Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΗΠΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΗΠΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 5 Μαρτίου 2026

ΠΟΛΕΜΟΣ ΔΥΣΗΣ-ΙΡΑΝ: ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΛΑΘΟΣ

Η αμερικανοϊσραηλινή επίθεση στο Ιράν δεν εξέπληξε κανέναν. Το μόνο άγνωστο ήταν ο χρόνος έναρξής της. Κι ενώ ήδη βρίσκεται στην τέταρτη μέρα της και πιστώνεται με την εκτέλεση του ηγέτη του ιρανικού καθεστώτος, Αλί Χαμενεΐ, όλα δείχνουν πως ο αρχικός της στόχος -αν πραγματικά υπήρχε τέτοιος- η ανατροπή με συνοπτικές διαδικασίες του καθεστώτος, δεν έχει επιτευχθεί και δεν είναι ορατός στο άμεσο μέλλον.  Αντιθέτως, έδωσε το φιλί της ζωής σε ένα αυταρχικό καθεστώς που είχε αρχίσει να παραπαίει.

Επίσης, ο πόλεμος έχει εξαπλωθεί σε όλη τη Μέση Ανατολή και πέραν αυτής και ουδείς μπορεί να προβλέψει τις μεσοπρόθεσμες και μακροπρόθεσμες συνέπειές του. Όπως ουδείς μπορεί να προβλέψει αν τα δυο στηρίγματα του Ιράν, η Ρωσία και η Κίνα, θα διατηρήσουν για μακρύ χρονικό διάστημα την τωρινή τους στάση αναμονής ή αν θα αναλάβουν κάποια στιγμή έναν πιο ενεργό ρόλο στήριξης του ιρανικού καθεστώτος και ποιος θα είναι ο αντίχτυπος μιας τέτοιας ενέργειας.

Είναι επίσης η πρώτη φορά από την εποχή του πολέμου της Κορέας που ελληνικές ένοπλες δυνάμεις εμπλέκονται άμεσα σε έναν πόλεμο τα μέτωπα του οποίου βρίσκονται πολλές χιλιάδες χιλιόμετρα από τα σύνορα της χώρας.

ΤΟ ΙΣΡΑΗΛ ΚΑΙ Η ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ ΧΑΟΥΣ

Η ιδεολογία του «Μεγάλου Ισραήλ», στα όρια που προσδιορίζει η Γένεσις της Βίβλου, αντιμετωπίζονταν επί δεκαετίες, τόσο εντός όσο κι εκτός της χώρας, ως γραφική. Και, μολονότι οι ανά τον κόσμο υποστηρικτές της γενοκτονίας των Παλαιστινίων εξακολουθούν να ισχυρίζονται πως δεν έχει υπόσταση, το γεγονός ότι ο Αμερικανός  πρεσβευτής στην Ιερουσαλήμ θεωρεί το «Μεγάλο Ισραήλ» «μια καλή ιδέα» αποδεικνύει πως δεν έχουν έτσι τα πράγματα.

Σε κάθε περίπτωση στη λογική του Μεγάλου Ισραήλ εντάσσεται ο στόχος του για τη δημιουργία του απόλυτου χάους γύρω από τα σύνορά του, με ασθενή αλληλοσπαρασσόμενα κρατίδια στα οποία θα κυβερνούν καθεστώτα-μαριονέτες, με ηγέτες τους οποίους θα ανεβάζει και θα κατεβάζει κατά βούληση. 

Πράγμα που θα του επιτρέψει να ικανοποιήσει την ανάγκη του για «ζωτικό χώρο», κοινώς να εκδιώξει όλους τους Παλαιστίνιους αλλά και μεγάλο μέρος των υπολοίπων Αράβων γειτόνων του. 

Τον στόχο αυτό τον πέτυχε στη Συρία όπου,  με τη βοήθεια της Τουρκίας, έχει πλέον προσαρτήσει πρακτικά όλο το νότιο τμήμα της χώρας -οι ισραηλινές δυνάμεις σταθμεύουν μόλις 20 χιλιόμετρα νοτίως της Δαμασκού- κι έχει πάρει τον έλεγχο των υδατικών της αποθεμάτων.

Το ίδιο επιδιώκει -και το έχει σχεδόν επιτύχει- στο Λίβανο φροντίζοντας να υπονομεύει συστηματικά την ενότητα της χώρας από το 1990 και μετά, όταν έλαβε τέλος ο δεκαπενταετής εμφύλιος πόλεμος. 

Και το ίδιο πράγμα επιδιώκει και για το Ιράν. Ο πόλεμος των δώδεκα ημερών του περασμένου καλοκαιριού ήταν μια καλά προετοιμασμένη επί χρόνια επιχείρηση και, σε συνδυασμό με την ανατροπή του καθεστώτος Άσσαντ στη Συρία, πέτυχε αφ' ενός να μειώσει δραματικά -αν και όχι στο βαθμό που επιθυμούσε- τη στρατιωτική ικανότητα της Χεζμπολάχ στο Λίβανο και να εκμηδενίσει την αεράμυνα του Ιράν αφ' ετέρου. 

Η τωρινή επίθεση έχει προφανή στόχο να καταστρέψει το σύνολο των υποδομών του Ιράν και, αποκεφαλίζοντας το καθεστώς, να το ανατρέψει και να φέρει στην εξουσία ένα καθεστώς - μαριονέτα. 

