Τετάρτη 20 Σεπτεμβρίου 2023

 Η ΔΙΕΘΝΗΣ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ ΤΗΣ ΔΙΧΟΤΟΜΗΣΗΣ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΒΑΤΕΡΛΟ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΑΣ

Η αξίωση του Ερντογάν από το βήμα της γενικής συνέλευσης του ΟΗΕ να αναγνωρίσει ο διεθνής οργανισμός το τουρκοκυπριακό Κράτος έρχεται στην καλύτερη γι' αυτόν στιγμή. Ουδείς στον κόσμο έχει διάθεση ν' ακούσει για το Κυπριακό και όλοι στη Δύση θέλουν να βελτιώσουν τις σχέσεις τους με την Τουρκία.
Η ελληνική διπλωματία πρέπει να αποδεχτεί την επερχόμενη ήττα της, που ισοδυναμεί με βαριά στρατιωτική ήττα και να περισώσει ό,τι μπορεί να σωθεί.

Η ΣΩΣΤΗ ΣΤΙΓΜΗ


Οι δηλώσεις του Τούρκου προέδρου από το βήμα της Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών για λύση δύο κρατών στην Κύπρο προκάλεσαν κύμα οργής στην Ελλάδα. 

Στην Κύπρο, αν κρίνω από από τις ιστοσελίδες του ΠΟΛΙΤΗ και της ΣΗΜΕΡΙΝΗΣ, καθώς και από το σημερινό πρωτοσέλιδο της εφημερίδας του ΑΚΕΛ ΧΑΡΑΥΓΗ, μάλλον έγιναν δεκτές με περισσότερη ψυχραιμία. Ίσως γιατί στην Κυπριακή Δημοκρατία, συνειδητά ή ασυνείδητα, όλοι έχουν συμφιλιωθεί με την ιδέα της διχοτόμησης.

Πολύ περισσότερο που η ελληνοκυπριακή κοινωνία είτε με την ψήφο της - Σχέδιο Ανάν το 2004- είτε δια των πολιτικών της εκπροσώπων -Κραν Μοντανά το 2017- τίναξε στον αέρα προσπάθειες πολλών ετών και στις δυο περιπτώσεις για μια «δικοινοτική διζωνική ομοσπονδιακή λύση» -το τοτέμ της ελληνοκυπριακής και ελληνικής εξωτερικής πολιτικής στο Κυπριακό-.

Η αξίωση του Ερντογάν διατυπώθηκε σε μια στιγμή που στον ΟΗΕ κανείς δεν έχει διάθεση ν' ακούσει τη λέξη «Κυπριακό», μετά από δυο παταγώδεις αποτυχίες επίλυσης του προβλήματος μέσα σε δεκαπέντε χρόνια.

Σε μια στιγμή που η Ρωσία, όπως είχα προβλέψει μετά την έναρξη του πολέμου στην Ουκρανία και την ακραία σύμπλευση της Ελλάδας με τους Αμερικανούς -πιστεύω πως δεν έχει η χώρα την πολυτέλεια μιας αδέσμευτης πολιτικής, όμως άλλο είναι μια ήπια φιλοδυτική πολιτική με σταθερά ανοιχτούς διαύλους επικοινωνίας με τη Μόσχα κι άλλο η αποστολή πολεμικού υλικού στην Ουκρανία πριν καν το ζητήσουν οι Αμερικάνοι-, ετοιμάζεται να αναγνωρίσει το τουρκοκυπριακό κράτος. Ενδεικτικό είναι το σημερινό δημοσίευμα της κυπριακής εφημερίδας ΠΟΛΙΤΗΣ ( https://politis.com.cy/politis-news/cyprus/684652/episimo-rosiko-aitima-gia-proxeneio-sta-katechomena ).

Σε μια εποχή που η Δύση επιθυμεί διακαώς να βελτιώσει τις σχέσεις της με την Τουρκία και γι' αυτό απαιτεί φορτικά από το ελληνικό Κράτος υποχωρήσεις έναντι της χώρας αυτής.

ΘΕΜΑ ΧΡΟΝΟΥ ΟΙ ΜΑΖΙΚΕΣ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΕΙΣ ΤΟΥ «ΨΕΥΔΟΚΡΑΤΟΥΣ»

Η αναγνώριση του τουρκοκυπριακού Κράτους από τη Ρωσία θα δώσει το έναυσμα για μαζικές αναγνωρίσεις του από άλλες χώρες, που χρόνια τώρα περιμένουν να κάνει το πρώτο βήμα κάποιος άλλος, η Ρωσία εν προκειμένω, και είναι πολλές.

