Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΔΗΜΑΡ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΔΗΜΑΡ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 28 Ιουνίου 2014

ΟΙ ΔΙΑΚΡΙΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΔΥΣΔΙΑΚΡΙΤΕΣ ΓΕΦΥΡΕΣ ΤΟΥ ΠΟΤΑΜΙΟΥ

Η έναρξη του συνεδρίου του ΠΟΤΑΜΙΟΥ στο Λαύριο έφερε στην ίδια αίθουσα εκπροσώπους όλων σχεδόν των κομμάτων .
Τα όσα ακούστηκαν από τους εκπροσώπους των κομμάτων αυτών πείθουν πως ο νεόκοπος πολιτικός σχηματισμός υπό τον Σταύρο Θεοδωράκη είναι πλέον μια πολύφερνη νύφη, παρά την πενιχρή της προίκα.
Ίσως γιατί όλο αυτό το διάστημα, ο Σταύρος Θεοδωράκης και οι συνεργάτες του φρόντισαν, συστηματικά και ανεπαίσθητα, να χτίσουν διακριτικές και δυσδιάκριτες γέφυρες προς κάθε κατεύθυνση.

Ελάχιστοι παρατήρησαν ότι, σε όλη τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας, ο Σταύρος Θεοδωράκης απέφυγε με περισσή επιμέλεια να αναφερθεί, έστω και μια φορά, με αρνητικό τρόπο στο ΣΥΡΙΖΑ. 
Σε αντίθεση με τους ανταγωνιστικούς προς αυτόν σχηματισμούς της Κεντροαριστεράς, οι οποίοι διαγωνίζονταν σε υστερικές αντισυριζικές κραυγές, όμοιες με αυτές της ανέραστης γεροντοκόρης (γεροντοκόρου) που βρίσκεται αντιμέτωπη(ος) με ένα νεαρό ζευγάρι σε τρυφερή στιγμή, ο Σταύρος Θεοδωράκης προτίμησε ένα προσεκτικά αποστειρωμένο από αιχμές και πάθος λόγο, με συνθήματα που πάνε με όλους και όλα και απέφυγε κάθε ίχνος προσωπικής - πολύ δε περισσότερο πολιτικής - αντιπαράθεσης με την ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ.
Οι περισσότεροι αναμφίβολα εκτίμησαν ότι η τακτική αποφυγής αντιπαραθέσεων εντάσσονταν σε μια απέλπιδα προσπάθεια συγκάλυψης της απουσίας θέσεων του κόμματος, όμως έχουν άδικο. Γιατί το ΠΟΤΑΜΙ είναι μοναδικό στα χρονικά - και όχι μόνο τα ελληνικά - φαινόμενο πολιτικού σχηματισμού που επαίρεται για την απουσία πολιτικών θέσεών του. 
Οι γενικόλογες εκκλήσεις προς το εκλογικό σώμα για «αναγέννηση της χώρας», για «κοινό αγώνα για την προκοπή της χώρας» και λοιπά παρεμφερή δε συνιστούν διακριτό πολιτικό σχήμα αφού, με διαφορετικό πολιτικό πρόσημο, υπάρχουν στο σύνολο του πολιτικού φάσματος από την άκρα Δεξιά μέχρι την αντικοινοβουλευτική Αριστερά.
Και μπορεί αυτή ακριβώς η απουσία πολιτικών θέσεων σε μια αναμέτρηση που διεξάγονταν σε εξαιρετικά πολωμένο κλίμα και με ένα εκλογικό σώμα επιθετικά δύσπιστο προς κάθε πολιτικό σχηματισμό να του κόστισε την ταχεία καταβύθιση από το δημοσκοπικό 11,5% στο αναιμικό 6,5%, όμως στη σημερινή εναρκτήρια συνεδρίαση του συνεδρίου του ΠΟΤΑΜΙΟΥ ο ΣΥΡΙΖΑ εκπροσωπήθηκε από το γ.γ. της Κεντρικής Πολιτικής Επιτροπής και στενό συνεργάτη του Αλέξη Τσίπρα, Δημήτρη Βίτσα. 
Η γέφυρα είναι εδώ. Το ΠΟΤΑΜΙ πλασάρεται πλέον ως μελλοντικός κεντροαριστερός εταίρος σε μια κυβέρνηση υπό το ΣΥΡΙΖΑ, χωρίς τα βαρίδια του Βενιζελικού ΠΑΣΟΚ και τις εμμονές της μακαρίτισσας πλέον  ΔΗΜΑΡ.
Η δημιουργία της γέφυρας αυτής δυο πιθανές ερμηνείες έχει. 
Η πρώτη είναι ότι ο πατριάρχης της κρατικοδίαιτης επιχειρηματικότητας και εμπνευστής του εν λόγω πολιτικού σχήματος, ο Γ. Μπόμπολας έλαβε την απόφαση αν δεν μπορέσει να αποτρέψει μια εκλογική νίκη του ΣΥΡΙΖΑ να επωφεληθεί από αυτή με τον μοναδικό τρόπο που αυτός γνωρίζει: κάνοντας business as usual. 
Η δεύτερη είναι ότι ο Σταύρος Θεοδωράκης αποφάσισε να αυτονομηθεί από το δημιουργό του. Στην περίπτωση αυτή όμως η τύχη του είναι προδιαγεγραμμένη. Την υπερπροβολή από τα ΜΜΕ, όταν και όποτε αυτός επιθυμεί θα την αντικαταστήσει στο αμέσως επόμενο μέλλον ο εξοστρακισμός, η επιθετική κριτική χωρίς δικαίωμα αντιλόγου και, στο τέλος, η δημιουργία ενός «νέου» κόμματος, υπό την ηγεσία κάποιου άλλου «τηλεοπτικού αστέρα».
Σε κάθε περίπτωση, η μέχρι στιγμής προβολή του συνεδρίου του ΠΟΤΑΜΙΟΥ από τα ΜΜΕ του ΠΗΓΑΣΟΥ και, κυρίως, η υπερπροβολή όσων εγκαταλείπουν το ναυάγιο της ΔΗΜΑΡ για να επιβιβαστούν στο σκάφος του Σταύρου Θεοδωράκη συνηγορούν υπέρ της πρώτης εκδοχής.
Όμως η γέφυρα προς την Αριστερά στήθηκε χωρίς να κοπούν οι γέφυρες με τον κυβερνώντα συνασπισμό.
Στην εναρκτήρια ομιλία του ο Σταύρος Θεοδωράκης περιορίστηκε σε μια πολύ επιφανειακή κριτική έναντι ορισμένων «παρωχημένων πολιτευτών», οι οποίοι «καταψηφίζουν τον προϋπολογισμό αλλά μετά τον εφαρμόζουν» και «πρώην υμνητές της δικτατορίας». Κι όλα αυτά συνοδευόμενα από άσφαιρα πυρά  - μην κάνουμε καμιά ζημιά στην άλλη γέφυρα - κατά του «αριστερού λαϊκισμού», ο οποίος, ώ του θαύματος, δεν έχει πολιτικό ονοματεπώνυμο και ύμνους προς την Ευρώπη.
Ταυτοχρόνως φρόντισε να απέχει κάθε σχολίου για τα μείζονος σημασίας θέματα επί των οποίων πρόκειται να νομοθετήσουν τα θερινά τμήματα της Βουλής και τα οποία θα καθορίσουν τη ζωή μας στις επόμενες δεκαετίες. Η σιωπή είναι χρυσός.
Κι αυτή η γέφυρα είναι εδώ. Και επιβεβαιώθηκε από την παρουσία των γραμματέων της ΝΕΑΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ και του ΠΑΣΟΚ στην τελετή έναρξης του συνεδρίου.
Εδώ οφείλουμε όμως να αποδώσουμε τα του Καίσαρος τω Καίσαρι. Η δημιουργία ενός κόμματος που, με σαφείς προγραμματικές προϋποθέσεις θα ήταν διατεθειμένο να συνεργαστεί με την παρούσα κυβέρνηση και με κάποιες άλλες, επίσης σαφείς προγραμματικές προϋποθέσεις, με την Αριστερά θα είχε πολλαπλά θετική συνεισφορά στην πολιτική ζωή.
Όμως το ΠΟΤΑΜΙ  δεν είναι κάτι τέτοιο. Οι διατυπώσεις των απόψεών του, που εκφράζονται δια στόματος Σταύρου Θεοδωράκη και μόνον αυτού, παραπέμπουν στις «οδηγίες προς νεαρό συνθέτη» του Λουκιανού Κηλαηδόνη. «...Και σιγά-σιγά αρχίζεις να τους βάζεις μουσική, που όλο κάτι να θυμίζει και να μην ξέρουμε τι...».
Η συνταγή αυτή, μπορεί σε άλλες εποχές να είχε πέραση. Όμως σε μια εποχή που οι πολίτες είναι επιθετικά δύσπιστοι όσο ποτέ προς όλους τους πολιτικούς σχηματισμούς η επιμελημένη ασάφεια του ΠΟΤΑΜΙΟΥ προς χάριν των διακριτικών και δυσδιάκριτων γεφυρών του εμπεριέχει τον κίνδυνο να μείνουν μεν οι γέφυρες, το ποτάμι όμως να στερέψει πριν αλέκτωρ λαλήσει τρις. 
Γιάννης Χρυσοβέργης 

