Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ευ. Βενιζέλος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ευ. Βενιζέλος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 21 Οκτωβρίου 2014

ΟΙ ΚΑΤΡΑΠΑΚΙΕΣ ΤΩΝ ΔΑΝΕΙΣΤΩΝ ΣΤΟ ΣΑΜΑΡΑ ΚΑΙ ΤΑ ΜΗΝΥΜΑΤΑ ΣΤΟ ΣΥΡΙΖΑ

Η επιτυχία - και η συνακόλουθη μακρά πολιτική κυριαρχία - ή η αποτυχία με συνοπτικές διαδικασίες - και η εξαφάνιση με ταχείς ρυθμούς από το πολιτικό σκηνικό - της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ θα κριθούν στους πρώτους τρεις με έξι μήνες της διακυβέρνησής της.
Με μοναδικό κρίσιμο μέγεθος την ικανότητα της νέας κυβέρνησης να διαχειριστεί την εμπόλεμη κατάσταση που θα δημιουργηθεί στο εσωτερικό της χώρας, ενόσω θα διαρκούν οι διαπραγματεύσεις με τους δανειστές.

Η εξευτελιστική επιστροφή της κυβέρνησης Σαμαρά στη «νομιμοφροσύνη του Μνημονίου» μετά τις πρόσφατες κατραπακιές από δανειστές και αγορές προσφέρεται για μια σειρά από χρήσιμα συμπεράσματα.
Το πρώτο είναι ότι οι δανειστές δεν παίρνουν στα σοβαρά τις ελληνικές κυβερνήσεις. Έχουν την πεποίθηση πως με την πρώτη καρπαζιά θα βάλουν την ουρά στα σκέλια και θα υπογράψουν λευκά χαρτιά.
Είναι γεγονός ότι η εμπειρία τους δικαιώνει. Από τη «διαπραγμάτευση με το πιστόλι στο τραπέζι» του Γιώργου Παπανδρέου την άνοιξη του 2010, μέχρι την «άρνηση» του υπουργού Οικονομικών Ευ. Βενιζέλου να συναντηθεί με την Τρόικα και τις επί ένα μήνα απελπισμένες εκκλήσεις του προς αυτήν να επιστρέψει στην Ελλάδα το φθινόπωρο του 2011 και  την υπογραφή του δεύτερου Μνημονίου από τον «αντιμηνμονιακό» Αντώνη Σαμαρά, πριν το εγκρίνει η Βουλή, χωρίς πολλές αντιρρήσεις το Γενάρη του 2012, τα παραδείγματα είναι πολλά.
Αν σε αυτά προστεθεί η «εθνικά υπερήφανη», στάση της ελληνοκυπριακής Βουλής, το Μάρτιο του 2013, που μετατράπηκε μέσα σε μια εβδομάδα σε μια εξ ίσου «εθνικά υπερήφανη» αποδοχή του Κυπριακού Μνημονίου, είναι σαφές ότι οι λεονταρισμοί του Μεγαλέξανδρου Σαμαρά όλο το καλοκαίρι για επικείμενες, «μονομερείς πρωτοβουλίες πρόωρης εξόδου από το Μνημόνιο», μάλλον συγκαταβατικά χαμόγελα προκαλούσαν μεταξύ των εκπροσώπων των δανειστών.
Το μόνο ειλικρινές σε όλα αυτά είναι ο σπαραγμός του Μεγαλέξανδρου Σαμαρά, ο οποίος συνειδητοποιεί πως οι ίδιοι άνθρωποι που τον έχρισαν κατ' όνομα πρωθυπουργό - γιατί πραγματικός πρωθυπουργός ήταν ο Γιάννης Στουρνάρας, τον οποίο διαδέχθηκε ο Γκίκας Χαρδούβελης - ετοιμάζονται να τον πετάξουν σαν στυμμένη λεμονόκουπα. Όμως αυτό είναι άλλου παππά Ευαγγέλιο.
Το δεύτερο συμπέρασμα είναι πως ο μόνος τρόπος για να αποφασίσουν οι δανειστές να διαπραγματευτούν μια αλλαγή πορείας της Ελλάδας είναι να συμβεί κάτι που θα τους τρομάξει και να τους πείσει ότι αν δεν αποφασίσουν να δώσουν τα καπέλα τους κινδυνεύουν να χάσουν τα κεφάλια τους.
