Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ευρώπη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ευρώπη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 20 Σεπτεμβρίου 2017

Η ΚΑΤΑΛΑΝΙΚΗ ΚΡΙΣΗ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΕΞΕΛΙΧΤΕΙ ΣΕ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΠΟΝΟΚΕΦΑΛΟ

 Η σημερινή σύλληψη πλήθους στελεχών της καταλανικής κυβέρνησης καθιστά τη διεξαγωγή του δημοψηφίσματος για την ανεξαρτησία της Καταλωνίας, που προγραμματίζεται για την 1η Οκτωβρίου, αβέβαιη αν όχι αδύνατη.
Και βυθίζει την Ισπανία σε μια πολιτική κρίση μακράς διαρκείας, με απρόβλεπτες εξελίξεις, που δε θα αφήσουν ανεπηρέαστη την υπόλοιπη Ευρώπη. 

Η μαζική σύλληψη στελεχών της καταλανικής κυβέρνησης και η μεταφορά των αρμοδιοτήτων του υπουργείου Οικονομικών της τοπικής κυβέρνησης στη Μαδρίτη συνιστούν μια εκ των πραγμάτων κατάργηση του καθεστώτος της Αυτονομίας, άρα εκ των πραγμάτων ακύρωση σειράς θεμελιωδών διατάξεων του ισπανικού Συντάγματος, στον ίδιο βαθμό που, κατά την El País, το συνιστά η τυχόν διεξαγωγή του δημοψηφίσματος.
Και δεν πρόκειται για συζήτηση σε επίπεδο συνταγματολόγων - και τα δυο στρατόπεδα θα έχουν πλήθος επιχειρημάτων που τεκμηριώνουν την άποψή τους- αλλά για πολιτική κρίση πρώτου βαθμού.
Με τη σημερινή επίδειξη πυγμής ο Ραχόι πιθανόν εξασφάλισε την πολιτική του κυριαρχία στην Ισπανία για αρκετά χρόνια.
Καθιστώντας κυρίαρχο στοιχείο της πολιτικής αντιπαράθεσης την ενότητα της Ισπανίας τόσο το Σοσιαλιστικό Κόμμα όσο και οι νεοφιλελεύθεροι CIUDADANOS (Πολίτες), δυο κόμματα που συμμερίζονται τις απόψεις του Λαϊκού Κόμματος σε αυτό το ζήτημα, βρίσκονται αυτόματα σε μειονεκτική θέση.
Σε μειονεκτική θέση όμως βρίσκονται και τα κόμματα της Αριστεράς (PODEMOS και ΕΝΩΜΕΝΗ ΑΡΙΣΤΕΡΑ) τα οποία αφ' ενός τάσσονται υπέρ της διατήρησης της ενότητας της Ισπανίας, αφ' ετέρου θεωρούν ότι η Καταλωνία έχει κάθε δικαίωμα να αποφασίσει για το μέλλον της, μιας και εφεξής θα κατηγορούνται σε καθημερινή βάση για εθνική μειοδοσία.
Επιπροσθέτως η σύγκρουση Ισπανών - Καταλανών θα εξοβελίσει από την πολιτική αντιπαράθεση τις καταστροφικές κοινωνικές συνέπειες της νεοφιλελεύθερης πολιτικής του Λαϊκού Κόμματος και θα μειώσει τις κοινωνικές αντιδράσεις.
Αντιστοίχως στο αποσχιστικό στρατόπεδο της Καταλωνίας η σημερινή επιχείρηση της Guardia Civil (αστυνομικό σώμα αντίστοιχο της Χωροφυλακής στην Ελλάδα μέχρι το 1985) περιθωριοποιεί τις μετριοπαθείς φωνές και ενισχύει τις πιο ριζοσπαστικές τάσεις.
Πολύ περισσότερο που είναι δύσκολο η καταστολή να περιοριστεί στην αποτροπή του δημοψηφίσματος για την Ανεξαρτησία της Καταλωνίας. Από τη στιγμή που το Ανώτατο Δικαστήριο της Καταλωνίας θεώρησε τη διεξαγωγή του δημοψηφίσματος πράξη αντίθετη προς το Σύνταγμα, η απόσταση είναι πολύ μικρή από το να θεωρηθεί η ίδια η διεκδίκηση της ανεξαρτησίας της Καταλωνίας αντισυνταγματική, και να τεθούν εκτός νόμου όλα τα καταλανικά κόμματα.
Όμως, ακόμα κι αν αυτό το βήμα δεν γίνει, με δεδομένο ότι το ισπανικό θεσμικό πλαίσιο δεν επιτρέπει τη διεκδίκηση του δικαιώματος στην απόσχιση, τα καταλανικά κόμματα και συλλογικότητες θα κληθούν να επαναπροσδιορίσουν την πολιτική στρατηγική τους.
Μέχρι πιο σημείο θα φτάσει η μη βίαιη αντίσταση; Θα λάβει μορφή πολιτικής ανυπακοής; Κι αν συμβεί αυτόα φτάσει έως το σημείο του μποϊκοταρίσματος όλων των θεσμών του Κράτους και της άρνησης πληρωμής των φόρων; Θα δημιουργηθεί ένα δίκτυο παράλληλων θεσμών; Και ποια θα είναι η απάντηση των Καταλανών εθνικιστών στην εύλογα βίαιη αντίδραση του ισπανικού Κράτους; Και, το σημαντικότερο, τι θα συμβεί αν μια όχι ευκαταφρόνητη μερίδα των Καταλανών εθνικιστών επιλέξει το δρόμο της ένοπλης αντιπαράθεσης;
Αν όμως λάβουμε υπ' όψιν πόσα χρόνια χρειάστηκε το ισπανικό Κράτος για να αντιμετωπίσει την ΕΤΑ - που οι Βάσκοι είναι ένα εκατομμύριο όλοι κι όλοι- αντιλαμβάνεται κανείς τι μπορεί να συμβεί αν κάποιοι Καταλανοί εθνικιστές επιλέξουν το δρόμο του αντάρτικου πόλης.
Γιατί οι Καταλανοί αντιστοιχούν στο ένα έκτο του πληθυσμού της Ισπανίας. Κι αν για να νικήσει το ισπανικό Κράτος την ΕΤΑ χρειάστηκε να προσφύγει σε μεθόδους του φρανκικού παρελθόντος (βασανιστήρια, ακόμα και εξωδικαστικές εκτελέσεις) και τη συστηματική βοήθεια των γαλλικών αρχών από το 1986 και μετά, πόση κλιμάκωση της βίας θα χρειαστεί για την αντιμετώπιση μιας πολύ μεγαλύτερης δεξαμενής υποστηρικτών των ενδεχόμενων ένοπλων καταλανικών οργανώσεων;  Θα μπορέσει να επιβιώσει το Κράτος Δικαίου μιας τέτοιας αντιπαράθεσης;
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο Μαριάνο Ραχόι έχει επενδύσει στην κλιμάκωση της έντασης για την εδραίωση της πολιτικής του κυριαρχίας. Όμως βασική προϋπόθεση για την επιτυχία του σχεδιασμού του είναι ο καταλανικός πληθυσμός να υποκύψει στην κεντρική εξουσία και να αποδεχτεί ή να ανεχτεί την παρέμβασή της, πράγμα που κανείς δεν πρέπει να αποκλείσει.
Αν όμως δε συμβεί αυτό τότε θα ξεκινήσει μια αλυσιδωτή αντίδραση την οποία κανείς πλέον δε θα μπορεί να σταματήσει. Κι οι επιπτώσεις της θα επηρεάσουν και την υπόλοιπη Ευρώπη, καθώς τόσο στη Μεγάλη Βρετανία, όσο και στο Βέλγιο οι αποσχιστικές τάσεις της Σκωτίας και της Φλάνδρας αντίστοιχα είναι ιδιαίτερα ισχυρές. Για να μην προσθέσουμε και το, προς το παρόν αδύναμο, ενδεχόμενο της ανάπτυξης ενός αποσχιστικού κινήματος στη Βόρεια Ιταλία με κορμό τη Λέγκα του Βορρά. Εκείνο που με βεβαιότητα μπορεί να πει κανείς είναι πως μια εκτός ελέγχου κλιμάκωση της έντασης μεταξύ Καταλανών εθνικιστών και ισπανικού Κράτους θα επηρεάσει σημαντικά τις εξελίξεις στις τρεις αυτές χώρες.