ΟΙ ΗΠΑ ΚΑΙ Η ΠΕΡΙΚΥΚΛΩΣΗ ΤΗΣ ΚΙΝΑΣ

Ο προφανής στόχος των ΗΠΑ σε αυτόν τον πόλεμο είναι να αποστερήσουν από την Κίνα το ιρανικό πετρέλαιο και να την φέρουν σε κατάσταση ενεργειακής ασφυξίας. Επιθυμούν επίσης, μέσα από την αλλαγή του καθεστώτος, να αποκτήσουν ισχυρή στρατιωτική παρουσία στο Ιράν, πράγμα που θα τους επιτρέψει την πλήρη στρατιωτική περικύκλωση της Κίνας.

Αν τα παραπάνω υπακούουν σε μια λογική εκείνο που φαίνεται να μην έχει λογική είναι η προτίμηση της στρατιωτικής δράσης για την ανατροπή του καθεστώτος, αντί για μια προσέγγιση ανάλογη με αυτή της Βενεζουέλας -το ενδοκαθεστωτικό πραξικόπημα δηλαδή-, η οποία, οφείλουμε να το ομολογήσουμε, πιστώθηκε με επιτυχία. Το ότι ενδεχομένως δεν υπάρχουν στο Ιράν στελέχη του καθεστώτος πρόθυμα να συνεργαστούν με τις ΗΠΑ θα έπρεπε να είχε προϊδεάσει την αμερικανική κυβέρνηση ότι μια αλλαγή καθεστώτος μόνο εύκολη δεν θα είναι.

Εδώ μπαίνει στην εξίσωση η ανάγκη του προέδρου Τραμπ να προσφέρει στους οπαδούς του MAGA (Make America Great Again),  η συντριπτική πλειονότητα των οποίων είναι το προτεσταντικό, λευκό, ξανθό προλεταριάτο που μισεί τους «αραπάδες» (όρος που περιλαμβάνει οποιονδήποτε δεν είναι ξανθός) γιατί του «παίρνουν τις δουλειές», τις γυναίκες, γιατί «του παίρνουν τις δουλειές» επίσης, τις φιλελεύθερες ελίτ γιατί «κλείνουν τα εργοστάσια», κάποιες σημαντικές στρατιωτικές επιτυχίες που να δικαιώνουν τις προεκλογικές του υποσχέσεις. 

Διότι ούτε καινούριες θέσεις εργασίας έχουν δημιουργηθεί - η απασχόληση βρίσκεται σε πολύ χειρότερο σημείο από την προεδρία Μπάιντεν-  και το επίπεδο της ζωής της φτωχολογιάς έχει υποβαθμιστεί σημαντικά εξ αιτίας των δασμών στα εισαγόμενα προϊόντα που έχει επιβάλει η κυβέρνηση Τραμπ. Όμως από την μαζική προσέλευση του λευκού ξανθού προλεταριάτου στις κάλπες του επόμενου Νοεμβρίου εξαρτάται ακόμα και η πολιτική επιβίωση του Τραμπ.

Εντούτοις αν, όπως γίνεται όλο και πιο πιθανό, οι ΗΠΑ εμπλακούν σε χερσαίες στρατιωτικές επιχειρήσεις μακράς διαρκείας τότε ο πρόεδρος Τραμπ θα οδηγηθεί σε εκλογές με τους υποστηρικτές του, στους οποίους είχε υποσχεθεί να μην ξαναεμπλέξει τις ΗΠΑ σε πολεμικές περιπέτειες, κάθε άλλο παρά ευχαριστημένους.

Ένας άλλος εσωτερικός παράγων που φαίνεται ότι επηρεάζει την πολιτική του προέδρου Τραμπ σε θέματα Μέσης Ανατολής είναι η σημαντική επιρροή στους οπαδούς του MAGA των ακραίων Ευαγγελιστών, οι οποίοι πιστεύουν ότι ένα πυρηνικό ολοκαύτωμα είναι ο Αρμαγεδδών που θα σημάνει την εκ νέου έλευση του Ιησού στη γη.

ΓΙΑΤΙ ΤΩΡΑ Η ΕΠΙΘΕΣΗ;

Από την ανακωχή του περασμένου καλοκαιριού ήταν προφανές ότι οι αντιμαχόμενες πλευρές ετοιμάζονταν πυρετωδώς για τον επόμενο γύρο. Η επιλογή της στιγμής ανταποκρίνεται σίγουρα σε έναν στρατιωτικό υπολογισμό. Το Ιράν  είχε παραγγείλει κατεπειγόντως ευέλικτα αντιαεροπορικά συστήματα, προκειμένου να αντικαταστήσει τις απώλειές του, κόστους άνω του ενός δισεκατομμυρίου δολαρίων  σε Ρωσία και Κίνα και επρόκειτο σύντομα να αρχίσει να παραλαμβάνει κάποια από αυτά. 

Η σκέψη όμως που κυρίως πρυτάνευσε σε Αμερικανούς και Ισραηλινούς μετά από τις πρωτοφανείς διαδηλώσεις του Ιανουαρίου ήταν η πεποίθηση πως το καθεστώς είναι έτοιμο να καταρρεύσει και ότι αρκούσε ο αποκεφαλισμός της ηγεσίας του για να ξεσπάσει μια λαϊκή εξέγερση που θα το ανέτρεπε.

Όμως το ιρανικό καθεστώς έχει ακόμα ισχυρή λαϊκή βάση υποστήριξης, όπως απέδειξαν οι εξ ίσου μαζικές με αυτές των εξεγερμένων αντιδιαδηλώσεις των υποστηρικτών του, αλλά και τα εκατομμύρια των Ιρανών που ξεχύθηκαν στους δρόμους των πόλεων για να θρηνήσουν το θάνατο του Χαμενεΐ.

Επίσης δεν είναι ένα προσωποπαγές καθεστώς, όπως ήταν αυτό του Γκαντάφι στη Λιβύη ή του Σαντάμ Χουσεΐν στο Ιράκ, η εξαφάνιση των οποίων από το πολιτικό προσκήνιο αρκούσε για να βυθίσει τις δυο χώρες στο απόλυτο χάος. 