Θα ανοίξει επίσης την πόρτα για την ένταξή του στον ΟΗΕ και καλά θα κάνει η ελληνική διπλωματία να μην ευελπιστεί σε κάποιο βέτο ενός μονίμου μέλους του Συμβουλίου Ασφαλείας. Το οποίο, ακόμα κι αν πρόσκαιρα υπάρξει, θα αρθεί ευθύς μόλις η Τουρκία παράσχει τα απαιτούμενα διμερή ανταλλάγματα.

ΤΟ ΒΑΤΕΡΛΟ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΑΣ

Οι εξελίξεις αυτές συνιστούν την πιο βαριά ήττα της ελληνικής διπλωματίας από τη σύσταση του ελληνικού Κράτους. Αφού, στα χρόνια που ακολούθησαν την τουρκική εισβολή στο νησί, κατέστησε τη «δικοινοτική, διζωνική ομοσπονδία» ακρογωνιαίο λίθο της πολιτικής της για το Κυπριακό -ορθώς κατά τη γνώμη μου- ουδέποτε εκπόνησε μια συγκεκριμένη στρατηγική για την επίτευξη του σκοπού αυτού.

Ακόμα χειρότερα, το ηχηρό ΟΧΙ των Ελληνοκυπρίων στο Σχέδιο Ανάν το 2004 δεν προκάλεσε στο υπουργείο Εξωτερικών κάποιους προβληματισμούς ως προς το ενδεχόμενο να μην επιθυμούν οι Ελληνοκύπριοι μια ομοσπονδία με τους Τουρκοκύπριους, οπότε να αναζητηθεί μια αποδεκτή από όλες τις πλευρές μορφή διχοτόμησης.

Κι αφού το τοτέμ της «διζωνικής δικοινοτικής ομοσπονδίας» έμεινε άθικτο και καταλήξαμε στο δεύτερο ναυάγιο της τελευταίας στιγμής στο Κραν Μοντανά, από υπαιτιότητα της ελληνοκυπριακής ηγεσίας και πάλι, οδηγούμαστε πλέον σε μια διχοτόμηση η οποία θα νομιμοποιεί απόλυτα το status quo της εισβολής του 1974. Η αποτυχία αυτή είναι ισοδύναμη με μια στρατιωτική ήττα -την οποία αρνηθήκαμε να αποδεχθούμε πριν πενήντα χρόνια και να προχωρήσουμε- και θα ρίξει πολύ βαριά τη σκιά της στο σύνολο των ελληνοτουρκικών ζητημάτων.

ΚΑΙ ΤΩΡΑ;

Η απουσία αναφοράς στις σημερινές δηλώσεις Μητσοτάκη και Ερντογάν στο Κυπριακό μετά τη μεταξύ τους συνάντηση είναι ενδεικτική της αμηχανίας της ελληνικής κυβέρνησης.

Το γεγονός δε ότι η συνάντησή τους δεν ακυρώθηκε για ένα απροσδιόριστο μέλλον είναι ενδεικτικό των πιέσεων που δέχεται η Ελλάδα από τη Δύση για «να τα βρει» με την Τουρκία.

Για άλλη μια φορά η ελληνική διπλωματία κρύβεται πίσω από το άλλο τοτέμ της («μια και μόνο ελληνοτουρκική διαφορά υπάρχει, η διευθέτηση της υφαλοκρηπίδας») κι αρνείται να επεξεργαστεί σχέδια με κόκκινες γραμμές και πιθανές παραχωρήσεις έναντι κάποιων σημαντικών γι' αυτήν ανταλλαγμάτων.

Και θα καταλήξουμε τελικά σε μια οδυνηρή επανάληψη του κάζου με το περιβόητο «παράνομο» Τουρκολιβυκό Σύμφωνο, που έχει αποδεχτεί μια χαρά ο ΟΗΕ και στη βάση του οποίου εξελίσσονται οι διαπραγματεύσεις της «φίλης» Αιγύπτου με την Τουρκία για την οριοθέτηση των Αποκλειστικών Οικονομικών Ζωνών των δυο χωρών.

Μόνο που το επίδικο δεν περιορίζεται στις ακραίες ερμηνείες του διεθνούς Δικαίου της Θάλασσας, που εμφανίστηκαν επί πρωθυπουργίας Σαμαρά και προσπαθούν να πείσουν όλο τον κόσμο ότι το νησιωτικό σύμπλεγμα του Καστελόριζου έχει περισσότερα δικαιώματα σε ΑΟΖ από τα 900 χιλιόμετρα ακτογραμμής της Μεσογείου, προκαλώντας  συγκαταβατικά χαμόγελα των συνομιλητών των Ελλήνων διπλωματών.