Γιάννης Χρυσοβέργης



Τρίτη 14 Ιουλίου 2015

ΣΥΝΘΗΚΟΛΟΓΗΣΗ ΧΩΡΙΣ ΟΡΟΥΣ

Ο πόλεμος ήταν πολύ σύντομος και η έκβασή του ανάλογη του συσχετισμού δυνάμεων: οδηγηθήκαμε σε συνθηκολόγηση χωρίς όρους. 
Τον πόλεμο αυτόν δεν τον επιλέξαμε, ούτε και ειχαμε τη δυνατότητα να τον αποφύγουμε, εκτός κι αν απεμπολούσαμε το δικαίωμά μας να αποφασίζουμε ελεύθερα για την κυβέρνησή μας.
Τώρα πρέπει να μαζέψουμε τα κομμάτια μας, να διαχειριστούμε την πίκρα μας για να μην της επιτρέψουμε να γίνει αυτοκαταστροφική  και να ξεκινήσουμε έναν μακρύ απελευθερωτικό αγώνα.
Για τη Δημοκρατία και για τον απεγκλωβισμό μας από την Ευρωπαϊκή Ένωση.

«Όταν ένας λαός απορρίπτει ένα τελεσίγραφο του κηρύσσεται ολοκληρωτικός πόλεμος», είχα γράψει την επαύριο του δημοψηφίσματος. Ο πόλεμος αυτός ήταν αναπόφευκτος. Η κήρυξή του είχε αποφασιστεί πριν ακόμα από τις εκλογές της 25ης Ιανουαρίου, όταν σύσσωμοι οι εκπρόσωποι των ευρωπαϊκών θεσμών μας κουνούσαν το δάχτυλο απειλητικά και απαιτούσαν να «μην ψηφίσουμε λαϊκιστές». Οι μάσκες έπεσαν την επαύριο των εκλογών  όταν δρομολογήθηκε η ανατροπή της κυβέρνησης που ανέδειξε η ψήφος μας.
Θα μπορούσε να είχε καλύτερη έκβαση αυτή η σύγκρουση; Κατά την άποψή μου ναι, αν από τον πρώτο κιόλας μήνα η νέα κυβέρνηση είχε επιβάλει έλεγχο κεφαλαίων για την αντιμετώπιση της οργανωμένης μαζικής απόσυρσης καταθέσεων. 
Επίσης κατά την άποψή μου, η κυβέρνηση επέδειξε προκλητικά καλή πίστη και αντιμετώπισε το Βερολίνο και τις Βρυξέλλες ως εταίρους και όχι ως εχθρούς, όπως θα όφειλε να είχε διδαχτεί από τα παθήματα και την πραξικοπηματική ανατροπή του Γιώργου Παπανδρέου. 
Όμως δεν έκανα εγώ τη διαπραγμάτευση, δεν ήμουν εγώ μόνος μου εναντίον δεκαοκτώ και γι αυτό, ο κάθε ένας σαν εμένα, που έχει κάποιες ενστάσεις, καλό είναι να τις διατυπώνει σε χαμηλούς τόνους.
Γιατί τα τακτικά λάθη οφείλονταν πρωτίστως στην παραδοχή ότι «πρέπει να αγωνιστούμε για να αλλάξει η Ευρώπη», παραδοχή που για τον Αλέξη Τσίπρα και την πλειοψηφία της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ είναι αξίωμα.
Η κυβέρνηση δε μπόρεσε να διακρίνει ότι πλεον, με αφορμή την ελληνική κρίση, έχει εδραιωθεί στην Ευρώπη μια απολυταρχική εξουσία των γραφειοκρατών των Βρυξελλών και του Βερολίνου που μισεί κάθε μορφή Δημοκρατίας.
Απέναντι σε αυτή τη δικτατορία έχουμε καθήκον να αντισταθούμε, να επιδοθούμε σε ένα μακροχρόνιο απελευθερωτικό αγώνα, αφού πρώτα χτίσουμε ένα δημοκρατικό όραμα έξω από την ΕΕ και ενάντια σε αυτήν.
 Το όραμα αυτό θα το χτίσουμε μέρα με τη μέρα, μήνα με το μήνα, χρόνο με το χρόνο, με τη δράση μας σε επιτροπές αλληλεγγύης και αλληλοβοήθειας στις συνοικίες, σε κοινωνικά ιατρεία για τους ανασφάλιστους, στην οργάνωση συσσιτίων.
 Είναι εντελώς φυσιολογικό τα παιδιά που μεγάλωσαν με το ERASMUS και την ελευθερία κίνησης στην Ευρώπη να τρομάζουν στην ιδέα μιας αποχώρησης από την ΕΕ. 
Πρέπει όμως να τους δείξουμε ότι ακριβώς οι ίδιοι που έχουν επιβάλει, με πρόσχημα κάποιες μεταρρυθμίσεις για τις οποίες ουδέποτε ενδιαφέρθηκαν, μια μαζική φτωχοποίηση της κοινωνίας, αξιώνουν ταυτόχρονα περιορισμούς στην ελευθερία μετακίνησης των πολιτών με πρόσχημα τους «λαθρομετανάστες».
Πρέπει να τους θυμήσουμε επίσης ότι για να ταξιδέψεις, πρέπει να σου επιτρέπεται να έχεις τα χρήματα για να το κάνεις.