Η υποψία κρίσης της περασμένης εβδομάδας απέδειξε ότι το μοναδικό όπλο μιας ελληνικής κυβέρνησης απέναντι στους δανειστές παραμένει η απειλή στάσης πληρωμών. Όχι πια λόγω της έκθεσης των ευρωπαϊκών ή άλλων τραπεζών στο ελληνικό χρέος, αλλά λόγω της ασύμμετρης απειλής που μια ελληνική χρεοκοπία αντιπροσωπεύει για τα ιταλικά, τα ισπανικά και, κυρίως, τα γαλλικά ομόλογα.
Το τρίτο συμπέρασμα είναι πως για να πείσει μια ελληνική κυβέρνηση τους δανειστές να διαπραγματευτούν πρέπει από την πρώτη στιγμή να τους πείσει ότι ναι, δεν κολώνει να κηρύξει στάση πληρωμών εντός του ευρώ. Κι ο μόνος τρόπος για να τους πείσει γι αυτό, άρα να αποφύγει την υλοποίηση της απειλής της,  είναι να δείξει πως είναι έτοιμη να τη διαχειριστεί.
Όμως για να γίνει αυτό πρέπει η ελληνική κυβέρνηση, δηλαδή ο ΣΥΡΙΖΑ, να είναι σε θέση να διαχειριστεί επιτυχώς τις συνθήκες οικονομίας πολέμου που θα διαρκέσουν τόσο χρόνο, όσο και οι διαπραγματεύσεις.
Διότι είναι βέβαιο πως κάποιες χιλιάδες πολιτών, που ακόμα διαθέτουν κάποιες καταθέσεις, θα σπεύσουν πατείς με πατώ στις τράπεζες για να τις αποσύρουν. Και η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να έχει έτοιμο σχέδιο δράσης για να μείνουν οι καταθέσεις στις τράπεζες. Και πρέπει το σχέδιο αυτό να είναι επιτυχές. 
Διότι είναι βέβαιο πως η εισροή κοινοτικών πόρων θα κοπεί με το μαχαίρι. Παράνομα μεν, αλλά θα κοπεί. Και η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να έχει έτοιμο ένα σχέδιο αντιμετώπισης αυτής της κατάστασης.
Διότι είναι βέβαιο πως οι τουριστικές αφίξεις, για ένα χρόνο τουλάχιστον, θα μειωθούν δραστικά. Κι η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να είναι σε θέση να διαχειριστεί τη μείωση του εισερχόμενου συναλλάγματος.
Διότι είναι βέβαιο πως, εξ αιτίας όλων των παραπάνω λόγων και όχι μόνο, θα υπάρξουν ελλείψεις σε είδη πρώτης ανάγκης, ακόμα και σε τρόφιμα. Κι η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να πείσει την κοινωνία, με έργα κι όχι με πράξεις, πως οι ελλείψεις αυτές θα είναι παροδικές. 
Επιπλέον πρέπει άμεσα να βρει τρόπο να ταΐσει αυτούς που πεινούν, ώστε ναμην πανικοβληθούν αυτοί που φοβούνται ότι θα πεινάσουν.
Από την επιτυχή αντιμετώπιση όλων των παραπάνω προκλήσεων θα κριθεί αν ο ΣΥΡΙΖΑ θα μπορέσει να διαπραγματευτεί κάτι καλύτερο με τους πιστωτές της χώρας.
Με την έννοια αυτή  το πρόσφατο  άρθρο του Γιάννη Βαρουφάκη που ζητούσε από το ΣΥΡΙΖΑ να υποσχεθεί αίμα, ιδρώτα και δακρυα ήταν ιδιαίτερα εύστοχο.  
Εξ αιτίας της αποτυχίας του Γιώργου Παπανδρέου να συλλάβει το μέγεθος της κρίσης και να αντιδράσει με τη δέουσα αποφασιστικότητα, υποστήκαμε την πιο διεφθαρμένη κυβέρνηση από την κατάρρευση της Χούντας το 1974.
Τυχόν αποτυχία του ΣΥΡΙΖΑ θα ανοίξει διάπλατα το δρόμο για την πολιτική κυριαρχία της ακροδεξιάς, είτε με τη μορφή μιας νεοναζιστικής, είτε με τη μορφή μιας στρατιωτικής δικτατορίας.