Η Τουρκία έχει θέσει ζήτημα χάραξης θαλασσίων συνόρων και ζήτημα αφοπλισμού των νησιών του ανατολικού Αιγαίου, για να μη μιλήσουμε για τα μειονοτικά θέματα, που ορθώς από την πλευρά της θέτει η Τουρκία και που κακώς δεν θέτει η Ελλάδα.

Ως προς το πρώτο η κοινή λογική θα έλεγε ότι στο υπουργείο Εξωτερικών έχουν σχηματιστεί φάκελοι για όλα τα επίμαχα σημεία της θαλάσσιας μεθορίου, με τους οποίους αποδεικνύεται η ορθότητα των ελληνικών θέσεων, αλλά και σχέδια παραχωρήσεων στην Τουρκία έναντι κάποιων αντίστοιχων ανταλλαγμάτων, τα οποία θα απαιτηθούν επιτακτικά,  εκ μέρους της. 

Το χάος που επικρατούσε επί τρεις ολόκληρες ημέρες στο υπουργείο Εξωτερικών στην κρίση των Ιμίων το 1996, όταν έψαχναν να βρουν και δεν έβρισκαν τα κείμενα των Συνθηκών του 1932 και 1947, με βάση τις οποίες οι δυο νησίδες ανήκουν στο σύμπλεγμα της Δωδεκανήσου, σε συνδυασμό με την πεποίθηση της κυβέρνησης ότι το πάγωμα των θεμάτων συνιστά την καλύτερη λύση στο διηνεκές -όπως και με το Κυπριακό δηλαδή- καθιστά την πεποίθηση ότι όλα τα παραπάνω ισχύουν επικίνδυνο ρομαντισμό.

Ως προς το ζήτημα του αφοπλισμού των νησιών τα πράγματα είναι ακόμα πιο σοβαρά. 

Πρώτον διότι η Ελλάδα έχει εξοπλίσει τα νησιά κατά παράβαση της Συνθήκης της Λωζάνης , η οποία προβλέπει αποκλειστικά και μόνο δυνάμεις επιβολής της τάξης (χωροφυλακή δηλαδή). Ανάλογες πρόνοιες έχει και η Συνθήκη του Παρισιού, του 1947, για τα Δωδεκάνησα. Άρα αν η Τουρκία προσφύγει επ' αυτού σε διεθνές δικαστήριο θα δικαιωθεί πανηγυρικά.

Δεύτερον  διότι  χωρίς παρουσία ελληνικού στρατού δεν υπάρχει κάτοικος των νησιών του ανατολικού Αιγαίου και των Δωδεκανήσων που να αισθάνεται ασφαλής. Τυχόν απόσυρση του ελληνικού στρατού επομένως, είτε μετά από απόφαση διεθνούς δικαστηρίου, είτε στο πλαίσιο διμερούς συμφωνίας, θα προκαλέσει στην Ελλάδα πολιτική κρίση ανάλογη με αυτή που οδήγησε στην πτώση της Χούντας το 1974,  η δε κυβέρνηση που θα το πράξει ενδέχεται να βρεθεί αντιμέτωπη με κατηγορίες εσχάτης προδοσίας.

Και πάλι η κοινή λογική θα έλεγε ότι η ελληνική κυβέρνηση θα έπρεπε να έχει καταστήσει σαφές προς όλους τους Δυτικούς ότι μόνο αν χάσει η χώρα πόλεμο θα αποστρατιωτικοποιηθούν τα νησιά. Κάτι που επίσης δεν έχει συμβεί.

Είτε αρέσει στην κυβέρνηση είτε όχι πολύ σύντομα θα αναγκαστεί να διαπραγματευτεί εφ' όλης της ύλης με την Τουρκία. Αυτό που με τρομάζει δεν είναι τόσο ο κίνδυνος να συρθεί σε διαπραγματεύσεις χωρίς αξιώσεις, χωρίς εναλλακτικά σχέδια και κόκκινες γραμμές, το οποίο ένας θεός ξέρει τι συνέπειες θα έχει, όσο ο κίνδυνος να ξεσπάσει πόλεμος από ατύχημα, όπως παρ' ολίγον να συμβεί το καλοκαίρι του 2020.

Γιάννης Χρυσοβέργης