Είναι εντελώς φυσιολογικό οι άνθρωποι που γνώρισαν την προ της Συνθήκης του Μάαστριχτ ΕΟΚ, όταν η λέξη Ευρώπη ήταν συνώνυμη της ευημερίας για όλους, να τρομάζουν στην ιδέα της αποχώρησης από την ΕΕ.
Πρέπει σε όλους αυτούς να θυμίσουμε ότι μια χώρα που δυο φορές με δημοψήφισμα απέρριψε την ένταξή της στην ΕΕ, η Νορβηγία, έχει κατορθώσει να εξασφαλίσει για τους πολίτες της όλα τα δημοκρατικά πλεονεκτήματα, όλη την ευημερία, όλη την κοινωνική συνοχή που στερούνται όλο  και περισσότερα Κράτη-μέλη της ΕΕ. 
Μέσα από αυτή την πολύπλευρη δραστηριότητα θα δώσουμε έμπρακτη απάντηση στην τρομοκρατία της προπαγάνδας την εγχώριας ολιγαρχίας και των Βρυξελλών, τα παπαγαλάκια των οποίων έσπευσαν να χαιρετήσουν τη «δυσπιστία» των εταίρων προς την ικανότητα της κυβέρνησης «να εφαρμόσει μεταρρυθμίσεις» και ζητούν «την απομάκρυνση των εξτρεμιστών από την κυβέρνηση» και την αντικατάστασή τους από «μετριοπαθείς πολιτικούς», με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που στη δεκαετία του '60 «μετριοπαθείς πολιτικοί» και «έγκριτοι δημοσιογράφοι» αναζητούσαν «ένα λοχία» για να σώσει τη χώρα «από τον ερυθρό δαίμονα του Καστρίου», το Γεώργιο Παπανδρέου δηλαδή.Το ότι όλοι εκείνοι πρωτοστάτησαν στην Απόστασία, χειροκρότησαν τη σκευωρία της υπόθεσης Ασπίδα και, κάποιοι από αυτούς, έγιναν υπουργοί της Χούντας είναι απλώς ενδεικτικό του τι είναι ικανοί να κάνουν οι δικοί μας «μετριοπαθείς πολιτικοί» και «έγκριτοι δημοσιογράφοι».
Είναι τέλος σημαντικό σε όλη αυτή την προσπάθεια να μη  εμπλακούμε σε όσους ακόμα πιστεύουν καλόπιστα - για το ΣΥΡΙΖΑ και κάσποιους αποπροσανατολισμένους Οικολόγους ο λόγος - ότι μπορούν  να εκδημοκρατίσουν την ΕΕ.
Είμαστε στην ίδια βάρκα κι έχουμε τον ίδιο σκοπό, την αξιοπρέπεια και την ευημερία αυτής της χώρας, δεν υπάρχει λόγος να κοπανάμε τα κουπιά μας οι μεν στα κεφάλια των δε. Δεν είναι μονάχα αντιπαραγωγικό, είναι αυτό που θα μας αποστερήσει την υποστήριξη των εκατοντάδων χιλιάδων Ευρωπαίων πολιτών που πλημμύρισαν τους δρόμους και τις πλατείες της Ευρώπης για να μας συμπαρασταθούν αυτούς τους έξι τρομερούς μήνες. Η δράση μας πρέπει να βοηθήσει τη δική τους, κι η δική υτους τη δική μας. Μονάχα έτσι, με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο θα βγει κάτι καλό.
 Το Δημοψήφισμα αποκάλυψε πως περίπου οι μισοί ψηφοφόροι του ΟΧΙ είχαμε δώσει ψήφο ενάντια στη δικτατορία της ΕΕ. Είναι μια καλή αρχή. Όμως για να γίνει το ρεύμα αυτό πλειοψηφικό έχουμε πολλή δουλειά.
Ο χρόνος πιέζει. Δεν έχουμε την πολυτέλεια καθυστερήσεων. Η κοινωνική οργή θα αρχίσει να φουντώνει σύντομα, καθώς οι εισπρακτικοί στόχοι των μέτρων της «συμφωνίας» είναι ανέφικτοι, με αποτέλεσμα την επιβολή νέων οριζόντιων περικοπών και φόρων. Κι αν δεν είμαστε εκεί, τότε αυτής της οργής θα επωφεληθεί μονάχα η Χρυσή Αυγή.

Γιάννης Χρυσοβέργης




Κυριακή 5 Φεβρουαρίου 2012

ΤΟ ΝΕΟ ΜΝΗΜΟΝΙΟ, Η ΤΡΟΪΚΑ ΚΑΙ... Η ΡΩΣΙΚΗ ΑΡΚΟΥΔΑ

Εν μέσω πυρετωδών διαπραγματεύσεων για τη νέα δανειακή σύμβαση και τους όρους της αυξάνονται, σε Ελλάδα και Δυτική Ευρώπη, οι δηλώσεις επωνύμων και οι δημοσκοπήσεις που δείχνουν ότι τόσο σε επίπεδο κοινής γνώμης, όσο και σε επίπεδο ελίτ, οδεύουμε προς ένα βίαιο διαζύγιο Ελλάδας και Ευρώπης. Με τη Ρωσία να παρακολουθεί τις εξελίξεις με ιδιαίτερο ενδιαφέρον.