Γιάννης Χρυσοβέργης 

Τρίτη 16 Σεπτεμβρίου 2014

ΑΠΟ ΤΟ «ΜΑΥΡΟ» ΤΗΣ ΕΡΤ ΣΤΙΣ ΠΑΡΑΙΤΗΣΕΙΣ ΤΗς ΝΕΡΙΤ

Πολύ πιο σοβαρή από την αναίσχυντη λογοκρισία «με εντολή Σαμαρά», που οδήγησε στην παραίτηση τριών υψηλόβαθμων στελεχών της ΝΕΡΙΤ, είναι η εικόνα ενός Πρωθυπουργού εξουσιομανούς και σε κρίση παράνοιας.
Κι ένας τέτοιος άνθρωπος είναι πάντα πολύ επικίνδυνος. Καλό θα είναι λοιπόν η αντιπολίτευση να προετοιμαστεί από τώρα για να αντιμετωπίσει τα χειρότερα. Μήπως και τα αποτρέψει. 

Μια ολόκληρη εβδομάδα πριν από το «επεισόδιο της ΝΕΡΙΤ» η ομιλία του Πρωθυπουργού στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης προβλημάτισε. Ένας πολιτικός λόγος προδικτατορικός, που παρέπεμπε σε ομιλίες βουλευτών της ΕΡΕ στη δεκαετία του '50, και του οποίου η κεντρική ιδέα ήταν ότι το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης συνιστά εθνικό κίνδυνο. Και αυτό ήταν το στίγμα όλων των ομιλιών του Πρωθυπουργού από εκείνη την ημέρα και μετά.
Στα μισά της περασμένης εβδομάδας  το γραφείο τύπου του Πρωθυπουργού εξέδωσε μια οργίλη ανακοίνωση: «Το άθλιο πρωτοσέλιδο στην εφημερίδα "Το Ποντίκι", οι εμπνευστές του και όσοι κρύβονται πίσω από τους εμπνευστές του, να γνωρίζουν ότι αυτή η Κυβέρνηση δεν άγεται, ούτε φέρεται, ούτε κάμπτεται από κανέναν».
Εμβρόντητοι οι παραλήπτες αυτού του δελτίου τύπου διαπίστωσαν ότι το επίμαχο πρωτοσέλιδο δεν περιελάμβανε ένα υβριστικό ή συκοφαντικό για το πρόσωπο του Πρωθυπουργού τίτλο, αλλά μια... γελοιογραφία. 
Σε κάποιο αυταρχικό καθεστώς ο διευθυντής του εντύπου κι ο δημιουργός της «ασεβούς» γελοιογραφίας θα συλλαμβάνονταν, θα φυλακίζονταν, ίσως και να εξαφανίζονταν. Σε μια κοινοβουλευτική Δημοκρατία συνηθίζεται ο θιγόμενος να γελάει. Η έκδοση ανακοίνωσης για μια γελοιογραφία συνιστά παγκόσμια πρωτοτυπία. Και ναι μεν είναι γελοία, αλλά όχι για γέλια. Γιατί αναδεικνύει έναν Πρωθυπουργό που έχει χάσει τουλάχιστον την ψυχραιμία του.