Τετάρτη 9 Απριλίου 2014

ΤΟ ΜΠΑΛΤΑΚΕΙΟΝ ΑΓΟΣ*

 Πολλά ειπώθηκαν, και ορθώς, για τις κρυφές και φανερές σχέσεις του στενού συνεργάτη του Σαμαρά και γενικού γραμματέα του Υπουργικού Συμβουλίου Παναγιώτη Μπαλτάκου με τη ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ.
Ουδείς όμως ενοχλήθηκε από την προκλητική ομολογία, κατάλυσης του Κράτους Δικαίου, δια στόματος του γενικού γραμματέα του Υπουργικού Συμβουλίου.
Σε αυτή την απουσία δημοκρατικών θεσμικών αντανακλαστικών συνίσταται το «Μπαλτάκειον άγος» ή, νεοελληνιστί, «Μπαλτάκοσγκέητ»  .

Αν μετά από όσα είπε στον επίμαχο διάλογό του με τον Ηλία Κασιδιάρη και δεν τα διέψευσε ούτε στιγμή, οι υπουργοί Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης είχαν εναγάγει τον Παναγιώτη Μπαλτάκο για συκοφαντική δυσφήμιση και η Δικαιοσύνη από την πλευρά της είχε κινηθεί αυτεπάγγελτα εναντίον του, για την προφανή δυσφήμιση του θεσμού που προκύπτει από τα λεγόμενά του όλη η συζήτηση θα όφειλε να εξαντληθεί στις προφανείς πολιτικές ευθύνες του Αντώνη Σαμαρά.
Μια εβδομάδα μετά τίποτα από τα παραπάνω δεν έχει συμβεί. Και, με εξαίρεση τον Γ. Παπανδρέου και τον βουλευτή της ΔΗΜΑΡ Ν. Τσούκαλη, ουδείς διανοήθηκε να εγείρει το μείζον ζήτημα της λειτουργίας των θεσμών.
Ουδείς διανοήθηκε να ζητήσει διερεύνηση των όσων παραδέχεται, με τη θεσμική ιδιότητα του γενικού γραμματέα του Υπουργικού Συμβουλίου, ο Παναγιώτης Μπαλτάκος.
Αν δεχθούμε, ότι ο Παναγιώτης Μπαλτάκος ψεύδονταν ασύστολα και η Δικαιοσύνη κινήθηκε χωρίς την παραμικρή κυβερνητική παρέμβαση κατά της ΧΡΥΣΗΣ ΑΥΓΗΣ, τότε η ηγεσία του Αρείου Πάγου οφείλει εξηγήσεις στην ελληνική κοινωνία για την επί δυο δεκαετίες αδιαφορία των δικαστών έναντι των εγκληματικών ενεργειών μελών της ΧΡΥΣΗΣ ΑΥΓΗΣ. 
Και να προβεί, ως ελάχιστο δείγμα ευθύνης έναντι της κοινωνίας και του πολιτεύματος,  στη διερεύνηση των ευθυνών εκείνων των δικαστών που έβαλαν στο αρχείο εκατοντάδες υποθέσεων εγκληματικών ενεργειών μελών της ΧΡΥΣΗΣ ΑΥΓΗΣ. Γιατί ο Παύλος Φύσσας δεν ήταν το πρώτο της θύμα. Η σχετική έκθεση του Συνηγόρου του Πολίτη είναι αποκαλυπτική. 
Σε κάθε περίπτωση τίθεται ζήτημα λειτουργίας της Δικαιοσύνης και η ηγεσία της είναι υπόλογη έναντι του ελληνικού λαού διότι δεν προβαίνει στην κάθαρση του θεσμού.
Αν πάλι δεχθούμε ότι ο Παναγιώτης Μπαλτάκος έλεγε την αλήθεια τότε υπάρχει μείζον ζήτημα κυβερνητικής παρέμβασης στο έργο της Δικαιοσύνης. Και υπόλογος στην περίπτωση αυτή δεν είναι μονάχα ο Σαμαράς και οι υπουργοί του. Είναι και η ηγεσία του Αρείου Πάγου και οι συγκεκριμένοι ανακριτές που δεν όρθωσαν, όπως επιτάσσει το άρθρο 120 του Συντάγματος, το ανάστημά τους σε μια κυβερνητική παρέμβαση στο έργο τους.
 Ακόμα κι αν δεχθούμε ότι η κυβερνητική παρέμβαση ήταν η αντίδραση στο ότι οι δικαστικοί λειτουργοί επιδείκνυαν ύποπτη επιείκεια έναντι των εγκληματιών της ΧΡΥΣΗΣ ΑΥΓΗΣ υπάρχει μείζον πολιτικό ζήτημα. Αν η Δικαιοσύνη σε μια Δημοκρατία δεν λειτουργεί ευθύνη αν δώσει λύση έχει η Βουλή, ο εκπρόσωπος του κυρίαρχου λαού, με τη συναίνεση όλων των πιστών στο πολίτευμα πολιτικών δυνάμεων.