Το 80% των Γερμανών είναι ενάντιο σε περαιτέρω βοήθεια προς την Ελλάδα, κατέδειξαν δυο πρόσφατες δημοσκοπήσεις, τη στιγμή που το 53% των Γερμανών επιθυμεί την αποβολή της Ελλάδας από την ευρωζώνη. Ανάλογα είναι τα δημοσκοπικά δείγματα σε Ολλανδία, Δανία, Αυστρία, Φιναλανδία. 
Την ίδια στιγμή, στις ελληνικές δημοσκοπήσεις, μολονότι  η πλειοψηφία των πολιτών δηλώνει πάντα «υπέρ της παραμονής στο ευρώ», αυξάνει σταθερά, και ήδη έχει υπερβεί το 30%, το ποσοστό αυτών που ονειρεύονται «επιστροφή στη δραχμή».
Η δραματική μοναξιά των ελλήνων διαπραγματευτών και η απελπισμένες δηλώσεις του Ευάγγελου Βενιζέλου το Σάββατο το βράδυ είναι ενδεικτικές. 
Δεν υπάρχει λόγος να επιμείνουμε σε δυο παραδοχές οι οποίες εκλαμβάνονται ως αξιώματα ένθεν κακείθεν και έχουν οδηγήσει τόσο την ελληνική όσο και την ευρωπαϊκή πλευρά σε ακραίες απόψεις: 
  1. Τη λανθασμένη πεποίθηση των Δυτικοευρωπαίων ότι ο ελληνικός λαός θα δεχθεί οιαδήποτε θυσία, προκειμένου να παραμείνει στην Ευρωζώνη.
  2. Την εξ ίσου λανθασμένη άποψη του ελληνικού πολιτικού συστήματος, πως μπορεί να φροντίζει την εκλογική του πελατεία αγνοώντας τις υποδείξεις των εταίρων της χώρας, σε ό,τι αφορά στην απελευθέρωση των προστατευμένων επαγγελμάτων, την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής και της εισφοροδιαφυγής και πως, ό,τι κι αν γίνει, οι «κουτόφραγκοι δε θα μας αφήσουν να χρεοκοπήσουμε».
Εκείνο που πλέον έχει σημασία είναι ότι, ο μέσος Ευρωπαίος, χάρη στη συστηματική δουλειά του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος και των «λαϊκών» ΜΜΕ έχει ανασύρει όλα τα ρατσιστικά στερεότυπα σε βάρος των Ελληνών.
Εκείνο που επίσης  έχει σημασία είναι ότι ο μέσος Έλληνας, που στα τελευταία εικοσιπέντε χρόνια είχε σιγά-σιγά αποβάλει την εξ ίσου ρατσιστική του απέχθεια προς τη Δύση, αισθάνεται ότι η Ευρώπη τον πρόδωσε. Και το συναίσθημα αυτό της προδοσίας είναι ανάλογο του αντίστοιχου μετά από τη Μικρασιατική Καταστροφή.
Με δεδομένο λοιπόν το διαζύγιο του ελληνικού λαού - της πλειοψηφίας για την ακρίβεια - με την Ευρώπη,  το οποίο είναι θέμα χρόνου να πάρει θεσμική μορφή, οι εναλλακτικές λύσεις για την Ελλάδα είναι δυο: είτε η προσκόλληση στο τουρκ,ικό άρμα, είτε η προσκόλληση στο ρωσικό άρμα. Με το δεύτερο να έχει μια ξεχωριστή θέση στο συλλογικό ασυνείδητο των Ελλήνων, που ούτε ο σκληρός αντικομμουνιστικός αγώνας της περιόδου 1930-1974 δεν κατόρθωσε να εκθρονίσει.
Και με μια σημαντική διαφορά. Τότε, το σύνολο του πολιτικού συστήματος, με εξαίρεση το ΚΚΕ, ήταν εκ πεποιθήσεως στραμμένο προς τη Δύση, με μια ιδεολογική προσήλωση που του αφαιρούσε κάθε πολιτική αυτονομία. Κι όταν το πολιτικό σύστημα ήταν αδύναμο, υπήρχαν ισχυροί παρακρατικοί μηχανισμοί για να εξασφαλίσουν, δια πυρός και σιδήρου, την παραμονή της Ελλάδας στο δυτικό χώρο επιρροής.
Σήμερα,  τα πράγματα είναι διαφορετικά. Τα 38 χρόνια Δημοκρατίας συνέβαλαν στην εξάρθρωση των παρακρατικών μηχανισμών καταστολής. Επιπλέον, ένα σημαντικό κομμάτι του πολιτικού συστήματος, η Νέα Δημοκρατία,  το ΛΑΟΣ, αλλά και η πλειονότητα των ψηφοφόρων του ΚΚΕ στρέφουν το βλέμμα προς τη Ρωσία (παρ' όλο που η ηγεσία του ΚΚΕ έχει τον τελευταίο καιρό πάρει σαφείς αποστάσεις από αυτήν. Και το υπόλοιπο πολιτικό σύστημα είναι παντελώς ανυπόληπτο.
Όμως τα όσα συμβαίνουν δεν αφήνουν αδιάφορη τη Ρωσία, η οποία ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 2000, προωθεί αργά αλλά σταθερά τις θέσεις της στην Ελλάδα. 
Επί πρωθυπουργίας Κώστα Καραμανλή οι ελληνορωσικές σχέσεις υπήρξαν καλύτερες από ποτέ. Με αποτέλεσμα να διαταραχτούν, σε κάποιες περιπτώσεις, οι διπλωματικές ισορροπίες.
Κύριος μηχανισμός διείσδυσης τηε ρωσικής πολιτικής στην Ελλάδα είναι η Εκκλησία. 
Επίσης ο μηχανισμός εκείνος της Νέας Δημοκρατίας, που κινείται γύρω από τον Κώστα Καραμανλή, τον Αντώνη Σαμαρά και, φυσικά, τη Μονή Βατοπεδίου. Δεν είναι τυχαίο το ότι, με το ξέσπασμα της κρίσης, το ελληνικό διαδίκτυο κατακλύσθηκε από εκείνο το απίστευτο παραμύθι για δήθεν «ρωσική προσφορά να δανειοδοτήσει την Ελλάδα με 0% επιτόκιο». την ίδια στιγμή που η Ρωσία στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο πρωτοστατούσε στην προσπάθεια για δανεισμό της Ελλάδας με όσο το δυνατόν πιο υψηλλά επιτόκια. 
Δεν είναι επίσης τυχαία η μεγαλοπρεπής υποδοχή του Εφραίμ από τον Πούτιν τον περασμένο Νοέμβριο, ούτε η πέρα από κάθε λογική διπλωματικής αβροφροσύνης αντιδράσεις της Ρωσίας στην προφυλάκιση του τελυταίου. Όπως δεν είναι τυχαίο και το πρόσφατο ταξίδι του Αντώνη Σαμαρά, εν μέσω κρίσιμων διαπραγματεύσεων με την Τρόικα, στη Ρωσία.
Οι λόγοι του ρωσικού ενδιαφέροντος για την Ελλάδα είναι προφανείς. Η Ρωσία, με την ανατροπή του Καντάφι και την επικείμενη, αργά ή γρήγορα, του αλ Άσαντ στη Συρία, έχει βρεθεί χωρίς το παραμικρό στήριγμα στη Μεσόγειο, για πρώτη φορά από το τέλος του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Κι αυτό ακριβώς σε μια εποχή που αρχίζει και πάλι να ορθώνει το ανάστημά της ως υπερδύναμης. Επιπλεον της προσφέρεται η ευκαιρία να ασκεί πίεση στην Τουρκία, ανεξαρτήτως του ότι οι σχέσεις τω δυο χωρών διάγουν την καλύτερη περίοδό τους, από την εποχή του Κεμάλ Ατατούρκ.
Προφανείς όμως είναι και οι συνέπειες μιας ενδεχόμενης μετατροπής της Ελλάδας σε ρωσικό δορυφόρο. Όλο το δημοκρατικό κεκτημένο των τελευταίων 38 χρόνων θα πάει περίπατο. Τη χώρα θα κυβερνά η ρωσική Μαφία και όσοι εναντιώνονται στις επιθυμίες της θα δολοφονούνται μέρα -μεσημέρι, χωρίς ποτέ οι φονιάδες να τιμωρούνται.
Ευφάνταστα σενάρια; Μακάρι. Όμως πρέπει όλοι να έχουν στο νου τους ένα πράγμα. Η Ελλάδα δεν ενδιαφέρει πλέον πολιτικά την Ευρώπη. Οι ΗΠΑ, εξασθενημένες από τους πολέμους χωρίς αποτέλεσμα σε Ιράκ και Αφγανιστάν, δεν επιθυμούν άλλες εμπλοκές και, σε κάθε περίπτωση, έχουν περιορισμένη ικανότητα καθορισμού των εξελίξεων στη Νοτιοανατολική Μεσόγειο. Και στη Ελλάδα, οι δυνάμεις που θέλουν και θα προσπαθήσουν να αποτρέψουν ένα τέτοιο ενδεχόμενο, είναι περιορισμένης επιρροής.