Η καταγγελία του διαδικτυακού ΜΜΕ TOC  της Έλλης Στάη, σύμφωνα με την οποία «ο Αντώνης Σαμαράς τηλεφώνησε σε πρόσωπα-κλειδιά στις διοικήσεις κεντρικών ΜΜΕ για να μη μεταδοθεί η ομιλία του Αλέξη Τσίπρα από τα ιδιωτικά κανάλια», ενώ «ανώτερα κυβερνητικά στελέχη έκαναν τηλεφωνήματα σε εφημερίδες για να υπάρξει επιθετική στάση έναντι της ομιλίας Αλέξη Τσίπρα στα φύλλα της Δευτέρας» δίνει μια άλλη διάσταση στην κυβερνητική παρέμβαση στη ΝΕΡΙΤ.
Ο Πρωθυπουργός αναλαμβάνει προσωπικά την εκστρατεία φίμωσης της αντιπολίτευσης. Στους επόμενους μήνες είναι προφανές ότι το τρίπτυχο «λογοκρισία, παραπληροφόρηση, διασπορά ψευδών ειδήσεων» θα συνιστά την επικοινωνιακή πολιτική της Κυβέρνησης.
Μια τέτοια πολιτική όμως από μόνη της οδηγεί απλώς στη γελοιοποίηση, αν δεν συνοδευτεί από συλλήψεις στελεχών της Αντιπολίτευσης με ψευδείς κατηγορίες, με βία και νοθεία στις εκλογικές αναμετρήσεις.
Το αν η κυβέρνηση είναι σε θέση να σπρώξει την αυταρχική της κατρακύλα ως τις ακραίες της συνέπειες δεν το γνωρίζουμε. Πιθανότατα όμως θα το επιδιώξει. 
Ευχή όλων μας πρέπει να είναι να πρόκειται για απεγνωσμένες κινήσεις πανικού των απελπισμένων κυβερνώντων. Με τις ευχές όμως πολιτική δε γίνεται. Κι εδώ που φτάσαμε πρέπει να ετοιμαζόμαστε για να αντιμετωπίσουμε τα χειρότερα.

Γιάννης Χρυσοβέργης


Τρίτη 11 Φεβρουαρίου 2014

ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΣΕ ΠΑΡΑΚΡΟΥΣΗ, ΑΝΤΙΠΟΛΙΤΕΥΣΗ ΣΕ ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΗ ΜΑΚΑΡΙΟΤΗΤΑ

Οι καταιγιστικές αλλαγές στην εκλογική νομοθεσία, στις οποίες επιδίδεται το δίδυμο Σαμαρά - Βενιζέλου θα ήταν για σπαρταριστά γέλια αν δεν συνιστούσαν απόδειξη της προκλητικής περιφρόνησης και των δυο προς τους Δημοκρατικούς θεσμούς.
Ακόμα πιο ανησυχητική όμως είναι η απουσία αντιδράσεων από μέρους της αξιωματικής αντιπολίτευσης σε μέτρα και μεθοδεύσεις που φλερτάρουν με τη συνταγματική εκτροπή.