Το πολιτικό πρόβλημα είναι πολύ σοβαρότερο αν ισχύει ο ισχυρισμός του Παναγιώτη Μπαλτάκου ότι «δεν υπήρχαν στοιχεία». Διότι, στην περίπτωση αυτή, έχουμε να κάνουμε με πολιτική εκτροπή. Το ότι σήμερα θύμα της πολιτικής εκτροπής είναι η ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ μικρή σημασία έχει. Αύριο θα είναι ενδεχομένως ο ΣΥΡΙΖΑ, οι ΟΙΚΟΛΟΓΟΙ, η ΔΗΜΑΡ, το ΠΟΤΑΜΙ, ο Γιώργος Παπανδρέου ή οποιοσδήποτε άλλος «κόβει ψήφους» από το Σαμαρά.
Εδώ οφείλουμε να επισημάνουμε σε ανθρώπους που έχουν χύσει, στην κυριολεξία, αίμα για τη Δημοκρατία σε αυτή τη χώρα, πως η σιωπή τους τους καθιστά συνένοχους των κυβερνητικών σχεδιασμών.
Το ότι η ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ είναι εγκληματική οργάνωση δεν επιδέχεται αμφισβήτηση. Όμως στη Δημοκρατία, ακόμα και για τον χειρότερο εγκληματία, ισχύει το τεκμήριο της αθωότητας. Και για τους Χρυσαυγίτες οφείλουν να ισχύουν τα ίδια ακριβώς δικαιώματα που ο νόμος ορίζει για τον κάθε φονιά, τον κάθε παιδεραστή, τον κάθε βιαστή, τον κάθε ληστή. 
Ένα τεκμήριο για το μη σεβασμό του οποίου υπάρχουν βάσιμες υπόνοιες στην περίπτωση της αθρόας προφυλάκισης βουλευτών της ΧΡΥΣΗΣ ΑΥΓΗΣ (ως και οι κατηγορίες της πρόκλησης πλημμυρών και ναυαγίων επιστρατεύτηκαν), που ενισχύονται από το γεγονός της συνεχούς διαρροής στοιχείων της δικογραφίας στον τύπο, χωρίς κανείς να ενοχλείται ( ή μήπως πρόκειται για οργανωμένη διαρροή που αποσκοπεί να προστατεύσει από την ανακάλυψη πραγματικών ενοχοποιητικών στοιχείων τους κατηγορούμενους;).
Το γεγονός πως η μοναδική αντίδραση στην αποκάλυψη της εξωφρενικού περιεχομένου της συνομιλίας μεταξύ Μπαλτάκου και Κασιδιάρη ήταν η άσκηση, από μέρους της Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου προληπτικής λογοκρισίας κατά της δημοσίευσης οιασδήποτε παρόμοιας συνομιλίας μελλοντικά, προϊδεάζει για το χειρότερο: την οργανωμένη παραθεσμική λειτουργία χωρίς καμιά ουσιαστική αντίδραση. Αυτό είναι το Μπαλτάκειον άγος. Και είναι άγνωστο αν η Β' Ελληνική Δημοκρατία κάποια στιγμή θα προβεί στην «κάθαρση» ή αν θα συνεχίσει να αυτοαναιρείται  ώσπου να γίνει ένα αδειανό πουκάμισο.
Γιάννης Χρυσοβέργης

* Όταν απέτυχε η απόπειρα πραξικοπήματος του Κύλωνα το 632 π.Χ. (κατ' άλλους το 628) οι επιζήσαντες οπαδοί του κατέφυγαν ικέτες στο βωμό της Πολιάδος Αθηνάς. Οι άνδρες του άρχοντα Μεγακλή, παρά το ότι οι ικέτες θεωρούνταν προστατευόμενοι των Θεών, τους κατέσφαξαν. Η πράξη τους θεωρήθηκε ντροπή για την πόλη των Αθηνών, που για να ξεπλύνει το Κυλώνειον άγος, εξόρισε τους Αλκμαιωνίδες, την οικογένεια του άρχοντα Μεγακλή, δίνοντας εντολή ακόμα και να εκταφούν οι νεκροί της οικογένειας και να ακολουθήσουν τους ζωντανούς στην εξορία.

Κυριακή 9 Μαρτίου 2014

ΜΠΑΝΑΝΙΑ Νο1: ΦΑΛΚΙΔΕΥΣΗ ΨΗΦΟΡΙΑΣ ΣΤΗ ΒΟΥΛΗ

Η χοντροκομμένη απόπειρα φαλκίδευσης του αποτελέσματος ονομαστικής ψηφοφορίας στη Βουλή από τον προεδρεύοντα του σώματος Χρήστο Μαρκογιαννάκη είναι, μακράν, η πιο προκλητική παραβίαση, από τις δεκάδες, του κοινοβουλευτικού θεσμικού πλαισίου στους τελευταίους 20 μήνες.
Το ότι η Κυβέρνηση σφύριζε αδιάφορα επί 24 ολόκληρες ώρες και στη συνέχεια απέσυρε το καταψηφισμένο άρθρο χωρίς καμιά συνέπεια  για το Χρήστο Μαρκογιαννάκη, σημαίνει απλώς ότι ΤΑ ΧΕΙΡΟΤΕΡΑ ΕΡΧΟΝΤΑΙ.