Γιάννης Χρυσοβέργης

Υ.Γ. Το σκίτσο που φιλοξενείται στην ανάρτηση είναι από ρωσικό διαδικτυακό τόπο. αν και η καλλιτεχνική ποιότητά του είναι κάτω του μετρίου, ο επί της άρκτου καβαλάρης που πυροβολεί είναι ο Βλαντιμίρ Πούτιν. Ο έτερος, που εφορμά δίκην Κοζάκου με τη σπάθα στο χέρι είναι ο Αντώνης Σαμαράς

Τετάρτη 30 Νοεμβρίου 2011

Ανήκει η Ελλάδα στην Ευρώπη;

Παραθέτω το εξαιρετικού ενδιαφέροντος άρθρο του Γιώργου Σιακαντάρη από ΤΑ ΝΕΑ 
Που αποκτά περίσσεια αξία αν σκεφτεί κανείς ότι από τους πολίτες των 27 Κρατών-μελών της ΕΕ οι μόνοι που όταν πηγαίνουν στο Παρίσι, στις Βρυξέλλες, στο Βερολίνο ή στη Βαρκελώνη «πάνε στην Ευρώπη» είμαστε εμείς και... οι Άγγλοι (they are going to the continent).
Γιάννης Χρυσοβέργης
 
«ΤΑ ΝΕΑ» αναφέρθηκαν εκτενώς στο δημοσίευμα της γαλλικής «Monde» με τίτλο: «Ελλάδα - Ευρώπη: Η μεγάλη παρεξήγηση». Εκεί δεν αμφισβητείται απλώς η ικανότητα της Ελλάδας να αντεπεξέλθει στις απαιτήσεις της δημοσιονομικής πειθαρχίας, ούτε καν μόνο η είσοδός της στην ΟΝΕ. Κυρίως, αμφισβητείται η θέση της στο ευρωπαϊκό γίγνεσθαι. Η εφημερίδα μιλάει για ένα «αδύναμο και ανοργάνωτο κράτος» στη θέση της Δημοκρατίας του Περικλή. Στο κείμενο γίνεται αναφορά στις χρεοκοπίες του 1897 και του 1932. Φιλοξενείται και συνέντευξη του πρώην προέδρου της Γαλλικής Δημοκρατίας Βαλερί Ζισκάρ ντ' Εστέν ο οποίος χαρακτηρίζει την είσοδό μας στην ευρωζώνη «σοβαρό σφάλμα», το οποίο και αποδίδει στο «πολιτικό lobbying» Σιράκ - Ζοσπέν. Ο Ντ' Εστέν, πάντως, δεν προσυπογράφει το δημοσίευμα με το οποίο αμφισβητείται η ευρωπαϊκότητα της χώρας μας.
Στον αντίποδα, βεβαίως, υπήρξαν αντιδράσεις. Μεταξύ άλλων, ο Μαρκ Μαζάουερ και ο Μίλαν Κούντερα αντέδρασαν κατά της αμφισβήτησης της ευρωπαϊκότητας της Ελλάδας που την ανάγουν τις ρίζες του ευρωπαϊκού πολιτισμού. Πολύ φοβάμαι, ωστόσο, πως κινδυνεύουμε περισσότερο να πέσουμε θύματα του φιλελληνισμού παρά του ανθελληνισμού. Αν μείνουμε σε απαντήσεις που θα υπενθυμίζουν στους άλλους ευρωπαϊκούς λαούς πως η σοφία της Ευρώπης ξεκινάει από το αρχαιοελληνικό δημοκρατικό πνεύμα, κινδυνεύουμε από τα γραφικά επιχειρήματα που διολισθαίνουν στον εθνικισμό. Κινδυνεύουμε, δηλαδή, να κάνουμε το ακριβώς αντίθετο απ' ό,τι χρειάζεται για να πείσουμε για την ευρωπαϊκή μας θέση.
Κατ' αρχάς, δεν είναι σίγουρο πως το ερώτημα αν η μία ή η άλλη χώρα ανήκει ή όχι στην Ευρώπη είναι το σωστό ερώτημα. Πριν δούμε αν κάποια χώρα ανήκει ή όχι στην Ευρώπη, πρέπει να ξεκαθαρίσουμε αν η Ευρώπη είναι το σύνολο των εθνικών ιστοριών ή, αντιθέτως, αν η ιστορία της Ευρώπης υπερβαίνει τις ιστορίες των εθνών - κρατών.

Αν ισχύει το πρώτο, τότε πραγματικά η ένταξη κάθε χώρας στο ευρωπαϊκό γίγνεσθαι πρέπει να αξιολογείται με βάση τη δική της ξεχωριστή ιστορία και το δικό της κοινωνικό και πολιτισμικό γίγνεσθαι. Αν αυτό ισχύει, τότε κάθε χώρα έχει στοιχεία που την εντάσσουν στην ιδέα της δημοκρατικής και πλουραλιστικής Ευρώπης, αλλά και στοιχεία που την εντάσσουν στην ιδέα της «Σκοτεινής Ηπείρου». Εξάλλου, όχι τόσο στην Ελλάδα αλλά στη Γερμανία, από τον 19ο ακόμη αιώνα είχε ξεσπάσει μια συζήτηση η οποία συνεχίζεται μέχρι τις μέρες μας, για το αν η χώρα μας ανήκει στον δυτικό πολιτισμό ή στην ανατολική κουλτούρα.
Αν όμως η απάντηση είναι πως Ευρώπη δεν είναι το άθροισμα των εθνικών ιστοριών αλλά η ιστορική κίνηση ενοποίησης του συγκεκριμένου ιστορικού και γεωγραφικού χώρου, τότε οφείλουμε να δούμε με άλλη ματιά και την «ελληνική καθυστέρηση». Αν δεχτούμε πως η ιστορία της Ευρώπης είναι η ιστορία των θετικών και των αρνητικών, των φωτεινών και των σκοτεινών πλευρών της, μια ιστορία που πρέπει, αλλά δεν μπορεί να το θεωρεί και ως δεδομένο, να οδηγεί στην ευρωπαϊκή κοινωνική αλληλεγγύη, στη δημοκρατία, στο κράτος πρόνοιας και δικαίου, τότε κάθε χώρα έχει κάτι θετικό με το οποίο μπορεί να συμβάλει στην ενοποίηση. Εχει όμως και πολλά αρνητικά, με τα οποία πρέπει να παλέψει ώστε να μην παρεμποδίσει αυτή την ενοποίηση.

