερα πήρε 22,6%, ποσοστό αισθητά υψηλότερο από το πανεθνικό 20,06%.

Επέτρεψε επίσης στο ΠΑΣΟΚ του Νίκου Ανδρουλάκη, ενός ανθρώπου ο οποίος δε λέει απολύτως τίποτα στην κοινωνία αλλά έχει την υποστήριξη της μαφιοκρατίας, να πλησιάσει και να υπερκεράσει, σε ορισμένες αγροτικές εκλογικές περιφέρειες το ΣΥΡΙΖΑ.

Επίσης πήρε, στην κυριολεξία, διαζύγιο, από τη νεολαία. Στις προεκλογικές συγκεντρώσεις του Αλέξη Τσίπρα δεν υπήρχε άνθρωπος κάτω των 40 ετών ούτε για δείγμα. Κι ας ήταν, μακράν, πολυπληθέστερες από αυτές της ΝΕΑΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ. Ποτέ ως τώρα δεν είχε συμβεί κάτι τέτοιο.

ΕΝΑ ΖΟΦΕΡΟ ΜΕΛΛΟΝ

Θα ήταν αφελές να πιστεύει κανείς ότι στις τρεις-τέσσερις εβδομάδες μπορεί να ανατραπεί η κατάσταση ή, έστω, να περιοριστούν οι ζημιές. Είναι ενδεχόμενο, αν και αμφίβολο, τα ποσοστά του ΣΥΡΙΖΑ να βελτιωθούν ελαφρά, σε βάρος του ΜΕΡΑ25 και, πιθανώς, και του ΚΚΕ, όμως η ΝΕΑ ΔΗΜΟΡΑΤΙΑ θα βγει νικήτρια με μια πλειοψηφία που θα αγγίζει, και ενδεχομένως θα ξεπερνάει, τις 180 έδρες, πράγμα που θα της δώσει την ευκαιρία να προσπεράσει τα τελευταία συνταγματικά εμπόδια στην υλοποίηση του προγράμματός της.

Με την πλειοψηφία αυτή θα ενισχύσει ακόμα περισσότερο το καθεστώς αστυνομοκρατίας, θα μπορέσει να επιβάλει σε όσες ανεξάρτητες αρχές δεν το είχε κατορθώσει ως τώρα ανθρώπους πειθήνιους σε αυτή, ο Άρειος Πάγος θα φροντίζει να αποκλείει από τις μελλοντικές εκλογικές αναμετρήσεις όλες εκείνες τις πολιτικές δυνάμεις τις οποίες η μαφιοκρατία θα εκλαμβάνει ως επικίνδυνες.

Σε αυτό το ζοφερό πλαίσιο τα κόμματα της Αριστεράς οφείλουν -αλλά πολύ αμφιβάλλω αν θα το πράξουν- να αφήσουν στην άκρη την αυτάρεσκη ικανοποίηση για την ορθότητα των απόψεών τους και να προσπαθήσουν να πιάσουν ξανά, μετά από τρεις δεκαετίες τουλάχιστον, το νήμα της επικοινωνίας με τους χαμένους του προγράμματος της ΝΕΑΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ:  τη φτωχολογιά και τη νεολαία. 

Να χτίσουν δίκτυα αλληλεγγύης προς τους αποκλεισμένους και τους διωκόμενους, να τους πείσουν ότι «δεν είναι όλοι ίδιοι».

Ταυτόχρονα, να μάθουν να μη λένε από τα τηλέφωνα, ούτε να διακινούν με οποιαδήποτε ηλεκτρονική μορφή όσα δε θα ήθελαν να ξέρουν οι δυνάμεις καταστολής και να εκπαιδευτούν και πάλι στην αποφυγή της φυσικής παρακολούθησης.

Γιάννης Χρυσοβέργης


Τρίτη 31 Ιανουαρίου 2023

 ΤΟ ΣΚΑΝΔΑΛΟ ΤΩΝ ΥΠΟΚΛΟΠΩΝ ΚΙ Η ΚΡΙΣΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ


Ο καταιγισμός των αποκαλύψεων σχετικά με το σκάνδαλο των υποκλοπών προκάλεσε, έστω και καθυστερημένα, την αντίδραση πλήθους ανθρώπων οι οποίοι μέχρι πρόσφατα είτε αδιαφορούσαν για το αντιδημοκρατικό όργιο της κυβέρνησης είτε την υπερασπίζονταν με φανατισμό.

Το ότι όλοι αυτοί οι άνθρωποι που ουδεμία σχέση έχουν -κάποιοι είχαν μια χαλαρή σχέση στην περίοδο της νιότης τους, αλλά μακριά από τους «ακραίους»- με την Αριστερά, ακόμα δε περισσότερο με το ΣΥΡΙΖΑ, δε μας επιτρέπει, δυστυχώς, να μιλάμε για ένα δημοκρατικό μέτωπο εν τη γενέσει.

Αντιθέτως, υπάρχουν σοβαροί λόγοι που καθιστούν αμφίβολο αν η με μεγάλη καθυστέρηση αφύπνιση των, κατά τα λοιπά, αξιοσέβαστων αυτών ανθρώπων θα συμβάλει στην αποτροπή του κατήφορου της χώρας προς ένα αυταρχικό καθεστώς μαφιοκρατίας, στα πρότυπα της Ρωσίας, της Τουρκίας, της Ουγγαρίας και της Πολωνίας.

ΓΕΜΙΣΑΜΕ «ΚΟΥΜΜΟΥΝΙΑ»;

Τι το κοινό έχουν ο ομότιμος καθηγητής του Συνταγματικού δικαίου, Νίκος Αλιβιζάτος, ο θεωρητικός και αρχιτέκτονας του ΑΝΤΙ-ΣΥΡΙΖΑ μετώπου, Ευάγγελος Βενιζέλος, ο συμπαθής μεν, για την αδιαμφισβήτητη εντιμότητά του, διαβόητος δε για την πρωτοφανή έλλειψη πολιτικού αισθητηρίου και γι' αυτό αποτυχημένος ως πρωθυπουργός, Γεώργιος Παπανδρέου,  ο απόστολος του νεοφιλελευθερισμού στην ελληνική δημοσιογραφία, Πάσχος Μανδραβέλης, ο συντηρητικός εκδότης κι ευρωβουλευτής, Γιώργος Κύρτσος κι οι βουλευτές της ΝΕΑΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ Κώστας Τζαβάρας και Όλγα Κεφαλογιάννη; 

Με εξαίρεση τους άρρωστους προπαγανδιστές του μητσοτακικού καθεστώτος ουδείς μπορεί να καταλογίσει στα παραπάνω πρόσωπα συμπόρευση με το ΣΥΡΙΖΑ, πολύ περισσότερο που -με εξαίρεση το Γιώργο Κύρτσο ο οποίος σε πρόσφατο άρθρο του πρότεινε συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΠΑΣΟΚ για την ανατροπή του μητσοτακικού καθεστώτος- ουδείς εξ αυτών τολμά να διανοηθεί το άνοιγμα, έστω, πολιτικού διαλόγου με το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης.

Προοίμιο κατάρρευσης μητσοτακικού καθεστώτος;

Η ευαισθητοποίηση προσωπικοτήτων που, χωρίς να κινούνται στο χώρο της Αριστεράς, έχουν συνδέσει, οι περισσότεροι από αυτούς,  το όνομά τους με την προάσπιση των θεσμών της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας για το όργιο των αντιδημοκρατικών μεθοδεύσεων και πρακτικών της κυβέρνησης Μητσοτάκη, έχει την αξία της.  Καταρρίπτει, για κάθε καλόπιστο πολίτη, την καθεστωτική προπαγάνδα περί «ανύπαρκτων σκανδάλων» και «σκευωριών του ΣΥΡΙΖΑ».

Εντούτοις, όσο κι αν αυτό φαίνεται παράδοξο, ούτε  το σκάνδαλο των υποκλοπών, ούτε η χιονοστιβάδα των οικονομικών και πολιτικών σκανδάλων που ξεσπούν τους τελευταίους μήνες με ρυθμό ένα την ημέρα -Πάτσης, Χειμάρρας, Θεοδωρικάκος- είναι από μόνα τους επαρκή για να εξασφαλίσουν την ήττα του μητσοτακικού καθεστώτος στις κάλπες.