Η μεταφορά της έδρας μια Περιφερειακής Αστυνομικής Διοίκησης από μια πόλη που βρίσκεται στο κέντρο σχεδόν της Περιφέρειας - στην περίπτωσή μας το Ηράκλειο απέχει 135 χιλιόμετρα από τη Σητεία, ανατολικά, και 180 χιλιόμετρα από την Κίσσαμο, δυτικά -  σε μια άλλη στην άκρη της ίδιας περιφέρειας - στην περίπτωσή μας τα Χανιά, σε απόσταση 275 χιλιομέτρων από τη Σητεία και μόλις 40 από την Κίσσαμο - για την εξυπηρέτηση της εκλογικής πελατείας του κυβερνώντος κόμματος, είναι απεχθής μεν, συνηθισμένη δε - δυστυχώς - για τα ελληνικά κοινοβουλευτικά ήθη.
Η πρόβλεψη του άρθρου 30 του νομοσχεδίου για την αναδιάρθρωση της ΕΛΑΣ, για μεταφορά της Περιφερειακής Διοίκησης της ΕΛ.ΑΣ. από το Ηράκλειο στα Χανιά, ενάντια σε κάθε λογική, υπήρχε για την ικανοποίηση της εκλογικής πελατείας της ΝΕΑΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ - για να ακριβολογούμε της οικογένειας Μητσοτάκη - η οποία μόνο στα Χανιά, από όλη την Κρήτη, διαθέτει αξιόλογο πολιτικό έρεισμα. 
Το εν λόγω άρθρο καταψήφισε σύσσωμη η αντιπολίτευση πλην της ΔΗΜΑΡ, η οποία απείχε της ψηφοφορίας για λόγους ακατανόητους, και το ΠΑΣΟΚ, για τους δικούς του πελατειακούς λόγους, μιας και στο Ηράκλειο διαθέτει τα τελευταία ίχνη πολιτικής του επιρροής στην Κρήτη και πιθανώς στην Ελλάδα.
Το άρθρο απορρίφθηκε 127 ψήφους κατά και 126 ψήφους υπέρ. Όμως ο προεδρεύων Αντιπρόεδρος της Βουλής Χρήστος Μαρκογιαννάκης, ανακοίνωσε, αφήνοντας τους πάντες εμβρόντητους, ότι το άρθρο είχε εγκριθεί με 126 ψήφους υπέρ και 125 ψήφους κατά.
Το ότι ο Χρήστος Μαρκογιαννάκης, πίστεψε το βράδυ της Πέμπτης 6 Μαρτίου πως μπορεί να φαλκιδεύσει το αποτέλεσμα μιας ονομαστικής ψηφοφορίας στη Βουλή, για να ικανοποιήσει την κομματική και προσωπική εκλογική του πελατεία, είναι απόδειξη  της απέχθειάς του προς τον Κοινοβουλευτισμό. 
Η πράξη του μια και μόνη ερμηνεία επιδέχεται: τη βαθύτατη πεποίθησή του ότι στην Ελλάδα πλέον ΟΛΑ ΕΠΙΤΡΕΠΟΝΤΑΙ.
Σε οποιαδήποτε Κοινοβουλευτική Δημοκρατία στην οποία η κυβερνητική πλειοψηφία σέβεται, αν όχι την ουσία, τουλάχιστον το τυπικό θεσμικό της πλαίσιο, ο Χρήστος Μαρκογιαννάκης θα είχε υποχρεωθεί σε παραίτηση, ενώ η Δικαιοσύνη θα είχε ξεκινήσει τη δικαστική διερεύνηση της πράξης του.
Το γεγονός ότι επί 24 ώρες η Κυβέρνηση, σφύριζε αδιάφορα, για να αποσυρθεί στη συνέχεια το επίμαχο άρθρο, χωρίς καμιά εξήγηση και χωρίς καμία απολύτως επίπτωση για τον εμπνευστή του κοινοβουλευτικού αυτού πραξικοπήματος αποδεικνύει περίτρανα ότι ο Μαρκογιαννάκης δεν είναι ο μόνος που πιστεύει ότι ΟΛΑ ΕΠΙΤΡΕΠΟΝΤΑΙ.
Μείζον ζήτημα όμως γεννάται και από το γεγονός ότι οι διαμαρτυρίες της Αντιπολίτευσης σταμάτησαν ευθύς αμέσως μετά την απόσυρση από το νομοσχέδιο του επίμαχου άρθρου. Ως εάν το μείζον πρόβλημα δεν ήταν η φαλκίδευση του αποτελέσματος της ψηφοφορίας από τον Αντιπρόεδρο της Βουλής, αλλά το περιεχόμενο του άρθρου, που, θα συμφωνήσουμε, αντέβαινε σε κάθε έννοια λογικής.
Είναι γεγονός ότι οι αντικοινοβουλευτικές ενέργειες αυτής της κυβέρνησης είναι τόσο πολλές, που η καθημερινή ανάδειξή τους εμπεριέχει τον κίνδυνο ο πολιτικός λόγος της Δημοκρατικής Αντιπολίτευσης να γίνει κουραστικός.
Είναι γεγονός επίσης ότι υπό τις συνθήκες ακραίας κρίσης και καθημερινής αβεβαιότητας, που φθάνει ακόμα και στην εξασφάλιση ενός πιάτου φαγητού την ημέρα, μεγάλη μερίδα των πολιτών, δε δίνει δυάρα για την τήρηση των κοινοβουλευτικών κανόνων, πολύ περισσότερο που αρχίζει να θεωρεί τον κοινοβουλευτισμό υπαίτιο για την κατάσταση στην οποία βρίσκονται.
Είναι όμως απαραίτητο για τη Δημοκρατική Αντιπολίτευση, και δυστυχώς στην παρούσα Βουλή ο προσδιορισμός αυτός αφορά δυο και μόνο κόμματα, το ΣΥΡΙΖΑ και τη ΔΗΜΑΡ, μιας και όλα τα υπόλοιπα έχουν αποδείξει λόγω και, κυρίως,  έργω την απέχθειά τους στους Δημοκρατικούς θεσμούς, αν θέλει η όποια έξοδος από τη σημερινή κατάσταση να μην έχει θύμα τη Δημοκρατία, να αναδεικνύει κάθε πράξη παραβίασης των Κοινοβουλευτικών κανόνων.
Στην περίπτωση του Μαρκογιαννάκη, ο μεν ΣΥΡΙΖΑ  υπήρξε ανεπαρκής, διότι ξέχασε το ζήτημα αμέσως μόλις το καταψηφισμένο άρθρο αποσύρθηκε από το νομοσχέδιο, η δε ΔΗΜΑΡ παίρνει κάτω από τη βάση, διότι, όποια και αν ήταν η αιτιολόγηση της αποχής της κατά την ψηφοφορία, από τη στιγμή που υπήρξε φαλκίδευση αποτελέσματος της ψηφοφορίας όφειλε να είχε αντιδράσει. 
Είναι καιρός, όσοι πιστεύουν ότι η Κοινοβουλευτική Δημοκρατία είναι τρόπος ζωής και όχι άχρηστη τυπολατρία, να αναλάβουν τις ευθύνες τους.
Σε αντίθετη περίπτωση στρώνουν το δρόμο για την επόμενη δικτατορία. Το αν η δικτατορία αυτή θα είναι του Σαμαρά ή της ΧΡΥΣΗΣ ΑΥΓΗΣ μικρή σημασία έχει.