Τέλος το Ιράν, ως διάδοχος της περσικής αυτοκρατορίας, έχει μια μακραίωνη Ιστορία και πολιτισμό κι οι Ιρανοί έχουν ένα αναπτυγμένο αίσθημα εθνικής υπερηφάνειας. Ταυτόχρονα διακατέχονται και αυτοί από το αίσθημα του ανάδελφου έθνους που όλοι επιβουλεύονται. 

Για να μην αναφερθούμε φυσικά στο παράλογο του συλλογισμού που θέλει τον πληθυσμό να ξεχύνεται στους δρόμους των πόλεων για ν' ανατρέψει το καθεστώς ενώ αυτές βομβαρδίζονται.

ΚΑΙ Η ΣΥΝΕΧΕΙΑ;

Οι βομβαρδισμοί συνεχίζονται με αμείωτο ρυθμό, καταστρέφοντας υποδομές και σκοτώνοντας κόσμο, και το Ιράν απαντά με τον τρόπο που ξέρει: εκτοξεύοντας κατά πάντων πυραύλους και drones χαμηλού κόστους και με ικανότητα για περιορισμένες ζημιές, για την αντιμετώπιση των οποίων όμως χρησιμοποιούνται πανάκριβα αντιπυραυλικά συστήματα, υψηλού κόστους και με χρεία μεγάλου χρονικού διαστήματος για την κατασκευή τους.

Ήδη η εφημερίδα Washington Post επισημαίνει -κι ανάγκασε τον Αμερικανό υπουργό Άμυνας, Πιτ Χέγκσεθ, στη σημερινή του συνέντευξη τύπου να δώσει μια μακρά κι ασαφή απάντηση- ότι οι αμερικανικές δυνάμεις στις επόμενες ημέρες θα βρεθούν αντιμέτωπες με έλλειψη αντιαεροπορικών πυραύλων, πράγμα που θα τις εξαναγκάζει να αξιολογούν ποιες επιθέσεις θα αντιμετωπίζουν και ποιες όχι, με προφανή συνέπεια την αύξηση των απωλειών τους.

Από την πλευρά των Ιρανών ο στόχος είναι σαφής: να διαχυθεί ο πόλεμος στο σύνολο της Μέσης Ανατολής και πέραν αυτής - όπως αποδεικνύουν οι πύραυλοι που χτύπησαν τη βρετανική βάση στο Ακρωτήρι της Κύπρου- και να υποχρεώσουν τους Αμερικανούς και τους Ισραηλινούς να εμπλακούν σε χερσαίες επιχειρήσεις. Κάτι που, επίσης σήμερα η εκπρόσωπος τύπου του Λευκού Οίκου δεν απέκλεισε.

Επίσης δεν πρέπει να αποκλείσουμε ασύμμετρες επιθέσεις με στόχους σε ευρωπαϊκές χώρες οι οποίες υποστηρίζουν την αμερικανοϊσραηλινή επίθεση. Με δεδομένο ότι τόσο η Γερμανία όσο και η Γαλλία φλέγονται από επιθυμία να υποστηρίξουν στρατιωτικά τους Άραβες συμμάχους τους στην περιοχή -κάτι καθεστώτα εξ ίσου ανελεύθερα και μακράν πιο μισογυνικά από τους Ιρανούς μουλάδες, για να μην το ξεχνάμε- δε θα πρέπει να εκπλαγούμε καθόλου αν δούμε τυφλά τρομοκρατικά χτυπήματα σε ευρωπαϊκές χώρες. Άλλωστε οι Ιρανοί, πριν 40 ακριβώς χρόνια, με αφορμή το μπλοκάρισμα από τη Γαλλία περιουσιακών στοιχείων του Ιράν ύψους μερικών δισεκατομμυρίων δολαρίων, σκόρπισαν με επιτυχία τον τρόμο στο Παρίσι. Σε κάθε περίπτωση στο ιρανικό καθεστώς είναι σαφές πως δίνει έναν αγώνα επιβίωσης. Και για το λόγο αυτό θα μετέλθει όλα τα μέσα που πιστεύει πως έχει στη διάθεσή του.

Ο ΡΟΛΟΣ ΤΗΣ ΡΩΣΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΚΙΝΑΣ

Τόσο η Ρωσία όσο και η Κίνα παρακολουθούν τα τεκταινόμενα τηρώντας στάση αναμονής. Ναι μεν καταδίκασαν την αμερικανοϊσραηλινή επίθεση, όμως δεν έδειξαν κάποια ιδιαίτερη ζέση για αντίδραση.

Σε ό,τι αφορά στη Ρωσία η στάση της είναι κατανοητή καθ' όσον είναι μπλεγμένη σε έναν πολυδάπανο και με υψηλές απώλειες πόλεμο στην Ουκρανία. Η εμπλοκή των ΗΠΑ σε ένα άλλο μέτωπο της δίνει την έμπρακτη διαβεβαίωση ότι δεν θα ασχοληθούν, είτε επειδή δεν το επιθυμούν είτε επειδή δεν θα μπορούν, με τον πόλεμο της Ουκρανίας. Επίσης, δεν επιθυμεί να κόψει τις γέφυρες επικοινωνίας με τις ΗΠΑ, που δημιουργήθηκαν και πάλι μετά από τη δεύτερη εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ.