Κι αυτό, παρά το γεγονός ότι, σύμφωνα με τις πρόσφατες δημοσκοπήσεις -ως προς τις οποίες έχουμε κάθε λόγο να είμαστε δύσπιστοι μιας και την τελευταία δεκαετία σχεδόν όλες δίνουν στο ΣΥΡΙΖΑ συστηματικά δυο έως τρεις ποσοστιαίες μονάδες λιγότερες από αυτές που παίρνει στην κάλπη, για να μη μιλήσουμε για το φιάσκο του Δημοψηφίσματος-, τα θέματα της διαφθοράς -ιδίως αυτά των Πάτση και Χειμάρρα- και των υποκλοπών θα είναι οι δεύτεροι, μετά από την ακρίβεια παράγοντες καθορισμού της ψήφου πολύ υψηλού ποσοστού ψηφοφόρων (σε κάθε περίπτωση πάνω από το 50% όσων απαντούν).

ΤΟ ΑΝΤΙ-ΣΥΡΙΖΑ ΜΕΤΩΠΟ

Η ΝΕΑ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ κέρδισε τις εκλογές το 2019 υποσχόμενη την ιδιωτικοποίηση της δημόσιας παιδείας, υγείας και συντάξεων, την κατάργηση κάθε προστασίας στην εργασία, την άρση κάθε περιβαλλοντικού και φορολογικού περιορισμού στους «επενδυτές» και τη δραστική περιστολή των ατομικών ελευθεριών. 

Χάρη σε αυτό το προεκλογικό πρόγραμμα κατόρθωσε να συμπήξει μια ευρεία κοινωνική συμμαχία  αποτελούμενη από τη μεγαλοαστική τάξη, τα ανώτερα μεσοαστικά στρώματα που μεγαλοπιάνονται και τους μονίμως δυσαρεστημένους μικροεπιχειρηματίες που πιστεύουν πως οι εργαζόμενοι στις επιχειρήσεις τους θα έπρεπε να εργάζονται δωρεάν. Και με αυτό το προεκλογικό πρόγραμμα πήρε το 39,85% των ψήφων, ενώ, οφείλουμε να διαπιστώσουμε, παρόμοιες αντιλήψεις κυριαρχούσαν και στο εκλογικό σώμα των όμορων κομμάτων, του ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ, της Ελληνικής Λύσης και της Χρυσής Αυγής.

Το ΑΝΤΙ-ΣΥΡΙΖΑ μέτωπο που συγκροτούσαν οι ψηφοφόροι των κομμάτων αυτών είχε ως συνεκτικό ιστό αυτό το μείγμα ακραίου οικονομικού φιλελευθερισμού και κρατικού αυταρχισμού που πρεσβεύει η ΝΕΑ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ και είναι απόρροια μιας τριακονταετούς προπαγάνδας της ιδιωτικής τηλεόρασης, η οποία εξυμνούσε τον απόλυτο ατομισμό, τη φοβία απέναντι σε οτιδήποτε είναι διαφορετικό,  τη βλαχογκλαμουριά, την ακραία ημιμάθεια με προεξάρχοντες τους τηλεοπτικούς παρουσιαστές.

Τέσσερα χρόνια μετά είμαστε υποχρεωμένοι να αναγνωρίσουμε ότι η κυβέρνηση Μητσοτάκη προσπάθησε να τηρήσει στο ακέραιο τις προεκλογικές της υποσχέσεις σε όλους ανεξαιρέτως τους τομείς. 

Αυτό σημαίνει ότι ο κύριος όγκος του εκλογικού σώματος που την τίμησε με την ψήφο του θα είχε κάθε λόγο να ανανεώσει την εμπιστοσύνη του προς αυτή. Η αστυνομική βαρβαρότητα, τα απίστευτα οικονομικά σκάνδαλα, η χωρίς προσχήματα εύνοια σε έναν πολύ συγκεκριμένο κλειστό κύκλο ολιγαρχών, η φίμωση της ενημέρωσης, ακόμα και το σκάνδαλο των υποκλοπών ήταν απότοκα των προεκλογικών υποσχέσεων της ΝΕΑΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ και ουδόλως απασχολούσαν το εκλογικό της σώμα.

 Όλα λοιπόν έδειχναν ότι οι επικείμενες εκλογές θα ήταν ένας υγιεινός περίπατος για την κυβέρνηση και σε αυτό βοηθούσε η ανόητα ηθικολογική αντιπολίτευση του ΣΥΡΙΖΑ, που εστίαζε στα οικονομικά σκάνδαλα των εκλεκτών της  αντί να ασχολείται με τις κοινωνικές συνέπειες της πολιτικής της  και, κυρίως, να προσπαθεί να βρει ένα τρόπο για να πείσει τα θύματά της -τα οποία δείχνουν όλο και λιγότερη εμπιστοσύνη στον κοινοβουλευτισμό διότι πλέον δεν πιστεύουν ότι η κοινοβουλευτική Δημοκρατία μπορεί να τους εξασφαλίσει μια στοιχειωδώς αξιοπρεπή ζωή- ότι προτίθεται να αποκαταστήσει τις αδικίες. 

Ο ΠΛΗΘΩΡΙΣΜΟΣ ΑΝΑΚΑΤΕΥΕΙ ΤΗΝ ΤΡΑΠΟΥΛΑ

Την τράπουλα ανακάτεψε το ξέσπασμα του πληθωρισμού. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη, πιστή τους ολιγάρχες εντολείς της, χειρίστηκε το πρόβλημα με αποκλειστικό γνώμονα τη μεγιστοποίηση των κερδών τους. Όμως η διαχείριση αυτή πλήττει πλέον σημαντικά και ένα κομμάτι της εκλογικής βάσης του ΑΝΤΙ-ΣΥΡΙΖΑ μετώπου, που πλέον δε μπορεί να ικανοποιήσει τις οικονομικές του προσδοκίες.

Όμως, μολονότι φουσκώνει η δυσαρέσκεια προς την κυβέρνηση ακριβώς εξ αιτίας της πολιτικής της διαχείρισης του πληθωρισμού, επειδή το κόστος της ενέργειας γίνεται κάθε μέρα και πιο δυσβάσταχτο για όλο και περισσότερα νοικοκυριά, τα ενοίκια αγγίζουν πλέον τις τιμές του τέλους της δεκαετίας του 2000 και το κόστος της διατροφής κάθε μέρα και ακριβότερο, ενώ οι μισθοί είναι οι μισοί των αντίστοιχων του 2009, δεν είναι σαφές ότι η δυσαρέσκεια αυτή θα μεταφραστεί σε ψήφο κατά της κυβέρνησης. Διότι είναι υπαρκτός ο κίνδυνος να μεταφραστεί και σε μαζική αποχή από τις εκλογές.

Το κλειδί λοιπόν για να σταματήσει ο κατήφορος του πολιτικού συστήματος προς μια δικτατορία με κοινοβουλευτικό προσωπείο, όπως στην Τουρκία, το Ιράν, τη Ρωσία, την Ουγγαρία και την Πολωνία, είναι η οικονομία.

Τα κάθε λογής σκάνδαλα που έχουν αποκαλυφθεί -το εξωφρενικότερο όλων μέχρι στιγμής, ισότιμο σε βαρύτητα με αυτό των τηλεφωνικών υποκλοπών, είναι αυτό του Θεοδωρικάκου και του γιου του- θα λειτουργήσουν επικουρικά υπέρ του σχηματισμού μιας δημοκρατικής κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας, μόνο εφ' όσον τα κόμματα της Αριστεράς και, κυρίως ο ΣΥΡΙΖΑ, κατορθώσουν να πείσουν όλους αυτούς τους ανθρώπους που δεν ξέρουν πώς θα βγάλουν το μήνα ότι αξίζει τον κόπο να πάνε μέχρι την κάλπη. Και το στοίχημα αυτό δεν είναι εύκολο.