Γιάννης Χρυσοβέργης

Πέμπτη 12 Σεπτεμβρίου 2013

Η ΑΒΑΣΤΑΧΤΗ ΜΟΝΑΞΙΑ ΤΗΣ ΜΑΡΙΑΣ ΡΕΠΟΥΣΗ (Ας μιλήσει επιτέλους κάποιος στην Αριστερά για τον Εθνικισμό)

Για άλλη μια φορά η Μαρία Ρεπούση βρέθηκε στο στόχαστρο των εξ επαγγέλματος πατριωτών και των εμπόρων της θρησκείας με αφορμή τα όσα δήλωσε στη Βουλή για τη διδασκαλία των Αρχαίων Ελληνικών και των Θρησκευτικών στα σχολεία.
Και για άλλη μια φορά, η Αριστερά όχι μονάχα αρνήθηκε να τη στηρίξει, αλλά έσπευσε να ζητήσει την «εκτέλεσή της με συνοπτικές διαδικασίες».
Κάποιος πρέπει επιτέλους να μιλήσει στην Αριστερά, «επαναστατική», «μεταρρυθμιστική», ή όπως διάολο θέλει, για το ασύμβατο εθνικισμού και Αριστεράς.

Τη Μαρία Ρεπούση δεν έχω την τύχη να τη γνωρίζω προσωπικά. Την έχω συναντήσει μια μονάχα φορά, πριν από έξι - επτά χρόνια, όταν είχε βρεθεί και πάλι στο στόχαστρο εξ επαγγέλματος πατριωτών κάθε ιδεολογικής απόχρωσης για το βιβλίο Ιστορίας της ΣΤ' Δημοτικού, που είχε συγγράψει μαζί με ομάδα συνεργατών της. Τότε ο Σύνδεσμος Αντιρρησιών Συνείδησης, είχε διοργανώσει μια εκδήλωση στην αίθουσα της ΕΣΗΕΑ με θέμα το επίμαχο βιβλίο.
Δεν είχε θελήσει να είναι ομιλήτρια, είχε παραστεί όμως στην εκδήλωση, είχε ακούσει απόψεις, είχε συμμετάσχει στη συζήτηση.
Όπως και τότε, έτσι και τώρα, με τους κάθε λογής φανατισμένους ρασοφόρους, χρυσαυγίτες ροπαλοφόρους, και κάθε λογής άσχετους με το επιστημονικό αντικείμενο της Ιστορίας, που έχουν το θράσος να ζητούν την κεφαλή της επί πίνακι για πράγματα που αγνοούν και δε θέλουν να τα κατανοήσουν συμπαρατάσσονται πλήθος επώνυμοι της Αριστεράς, στο όνομα του «αντιιμπεριαλισμού», της «εθνικήςιδιαιτερότητας» και δεν ξέρω τι άλλο.
Ως Ιστορικός, εξοργίζομαι κάθε φορά που άνθρωποι άσχετοι με το επιστημονικό αντικείμενο της Ιστορικής Επιστήμης φρονούν πως οφείλουν να δώσουν μαθήματα σε έναν άνθρωπο που, έχει περάσει χιλιάδες ωρών μελέτης για να καταλήξει στις όποιες απόψεις του, οι οποίες, σίγουρα θα περιέχουν λάθη, υπερβολές ή στρεβλώσεις - κανένας επιστήμονας δεν είναι θεός - η επισήμανση των οποίων όμως είναι υποχρέωση άλλων Ιστορικών και όχι δικηγόρων, δημοσιογράφων και λοιπών καφενόβιων πολιτικολογούντων. Και οι «απόψεις» τους, μου θυμίζουν το στίχο του Ντίνου Χριστιανόπουλου: «Ως  και ο σύλλογος ευνούχων, αντιτίθεται στα αντισυλληπτικά».
Στο Μεσαίωνα, ο κύριος πυλώνας της πολιτικής εξουσίας, η Εκκλησία, έστελνε στην πυρά όποιον διατύπωνε φιλοσοφικές, θεολογικές ή επιστημονικές απόψεις που δυνητικά, θα μπορούσαν να απειλήσουν την εξουσία της.
Στις μέρες μας οι ιεροεξεταστές δε φορούν την τήβενο του καρδινάλιου, αλλά το ακριβό κουστούμι του τηλεεισαγγελέα - δημοσιογράφοι αυτοαποκαλούνται - του κομματικού στελέχους καριέρας, του πολιτευτή της δεκάρας. Είναι όμως εξ ίσου επικίνδυνοι.
Είναι αλήθεια ότι η κακοποίηση της Ιστορικής επιστήμης από άσχετους, είναι πολύ σοβαρότερη της αντίστοιχης κακοποίησης των Οικονομικών επιστημών ή της Νομικής Επιστήμης, που επίσης κακοποιούνται, και ουδεμία σχέση έχει με το απυρόβλητο στο οποίο βρίσκονται στις μέρες μας οι φυσικές και λοιπές θετικές επιστήμες.
Η κακοποίηση αυτή έχει μια εύλογη εξήγηση, καθώς το μάθημα της Ιστορίας, χρησιμοποιήθηκε στην εκπαίδευση, σε όλες ανεξαιρέτως τις χώρες, ως εργαλείο σφυρηλάτησης εθνικής συνείδησης. Εμείς, οι κάθε «εμείς», είμαστε οι «καλοί», οι «ήρωες», οι «πολιτισμένοι», «ο περιούσιος λαός» του κάθε θεού, οι «μάγκες», οι «τσίφτηδες» κι οι «καραμπουζουκλήδες». Οι άλλοι, οι κάθε «άλλοι», είναι «βάρβαροι», «άνανδροι», και «επιβουλεύονται την πατρίδα μας».
Η ανάγνωση αυτή της Ιστορίας, όπως και κάθε εθνική αφήγηση, βρέθηκαν από την πρώτη στιγμή στο στόχαστρο της κριτικής της Αριστεράς, που αντιπαρέβαλε την οικουμενικότητα στον εθνοκεντρισμό και τη μελέτη της  Ιστορίας της καθημερινής ζωής, στην έμφαση που δίνεται στα έργα και τις ημέρες των βασιλέων. 
Τα όσα διατύπωσε προχθές η Μαρία Ρεπούση στη Βουλή, για τη διδασκαλία της Αρχαίας ελληνικής και των θρησκευτικών αποτελούσαν το 1974 πολιτικά αιτήματα σύσσωμης της Αριστεράς, από το «εθνοπατριωτικό» - τρομάρα να τούρθει - ΠΑΣΟΚ, μέχρι τους μαοϊκούς, τους τροτσκιστές και κάθε λογής αριστεριστές. Και πήγαιναν πακέτο με το αίτημα για καθιέρωση στην εκπαίδευση της Δημοτικής γλώσσας.
Ήταν η φωνή της κοινής λογικής, αλλά και ενός ανθρώπου που θέλει η εκπαίδευση να είναι εργαλείο κοινωνικής αναβάθμισης των πολιτών και όχι εργαλείο ταξικού διαχωρισμού.
Ήταν η φωνή ενός ανθρώπου που πιστεύει ότι το σημαντικότερο για έναν απόφοιτο της υποχρεωτικής εκπαίδευσης είναι να μπορεί να συντάξει ένα κείμενο μιας σελίδας χωρίς συντακτικά και ορθογραφικά λάθη (πράγμα που απόφοιτοι Πανεπιστημίου είναι συχνά ανίκανοι να κάνουν).
Αλήθεια, σε ποιόν «ορθό λόγο» εμπίπτει ο διαχωρισμός της θέσης της ΔΗΜΑΡ, από τις απόψεις της υπεύθυνής της για θέματα Παιδείας; Κι αν θεωρούν ότι η Μαρία Ρεπούση τους εξέθεσε γιατί δεν την αποπέμπουν;
Αλήθεια, σε ποιά «αριστερή λογική» εμπίπτει η εκκωφαντική σιωπή του ΣΥΡΙΖΑ ή, ακόμα χειρότερα, οι δηλώσεις του Αλέκου Αλαβάνου στο λιντσάρισμα του οποίου υπήρξε θύμα η Μαρία Ρεπούση; Ή μήπως πιστεύουν πως «ό,τι χαϊδεύει αυτιά είναι αριστερό»;
Ας τους υπενθυμίσει επιτέλους κάποιος ότι το 1943 το ΕΑΜ, στο οποίο ωμνύουν πρωί, μεσημέρι και βράδυ, προ και μετά του φαγητού ήθελε πανανθρώπινη τη λευτεριά.