Σε ό,τι αφορά στην Κίνα τα πράγματα είναι πιο περίπλοκα. Σίγουρα ανησυχεί για το ενδεχόμενο να χάσει την πρόσβαση στο ιρανικό πετρέλαιο, όπως συνέβη με αυτό της Βενεζουέλας μετά από την απαγωγή του Μαδούρο. Άλλο τόσο σίγουρο όμως είναι ότι δεν επιθυμεί προς το παρόν να έρθει σε στρατιωτική αντιπαράθεση, έστω και έμμεση, με τις ΗΠΑ.

Επιπροσθέτως, όπως επισημαίνει και ο Ηλίας Φωτίου σε άρθρο του στην ενημερωτική ιστοσελίδα Neostrategy ( Πεκίνο – Μόσχα: Η στρατηγική σιωπή για το Ιράν ) «το “Venezuelan scenario” είναι ο μεγάλος εφιάλτης του Πεκίνου. Γι’ αυτό ακριβώς η Κίνα δεν είναι πλήρως αδιάφορη. Χρησιμοποιεί κάθε μη στρατιωτικό μέσο που έχει, δορυφορικές εικόνες για έγκαιρη προειδοποίηση, διπλωματική κάλυψη στον ΟΗΕ, και φήμες για προμήθεια αντιπλοϊκών πυραύλων, ακριβώς για να διατηρήσει το Ιράν σε θέση επιβίωσης, αλλά όχι σε θέση νίκης».

Κι ο λόγος για τον οποίο δεν επιθυμεί μια ιρανική νίκη είναι ότι προσβλέπει στον έλεγχο των πλουτοπαραγωγικών πόρων της χώρας κάτι που θα πετύχει πολύ πιο εύκολα αν από τον πόλεμο επιβιώσει μεν το ιρανικό καθεστώς, αλλά είναι οικονομικά και πολιτικά εξουθενωμένο.

Ο ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΣΤΡΑΤΟΣ ΣΤΗ ΔΕΥΤΕΡΗ ΓΡΑΜΜΗ ΤΟΥ ΜΕΤΩΠΟΥ

Για πρώτη φορά από το 1950 ο ελληνικός στρατός συμμετέχει σε ένα πόλεμο, το μέτωπο του οποίου βρίσκεται χιλιάδες χιλιόμετρα πέρα από τα ελληνικά σύνορα. Η πυροβολαρχία πυραύλων Patriot που εδώ και πέντε χρόνια παραχώρησε το ελληνικό Κράτος στη Σαουδική Αραβία βρίσκεται πρακτικά στη δεύτερη γραμμή του μετώπου.

Θεωρητικά οι Έλληνες στρατιωτικοί είχαν μεταβεί στη Σαουδική Αραβία για να εκπαιδεύσουν τους Σαουδάραβες συναδέλφους τους, πλην όμως, η παραμονή των 120 ανδρών της πυροβολαρχίας επί πέντε χρόνια εκεί αφορά καθήκοντα που δεν περιορίζονται στην εκπαίδευση. Η στοχοποίηση από τους Ιρανούς της πυροβολαρχίας είναι θέμα χρόνου. Κι αυτό σίγουρα δεν θα έχει μόνο διπλωματικές επιπτώσεις.

Ήδη ο γ.γ. του ΚΚΕ Δημήτρης Κουτσούμπας έχει καταγγείλει πως κάποιοι από τους πυραύλους που αναχαιτίστηκαν πάνω από την Κύπρο είχαν προορισμό τη νατοϊκή βάση της Σούδας. Δεν μπορούμε να γνωρίζουμε αν ευσταθεί ή όχι ο ισχυρισμός του, όμως, σε κάθε περίπτωση, είναι κάτι που μπορεί ανά πάσα στιγμή να συμβεί. Και το γεγονός ότι η κυβέρνηση μετέφερε μια πυροβολαρχία Patriot εσπευσμένα στην Κάρπαθο, επιβεβαιώνει αυτό το ενδεχόμενο.

Γιάννης Χρυσοβέργης


Παρασκευή 24 Φεβρουαρίου 2023

 


ΟΥΚΡΑΝΙΑ ΕΝΑΣ ΧΡΟΝΟΣ ΜΕΤΑ: ΤΟ ΑΔΙΑΝΟΗΤΟ ΕΦΙΑΛΤΙΚΗ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ

Έχει περάσει ένας χρόνος από τη μέρα που το αδιανόητο, μια στρατιωτική σύγκρουση της Δύσης με τη Ρωσία σε ευρωπαϊκό έδαφος, έγινε πραγματικότητα.

Έκτοτε, παρά την ένθεν κακείθεν προπαγάνδα, όλοι οι σχεδιασμοί των εμπλεκομένων έχουν αποτύχει παταγωδώς, και πλέον ουδείς είναι σε θέση να προβλέψει το τέλος του πολέμου.

Ενός πολέμου που έχει ήδη αλλάξει ριζικά όλο τον κόσμο. Η πυρηνική απειλή, μετά από 30 και πλέον χρόνια αποτελεί μέρος της καθημερινότητάς μας,  ενώ καλό σενάριο για το μέλλον δεν υπάρχει. Υπάρχουν το κακό, το χειρότερο και το ολέθριο.

ΤΟ ΓΑΪΤΑΝΑΚΙ ΤΩΝ ΑΠΟΤΥΧΗΜΕΝΩΝ ΣΧΕΔΙΑΣΜΩΝ

Όπως συμβαίνει πάντα στους πολέμους, οι σχεδιασμοί των επιτελείων έχουν πάει από την πρώτη μέρα κατά διαβόλου.  Ο Πούτιν αψήφησε τις απειλές των Ευρωπαίων για κυρώσεις και εισέβαλε στην Ουκρανία. Το ουκρανικό καθεστώς δεν κατέρρευσε σαν χάρτινος πύργος άμα τη εμφανίσει των ρωσικών θωρακισμένων, όπως βαυκαλίζονταν η Μόσχα. Οι περιβόητες κυρώσεις της Δύσης στη Ρωσία, που θα προκαλούσαν κατάρρευση της οικονομίας της κι ανατροπή του Πούτιν, το μόνο που κατόρθωσαν ήταν να προκληθεί ένας πρωτοφανής πληθωρισμός στην Ευρώπη, που πλήττει όλο και περισσότερο την κοινωνική συνοχή.