Γιάννης Χρυσοβέργης

Δευτέρα 20 Ιουνίου 2022

ΓΑΛΛΙΚΕΣ ΕΚΛΟΓΕΣ: Η ΑΡΙΣΤΕΡΑ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΗ ΜΕ ΔΥΣΚΟΛΕΣ ΠΡΟΚΛΗΣΕΙΣ

Η βαριά εκλογική ήττα του πλέον αλαζόνα πολιτικού ηγέτη που γνώρισε μεταπολεμικά η Γαλλία, του Εμμανουέλ Μακρόν, η εκλογική αναγέννηση της Αριστεράς μέσα από τη σύμπραξη των σημαντικότερων πολιτικών δυνάμεών της, ο εκλογικός θρίαμβος της Ακροδεξιάς κι η χωρίς προηγούμενο αποχή ήταν τα στοιχεία του χθεσινού δεύτερου γύρου των γαλλικών βουλευτικών εκλογών.
Για την Αριστερά, που πέτυχε το πρώτο μεγάλο στοίχημά της, οι επόμενες προκλήσεις είναι κρίσιμες. Πρέπει να βρει τρόπο να προσφέρει και πάλι ελπίδα στη φτωχολογιά και στους νέους ώστε να βάλει φραγμό στην Ακροδεξιά.

Η ΗΤΤΑ ΤΟΥ ΝΕΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΛΑΖΟΝΕΙΑΣ

Τα κύρια χαρακτηριστικά της πρώτης θητείας του Εμμανουέλ Μακρόν ήταν ο ακραίος νεοφιλελευθερισμός κι η περιφρόνηση που επιδείκνυε όχι μόνο απέναντι στους πολιτικούς του αντιπάλους αλλά απέναντι στο σύνολο της γαλλικής κοινωνίας.
Την ίδια συμπεριφορά επέδειξε και στην προεκλογική εκστρατεία του πρώτου γύρου των βουλευτικών εκλογών, με αποτέλεσμα, για πρώτη φορά στην ιστορία της Πέμπτης Γαλλικής Δημοκρατίας, το κόμμα του να βρεθεί, έστω και με βραχεία κεφαλή, δεύτερο σε ψήφους -χρειάστηκε η πραξικοπηματική, από πλευράς υπουργείου Εσωτερικών,  καταμέτρηση των 44.000 ψήφων τριών αριστερών υποψηφίων βουλευτών της Νέας Λαϊκής Οικολογικής και Κοινωνικής Ενότητας ως «ανεξάρτητων», με το πρόσχημα ότι δεν ανήκαν σε κανένα από τα τέσσερα κόμματά της για να εμφανιστεί στα  επίσημα αποτελέσματα πρώτο το κόμμα του Μακρόν-.
Το αυτί των ψηφοφόρων δεν ίδρωσε από τις οιμωγές των παρατρεχάμενών του για επερχόμενο πολιτικό χάος -ο μονάρχης θα χρειαστεί να συνυπάρξει με αυτή τη Βουλή για τουλάχιστον ένα χρόνο σύμφωνα με όσα ισχυρίζονται οι Γάλλοι συνταγματολόγοι-. 
Άλλωστε, σε όλες τις αντικοινωνικές του επιλογές, τις οποίες έχει δηλώσει πως θα συνεχίσει και στη δεύτερη θητεία του, θα βρει την αμέριστη υποστήριξη των βουλευτών της παραδοσιακής Δεξιάς, παρά τις πρώτες δηλώσεις του ηγέτη της, Κριστιάν Ζακόμπ, περί παραμονής του κόμματος των Ρεπουμπλικανών στην αντιπολίτευση.
Για το λόγο αυτό, το εκλογικό αποτέλεσμα δεν θα έχει κάποια επίπτωση στη συνέχιση της αντικοινωνικής αυταρχικής διακυβέρνησης της προηγούμενης πενταετίας. Απλώς η αυτού Υψηλότης, θα εξαναγκαστεί να κατεβεί από το θρόνο της και να διαπραγματευτεί με τους ηγέτες της Δεξιάς και της Ακροδεξιάς.

Ο ΘΡΙΑΜΒΟΣ ΤΗΣ ΑΚΡΟΔΕΞΙΑΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΠΕΡΙΣΤΑΣΙΑΚΟΣ

Η ηγέτιδα της Ακροδεξιάς Μαρίν Λε Πεν είναι αναμφίβολα η μεγάλη νικήτρια των χθεσινών εκλογών. Όχι μόνο διότι πέτυχε να εκλέξει το κόμμα της, ο Εθνικός Συναγερμός,  89 βουλευτές -οι δημοσκοπήσεις του έδιναν 15-40 έδρες μόλις- αλλά διότι απέδειξε ότι διαθέτει μια στέρεη εκλογική βάση, ομοιόμορφα απλωμένη σε όλη τη χώρα.
Το σημαντικότερο όμως είναι πως ο Εθνικός Συναγερμός έχει μια στέρεη εκλογική βάση σε πλήθος από εκλογικές περιφέρειες οι οποίες, επί δεκαετίες, ήταν εκλογικά προπύργια είτε του Κομμουνιστικού είτε του Σοσιαλιστικού Κόμματος.
Ο ανθρωποφαγικός πολιτικός του λόγος, η δαιμονοποίηση των φτωχότερων από τους φτωχούς -των μεταναστών- για τα δεινά που υφίστανται οι φτωχοί -εργάτες, χαμηλόμισθοι υπάλληλοι, νέοι- έχει φέρει αποτέλεσμα και, το σημαντικότερο, έχει δημιουργήσει μια γενιά πιστών.

Η ΑΝΑΓΕΝΝΗΜΕΝΗ ΑΡΙΣΤΕΡΑ ΕΧΕΙ ΔΥΣΚΟΛΟ ΕΡΓΟ

Αν το εκλογικό αποτέλεσμα του Ζαν Λυκ Μελανσόν στον πρώτο γύρο των προεδρικών εκλογών λειτούργησε ως καταλύτης για να βγει η γαλλική Αριστερά από έναν εικοσαετή λήθαργο και να χτίσει, μετά από, σύντομες μεν κοπιώδεις δε, μια εκλογική συμμαχία, το αποτέλεσμα των βουλευτικών εκλογών, που την καθιστά δεύτερη πολιτική δύναμη στη Βουλή, τη θέτει αντιμέτωπη με πολύπλοκες προκλήσεις.
Το γεγονός ότι από αυτή την εκλογική συμμαχία όλες οι συνιστώσες της βγήκαν ωφελημένες αποτρέπει τον κίνδυνο ομφαλοσκοπήσεων και διαλυτικών τάσεων.
Πρέπει όμως να βρει τρόπο η αντιπολίτευσή της στο Κοινοβούλιο να συμπορεύεται και να εμπνέει τις κοινωνικές κινητοποιήσεις απέναντι στις κυβερνητικές πολιτικές που θα διευρύνουν και θα οξύνουν τον κοινωνικό αποκλεισμό, τη φτώχεια και  την ανασφάλεια.
Πρέπει να βρει μια γλώσσα διαλόγου με του νεαρούς Γάλλους γόνους μεταναστών που έχουν αφεθεί στη μοίρα τους στα γκέτο των μεγαλουπόλεων εδώ και τρεις δεκαετίες κι έχουν εναποθέσει τις ελπίδες τους σε φανατισμένους ιμάμηδες και μαφιόζικες συμμορίες.
Πρέπει επίσης να δημιουργήσει δομές αλληλεγγύης να εργαστεί για να σπάσει την απομόνωση στην οποία είναι κλεισμένοι οι «ξεχασμένοι» του νεοφιλελεύθερου ονείρου, να τους δώσει και πάλι ελπίδα. Να αντιδράσουν και, φυσικά, να πάνε και στις επόμενες κάλπες.
Όσο η συμμετοχή στην εκλογική διαδικασία θα είναι τόσο χαμηλή η Αριστερά δε θα μπορεί να ελπίζει σε κάτι καλύτερο (αυτά να τα βλέπει και η δική μας Αριστερά σε όλες της τις εκφάνσεις).
Όλα αυτά εύκολα λέγονται κι εύκολα γράφεις γι' αυτά. Για να τα πετύχει όμως η γαλλική Αριστερά θα χρειαστεί πολλή πολιτική ευστροφία, πολύ κόπο και, το σημαντικότερο, πρέπει να έχει επίγνωση ότι θα βρεθεί αντιμέτωπη με τη βίαιη αντίδραση των μαφιόζικων κυκλωμάτων. Που ψηφίζουν μαζικά Μαρίν Λε Πεν.