Γιάννης Χρυσοβέργης  

  

Πέμπτη 18 Ιουλίου 2013

ΑΝΕΠΑΡΚΗΣ; ΤΟΥΛΑΧΙΣΤΟΝ. ΕΝΟΧΟΣ; ΤΟ ΠΟΛΥ ΓΙΑ ΠΛΗΜΕΛΗΜΑ

Η παραπομπή του Γ. Παπακωνσταντίνου στο Ειδικό Δικαστήριο με επιχειρήματα τραβηγμένα, στην καλύτερη περίπτωση, από τα μαλλιά, οδηγεί το θεσμό, για δεύτερη φορά σε διάστημα 25 χρόνων, σε γελοιοποίηση.
Κι οι συνέπειες αυτής της γελοιποίησης υπάρχει κίνδυνος να είναι τραγικές, καθ' όσον ελλοχεύει η ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ.
 
Το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας στη Βουλή για την παραπομπή του Γιώργου Παπακωνσταντίνου, δεν πρέπει να άφησε ευχαριστημένο κανένα κομματικό επιτελείο. Σε μια συνεδρίαση, στη διάρκεια της οποίας ούτε μια φωνή αντιλόγου δεν υψώθηκε, 70-133 βουλευτές, ανάλογα με την κατηγορία, επέλεξαν να εκφράσουν τη διαφωνία τους, με διάφορους τρόπους - απουσία από την ψηφοφορία, αποχή, αρνητική ψήφος, άκυρο ψηφοδέλτιο - στο οργανωμένο λιντσάρισμα του πρώην υπουργού Οικονομικών.
Όμως προβληματισμό προκαλεί το ότι κανένας βουλευτής δεν τόλμησε να διακηρύξει ευθαρσώς τις ενστάσεις του. Προβληματισμό προκαλεί η ευκολία με την οποία οι άνθρωποι αυτοί δεν τόλμησαν να διατυπώσουν τις απόψεις τους φοβούμενοι... τι; Το λιντσάρισμα των ΜΜΕ;  Τις κομματικές κυρώσεις; Την οργή των ψηφοφόρων τους;
Δυστυχώς η απόφαση της Βουλής βάζει τα   θεμέλια για τη γελοιοποίηση του Ειδικού Δικαστηρίου, όπως και το 1989, όταν με έωλα στοιχεία, παραπέμφθηκε σε αυτό ο Ανδρέας Παπανδρέου.
Ας βάλουμε τα πράγματα στη θέση τους. Η γνωστή ως «λίστα Λαγκάρντ», ως προϊόν υποκλοπής - δεν τη δημοσίευσε η HSBC, αλλά ένα απολυμένο στέλεχός της - δε μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως αποδεικτικό στοιχείο σε καμιά δίκη, ούτε καν ως επίσημη αιτιολογία για φορολογικό έλεγχο (υπάρχει σχετική πρόσφατη απόφαση του Γαλλικού Ανωτάτου Δικαστηρίου).
Το ότι η εν λόγω «λίστα» είναι προϊόν υποκλοπής δε σημαίνει ότι δε μπορεί, με τους κατάλληλους χειρισμούς, να αξιοποιηθεί για φορολογικούς ελέγχους.
Είναι επίσης γεγονός ότι, τόσο επί  Παπακωνσταντίνου, όσο και επί  Βενιζέλου, πως η αξιοποίηση αυτή δεν έγινε.
Ας μην ασχοληθούμε με την εξωφρενική ασυλία που παρέσχε η κοινοβουλευτική πλειοψηφία στον αντιπρόεδρο της κυβέρνησης, σε σύγκριση με τη μεταχείριση που επιφύλαξε στον Γιώργο Παπακωνσταντίνου. Ας σταθούμε στις ευθύνες του Γιώργου Παπακωνσταντίνου.
Ο Γιώργος Παπακωνσταντίνου έχει ευθύνη, διότι δεν είναι σε θέση να εξηγήσει τι έκανε το αρχικό CD που παρέλαβε από τη Γαλλίδα τότε ομόλογό του. Μπορεί η «απώλεια» του αρχείου, που δεν συνιστά δημόσιο έγγραφο γιατί είναι προϊόν υποκλοπής, να στοιχειοθετήσει κακουργηματική πράξη; Βαριές πολιτικές ευθύνες αναμφίβολα, αλλά γι αυτές την απόφαση παίρνουν οι ψηφοφόροι, όχι τα δικαστήρια.
Ο Γιώργος Παπακωνσταντίνου έχει ευθύνη, διότι ενώ ανέθεσε στον τότε προϊστάμενο του ΣΔΟΕ να ελέγξει τα 20 ονόματα με τις μεγαλύτερες καταθέσεις, ο τελευταίος δεν το έπραξε, κι ο Παπακωνσταντίνου ούτε τον υποχρέωσε να πράξει το καθήκον του, ούτε τον έστειλε στο σπίτι του, πράγμα που όφειλε να είχε κάνει. Ανεπάρκεια σε βαθμό ποινικού αδικήματος (παράβαση καθήκοντος) αναμφίβολα. Αν όμως γι αυτό παραπεμφθεί ο Παπακωνσταντίνου για κακούργημα (απιστία) τότε γιατί δεν έχουν παραπεμφθεί μέχρι σήμερα δεκάδες υπουργών οι εντολές των οποίων κατά καιρούς δεν έχουν υλοποιηθεί από τους υπηρεσιακούς παράγοντες;
Τέλος, σε ό,τι αφορά το αδίκημα της νόθευσης εγγράφου, από το γεγονός ότι η εν λόγω λίστα δεν μπορεί να θεωρηθεί δημόσιο έγγραφο», στερείται υπόστασης.  Βεβαίως, εγείρεται ηθικό ζήτημα για τη διαγραφή των ονομάτων των συγγενών του Παπακωνσταντίνου, αν την έκανε αυτός. Όμως ακόμα κι αυτό δεν μπορεί να αποδειχθεί, μιας και τη διαγραφή των τριών ονομάτων θα μπορούσε να την πραγματοποιήσει οποιοσδήποτε.