Η Ελλάδα είναι ένα έθνος από το οποίο απουσιάζουν πολλές από τις εξελίξεις που έλαβαν χώρα σε πολλές άλλες χώρες της Δυτικής Ευρώπης. Απουσιάζει ένα ντόπιο αριστοκρατικό στρώμα, από το οποίο θα ξεπηδούσαν αρχές όπως αυτή της κοινωνικής κοσμιότητας και του αντίστοιχου ήθους. Απουσιάζουν το πνεύμα του Διαφωτισμού και ο διαχωρισμός της θρησκευτικής συνείδησης από το κράτος. Η αστική τάξη μας ποτέ δεν μεγαλούργησε ως παραγωγική αστική τάξη με το συνάδον σ' αυτήν εργασιακό ήθος, το δε παραγωγικό μας μοντέλο στηρίχτηκε στο κράτος και όχι στην επιχειρηματικότητα. Αυτές όμως οι απουσίες δεν οφείλονται σε κάποιο DNA που καθηλώνει τους Ελληνες στην καθυστέρηση, αλλά στην πορεία διαμόρφωσης του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού, η οποία δεν ήταν νομοτελειακή αλλά ιστορικά καθορισμένη. Ακριβώς αυτή η κοινωνική ιστορία της Ελλάδας, ως αναπόσπαστο τμήμα της ευρωπαϊκής ιστορίας, πρέπει να χρησιμεύσει ως παράδειγμα για το πώς οι χώρες οφείλουν να είναι αλληλέγγυες η μία με την άλλη για να κτίσουν την Ευρώπη που θέλουμε.

Δευτέρα 21 Νοεμβρίου 2011

Η ΑΓΩΝΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΕΣΑΙΑΣ ΑΣΤΙΚΗΣ ΤΑΞΗΣ


Εδώ και δυο χρόνια η μεσαία αστική τάξη ζει με τον τρόμο της «αποβολής από την Ευρώπη», που υπήρξε και πηγή της ευημερίας της. Το τίμημα που καλείται να πληρώσει για «την παραμονή στην Ευρώπη» ισοδυναμεί με την καταστροφή της. Η αποχώρηση όμως από αυτό που επί τριάντα δυο χρόνια υπήρξε μια σταθερά της ύπαρξής μας φαντάζει σαν άλμα στο κενό. Σαν τους εγκλωβισμένους στους πάνω ορόφους των δίδυμων πύργων την 11η Σεπτεμβρίου 2001. 

Η αμφιθυμία αυτή είναι κατανοητή. Στα τριάντα τρία χρόνια της συμμετοχής της Ελλάδας στην ΕΟΚ και στην Ευρωπαϊκή Ένωση το κατά κεφαλή εισόδημα πολλαπλασιάστηκε. Παράλληλα σημειώθηκαν σημαντικές αλλαγές στην παραγωγική δομή της χώρας. Το ποσοστό των απασχολουμένων στον πρωτογενή και δευτερογενή τομέα βούλιαξε προς όφελος των υπηρεσιών, με κυρίαρχο τον τουρισμό. Ανάλογη κατακρήμνιση υπέστη κι ο αριθμός των απασχολουμένων στη ναυτιλία. Όλα αυτά συνέβαλαν στην απότομη διόγκωση της μεσαίας αστικής τάξης, τόσο από εισοδηματική άποψη όσο και, κυρίως, από την άποψη των επαγγελματικών ενασχολήσεων.
Η δημιουργία ενός πολυπληθούς επιστημονικού προλεταριάτου, από τις αρχές της δεκαετίας του '90 και μετά, λόγω της κατακόρυφης αύξησης των αποφοίτων των πανεπιστημίων - όχι μόνο γιατί αυξήθηκαν οι εισαγόμενοι στα ελληνικά πανεπιστήμια, αλλά και γιατί όλο και περισσότερες οικογένειες είχαν τη δυνατότητα να στηρίξουν οικονομικά τις σπουδές των παιδιών τους στο εξωτερικό - αντιμετωπίσθηκε μέσω της απασχόλησής του στην υλοποίηση των ευρωπαϊκών προγραμμάτων. Πολλές δεκάδες χιλιάδες ανθρώπων, εργάζονταν σε εταιρείες, Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις και οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης, με χαμηλές αμοιβές κι εξαντλητικές συνθήκες εργασίας, θεωρώντας, σε κάθε περίπτωση, την κατάστασή τους προσωρινή κι ευελπιστώντας, είτε σε μια θέση στο Δημόσιο, είτε σε κάποια βελτίωση της οικονομικής τους κατάστασης.
Το ξέσπασμα της κρίσης στην αρχή προκάλεσε κρίσεις πανικού, αλλά και ελπίδες ότι, «αν τα μέτρα αποδώσουν, όλα θα πάνε και πάλι καλά». Οι πρόσφατες δηλώσεις του Γερμανού Υπουργού Οικονομικών Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, ο οποίος με τον ωμό ρεαλισμό που τον διακρίνει δήλωσε ορθά κοφτά ότι «η Ελλάδα θέλει μια δεκαετία για να ξαναμπεί σε τροχιά ανάπτυξης»  έθεσαν οριστική ταφόπλακα, στα όνειρα για ταχεία ανάκαμψη, κάτι που ήδη από την ψήφιση του Μεσοπρόθεσμου Προγράμματος είχε αρχίσει να γίνεται ορατό σε όλους.
Το δίλημμα πλέον για την ελληνική μεσαία αστική τάξη είναι αμείλικτο. Άνθρωποι που στα τελευταία είκοσι και πλέον χρόνια κέρδιζαν τη ζωή τους - εργαζόμενοι σκληρά, αυτό δεν πρέπει να το ξεχνάμε - από τον τομέα των υπηρεσιών, που χάρη στη βοήθεια του εύκολου δανεισμού ζούσαν - κι αυτό δεν πρέπει να ξεχνάμε - κατά πολύ πολυτελέστερα από όσο τους επέτρεπαν τα εισοδήματά τους, θα κληθούν, μετά από εξαιρετικά μακροχόνιες περιόδους ανεργίας, στην διάρκεια των οποίων πολλοί από αυτούς θα βρεθούν αντιμέτωποι με το φάσμα του υποσιτισμού, ενδεχομένως δε και της πείνας, να επιβιώσουν με χειρονακτικές εργασίες και μεροκάματα πείνας. Το ζητούμενο από αυτούς τους ανθρώπους δεν είναι να αποδεχτούν τη μείωση των εισοδημάτων τους. Το ζητούμενο είναι να αποδεχτούν την καταστροφή του τρόπου ζωής τους.
Από την άλλη, το ενδεχόμενο της στάσης πληρωμών δεν αφήνει καμιά αμφιβολία ότι τα εισοδήματα της μεσαίας αστικής τάξης, αλλά και του συνόλου της κοινωνίας, θα μειωθούν δραστικά και για πολλά χρόνια. Επίσης όλοι υποψιάζονται, και δικαίως, ότι σε μια τέτοια περίπτωση, αν δε γίνει η άριστη πολιτική και οικονομική διαχείριση της κατάστασης, θα συμβεί αυτό ακριβώς που πρέπει να συμβεί για την παραμονή της χώρας στο ευρώ.
Με την έννοια αυτή, η ελληνική μεσαία αστική τάξη βρίσκεται, μεταφορικά, στην ίδια μοίρα με τους δύσμοιρους που παγιδεύτηκαν στους Διδυμους Πύργους, στους ορόφους επάνω από τα σημεία που είχαν πέσει τα αεροπλάνα. Είτε παρέμεναν εκεί που βρίσκονταν, είτε πηδούσαν στο κενό ο θάνατος ήταν βέβαιος.
Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο αφ' ενός η μεσαία τάξη αντιδρά με τυφλή οργή στα φορολογικά μέτρα που κάθε τρεις και λίγο ανακοινώνονται, αλλά από την άλλη παγώνει από τρόμο στο άκουσμα της φράσης «έξοδος από την Ευρωζώνη».
Κι αυτή της η συμπεριφορά εξηγεί τόσο τον πολιτικό λόγο των κομμάτων που στηρίζουν την κυβέρνηση, αλλά και των κομμάτων της Αριστεράς, τα οποία αφ' ενός ζητούν «στάση πληρωμών εδώ και τώρα», αφ' ετέρου αρνούνται να πουν ότι η υιοθέτηση αυτής της στάσης θα οδηγήσει μαθηματικά εκτός Ευρωζώνης. 
Σε ακόμα πιο δύσκολους ακροβατισμούς αναγκάζονται να επιδοθούν οι Οικολόγοι Πράσινοι και η Δημοκρατική Αριστερά, που, αφ' ενός δε συζητούν την έξοδο από την Ευρωζώνη, αφ' ετέρου δεν αποδέχονται το τίμημα που η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, αλλά και η ευρωπαϊκή πολιτική ελίτ, απαιτούν.
Σε αυτό το πλαίσιο κάθε πρόβλεψη για τα μελλούμενα, πλην του ότι πρέπει να περιμένουμε κι άλλες εκρήξεις οργής μικρότερων ή μεγαλύτερων ομάδων του πληθυσμού, οι οποίες όμως πολύ δύσκολα θα μπορούν να αποκτήσουν πολιτικό περιεχόμενο και προοπτική, είναι παρακινδυνευμένη.