Γιάννης Χρυσοβέργης

Παρασκευή 25 Μαρτίου 2022

ΝΑ ΣΩΣΟΥΜΕ ΟΤΙΔΗΠΟΤΕ ΑΝ ΣΩΖΕΤΑΙ

Ακόμα κι αν ο πόλεμος στην Ουκρανία τελειώσει στο επόμενο δευτερόλεπτο έχει ήδη παραγάγει αποτελέσματα που θα καθορίσουν τις ζωές όλων των ανθρώπων του πλανήτη για τις επόμενες δεκαετίες. 

Καθήκον όλων των προοδευτικών ανθρώπων στη Δύση είναι αφ' ενός να οργανώσουμε την αλληλεγγύη στους πρόσφυγες του πολέμου και σε όσους, ένθεν κακείθεν, αρνούνται να συμμετάσχουν στο έγκλημα κι αφ' ετέρου να δημιουργήσουμε από το μηδέν ένα νέο κίνημα Ειρήνης. 

Στην ακραία εποχή που έχουμε εισέλθει η μόνη ρεαλιστική πολιτική είναι αυτή της διεκδίκησης «ουτοπικών» λύσεων.

Ο πόλεμος στην Ουκρανία δεν είναι βέβαιο πως είναι χειρότερος σε ανθρώπινες απώλειες από αυτόν στην Υεμένη -για να αναφερθούμε σε έναν «ξεχασμένο» από τα δυτικά ΜΜΕ πόλεμο μεταξύ περιφερειακών δυνάμεων της Μέσης Ανατολής, στον οποίο όμως τα θύματα έχουν «λάθος» χρώμα δέρματος και «λάθος» θρησκεία-.

Ούτε είναι και η πρώτη φορά που κάποιοι σύμμαχοι της Δύσης συγκρούονται στρατιωτικά με ρωσικές  δυνάμεις -βλ. πόλεμο στο Αφγανιστάν στη δεκαετία του '80-.

 Είναι όμως χωρίς καμιά αμφιβολία απείρως πιο επικίνδυνος, διότι μια από τις δυο εμπλεκόμενες χώρες - η Ρωσία- έχει δηλώσει ρητά ότι «αν απειληθεί η υπόστασή της» -φράση που μεταφράζεται «αν η Δύση επέμβει στον πόλεμο με στρατιωτικές δυνάμεις»- δε θα διστάσει να προσφύγει στη χρήση πυρηνικών όπλων.

Παρά το γεγονός ότι η ρωσική προειδοποίηση έχει ληφθεί πολύ σοβαρά υπ' όψιν -τόσο οι ΗΠΑ όσο και το ΝΑΤΟ ρητά και με κάθε ευκαιρία αποκλείουν στρατιωτική εμπλοκή της συμμαχίας στην Ουκρανία-  οι πολιτικές προτεραιότητες έχουν αλλάξει δραματικά. 

Σε όλη την Ευρώπη οι κυβερνήσεις ανακοινώνουν θηριώδεις αυξήσεις στρατιωτικών δαπανών -η σημαντικότερη αυτή της Γερμανίας-, οι παραβιάσεις των στοιχειωδών δημοκρατικών ελευθεριών στην Πολωνία και στην Ουγγαρία, που είχαν οδηγήσει στον αποκλεισμό των εν λόγω χωρών από το Ταμείο Ανάκαμψης δεν ενοχλούν πλέον κι ο αποκλεισμός ακυρώθηκε, η ελευθερία της έκφρασης πλήττεται σε ΟΛΗ ΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ με την απαγόρευση λειτουργίας των ρωσικών ΜΜΕ, ενώ δυο σημαντικές κατακτήσεις του οικολογικού κινήματος, η εγκατάλειψη της πυρηνικής ενέργειας και η στροφή προς μια βιώσιμη γεωργία, μπαίνουν στον πάγο με συνοπτικές διαδικασίες. Σε όλα αυτά πρέπει να προστεθεί η πιθανότητα επισιτιστικής κρίσης, καθώς η Ρωσία και η Ουκρανία είναι οι σημαντικότεροι προμηθευτές της Ευρώπης σε δημητριακά και ηλιέλαιο.

Απέναντι σε αυτές τις προκλήσεις οι προοδευτικές δυνάμεις στην Ευρώπη και στη Βόρεια Αμερική δεν είναι δυνατόν να περιοριστούν σε μια στείρα καταγγελία της σύγκρουσης του δυτικού με τον ρωσικό ιμπεριαλισμό. Επιβάλλεται να συντονίσουμε τις όποιες δυνάμεις μας για την αντιμετώπιση των παραπάνω προκλήσεων δρομολογώντας συγκεκριμένες δράσεις.

ΚΑΘΗΚΟΝ ΠΡΩΤΟ: ΝΑ ΒΟΗΘΗΣΟΥΜΕ ΤΑ ΘΥΜΑΤΑ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ

Οι δηλώσεις αλληλεγγύης προς τον «ηρωικό λαό» της Ουκρανίας γίνονται με ρυθμό πολυβόλου και σε καθημερινή βάση εδώ και ένα μήνα από την ευρωπαϊκή και αμερικανική πολιτική ηγεσία. Εντούτοις, ούτε ένας από τους όψιμους υπερασπιστές της αυτοδιάθεσης των λαών δεν έχει ανακοινώσει έστω κι ένα ευρώ πρόσθετες δαπάνες για την υποδοχή, στέγαση, σίτιση και κοινωνική ένταξη των 3,5 εκατομμυρίων Ουκρανών προσφύγων στην Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ), η συντριπτική πλειοψηφία των οποίων είναι γυναίκες και ανήλικα παιδιά.

Οι άνθρωποι αυτοί έχουν αφεθεί στην τύχη τους και, προς το παρόν, οι μόνες διαθέσιμες δομές είναι τα στρατόπεδα συγκέντρωσης που είχαν δημιουργηθεί για τη στέγαση των Σύριων προσφύγων. Στην πραγματικότητα το βάρος της υποδοχής και της συντήρησης των νέων προσφύγων πέφτει στις πλάτες των 10 περίπου εκατομμυρίων Ουκρανών μεταναστών στις χώρες της Ευρώπης.

Η συγκρότηση πρωτοβουλιών αλληλεγγύης προς τα θύματα του πολέμου  και η άσκηση πολιτικής πίεσης για τη διάθεση κονδυλίων προκειμένου, εκτός από ένα ξεροκόμματο ψωμί κι ένα ράντζο σε σκηνές της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες, να αποδεσμευτούν πόροι για την αξιοπρεπή υποστήριξη των προσφύγων, είναι πρωταρχικό καθήκον όλων των προοδευτικών δυνάμεων στην Ευρώπη.

ΟΙ «ΠΡΟΔΟΤΕΣ» ΕΧΟΥΝ ΕΠΕΙΓΟΥΣΑ ΑΝΑΓΚΗ ΥΠΟΣΤΗΡΙΞΗΣ

Παρά τους περί του αντιθέτου ισχυρισμούς της ένθεν κακείθεν κρατικής προπαγάνδας χιλιάδες νέοι άνθρωποι αρνούνται έμπρακτα τη συμμετοχή τους στον πόλεμο, αγνοώντας τις προσκλήσεις για κατάταξη στο στρατό. Οι άνθρωποι αυτοί, τόσο στη Ρωσία, όσο και στην Ουκρανία, στην καλύτερη περίπτωση βρίσκονται αντιμέτωποι με πολύχρονες ποινές φυλάκισης -15 χρόνια στη Ρωσία, 12 χρόνια στην Ουκρανία- και στη χειρότερη με εξωδικαστικές εκτελέσεις, πράγμα πολύ συχνό σε περιόδους πολέμου.

Είναι γεγονός πως είναι πρακτικά αδύνατο να δημιουργήσουμε δίκτυα διαφυγής αυτών των ανθρώπων από τις χώρες τους. Μπορούμε όμως να αποτρέψουμε την απέλαση σε τρίτες χώρες των Ρώσων ανυπότακτων που θα καταφέρουν να φθάσουν ως την Ευρώπη και την παράδοση, σιδηροδέσμιων, στο ουκρανικό καθεστώς των λιγότερων αριθμητικά αλλά υπαρκτών Ουκρανών αρνητών στράτευσης.