Συμπερασματικά οδηγούμαστε σε μια απόφαση του Ειδικού Δικαστηρίου, αν αυτό σεβαστεί τους κανόνες της ποινικής δικονομίας, που θα οδηγήσει στην καταδίκη του Παπακωνσταντίνου μονάχα για πλημέλημα.
Κάτι σαν την υπόθεση του σκανδάλου Κοσκωτά, που κατέληξε στην καταδίκη του Τσοβόλα και του Πέτσου για πλημελήματα. Τότε, για το εν λόγω σκάνδαλο, είχε αποφασίσει να αναλάβει εξ ολοκλήρου την ευθύνη ο Μένιος Κουτσόγιωργας. Πράγμα που οδηγούσε μαθηματικά στην απαλλαγή του Ανδρέα Παπανδρέου, μολονότι ήταν προφανές ότι αυτός είχε οργανώσει το σχέδιο δημιουργίας ομίλου ΜΜΕ από τον Κοσκωτά και αναμφίβολα γνώριζε τι συνέβαινε με την Τράπεζα Κρήτης. 
Η απόφαση της ΝΕΑΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ και του τότε ΣΥΝΑΣΠΙΣΜΟΥ (ΚΚΕ, Ελληνική Αριστερά και διάφοροι ανεξάρτητοι μεταξύ των οποίων ο Νίκος Κωνσταντόπουλος) να παραπέμψουν τον Ανδρέα Παπανδρέου στο Ειδικό Δικαστήριο με κατηγορητήριο που επέσειε ισόβια καταδίκη και η υποχρεωτική απαλλαγή του ελλείψει στοιχείων, απαξίωσαν το θεσμό στα μάτια της ελληνικής κοινωνίας τόσο, που χρειάστηκαν 24 ολόκληρα χρόνια για να ξαναπαραπεμφθεί άνθρωπος. Και φυσικά ακολούθησε σωρεία σκανδάλων που έμειναν ατιμώρητα, μπροστά στα οποία το σκάνδαλο Κοσκωτά ήταν πταίσμα. 
Τα πράγματα όμως είναι πολύ πιο σοβαρά σήμερα. Ο Γιώργος Παπακωνσταντίνου, αντιπαθής ούτως ή άλλως γιατί με εγκληματική ελαφρότητα, μαζί με το Γιώργο Παπανδρέου, αποδέχτηκαν αμαχητί το πρώτο Μνημόνιο, ρίχνοντας την κοινωνία σ' ένα πηγάδι δίχως πάτο, παραδίδεται στο Ειδικό Δικαστήριο με κατηγορίες, τουλάχιστον ατελώς τεκμηριωμένες, που επιδέχονται ισόβια κάθειρξη. Το Ειδικό Δικαστήριο καλείται, είτε να τον καταδικάσει με ελλειπή στοιχεία για να ικανοποιήσει το δημόσιο αίσθημα, είτε να τον καταδικάσει για το μοναδικό στοιχειωθετημένο αδίκημά του, την παράβαση καθήκοντος (ο Πέτσος είχε καταδικαστεί για ένα πανωσήκωμα στις εγκαταστάσεις του συγκροτήματος Κοσκωτά).
Μόνο που τώρα ελλοχεύει η Χρυσή Αυγή, η οποία δε θα χάσει την ευκαιρία να επιτεθεί και να πείσει, για τη «διαφθορά του κοινοβουλευτισμού».
Καθιστώντας το Γιώργο Παπακωνσταντίνου αποδιοπομπαίο τράγο της πολιτικής τους αποτυχίας οι ηγεσίες της ΝΕΑΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, του ΠΑΣΟΚ και της ΔΗΜΑΡ, έπαιξαν σε βάρος των ελευθεριών όλων μας.
Όσο για τις ηγεσίες του ΣΥΡΙΖΑ και των ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ, πέραν του ότι κι αυτοί έπαιξαν σε βάρος των ελευθεριών όλων μας,  πρέπει κάποτε να μάθουν ότι ποινικοποιώντας τα πάντα και παίζοντάς το «Εισαγγελάτοι» δεν καλύπτουν τις πολιτικές τους αδυναμίες. Αδιάψευστος μάρτυς είναι η δημοσκοπική τους στασιμότητα, σε μια εποχή που η καθημερινότητα χειροτερεύει αλματωδώς. Ειδικά η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ θα έπρεπε να είχε αντλήσει κάποια διδάγματα από το φιάσκο της παραπομπής του Ανδρέα Παπανδρέου.

Γιάννης Χρυσοβέργης



Τρίτη 18 Ιουνίου 2013

ΜΕ ΤΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ 'Η ΜΕ ΤΗ ΝΕΑ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ;

Δεν έτυχε, πέτυχε. Η Ελλάδα, και επισήμως, δεν είναι πλέον Κράτος Δικαίου.
Η απόφαση των Αντώνη Σαμαρά και Γιάννη Στουρνάρα να αγνοήσουν την απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας συνιστούν, είτε μας αρέσει είτε όχι, αυταρχική εκτροπή.
Και η παρομοίωση του Ντανί Κον Μπεντίτ των τεκταινομένων με τα καμώματα του Πούτιν και του Αχμαντινετζάντ είναι η πιο εύστοχη που έγινε τις τελευταίες ημέρες.
 