Στο μεταξύ ουδείς ενδιαφέρεται σοβαρά για τον τερματισμό της σύγκρουσης. Οι εμπόλεμοι πιστεύουν ότι θα κερδίσουν στο πεδίο της μάχης. Ο ΟΗΕ, από τον οποίο θα περίμενε κανείς να πράξει αυτό που προβλέπει ο καταστατικός του χάρτης και έκανε σε όλους ανεξαιρέτως τους προηγούμενους πολέμους από την ίδρυσή του μέχρι σήμερα, να βρίσκεται σε αδιάκοπη επαφή με τους εμπόλεμους για την εξεύρεση κοινών σημείων από τα οποία θα μπορούσαν να ξεκινήσουν κάποιες διαπραγματεύσεις, λάμπει δια της απουσίας του. Κι η Τουρκία, η μόνη χώρα που συστηματικά συντηρεί επαφές με τους δυο εμπόλεμους, δεν έχει το γεωπολιτικό βάρος το οποίο θα της επέτρεπε να παίξει το διαμεσολαβητικό ρόλο που η ίδια επιθυμεί.

ΤΟ ΚΑΚΟ ΣΕΝΑΡΙΟ

Ο πόλεμος παρατείνεται για άγνωστο χρονικό διάστημα. Οι δυο εμπόλεμοι σπαταλούν τις ζωές εκατοντάδων χιλιάδων Ρώσων και Ουκρανών νέων σε επιθέσεις κι αντεπιθέσεις οι οποίες θα ακολουθούν το ρυθμό προμήθειάς τους σε όλο και πιο σύγχρονα όπλα, με πενιχρά αποτελέσματα και, κάποια στιγμή το μέτωπο σταθεροποιείται σε κάποιο σημείο. Τότε, με τη διαμεσολάβηση της Κίνας -μόνο αυτή μπορεί να το πράξει μιας και ο γ.γ. του ΟΗΕ έχει αποποιηθεί το θεσμικό του ρόλο- μεταξύ ΗΠΑ και Ρωσίας, υπογράφεται κάποια κατάπαυση του πυρός -ούτε καν ανακωχή-, όπως στην περίπτωση του πολέμου της Κορέας πριν από 70 χρόνια. Εξυπακούεται ότι τη γνώμη των Ουκρανών ουδείς θα τη ζητήσει.

Στο μεταξύ στην Ουκρανία δε θα έχει μείνει πέτρα πάνω στην πέτρα. Ο πόλεμος θα έχει φτωχοποιήσει ευρύτατα στρώματα του πληθυσμού της Δυτικής Ευρώπης, με ό,τι αυτό συνεπάγεται σε κοινωνικές αναταραχές και πολιτική αστάθεια. Η Ευρωπαϊκή Ένωση, ως πολιτικός οργανισμός, αν δεν έχει διαλυθεί, θα είναι κλινικά νεκρός. Κι η Ρωσία, θα έχει απωλέσει την πολιτική της αυτονομία και θα έχει μετατραπεί σε έναν ελάσσονα σύμμαχο της Κίνας.

ΤΟ ΧΕΙΡΟΤΕΡΟ ΣΕΝΑΡΙΟ

Παρά τη δυτική προπαγάνδα ο ρωσικός στρατός καταγάγει στρατηγικής σημασίας νίκες κι ενδεχομένως φτάνει μέχρι το Κίεβο, όπου ο Πούτιν εγκαθιστά μια κυβέρνηση-μαριονέτα. Σε ό,τι αφορά στην Ουκρανία, στη δυτικοευρωπαϊκή κοινωνία και στην Ευρωπαϊκή Ένωση θα ισχύει ό,τι και στην προηγούμενη περίπτωση.

Όμως, ο Πούτιν θα έχει καταγάγει άλλη μια νίκη εναντίον της Δύσης κι αυτό θα είναι κίνητρο για να συνεχίσει την επέκτασή του προς δυσμάς. Η απειλή πυρηνικού πολέμου αν κάνει ακόμα ένα βήμα ενδέχεται να μην πιάσει -οπότε θα φθάσουμε χωρίς να το καταλάβουμε στο επόμενο σενάριο- ενώ ταυτόχρονα θα είναι λιγότερο δεκτικός σε κινεζικές πιέσεις.

Στην περίπτωση αυτή θα απαιτηθεί συντονισμένη προσπάθεια Δύσης-Κίνας για να περιορίσουν τον Πούτιν. Μια προσπάθεια που θα προϋποθέτει συνολική ρύθμιση στις διαφορές των δυο πλευρών προς το αμοιβαίο συμφέρον.

Το κακό είναι πως αν η προσέγγιση αυτή ήταν εφικτή για τις στρατιές των ημιμαθών αλαζόνων ηλιθίων που λυμαίνονται τη διπλωματία όλων ανεξαιρέτως των δυτικών χωρών και διαγωνίζονται για το Όσκαρ πολιτικής ανοησίας -για το οποίο ακλόνητο φαβορί είναι η Αναλένα Μπέρμποκ-  η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία ουδέποτε θα είχε συμβεί.