Γιάννης Χρυσοβέργης


Υ.Γ. Το παραπάνω δίλημμα δεν το αντιμετωπίζει μόνο η ελληνική μεσαία αστική τάξη. Το ίδιο δίλημμα αντιμετωπίζει και η μεσαία τάξη της Ισπανίας, που σήμερα έδωσε στο δεξιό Λαϊκό Κόμμα, το οποίο υποσχέθηκε «αίμα, ιδρώτα και δάκρυα» ποσοστό πάνω από 45% - μόνο οι Σοσιαλιστές το 1982 είχαν πετύχει ανάλογη εκλογική νίκη. Το ίδιο δίλημμα αντιμετωπίζει και η μεσαία τάξη της Πορτογαλίας που πρόσφατα έδωσε ανάλογη νίκη στο δεξιό σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα, που ευποσχέθηκε τα ίδια ακριβώς πράγματα με το Λαϊκό Κόμμα της Ισπανίας. Μάλιστα ενώ στην Ισπανία η Αριστερά σχεδόν διπλασίασε το ποσοστό της και πενταπλασίασε τους βουλευτές της, στην Πορτογαλία, το αδελφό κόμματου ΣΥΡΙΖΑ έχασε το ένα τρίτο της εκλογικής του δύναμης. Το ίδιο δίλημμα αντιμετωπίζει και η μεσαία τάξη της Ιταλίας. Η μόνη διαφορά είναι ότι στις τρεις αυτές χώρες δεν έχει χαθεί για τη μεσαία τάξη η ελπίδα της επιβίωσής της ως τάξης.


Τρίτη 9 Αυγούστου 2011

ΑΥΓΟΥΣΤΙΑΤΙΚΕΣ ΑΝΗΣΥΧΙΕΣ Νο3: ΟΙ ΗΠΑ ΣΤΗ ΖΩΝΗ ΤΟΥ ΛΥΚΟΦΩΤΟΣ;


Οι ατομικές βόμβες στη Χιροσίμα και στο Ναγκασάκι σηματοδότησαν ταυτόχρονα, το τέλος του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, την είσοδο στην πυρηνική εποχή, αλλά και την απαρχή της Αμερικανικής Αυτοκρατορίας. Εξήντα έξι χρόνια αργότερα, στις 6 Αυγούστου, οι ΗΠΑ έζησαν την ταπείνωση της υποβάθμισης της πιστοληπτικής τους ικανότητας για πρώτη φορά στην Ιστορία τους. Άραγε η Αμερικανική αυτοκρατορία εισέρχεται στη ζώνη του λυκόφωτος;