«ΚΡΑΤΟΣ ΔΙΚΑΙΟΥ; ΟΧΙ ΕΝ ΚΑΙΡΩ ΠΟΛΕΜΟΥ

Με αυτόν τον επιγραμματικό τίτλο η έγκυρη ενημερωτική ιστοσελίδα για ευρωπαϊκά θέματα EURACTIV σχολίασε την απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να άρει τον αποκλεισμό της Πολωνίας και της Ουγγαρίας από το Ταμείο Ανάκαμψης, κύρωση που είχε επιβληθεί στις εν λόγω χώρες για την παραβίαση στοιχειωδών ατομικών ελευθεριών.

Όμως οι παραβιάσεις των δημοκρατικών ελευθεριών δεν περιορίζονται πλέον στην Πολωνία και στην Ουγγαρία. Με συνοπτικές διαδικασίες και χωρίς καν να υπάρξουν νομοθετικές ρυθμίσεις, απαγορεύτηκε σε όλη την ΕΕ και στον Καναδά η λειτουργία των ρωσικών τηλεοπτικών και διαδικτυακών μέσων (Russia Today, Sputnik κ.α.) με το πρόσχημα ότι επιδίδονται σε ρωσική προπαγάνδα, πράγμα που ισχύει μεν, δεν παύει να συνιστά ακραία παραβίαση του άρθρου 19 της Οικουμενικής Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου η οποία, υποτίθεται, ότι συνιστά πυλώνα των Συνταγμάτων ΟΛΩΝ ΑΝΕΞΑΙΡΕΤΩΣ των δυτικών χωρών.

Επιπλέον, σε πολλές χώρες  τέθηκε υπό διωγμό η ρωσική κουλτούρα -το Φεστιβάλ των Καννών απαγόρευσε τη συμμετοχή ταινιών Ρώσων δημιουργών, στην Ελλάδα με απόφαση του υπουργείου Πολιτισμού απαγορεύτηκε σειρά παραστάσεων των μπαλέτων Μπαλσόι-.

Δεν έχουμε το δικαίωμα  να παρατηρούμε απαθείς το στραγγαλισμό ελευθεριών κατακτημένων με δεκαετίες αγώνων στο όνομα της «αντιμετώπισης της ρωσικής προπαγάνδας» αν δε θέλουμε σε ένα προσεχές μέλλον, κάθε ενοχλητική άποψη να βρίσκεται αντιμέτωπη με κατηγορητήρια κατασκοπείας υπέρ της Ρωσίας.

Η ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΖΩΗΣ

Οι θηριώδεις αυξήσεις των στρατιωτικών προϋπολογισμών που, η μια μετά την άλλη, ανακοινώνουν οι ευρωπαϊκές χώρες θέτει το σύνολο της ευρωπαϊκής πολιτικής ζωής υπό τη συνεχή ομηρεία της βιομηχανίας οπλικών συστημάτων (κάτι που στην Ελλάδα μόνο την τελευταία δεκαετία μειώθηκε, χάρη στη χρεοκοπία της χώρας). 

Χώρες με μακρά παράδοση πολιτικής ουδετερότητας, όπως η Σουηδία που έχει συμπληρώσει πάνω από δυο αιώνες χωρίς εμπλοκή σε κάποιον από τους πολέμους που ερήμωσαν την ευρωπαϊκή ήπειρο, και της οποίας η ευημερία πρωτίστως σε αυτή την ουδετερότητα οφείλεται, ετοιμάζονται να εγκαταλείψουν αυτό το τόσο επωφελές γι' αυτές πολιτικό δόγμα.

Κάθε πτυχή της πολιτικής, από τη διπλωματία μέχρι τη γεωργία, τις δαπάνες για την παιδεία, την υγεία, τα κοινωνικά επιδόματα, τον πολιτισμό και τον τουρισμό, γίνεται υποτελής στα κελεύσματα του στρατιωτικοβιομηχανικού λόμπι.

Ο αγώνας ενάντια στην παράκρουση της κούρσας των εξοπλισμών είναι αγώνας για την προστασία της  Δημοκρατίας. Απέναντι στην πολεμοχαρή φιλολογία πρέπει να αντιτάξουμε ένα πολιτικό λόγο υπέρ της ύφεσης, της μείωσης των εξοπλισμών.

Για κάθε μείωση των κοινωνικών προϋπολογισμών να δείχνουμε την ισόποση αύξηση των στρατιωτικών προϋπολογισμών. Μόνο έτσι έχουμε ελπίδες να απονομιμοποιήσουμε  αυτή την υστερία που, ανά πάσα στιγμή, μπορεί από ατύχημα να οδηγήσει στον πυρηνικό όλεθρο.

Η ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΑ ΠΡΩΤΑ ΘΥΜΑΤΑ

Από τα πρώτα μέτρα που ανακοινώθηκαν σε ευρωπαϊκό επίπεδο «για την αντιμετώπιση των συνεπειών της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία» ήταν η βάφτιση της πυρηνικής ενέργειας σε «πράσινη» και το πάγωμα του προγράμματος περάσματος στη βιώσιμη γεωργία.

Αν η αντίδραση σε όλες τις προηγούμενες πτυχές της νέας δυστοπικής πραγματικότητας είναι εξαιρετικά δύσκολη, εδώ οι δυσκολίες πολλαπλασιάζονται από το γεγονός ότι το κόμμα των Γερμανών Πράσινων, που εκ των πραγμάτων έχει περισσότερο εκλογικό βάρος από όλα τα υπόλοιπα Πράσινα Κόμματα της Ευρώπης, έχει πετάξει στα σκουπίδια τις ειρηνιστικές του ρίζες και πρωτοστατεί στην πολεμική υστερία.

ΣΥΝΕΝΟΧΟΥΣ ΣΤΟ ΦΟΝΟ ΔΕ ΘΑ ΜΑΣ ΕΧΕΤΕ

Ο πόλεμος που έχει ξεσπάσει ούτε δίκαιος είναι για κάποιο από τους εμπλεκόμενους, ούτε, πολύ περισσότερο, αναπότρεπτος. Στις προσεχείς δεκαετίες ο πλανήτης θα ζει έναν διαρκή ακήρυκτο παγκόσμιο πόλεμο, όπου ένα τυχαίο γεγονός θα είναι πάντα πιθανό να εξελιχτεί σε πυρηνικό ολοκαύτωμα.

Την πραγματικότητα αυτή δε μπορούμε να την αλλάξουμε. Ούτε μπορούμε να αλλάξουμε και το γεγονός ότι οι μεγάλες πληθυσμιακά και οικονομικά χώρες, θα ασκούν ιμπεριαλιστική πολιτική, τουλάχιστον σε ένα ορατό πολιτικό μέλλον. Μπορούμε όμως να αγωνιστούμε για να περιοριστεί, μεσοπρόθεσμα, η ένταση μεταξύ των υπερδυνάμεων  και να δημιουργηθούν οικουμενικά αποδεκτές ασφαλιστικές δικλείδες που θα την καθιστούν λιγότερο επικίνδυνη για τη ζωή στον πλανήτη.

Στην ακραία εποχή που έχουμε εισέλθει η μόνη ρεαλιστική πολιτική είναι αυτή της διεκδίκησης «ουτοπικών» λύσεων.

Γιάννης Χρυσοβέργης


 

Τρίτη 25 Αυγούστου 2015

ΣΚΕΨΕΙΣ ΚΙ ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΗΝ ΗΤΤΑ....

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η Ραχήλ Μακρή, η μεγαλύτερη πολιτική γυρολόγος της Μεταπολίτευσης (υποψήφια με τέσσερα διαφορετικά κόμματα στις πέντε τελευταίες εκλογικές αναμετρήσεις), πιστώνεται με τον πλέον εύστοχο πολιτικό παραλληλισμό της συμφωνίας της 13ης Ιουλίου: «η Βάρκιζα του ΣΥΡΙΖΑ».
Η εν λόγω συμφωνία πράγματι επισφράγισε μια στρατηγική ήττα της Αριστεράς στην Ελλάδα, της εμβέλειας ως προς τις πολιτικές επιπτώσεις, της Συμφωνίας της Βάρκιζας.
Κι ανεξαρτήτως του βαθμού συμπάθειας του καθενός προς το ΣΥΡΙΖΑ ή του βαθμού συμμετοχής του στο εγχείρημα «πρώτη φορά Αριστερά» επιβάλλεται ένας αναστοχασμός ως προς την ταυτότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τη στάση της Αριστεράς απέναντί της.