ΤΟ ΟΛΕΘΡΙΟ ΣΕΝΑΡΙΟ

Ο ουκρανικός στρατός καταγάγει στρατηγικές νίκες εκδιώκει τους Ρώσους από την Ουκρανία και εισβάλλει στη Ρωσία. Όχι, δεν πρόκειται να ανατραπεί ο Βλαντιμίρ Πούτιν, όπως ονειρεύονται οι ανερμάτιστοι διακινητές της δυτικής προπαγάνδας. Απλώς θα πατήσει το κόκκινο κουμπί, προκαλώντας την αντίστοιχη αμερικανική αντίδραση.   

Πάνω από 10.000 πυρηνικές κεφαλές θα εκτοξευθούν κατά των εχθρικών στόχων και, ακόμα κι αν οι αεράμυνες καταστρέψουν το 90% από αυτές -σενάριο εξαιρετικά αισιόδοξο- το υπόλοιπο 10% είναι αρκετό για να σβήσει, περισσότερες από μια φορές, κάθε μορφή ζωής από τον πλανήτη.

Αν τυχόν επιβιώσουν κάποιοι άνθρωποι αυτοί θα βρίσκονται στις εσχατιές του Νοτίου ημισφαιρίου και είναι άγνωστο το αν και το πότε θα κατορθώσουν κάποια στιγμή να οικοδομήσουν κάποιο νέο ανθρώπινο πολιτισμό.

ΚΙ Η ΚΙΝΑ;

Έτσι όπως έχουν εξελιχτεί τα πράγματα η Κίνα δεν έχει κανένα λόγο να επιθυμεί τον τερματισμό της σύγκρουσης. Στο διάστημα αυτού του χρόνου, ενώ Αμερικανοί και Ευρωπαίοι προσπαθούν να «ταπεινώσουν την τρισκατάρατη Ρωσία του Πούτιν» η Κίνα χτίζει ανενόχλητη συμμαχίες σε όλα τα μήκη και πλάτη του κόσμου.

Έβαλε στον πάγο την αντιπαράθεσή της με την Ινδία, αφαιρώντας έτσι έναν πολύτιμο εταίρο από την αντικινεζική συμμαχία που είχε κατορθώσει να συγκροτήσει η διακυβέρνηση Ομπάμα στην Άπω Ανατολή, με κύριους πυλώνες την Ιαπωνία, την Ινδία και την Αυστραλία.

Οδηγεί με σταθερά βήματα τη Ρωσία σε σχέση οικονομικής εξάρτησης από αυτήν προσδοκώντας να καλύψει έτσι το έλλειμμα σε πυρηνικές κεφαλές που έχει έναντι των ΗΠΑ.

Διευρύνει την οικονομική της επιρροή σε Αφρική, Ασία και Λατινική Αμερική, ενώ παράλληλα αυξάνει την πίεση προς την Ταϊβάν και, σε μικρότερο βαθμό, την Ιαπωνία, επωφελούμενη του γεγονότος ότι οι ΗΠΑ έχουν συγκεντρώσει την προσοχή τους στην εξουθένωση του Πούτιν.

Και όλα αυτά χωρίς να τίθεται ακόμα σε κίνδυνο η εμπορική της διείσδυση στη Δυτική Ευρώπη.

Είναι λοιπόν σαφές ότι η Κίνα θα παράσχει στη Ρωσία τόση υποστήριξη όση χρειάζεται για να μην ηττηθεί στην Ουκρανία, αλλά όχι αρκετή για να νικήσει τους Δυτικούς. Κι όταν θα κρίνει ότι η μεν Ρωσία είναι επαρκώς εξασθενημένη ώστε να περιέλθει στη ζώνη επιρροής της, οι δε δυτικοί αρκούντως  απομονωμένοι από τον υπόλοιπο κόσμο, θα μεσολαβήσει μεταξύ ΗΠΑ και Ρωσίας για να βρεθεί μια φόρμουλα τερματισμού του πολέμου.

Η ΔΥΣΗ ΚΙ ΟΙ ΑΛΛΟΙ

Η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία ένωσε όσο ποτέ τα τελευταία 30 χρόνια τη Δύση καθιστώντας ηγέτες της τις ΗΠΑ και το Ηνωμένο Βασίλειο και περιορίζοντας όλους τους υπόλοιπους - τη Γαλλία και τη Γερμανία δηλαδή- σε ρόλο θλιβερών κομπάρσων.

Την ίδια στιγμή όμως, ο φορτικός τρόπος με τον οποίο αξίωσε από τον υπόλοιπο κόσμο τη συσστράτευσή του με αυτήν κατά της Ρωσίας έφερε το αντίθετο αποτέλεσμα.

Η Κίνα, η Ινδία, η Νότια Αφρική -αλλά και σχεδόν όλες οι χώρες της αφρικανικής ηπείρου-, η Βραζιλία, η Αργεντινή, το Μεξικό και τόσες άλλες αρνήθηκαν να στοιχηθούν με τα δυτικά κελεύσματα. Η φράση «έχει περάσει πια η εποχή της αποικιοκρατίας», που πρώτη φορά ακούστηκε από τα χείλη των Κινέζων ιθυνόντων, ακούγεται όλο και πιο συχνά στις πρωτεύουσες των αφρικανικών κι ασιατικών χωρών. 

Ενδεικτικό είναι ότι η πρόσφατη πολιτική αλλαγή στη Βραζιλία σε ένα μόνο θέμα δε σήμανε αλλαγή της εξωτερικής πολιτικής της χώρας: στην αντιμετώπιση του πολέμου Ρωσίας-Ουκρανίας.

Τα πράγματα γίνονται ακόμα χειρότερα για τη Δύση διότι δεν διαθέτει πλέον το τεχνολογικό πλεονέκτημα που διέθετε το 19ο αιώνα. Το αντίθετο, η Κίνα, πρωτίστως, και η Ινδία πρωταγωνιστούν στην έρευνα και ανάπτυξη των τεχνολογιών αιχμής.