 
 Το σχέδιο του Σαμαρά αυτό ήταν εξ αρχής: να προκαλέσει εκλογές, με την ΕΡΤ κλειστή και τα ιδιωτικά κανάλια να τον λιβανίζουν, όλη την Ευρώπη στα πόδια του να ευλογάει το «μεγάλο μεταρρυθμιστή» και να ελεεινολογεί τους εταίρους του και φυσικά την επίτευξη της αυτοδυναμίας με σημαία τις μεταρρυθμίσεις.
Τα δείγματα αυτής της τακτικής ήταν πολλά, εδώ και καιρό. Όμως δεν υπήρχε άνθρωπος που να πιστεύει ότι, ενάντια στη στοιχειώδη έννοια κοινής λογικής, ο Αντώνης Σαμαράς θα προέτασσε τη μεγαλομανία του έναντι αυτού που, θεωρητικά, ήταν ο στόχος της κυβέρνησής του: τις αμφιλεγόμενες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που είχαν και οι τρεις κυβερνητικοί εταίροι υποσχεθεί προεκλογικά. 
Εδώ και δυο μήνες «στενοί συνεργάτες του Πρωθυπουργού», μη κατονομαζόμενοι φυσικά, ελεινολογούσαν τον Αντώνη Μανιτάκη για τις καθυστερήσεις του στις «απολύσεις των επιόρκων». 
Το ότι οι υπουργοί της Νέας Δημοκρατίας αρνούνταν να δώσουν στο υπουργείο Διοικητικής Μεταρρύθμισης καταλόγους φορέων που θα καταργούνταν, πολύ δε περισσότερο να συγκροτήσουν πειθαρχικά συμβούλια για την εξέταση των καταγγελιών διαφθοράς δημοσίων λειτουργών ήταν ανάξια λόγου λεπτομέρεια για το μηχανισμό προπαγάνδας του Αντώνη Σαμαρά και των ιδιωτικών τηλεοπτικών δικτύων που έχουν αναλάβει εργολαβικά την προβολή του «θεάρεστου» έργου του.
Όπως ανάξια λόγου λεπτομέρεια ήταν τα πειραγμένα βίντεο που κατά καιρούς διακινεί ο ίδιος μηχανισμός με παραποιημένες δηλώσεις βουλευτών του ΣΥΡΙΖΑ και αναπαράγονται ως αληθή, χωρίς τον παραμικρό έλεγχο, από τους τηλε-εισαγγελείς των ιδιωτικών καναλιών. Άλλωστε αναρχοκομμουνιστές είναι... καλά να πάθουν.
Οι ίδιοι μηχανισμοί διέδιδαν εδώ και δυο μήνες «την οργή συνεργατών του κ. Σαμαρά» για την «αντιπολιτευόμενη συμπολίτευση» των Βενιζέλου και Κουβέλη με μόνιμη επωδό: «αν θέλουν εκλογές, ιδού η Ρόδος ιδού και το πήδημα».
Στην πραγματικότητα η ΕΡΤ δεν έκλεισε επειδή «από ανικανότητα της κυβέρνησης» δεν είχαν βρεθεί οι 2.000 δημόσιοι υπάλληλοι που έπρεπε να απολυθούν ως τον Ιούνιο βάσει του τρίτου Μνημονίου. Απόδειξη η «υπόσχεση» του κυβερνητικού εκπροσώπου, ο οποίος από τις 13 Ιουνίου έχει εξαφανιστεί, να προσληφθούν ισάριθμοι με τους απολυμένους στον τομέα της Υγείας ή όπου αλλού υπάρχουν ανάγκες.
Τη λατρεία του Σαμαρά για αυταρχικούς - ακόμα και ολοκληρωτικούς - τρόπους διακυβέρνησης φάνηκε σε ομιλία του, την επαύριο της ανακοίνωσης για κλείσιμο της ΕΡΤ. Όπου κατηγόρησε τη Δημόσια Ραδιοτηλεόραση ότι «δεν προέβαλλε το έργο του Πρωθυπουργού».
Κι επειδή «γλώττα λανθάνουσα τ'αληθή λέγει», είναι δύσκολο να μην παραλληλήσει κανείς τις γεμάτες οίηση δηλώσεις του Γιάννη Στουρνάρα περί «εισαγωγής της ΕΡΤ στο συνεργείο» με τις αντίστοιχες του συνταγματάρχη Γεωργίου Παπαδόπουλου περί «τοποθέτησης της Δημοκρατίας στο γύψο».
Ο στόχος λοιπόν δεν ήταν να γίνουν 2000 απολύσεις για να πάρει η κυβέρνηση τα 3,3 δισεκατομμύρια της δόσης του δανείου. 
Ήταν να κλείσει η ΕΡΤ η οποία, τηρουμένων των αναλογιών, κρατούσε κάποια μπόσικα στη νεοδημοκρατική εκστρατεία λάσπης κατά κυβερνητικών εταίρων και αντιπολίτευσης. 
Ήταν να γίνουν εκλογές τώρα, με θέμα τη «μεταρρύθμιση» της ΕΡΤ και όχι σε τρεις μήνες με θέμα την παταγώδη αποτυχία της κυβερνητικής πολιτικής, με τα εκκαθαριστικά να έχουν φθάσει στους φορολογούμενους και να απαιτούν από αυτούς την πληρωμή φόρων που δε θα μπορούν να πληρώσουν. Κι ακόμα με το φάσμα νέων φορολογικών μέτρων λόγω της υστέρησης των εσόδων, όχι πια λόγω αδυναμίας του φοροεισπρακτικού μηχανισμού, αλλά λόγω της αδυναμίας των πολιτών να πληρώσουν.
Βέβαια το σχέδιο δεν πέτυχε πλήρως. Γιατί κανείς δεν περίμενε την αντίδραση της κοινωνίας, όχι μόνο στην Αθήνα, αλλά κυρίως, στην περιφέρεια, εκεί που οι άνθρωποι είχαν ψηφίσει μαζικά Νέα Δημοκρατία ένα χρόνο πριν. Γιατί επίσης ο Σαμαράς και οι επικοινωνιακοί του σύμβουλοι, δεν είχαν λάβει υπ' όψιν τους πως οι κυβερνητικοί του εταίροι ήταν ήδη με την πλάτη στον τοίχο, κι ενδεχομένως δεν έχουν πλέον τίποτα να χάσουν.
Η άρνησή τους όμως να δεχτούν τη σανίδα σωτηρίας της αξιοπρεπούς αναδίπλωσης, που τους προσέφερε χθες το Συμβούλιο της Επικρατείας, και η ξετσίπωτη άρνηση, από μέρους του Γιάννη Στουρνάρα, να συμμορφωθεί με αυτήν, δείχνει την απόλυτη περιφρόνηση προς το Δημοκρατικό θεσμικό πλαίσιο. Και αυτό είναι πολύ πιο σοβαρό από την πέρα από κάθε λογική κατάχρηση της διακυβέρνησης μέσω πράξεων νομοθετικού περιεχομένου αντί νόμων, πράγμα που αποδεικνύει περιφρόνηση προς το Κοινοβούλιο: είναι πολιτειακή εκτροπή.
Απέναντι σε αυτή την εκτροπή, την οποία στηρίζει απόλυτα η ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ,  το δίλημμα που τίθεται είναι: είτε με τη ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, είτε με τη Σαμαρική Νέα Τρομοκρατία.

Γιάννης Χρυσοβέργης