Η απέχθεια του Αντώνη Σαμαρά προς τους δημοκρατικούς θεσμούς ήταν γνωστή από το 1983, όταν, επικεφαλής των ΚΕΝΤΑΥΡΩΝ - μιας παραστρατιωτικά οργανωμένης δύναμης κρούσης της ΟΝΝΕΔ - φρόντιζε να μείνει η επίσκεψη Αβέρωφ - τότε Προέδρου της ΝΕΑΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ για τους νεότερους - αξέχαστη στους Πελοποννήσιους και ιδίως στους Καλαματιανούς. Επί τρεις ημέρες οι Κένταυροι έσπαγαν τις βιτρίνες όσων καταστημάτων είχαν τολμήσει να μην κολλήσουν στην προθήκη τους τη φωτογραφία του Ευάγγελου Αβέρωφ Τοσίτσα.
Μας την υπενθύμισε στις αρχές της δεκαετίας του '90 όταν, πριν ακόμα συγκροτήσει με χρήματα του υπουργείου Εξωτερικών το κόμμα του, την αλήστου μνήμης ΠΟΛΑΝ, είχε συγκροτήσει το περιβόητο ΔΙΚΤΥΟ 21, που φρόντιζε να απολύονται οι «ανθέλληνες», δημοσιογράφοι οι οποίοι αμφισβητούσαν την «μια, μοναδική και, φυσικά, ελληνική και μόνο ελληνική Μακεδονία».
Και φυσικά, έσπευσε να το διαλαλήσει σε όλους τους τόνους, από την πρώτη στιγμή που ανέλαβε την ηγεσία της ΝΕΑΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ. Με έναν πολιτικό λόγο ρατσιστικό, ακραία εθνικιστικό, μισαλλόδοξο, υστερικό (αλήθεια πόσοι θυμούνται τις απειλές του για παραπομπή στο ειδικό δικαστήριο του τότε Πρωθυπουργού Γ. Παπανδρέου;).
Άλλο τόσο γνωστή σε όλους είναι και η εξουσιολαγνεία του Ευ. Βενιζέλου. Και είναι τόση, που μπροστά της κανένας συμβιβασμός δεν είναι ανεπίτρεπτος, καμιά πολιτική συμμαχία δεν είναι παρά φύσιν. Σίγουρα πολλοί λίγοι τον θυμούνται, ως συνδικαλιστή της προσκείμενης στην ΕΔΗΚ (Ένωση Δημοκρατικού Κέντρου) Δημοκρατικής Πορείας, να βγάζει στα φοιτητικά αμφιθέατρα πύρινους λόγους κατά του «ολετήρα του ελληνισμού», όπως αποκαλούσε τότε τον Ανδρέα Παπανδρέου. Για να σπεύσει, δέκα χρόνια αργότερα, «νέος καθηγητής του συνταγματικού Δικαίου» ων, να προσφέρει συνταγματική κάλυψη σε, τουλάχιστον προβληματικές θεσμικά, ενέργειες του Α. Παπανδρέου, την εποχή που ο τελευταίος προσπαθούσε αντί πάσης θυσίας να κουκουλώσει το σκάνδαλο Κοσκωτά. Και ανταμείφθηκε πλουσιοπάροχα με μια ταχύτατης εξέλιξης πολιτική σταδιοδρομία.
Ήταν εντελώς φυσικό, από τη στιγμή που συναντήθηκαν οι δυο αυτοί «Ηρακλείς της Δημοκρατίας», να επιδοθούν σε ένα χωρίς προηγούμενο κρεσέντο αντιδημοκρατικών μεθοδεύσεων.
Έτσι είδαμε την κατάχρηση της προσφυγής σε πράξεις νομοθετικού περιεχομένου, είδαμε να κλείνει η Δημόσια τηλεόραση της χώρας «διότι δεν προέβαλλε το εθνικόν έργον του Πρωθυπουργού», είδαμε να επιβάλλονται φόροι με υπουργικές αποφάσεις, και να ψηφίζονται νόμοι με αναδρομική ισχύ. 