Είναι πιθανόν κάποιοι ηγετικοί κύκλοι, ιδίως στις ΗΠΑ και στο Ηνωμένο Βασίλειο - αν λάβουμε υπ' όψιν μια σειρά αποκλινόντων από τη γραμμή της δυτικής προπαγάνδας άρθρων που δημοσιεύτηκαν πρόσφατα στις εφημερίδες Washington Post και Guardian -η μεν πρώτη δημοσίευσε ένα εκτενές άρθρο στο οποίο έθετε το ερώτημα για πόσο καιρό η Δύση μπορεί να στηρίζει στρατιωτικά την Ουκρανία, η δε δεύτερη δημοσίευσε μια έρευνα ανά τον κόσμο για τον τρόπο πρόσληψης της ουκρανικής κρίσης ανά τον κόσμο- να έχουν αρχίσει να αντιλαμβάνονται το μέγεθος της παγίδας στην οποία έχει πέσει η Δύση στην Ουκρανία.

Χρειάζεται όμως χρόνος για να μεταβάλλουν την άποψή τους οι ημιμαθείς κι αλαζόνες διεκπεραιωτές της δυτικής διπλωματίας, οι οποίοι νομίζουν ακόμα πως ζούμε το «Τέλος της Ιστορίας» του Φράνσις Φουκουγιάμα. Και χρόνος δεν υπάρχει.


Γιάννης Χρυσοβέργης


Τετάρτη 9 Μαρτίου 2022

Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΣΤΗΝ ΟΥΚΡΑΝΙΑ ΑΛΛΑΖΕΙ ΟΡΙΣΤΙΚΑ ΤΗΝ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟΤΗΤΑ ΜΑΣ


Η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία σηματοδότησε το ξέσπασμα ενός νέου Ψυχρού Πολέμου, που ανεξάρτητα από την έκβαση των μαχών, θα διαρκέσει για δεκαετίες και θα καθορίσει τη ζωή των Ευρωπαίων, και όχι μόνο, για τουλάχιστον μια γενιά.
Ειδικά η Ελλάδα θα κληθεί πολύ σύντομα να επιλέξει, ως προς τη σχέση της με την Τουρκία, να διαλέξει μεταξύ ενός εξαιρετικά επώδυνου συμβιβασμού κι ενός πολέμου με τους πάντες εναντίον της.