Τα όσα συνέβησαν στους επτά μήνες της πρώτης διακυβέρνησης της χώρας από την Αριστερά έκαναν ακόμα και τους τυφλούς να αντιληφθούν ότι στην Ευρωπαϊκή Ένωση υπάρχει ένα τερατώδες έλλειμμα Δημοκρατίας. Για την ακρίβεια ότι, «ανεπαισθήτως»,  έχει πλέον εδραιωθεί  μια αποκρουστική απολυταρχική εξουσία των γραφειοκρατών των Βρυξελλών και του Βερολίνου που μισεί κάθε μορφή Δημοκρατίας.
Εντελώς φυσιολογικά  η διαπίστωση αυτή σε συνδυασμό με το σοκ της ήττας οδήγησε σε δυο αποκλίνουσες στρατηγικές, οι οποίες και προκάλεσαν τη διάσπαση του ΣΥΡΙΖΑ. 
Η πρώτη, που συνοψίζεται στη φράση «μένουμε στην ΕΕ κι αγωνιζόμαστε για τον εκδημοκρατισμό της μαζί με όλες τις ευρωπαϊκές προοδευτικές δυνάμεις», είναι ο δρόμος που επέλεξαν ο Αλέξης Τσίπρας και οι συν αυτώ.
Η δεύτερη ,που  συνοψίζεται στη φράση «δε θα διστάσουμε να συγκρουστούμε με την Ευρωζώνη», έχει ως πλέον αυθεντικό εκπρόσωπο τον Κώστα Λαπαβίτσα.
Τόσο η πρώτη όσο κι η δεύτερη στρατηγική βασίζονται σε σειρά αδιαμφισβήτητων παραδοχών, όμως θέτουν ταυτόχρονα μια σειρά από αμείλικτα ερωτήματα.
Όσοι επιλέγουν την παραμονή στην ΕΕ και τη δημιουργία συμμαχιών για τον εκδημοκρατισμό της, έχουν αναμφίβολα δίκιο όταν απαντούν πως στις 12 Ιουλίου είχαν εξαντληθεί όλα τα περιθώρια αντίστασης κι ότι τυχόν μη υποχώρηση στον εκβιασμό των πιστωτών θα οδηγούσε σε άτακτη χρεοκοπία (δεν είναι της παρούσης να ασχοληθούμε με το αν η εξέλιξη αυτή ήταν αναπόφευκτη ή με την αποφυγή μιας σειράς λαθών θα είχε αποφευχθεί).
Είναι επίσης εύλογο το επιχείρημά τους περί ανάγκης προστασίας των εργαζομένων ανέργων και λοιπών οικονομικά αδύναμων από την αδηφαγία των πιστωτών κι ο ισχυρισμός τους ότι με ισοδύναμα κοινωνικά δίκαια μέτρα μπορούν να περιοριστούν στο ελάχιστο οι αρνητικές συνέπειες του τρίτου Μνημονίου.
Είναι τέλος εύλογο το επιχείρημά τους ότι η επτάμηνη προσπάθεια αυτής της κυβέρνησης ανέδειξε το δημοκρατικό έλλειμμα της ΕΕ, ότι κινητοποίησε υπέρ του ελληνικού λαού εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπων στην Ευρώπη, κι ότι αυτό είναι μια παρακαταθήκη για νέους αγώνες. 
 Το πρώτο ερώτημα που τίθεται είναι το ακόλουθο: Μέχρι ποιο σημείο οι υποχωρήσεις μιας Αριστερής κυβέρνησης στις αξιώσεις των πιστωτών δεν την αναιρούν; Μέχρι ποιο σημείο η «προσπάθεια προστασίας του πληθυσμού» έχει νόημα; Πώς θα αντιδράσει ο ΣΥΡΙΖΑ, εφ' όσον είναι ακόμα κυβέρνηση αν - που είναι και το πιθανότερο - δεν επιτευχθούν οι εισπρακτικοί στόχοι του νέου Μνημονίου και οι δανειστές προβάλλουν νέες αξιώσεις για υφεσιακά μέτρα;
Το δεύτερο ερώτημα, άμεσα συνυφασμένο με το πρώτο, αφορά τον στόχο για «κοινωνικά δίκαια ισοδύναμα μέτρα». Προϋπόθεση της επιτυχίας του στόχου αυτού είναι η έντιμη στάση από πλευράς πιστωτών. Που όμως δεν υπήρξε ούτε μια στιγμή στη διάρκεια της επτάμηνης διαπραγμάτευσης. Πώς αντιμετωπίζεται η μη τήρηση των δεσμεύσεων από πλευράς δανειστών;
Το τρίτο ερώτημα αφορά την πολιτική επιλογή για «δημιουργία συμμαχιών για προοδευτικές αλλαγές στην Ευρώπη». Ο ΣΥΡΙΖΑ σε αυτή την προσπάθεια μπορεί να ελπίζει στη στήριξη του κόμματος της Ευρωπαϊκής Αριστεράς, της πλειοψηφίας (όχι όλου) του Ευρωπαϊκού Πράσινου Κόμματος και μιας ελάχιστης μειοψηφίας της Σοσιαλδημοκρατίας (Αυστριακοί σοσιαλδημοκράτες). Όλοι μαζί αυτοί μας δίνουν με το ζόρι το 15% των Ευρωπαίων πολιτών.
Αντιθέτως, όλες οι σχετικές δημοσκοπήσεις που έγιναν σε ευρωπαϊκές χώρες - συμπτωματικά (;) δεν έγιιναν στις εν μέρει ή εν όλω ομοιοπαθείς Ιταλία, Ισπανία, Πορτογαλία και Ιρλανδία -  δείχνουν πως μια ευρύτατη πλειοψηφία των Ευρωπαίων πολιτών θεωρεί αυτονόητο να μην έχουν δικαίωμα σε ελεύθερες συλλογικές διαπραγματεύσεις οι έλληνες εργαζόμενοι, να μην έχουν δικαίωμα στην ιατρικη περίθαλψη και στη νοσηλεία οι φτωχοί στην Ελλάδα, να μην υφίστανται οι υλικές προϋποθέσεις για παιδεία ποιότητας στην Ελλάδα, να μην ισχύει στην Ελλάδα η ευρωπαϊκή νομοθεσία προστασίας περιβάλλοντος.
Και το ερώτημα που καλείται να απαντήσει η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ είναι το ακόλουθο: σε τι βάθος χρόνου βλέπει τον αγώνα για εκδημοκρατισμό της ΕΕ; Με ποιους βραχυπρόθεσμους, μεσοπρόθεσμους και μακροπρόθεσμους στόχους; Και τι κάνει την ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ να πιστεύει ότι οι επιφανείς ηγέτες της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας όπως ο Γερούν Ντάισεμπλουμ, ο Ζιγκμαρ Γκάμπριελ και ο Μάρτιν Σουλτς, που επί επτά μήνες, πρωταγωνίστησαν στην επίθεση του ευρωπαϊκού κατεστημένου κατά της ελληνικής κυβέρνησης, τη στιγμή που Ρέντσι και Ολάντ σφύριζαν αδιάφορα, θα μεταμορφωθούν ως δια μαγείας  σε αγωνιστές του εκδημοκρατισμού της ΕΕ ;
Η Λαϊκή Ενότητα εύλογα θέτει μεν το ζήτημα  των ανάξιων μιας αριστερής κυβέρνησης παραδοχών και προβλέψεων του τρίτου Μνημονίου, όμως η ανάδειξη του εθνικού νομίσματος σε πανάκεια για την επίλυση όλων των δεινών της ελληνικής κοινωνίας, επίσης δεν απαντά σε σειρά κρίσμων ερωτημάτων.
Το πρώτο από αυτά είναι τεχνικής φύσης μεν, βαθύτατα πολιτικό δε.  Σε ποια συναλλαγματικά αποθέματα και αποθέματα πολύτιμων μετάλλων θα στηριχτεί η νέα δραχμή για να έχει κάποιο ουσιαστικό αντίκρισμα στις αγορές συναλλάγματος;
Η απάντηση στο ερώτημα αυτό θέτει αυτόματα μια σειρά προαπαιτούμενων πολιτικών και οικονομικών προϋποθέσεων χωρίς τις οποίες η επιστροφή σε εθνικό νόμισμα έχει όλες τις πιθανότητες να εξελιχτεί σε όλεθρο. Γεγονός που θέτει άμεσα το ζήτημα της εκπόνησης γραμμών άμυνας όσο οι παραπάνω προϋποθέσεις δεν υφίστανται.
Το δεύτερο ερώτημα είναι επίσης βαθύτατα πολιτικό. Έχει νόημα η παραμονή στην ΕΕ σε περίπτωση ρήξης με την Ευρωζώνη; (εδώ οφείλουμε να υπενθυμίσουμε ότι βάσει των ευρωπαϊκών συνθηκών κάθε Κράτος - μέλος της ΕΕ, πλην αυτών που υπέγραψαν τις συνθήκες με τη ρητή επιφύλαξη της διατήρησης των εθνικών τους νομισμάτων, δηλαδη του Ηνωμένου βασιλείου, της Δανίας και της Σουηδίας, πρέπει σε βάθος χρόνου να ενταχθεί στην Ευρωζώνη). Αν η απάντηση στο προηγούμενο ερώτημα είναι όχι τότε τίθεται το ερώτημα της σχέσης της Ελλάδας με την ΕΕ. 
Το τρίτο ερώτημα είναι αυτό που θέτει τη Λαϊκή Ενότητα προ των πολιτικών της ευθυνών. Η παραμονή στην Ευρωζώνη είναι τελικά οικονομικό ή πολιτικό ζήτημα; Διαβάζοντας τις δηλώσεις επιφανών στελεχών της Λαϊκής Ενότητας επί του θέματος αποκομίζει κανείς την εντύπωση πως στην υποθετική περίπτωση που η Ευρωζώνη, με τις ίδιες αντιδημοκρατικές διαδικασίες που ποδοπάτησε τη βούληση του ελληνικού λαού την αποδέχονταν (για τους όποιους λόγους βραχυπρόθεσμων συμφερόντων κάποιων Κρατών - μελών) δεν θα υφίστατο το παραμικρό ζήτημα. Αν αυτό δεν ισχύει τότε γιατί δεν προβάλλεται ως κυρίαρχη αντιπαράθεση η κατάλυση κάθε έννοιας Δημοκρατίας στην ΕΕ, μέσω της εκχώρησης εθνικής κυριαρχίας χωρίς αυτή να αντικαθίσταται από ισότιμη λαϊκή κυριαρχία σε υπερεθνικό επίπεδο;
Και  σε τελική ανάλυση, με δεδομένο ότι η πλειοψηφία των Ευρωπαίων πολιτών δεν θέλει να έχουν ίσα δικαιώματα με αυτούς οι έλληνες πολίτες, έχει νόημα να επιθυμούμε την παραμονή μας στην ΕΕ; 
Και πώς η όποια προσπάθεια απεμπλοκής από την ΕΕ θα γίνει με τρόπο που να μην προσβάλει τις εκατοντάδες χιλιάδες των Ευρωπαίων πολιτών, που ήταν μειοψηφία, αλλά δεν κόλωσαν να συγκρουστούν με τις εθνικές τους πλειοψηφίες, διεκδικώντας για τους έλληνες πολίτες ισότητα δικαιωμάτων με τους υπόλοιπους Ευρωπαίους;
 Τελευταίο, αλλά όχι ελάχιστο σε σημασία,  τίθεται το ερώτημα της πορείας της χώρας μετα την ενδεχόμενη αποχώρηση από την ΕΕ. Τι πολιτικές και κοινωνικές δομές θα αναπτύξει; Θα είναι προτεραιότητά της η διατήρηση του ευρωπαϊκού κοινωνικού και περιβαλλοντικού κεκτημένου, ή μαζί με τα νερά θα πεταχτεί και το μωρό; 
Ερωτήματα βασανιστικά, ερωτήματα που απαιτούν πολύ συζήτηση,  και στα οποία, ας μη γελιόμαστε, κανείς δεν είναι έτοιμος να δώσει απαντήσεις με βεβαιότητα. Ούτε και θα μπορέσει να τις δώσει κανείς στο άμεσο μέλλον.