Οι ατομικές βόμβες στη Χιροσίμα και στο Ναγκασάκι έγιναν δεκτές με πανηγυρισμούς σ' Ανατολή και Δύση. Ο Άξονας είχε επιτέλους ηττηθεί κατά κράτος. Ταυτόχρονα, ανεπαισθήτως, εδραιώνονταν τα αμερικανικά πρωτεία, σε όλο τον κόσμο πλην της ΕΣΣΔ και των ελεγχόμενων από αυτή χωρών.
Στα χρόνια που πέρασαν οι ΗΠΑ, επίσημα πλέον, ανέλαβαν την ηγεσία του «Ελεύθερου Κόσμου» και του αντικομουνιστικού αγώνα, πήραν στις πλάτες τους την ανοικοδόμηση της Ευρώπης μέσω του Σχεδίου Μάρσαλ, κατέστησαν το δολάριο κυρίαρχο νόμισμα των διεθνών συναλλαγών, τα Πανεπιστήμιά τους πόλο έλξης του επιστημονικού κόσμου, έζησαν τη μοναδική στιγμή κατά την οποία ο αστροναύτης Νηλ Άμστρονγκ ύψωσε την αστερόεσσα στη Σελήνη κι ευτύχησαν, υπό τον Πρόεδρο Τζορτζ Μπους τον πρεσβύτερο, να δουν την κατάρρευση της ΕΣΣΔ, της «Αυτοκρατορίας του Κακού», όπως αρέσκονταν να την αποκαλεί η επίσημη αμερικανική προπαγάνδα.
Ακολούθησε μια δεκαετία αδιαμφισβήτητης αμερικανικής ηγεμονίας στον πλανήτη. Η 11η Σεπτεμβρίου 2001, στραπατσάρισε μεν, δεν έθεσε όμως εν αμφιβόλω την παγκόσμια αμερικανική επικυριαρχία. Στα χρόνια που ακολούθησαν, η εμπλοκή των ΗΠΑ σε πολεμικά μέτωπα όπου γης, η  εκτόξευση στα ύψη των αμυντικών δαπανών, σε συνδυασμό με το μαρασμό των παραγωγικών δραστηριοτήτων της χώρας και η ανάδυση νέων δυνάμεων στο διεθνές πολιτικό σκηνικό (Κίνα, Ινδία, Βραζιλία) καθώς και η επανάκαμψη της Ρωσίας άρχισαν να θέτουν εν αμφιβόλω αυτή την επικυριαρχία.
Η εκλογή του Μπαράκ Ομπάμα στην Προεδρία της χώρας σηματοδότησε μια απόπειρα επιστροφής της χώρας στην ανάπτυξη και της προσαρμογής της στο νέο,  πολυκεντρικό πλέον, διεθνές πολιτικό σκηνικό. Στην προσπάθειά του αυτή πρώτος Αφροαμερικανός Πρόεδρος των ΗΠΑ, ήρθε σε σύγκρουση με το τραπεζικό και οικονομικό κατεστημένο της χώρας.
Ταυτόχρονα όμως, στο εσωτερικό των ΗΠΑ, αναπτύσσονταν ένα ισχυρό κίνημα που συσπείρωνε εκείνους που πιστεύουν πως δεν έχουν καμιά ελπίδα στη νέα, μεταβιομηχανική, εποχή της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας, εναντίον της ομοσπονδιακής κυβέρνησης. Πρόκειται για τη μικρομεσαία αστική τάξη των κεντρικών και νοτίων πολιτειών, που, υπό την καθοδήγηση της ακροδεξιάς του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος και της Ευαγγελικής συντηρητικής εκκλησίας - της ίδιας ακριβώς που εξέθρεψε στη Νορβηγία τον Άντερς Μπερινγκ Μπρέιβικ - έχει κηρύξει πόλεμο σε κάθε νομοθετικό έργο της κεντρικής αμερικανικής κυβέρνησης. 
Το κίνημα αυτό υπήρχε ανέκαθεν, όμως στην τελευταία τριετία, έχει, για πρώτη φορά από το τέλος του Αμερικανικού Εμφυλίου Πολέμου, αποκτήσει πρωτοφανή μαζικότητα και κατόρθωσε να αποστερήσει από τους Δημοκρατικούς στις εκλογές του 2010, τον έλεγχο της Βουλής.
Από την άλλη πλευρά, η κίνηση της Standard&Poors να προχωρήσει στην υποβάθμιση της αμερικανικής οικονομίας, σηματοδοτεί μια πρωτοφανή πρόκληση του παγκόσμιου τραπεζικού κεφαλαίου κατά της πολιτικής εξουσίας.
Είναι προφανές ότι στις ΗΠΑ είναι σε εξέλιξη μια συμμαχία της πολιτικής ακροδεξιάς - η οποία πρεσβεύει την πλήρη αποσύνδεση από την παγκοσμιοποιημένη οικονομία, μέρος της οποίας θεωρεί την ομοσπονδιακή κυβέρνηση των ΗΠΑ - και του παγκόσμιου τραπεζικού κεφαλαίου που, απαιτεί, τη χωρίς όρους υποταγή των διαχειριστών της πολιτικής στα κελεύσματά του. Συνδετικός κρίκος αυτών των δυο ετερόκλητων και με διαμετρικά αντίθετα συμφέροντα συμμάχων, είναι, όπως και στην Ευρώπη, η διπλή απέχθεια αφ' ενός προς τα πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα αφ' ετέρου προς κάθε μορφή ισχυρής κεντρικής πολιτικής εξουσίας. 
Σημάδι των καιρών επίσης είναι η άμεση, και χωρίς διπλωματικά προσχήματα, παρέμβαση της Κίνας - η οποία κατέχει σημαντικό μέρος του αμερικανικού χρέους - προς ΗΠΑ και ΕΕ για άμεση μείωση των δημοσιονομικών ελλειμμάτων έναντι οιουδήποτε κόστους.
Ερωτηματικό παραμένει το αν ο Πρόεδρος Ομπάμα θα συνθηκολογήσει χωρίς όρους  στο τραπεζικό κεφάλαιο ή αν θα κατορθώσει να συγκροτήσει μια πλειοψηφία Αμερικανών ικανή να ορθώσει το ανάστημά της σε αυτή την πρωτοφανή πολιτική πρόκληση.
Ερωτηματικό παραμένει επίσης το πώς θα αντιδράσει η Κίνα σε μια συνεχή υποτίμηση του ευρώ και του αμερικανικού δολαρίου, δεδομένου ότι έχει συγκεντρώσει απίστευτα αποθέματα των δυο αυτών νομισμάτων, όπως άλλωστε και χρυσού. 
Και, κυρίως, ερωτηματικό είναι αν είναι αποφασισμένη να επιδιώξει τη διασφάλιση των συμφερόντων της με στρατιωτικά μέτρα, σε περίπτωση που θα βρεθεί αντιμέτωπη με αμερικανικές ή (και) ευρωπαϊκές πολιτικές αποφασισμένες να επιβάλουν τα πρωτεία της πολιτικής επί του διεθνούς τραπεζικού κεφαλαίου.
Σε κάθε περίπτωση η σύγκρουση που λαμβάνει χώρα αυτή τη στιγμή στην Αμερική είναι κεφαλαιώδους σημασίας για το μέλλον της ανθρωπότητας. Από την έκβασή της, όπως και από το αν στην Ευρώπη θα συγκροτηθεί ένας σύγχρονος Αριστερός λόγος λόγος, αλλά και από την έκβαση των εξεγέρσεων στον αραβικό κόσμο, πολλά θα κριθούν στις επόμενες δεκαετίες.

Γιάννης Χρυσοβέργης