Αυτό όμως που συμβαίνει με τις ευρωεκλογές και τις αυτοδιοικητικές εκλογές δεν έχει το ταίρι του. Στην αρχή οι κυβερνώντες επιδίωξαν, κατά παράβαση του γράμματος της σχετικής νομοθεσίας, να αναβάλουν τις αυτοδιοικητικές εκλογές ως τα τέλη του 2015. Ακολούθως, παραβιάζοντας το πνεύμα του νόμου, αποφάσισαν οι ευρωεκλογές να συμπέσουν με το δεύτερο γύρο των αυτοδιοικητικών εκλογών, ευελπιστώντας, προφανώς, σε υψηλή αποχή λόγω του ότι δεύτερος γύρος δε θα λάβει χώρα σε όλους τους δήμους. Τα τελευταία τους επιτεύγματα ήταν η καθιέρωση της σταυροδοσίας στις ευρωεκλογές και η μεθόδευση της απαγόρευσης της ψήφου των ετεροδημοτών στις αυτοδιοικητικές εκλογές στον τόπο κατοικίας τους. Και φυσικά η ακύρωση του νόμου του 2010 που επέτρεπε σε ομογενείς και νόμιμους μετανάστες να ψηφίζουν στις Δημοτικές Εκλογές, αν και το τελευταίο απλώς αποτελούσε εφαρμογή μιας κατάφωρα ενάντιας στην Οικουμενική Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και της ΕΣΔΑ απόφασης του Δ' Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας, προς τέρψιν των νεοναζιστικών αποβρασμάτων.
Όλα αυτά αναμφίβολα παραπέμπουν σε πρακτικές χωρών με «μακρά δημοκρατική παράδοση», όπως η Ταϋλάνδη, η Ζιμπάμπουε, η Αίγυπτος, η Γεωργία, η Ουκρανία, η Λευκορωσία κ.λ.π.
Στην Ελλάδα, σε κάθε περίπτωση, τέτοια κατάσταση είχαμε να ζήσουμε από τις εκλογές του 1956 και του 1958, όπου το εκλογικό σύστημα κόβονταν και ράβονταν για την επίτευξη δυο σκοπών: την εξασφάλιση της πολιτικής κυριαρχίας της ΕΡΕ, ακόμα κι αν ήταν μειοψηφία και την κοινοβουλευτική περιθωριοποίηση της ΕΔΑ.
Απέναντι σε αυτό το αντικοινοβουλευτικό όργιο οι χλιαρές έως ανύπαρκτες αντιδράσεις της αξιωματικής αντιπολίτευσης τουλάχιστον προβληματίζουν. Διότι, ανεξαρτήτως του αν τα ηγετικά στελέχη του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης πιστεύουν πως στις αυτοδιοικητικές εκλογές και στις ευρωεκλογές θα καταγάγουν περιφανή νίκη, υποχρέωσή τους είναι να αναδείξουν αυτό το αντικοινοβουλευτικό και αντιδημοκρατικό όργιο, να το καταγγείλουν, να καλέσουν τους πολίτες σε αντίδραση, να αξιώσουν τη λογοδοσία των υπεύθυνων.
Και οι εξηγήσεις για την παράδοξη αυτή συμπεριφορά είναι δυο: είτε είναι πεπεισμένοι πως, ανεξάρτητα από τις εκλογικές μεθοδεύσεις, οι οποίες αποσκοπούν μονάχα στη φαλκίδευση του εκλογικού αποτελέσματος, θα πετύχουν περιφανή νίκη, είτε τα δημοκρατικά τους αντανακλαστικά είναι πολύ υποτονικά και αδυνατούν να κατανοήσουν τη σημασία της προστασίας των κοινοβουλευτικών θεσμών.
Αν ισχύει το πρώτο η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ είναι επικίνδυνα αφελής. Διότι το επόμενο βήμα των κυβερνώντων, αν δεν υπάρξει αντίδραση, θα είναι η μεθόδευση εκλογών βίας και νοθείας, στο πρότυπο αυτών του 1961.
Αν ισχύει το δεύτερο τα πράγματα είναι ακόμα πιο σοβαρά. Διότι σε αυτή την περίπτωση, τα ασθενή δημοκρατικά αντανακλαστικά συνεπάγονται ασθενή πίστη στη Δημοκρατία και, κατά συνέπεια, επίσης ροπή σε αυταρχικές πολιτικές επιλογές.
 
Γιάννης Χρυσοβέργης