Γιάννης Χρυσοβέργης 
 

Τετάρτη 20 Νοεμβρίου 2013

ΨΩΜΙ, ΠΑΙΔΕΙΑ, ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ: ΤΟΤΕ ΚΑΙ ΤΩΡΑ

Το σύνθημα ΨΩΜΙ, ΠΑΙΔΕΙΑ, ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ,  ακούγεται 40 χρόνια τώρα. Από τα μέσα της δεκαετίας του '80 και μέχρι πριν από τρία χρόνια, φάνταζε ως αναχρονιστικό. Ακόμα κι οι λίγοι που έσερναν τα βήματά τους στις επετειακές πορείες προς την αμερικανική πρεσβεία ανόρεχτα το φώναζαν.
Φέτος τα πράγματα έμοιαζαν διαφορετικά. Κι οι διαδηλωτές πολύ περισσότεροι ήταν (20.000 κατά την Αστυνομία, 30.000-40.000 κατά δημοσιογραφικές εκτιμήσεις) και το σύνθημα έδειχνε να τους κάνει νόημα.  Πόσο δίκιο είχαν; 
 
Ένα επετειακό ρεπορτάζ για τα 40 χρόνια από την εξέγερση του Πολυτεχνείου, με έφερε σε επαφή, και πάλι, με ανθρώπους που τότε ήταν μεταξύ των εκατοντάδων πρωταγωνιστών της εξέγερσης.
Η κουβέντα ήρθε, μοιραία, στο σύνθημα ΨΩΜΙ, ΠΑΙΔΕΙΑ, ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ και στο κατά πόσο αυτό είναι επίκαιρο σήμερα.«Σήμερα είναι άλλες οι προκλήσεις και χρειαζόμαστε άλλα εργαλεία», μου είπε ένας. «Είναι πάντα επίκαιρο», απάντησε κατηγορηματικά ο άλλος.
Τότε το σύνθημα εκείνο συνόψιζε, όσο τίποτε άλλο ίσως, τις προσδοκίες και τις διεκδικήσεις της νεολαίας. Γι' αυτό και ήταν ένα από τα κυρίαρχα συνθήματα της εξέγερσης. Ας μελετήσουμε όμως τα τρία αιτήματα που συνόψιζε στη σημερινή συγκυρία.
ΨΩΜΙ. Αν κανείς μπει στον κόπο να συγκρίνει το σημερινό ακαθάριστο εγχώριο προϊόν (ΑΕΠ), με το αντίστοιχο του 1973, αφαιρώντας αποπληθωρίζοντάς το ώστε να συγκρίνει όμοια πράγματα, θα κατέληγε στο συμπέρασμα ότι το σημερινό ΑΕΠ είναι αισθητά υψηλότερο από το τοτινό. Αυτό λένε οι αριθμοί και δεν επιδέχονται αμφισβήτηση. Όμως τα πράγματα δεν είναι ακριβώς έτσι.
Το 1973, η κοινωνία ζορίζονταν από την έκρηξη του πληθωρισμού μέσα στο 1973 είχε υπερβεί το 30% και λόγω της πετρελαϊκής κρίσης και λόγω της ανικανότητας των συνταγματαρχών. Οι περισσότεροι άνθρωποι περνούσαν λιγότερο ή περισσότερο δύσκολα. Όμως κανείς δεν πεινούσε, κανείς δεν ήταν άστεγος, κανείς δεν ήταν ανασφάλιστος. Ζητιάνευαν μόνο οι επαγγελματίες ζητιάνοι.
Σήμερα υπάρχουν 20.000-25.000 άστεγοι - οι μετρήσεις δεν είναι απολύτως ακριβείς - υπάρχουν πολύ περισσότερες δεκάδες χιλιάδες ανθρώπων που τρώνε ένα πιάτο φαΐ μέρα παρά μέρα ή μια στις τρεις μέρες και, σύμφωνα με δηλώσεις, στις αρχές Νοεμβρίου, του Προέδρου του ΕΟΠΥΥ, υπάρχουν 3.068.000 άνθρωποι χωρίς κοινωνική ασφάλιση.
Ταυτόχρονα ένα σημαντικό ποσοστό του πληθυσμού (25% - 30% σύμφωνα με τις στατιστικές) αυγατίζει τον πλούτο του και είναι αποφασισμένο να πολεμήσει μέχρις εσχάτων για την προστασία των προνομίων του, ακόμα κι αν χρειαστεί η δημοκρατική επίφαση, που υπάρχει στη χώρα μετά την πραξικοπηματική ανατροπή του Γιώργου Παπανδρέου στις αρχές Νοεμβρίου του 2011, να μετατραπεί σε μια στυγνή δικτατορία, με ή χωρίς κοινοβουλευτικό προσωπείο.
ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η Ελευθερία της έκφρασης, η Ελευθερία της συνείδησης, από τις αρχές της δεκαετίας του '80 και μέχρι σήμερα κατοχυρώθηκαν και συνεχώς διευρύνονταν. Οι απολύσεις κάποιων δημοσιογράφων, μετά από πιέσεις του διαβόητου Δικτύου 21, λόγω των διαφοροποιήσεών τους από την «εθνική γραμμή» για το Μακεδονικό και η δυσκοιλιότητα του πολιτικού συστήματος να σεβαστεί μειοψηφίες όπως Αντιρρησίες Συνείδησης, Ομοφυλόφιλοι, θρησκευτικές μειονότητες κ.λ.π δεν άλλαζαν σημαντικά τη γενική εικόνα.
Σήμερα όμως κάθε μέρα και περισσότεροι άνθρωποι στερούνται τα στοιχειώδη ανθρώπινα δικαιώματα (ένα πιάτο φαΐ κι ένα κρεββάτι για να κοιμηθούν το βράδυ) και τα στοιχειώδη κοινωνικά δικαιώματα (δικαίωμα στην περίθαλψη και στη νοσηλεία) και, κατ' επέκταση, έχουν χάσει κάθε δικαίωμα σε ελευθερία επιλογών. 
Επιπλέον, κυβέρνηση και ανώτατη δικαστική εξουσία παραβιάζουν χέρι - χέρι συστηματικά το συνταγματικό θεσμικό πλαίσιο, με την πρώτη να υποκαθιστά το νομοθετικό έργο της Βουλής με πράξεις νομοθετικού περιεχομένου και τη δεύτερη να καλύπτει τις πράξεις της πρώτης με την επίκληση του Κρατικού Συμφέροντος.
ΠΑΙΔΕΙΑ. Την άφησα τρίτη γιατί όλες οι δημοκρατικά εκλεγμένες κυβερνήσεις από το 1974 μέχρι το 2011, εκλάμβαναν την υποχρέωσή τους για παροχή Δημόσιας Δωρεάν Παιδείας, ως υποχρέωση να χτίζουν σχολικές αίθουσες, να προσλαμβάνουν κακοεκπαιδευμένους δασκάλους με τους χειρότερους μισθούς σε όλες τις χώρες της Ευρωζώνης και να φυτεύουν δεξιά κι αριστερά τμήματα Πανεπιστημίων και ΤΕΙ, στη λογική του «κάθε πόλη και στάδιο, κάθε χωριό και γυμναστήριο». 
Και σε αυτό συναινούσε σύσσωμη η κοινωνία. Ουδείς ενοχλούνταν για την καθήλωση των δαπανών για την Παιδεία στο χαμηλότερο ποσοστό του ΑΕΠ στην Ευρώπη, ουδείς ενοχλούνταν από τη συνακόλουθη πενία των πανεπιστημιακών βιβλιοθηκών, ουδείς ενοχλούνταν για την απουσία χρηματοδότησης της επιστημονικής έρευνας.
Δημόσια δωρεάν Παιδεία όντως δεν έχουμε πλέον, όμως αυτό δε συνέβη τα τελευταία τρία χρόνια και επ' αυτού η ευθύνη είναι συλλογική, δεν αφορά μόνο τις αντιλήψεις των κυβερνώντων. Και μόνο αν οραματιστούμε ένα νέο εκπαιδευτικό πρότυπο θα την αποκτήσουμε.
Δε μπορώ να μη δώσω δίκιο και στους δυο συνομιλητές μου. Ναι, το σύνθημα είναι πάντα επίκαιρο οι προκλήσεις όμως είναι διαφορετικές.
Κατ' αρχή η υποστήριξη προς τους συνταγματάρχες το 1973 ήταν πολύ χαμηλότερη από την υποστήριξη προς το σημερινό καθεστώς. Βεβαίως πολύ λίγοι έκαναν αντίσταση, ακόμα κι αυτοί που ξεχύθηκαν στους δρόμους εκείνο το τριήμερο λίγοι ήταν σε σχέση με τον πληθυσμό της Αθήνας, ακόμα και σε σχέση με αυτούς που, δέκα μέρες νωρίτερα, είχαν συρρεύσει στο Μνημόσυνο του Γεωργίου Παπανδρέου. Οι περισσότεροι ή «κοιτούσαν τις δουλειές τους» ή φοβούνταν «μην έρθουν οι κόκκινοι και τους πάρουν την περιουσία».
Αυτές οι δυο τελευταίες κατηγορίες συνεχίζουν να υπάρχουν και σήμερα, παρ' όλο που κάθε μέρα ξυπνάνε φτωχότεροι. Η βαθειά τους δυσπιστία προς κάθε μορφή κοινωνικής δράσης, ο φόβος ότι «τα πράγματα μπορεί να χειροτερέψουν», τους παραλύουν.
Και οι εκκλήσεις του ΣΥΡΙΖΑ να σπεύσουν μαζικά να τον υπερψηφίσουν δεν τους βοηθούν. οι άνθρωποι αυτοί ή θα απέχουν εφεξής από την εκλογική διαδικασία ή θα εμπιστευτούν την τύχη τους στους νεοναζί.
Τότε η νέα γενιά ασφυκτιούσε, σε μια χώρα που εξασφάλιζε μεν ένα μεροκάματο σε όλους, όμως δεν υπήρχε χώρος για ατομική και συλλογική έκφραση. Σήμερα η νέα γενιά καλείται να δώσει αγώνα επιβίωσης, σε μια χώρα που δε μπορεί να της προσφέρει τίποτα. 
Σε αυτό το πλαίσιο, τη λύση δε θα φέρει μια «Αριστερή Κυβέρνηση» όπως ευαγγελίζεται ο ΣΥΡΙΖΑ, πρώτον γιατί οι άνθρωποι που έχουν την αγωνία της επιβίωσης κατά πάσα πιθανότητα δε θα προσέλθουν στην κάλπη, δεύτερον διότι δεν είναι πλέον αυτονόητο πως οι εκλογές θα γίνουν.
Προϋπόθεση για να υπάρξει μια αλλαγή στη σημερινή κατάσταση καθημερινής εξαθλίωσης είναι ν' αρχίσει μια δουλειά μυρμηγκιού, με χτίσιμο δομών κοινωνικής αλληλεγγύης σε κάθε χώρο όπου υπάρχουν άνθρωποι που υποφέρουν. Μέσα από αυτές οι τρομοκρατημένοι συμπολίτες μας που αγωνιούν για την επιβίωσή τους θα αποκτήσουν εμπιστοσύνη στην κοινωνική δράση, μέσα από αυτές θα οραματιστούν μια αλλαγή, μέσα από αυτές θα εκμεταλλευτούν και το τελευταίο ίχνος θεσμικής διεκδίκησης για να αλλάξει η κατάσταση. Μέχρι τότε όμως έχουμε πολύ δρόμο.    

Γιάννης Χρυσοβέργης   

Υ.Γ. Έγραψα πολλά, δε μπορώ όμως να μη σταθώ σε ένα δείγμα πολιτικού αυτισμού σύμπασας σχεδόν της Αριστεράς (εξαιρώ τροτσκιστές και αναρχικούς). Τα συνθήματα «φονιάδες των λαών Αμερικάνοι» και λοιπές αντιιμπεριαλιστικές κορώνες, που κυριάρχησαν στην πορεία, σε μια εποχή που ο εχθρός είναι κυριολεκτικά εντός των τειχών, δείχνουν ανάγλυφα γιατί τρία χρόνια τώρα το μεγαλύτερο μέρος της Αριστεράς, είτε ονειρεύεται Αριστερές κυβερνητικές πλειοψηφίες, είτε παρακολουθεί ως παρατηρητής τα τεκταινόμενα, αδυνατώντας να παρέμβει με τον προνομιακό, μέχρι τώρα, για την Αριστερά τρόπο, τη δημιουργία δομών κοινωνικής αλληλεγγύης. Είναι αποτέλεσμα της αδυναμίας ανάλυσης της κατάστασης.