Ο «ΚΕΡΑΥΝΟΣ ΕΝ ΑΙΘΡΙΑ» ΠΟΥ ΘΑ ΕΠΕΦΤΕ ΜΕ ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΗ ΑΚΡΙΒΕΙΑ
Η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία προκάλεσε κατάπληξη σε Αμερικανούς, Βρετανούς και Δυτικοευρωπαίους κι αντιμετωπίστηκε με την οργή αυτού που τον πιάνουν στον ύπνο γεγονότα τα οποία, εν τούτοις, ώφειλε να τα έχει προβλέψει, καθ' όσον ήταν, σε μεγάλο βαθμό, αποτελέσματα δικών του πράξεων και παραλείψεων.
«Ο συνδυασμός αλαζονείας και απουσίας ξεκάθαρης στρατηγικής της Δύσης, πρωτίστως της ΕΕ, πρόσφερε μια εύκολη νίκη στον Πούτιν. Με «παράπλευρη απώλεια» ό,τι έχει απομείνει από τις ατομικές ελευθερίες στη Ρωσία», έγραφα στον ΑΤΑΚΤΟ ΛΟΓΟ στις 22 Απριλίου του 2014, με αφορμή τα όσα είχαν ακολουθήσει την ανατροπή του ρωσόφιλου εκλεγμένου προέδρου Γιανουκόβιτς στην Ουκρανια  και την ψήφιση νόμων από τη νέα κυβέρνηση που απαγόρευαν τη διδασκαλία της ρωσικής γλώσσας και της χρήσης της στη δημόσια διοίκηση.
Η λογική θα έλεγε ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση και οι ΗΠΑ θα αντλούσαν τα απαραίτητα διδάγματα από τα όσα συνέβησαν, θα καθόριζαν μια συνεκτική πολιτική έναντι της Ρωσίας με σαφείς στόχους και κόκκινες γραμμές, λαμβάνοντας υπ' όψιν ότι ο αναδυόμενος οικονομικός και στρατιωτικός κύριος αντίπαλος της Δύσης ήταν η Κίνα. Από την αγκαλιά της οποίας έπρεπε με κάθε μέσο να απομακρυνθεί η Ρωσία.
Τίποτα τέτοιο δε συνέβη. Οι πάντες συνέχισαν να χαϊδεύουν τ' αυτιά των ουκρανικών κυβερνήσεων, αγνοώντας τις κόκκινες γραμμές που έθετε ο Πούτιν κι ενώ ήταν ειλημμένη η απόφασή τους ότι η Ουκρανία θα ήταν μόνη της σε περίπτωση ρωσικής εισβολής.
Ο ΜΟΝΟΔΡΟΜΟΣ ΤΩΝ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΙΚΩΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΕ ΚΥΡΩΣΕΩΝ ΣΤΗ ΡΩΣΙΑ
Οι υστερικές αντιδράσεις που ακολούθησαν τη ρωσική εισβολή κι η ανακοίνωση κυρώσεων στη Ρωσία που δεν έχουν προηγούμενο ούτε στις χειρότερες ώρες του προηγούμενου Ψυχρού Πολέμου και οι οποίες με μαθηματική ακρίβεια δε θα φέρουν αποτέλεσμα -όπως δεν έφεραν αποτέλεσμα οι ανάλογες κυρώσεις στο παρελθόν σε βάρος του Ιράν, του Ιράκ, της Κούβας- είναι η πιο τρανή απόδειξη της επικίνδυνης απουσίας μεσοπρόθεσμης και μακροπρόθεσμης στρατηγικής του πολιτικού προσωπικού της Δύσης .
Από τη στιγμή που η Κίνα, όπως ήταν αναμενόμενο άλλωστε, δεν έχει καταδικάσει τη ρωσική εισβολή, είναι βέβαιο πως όχι μόνο δε θα εφαρμόσει κυρώσεις κατά της Ρωσίας αλλά θα γίνει και δίαυλος διοχέτευσης στις παγκόσμιες αγορές των εξαγωγών της που δε θα οδεύουν πλέον προς την ΕΕ, οι όποιες οικονομικές κυρώσεις είναι καταδικασμένες σε αποτυχία.
Το πράγμα γίνεται ακόμα χειρότερο από το ότι ταυτόσημη στάση με της Κίνας κρατάει και η Ινδία -σύμμαχος των ΗΠΑ έναντι της Κίνας-  ενώ δύο κράτη μέλη του ΝΑΤΟ, η Τουρκία και η Ουγγαρία, έχουν καταστήσει σαφές πως ούτε κι αυτά θα εφαρμόσουν τις κυρώσεις.
Όμως η Κεντρική και Δυτική Ευρώπη εξαρτώνται άμεσα από το ρωσικό φυσικό αέριο και τυχόν διακοπή της ροής του προς αυτές θα προκαλέσει βαρύτατες συνέπειες στις ευρωπαϊκές οικονομίες. 
Πολύ περισσότερο που άμεσες εναλλακτικές λύσεις δεν υπάρχουν. Ούτε επαρκείς τερματικοί σταθμοί υποδοχής υγροποιημένου αερίου υπάρχουν στα ευρωπαϊκά λιμάνια, ούτε καν επαρκής αριθμός δεξαμενοπλοίων για τη μεταφορά του υπάρχει. Σίγουρα όλα αυτά θα κατασκευαστούν με ταχείς ρυθμούς, όμως δε φτιάχνονται από τη μια μέρα στην άλλη.
Επιπροσθέτως, όπως με ενάργεια ανέλυε πριν μερικές μέρες στο cnn.gr ο Αθανάσιος Κουκάκης, ο πόλεμος στην Ουκρανία θα εκτοξεύσει στα ύψη τις τιμές του σιταριού και του κριθαριού, με ό,τι αυτό σημαίνει για μια σειρά βασικών προϊόντων κατανάλωσης, αλλά και του χαλκού και του νικελίου, με ό,τι αυτό σημαίνει για τη μεταποίηση .
Στα παραπάνω οφείλουμε να συνυπολογίσουμε το κόστος της θεαματικής αύξησης των αμυντικών δαπανών σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες και τις επιπτώσεις τους -επειδή λεφτόδεντρα δεν υπάρχουν, όπως συνηθίζουν να λένε οι κυβερνώντες- στις κοινωνικές δαπάνες, αλλά και στις επενδύσεις για την πράσινη μετάβαση της οικονομίας και την ψηφιοποίησή της.
ΤΟ ΔΙΑΖΥΓΙΟ ΤΗΣ ΔΥΣΗΣ ΜΕ ΤΗ ΡΩΣΙΑ, ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΑΥΤΟΝΟΜΙΑΣ ΚΑΙ ΤΑ ΚΕΡΔΗ ΤΗΣ ΚΙΝΑΣ
Ανεξάρτητα από την έκβαση των εχθροπραξιών, ανεξάρτητα από το αν θα υπάρξει ή όχι σε σύντομο χρονικό διάστημα μια κατάπαυση του πυρός, το διαζύγιο της Δύσης με τη Ρωσία είναι οριστικό, για τις επόμενες δεκαετίες τουλάχιστον.
Το άνοιγμα των συνόρων κι η εκτεταμένη διμερής ανάπτυξη οικονομικών σχέσεων, είχαν δημιουργήσει σε όλους τους λαούς της Ευρώπης μια αίσθηση ασφάλειας, ότι η Ευρώπη δε θα ξαναγίνει θέατρο πολέμου, όπως συνέβη δυο φορές  στη διάρκεια του περασμένου αιώνα, όταν δυο παγκόσμιοι πόλεμοι ξεκίνησαν από εδώ, προκαλώντας 70 εκατομμύρια νεκρών σε όλο τον πλανήτη και ισοπεδώνοντας το σύνολο -μόνο η Ελβετία και η Σουηδία έμειναν αλώβητες- των ευρωπαϊκών χωρών. Το αίσθημα της ασφάλειας ανήκει στο παρελθόν.
Επίσης, είναι προφανές ότι η πολιτική αυτονομία της ΕΕ έναντι των ΗΠΑ, αποτέλεσμα της εξομάλυνσης των σχέσεων της Δύσης με τη Ρωσία με την κατάρρευση της ΕΣΣΔ, ανήκει κι αυτή στο παρελθόν. Η ΕΕ καθίσταται πλέον υποχρεωτικά ένας δευτερεύων σύμμαχος των ΗΠΑ, οι οποίες εφ' εξής θα παίρνουν μονομερώς τις όποιες αποφάσεις
Η Κίνα από την πλευρά της έχει κάθε λόγο να επιχαίρει. Η ισχυρή στρατιωτικά Ρωσία οδηγείται στην ασφυκτική αγκαλιά της και μετατρέπεται σε ένα απαραίτητο σύμμαχο έναντι της Δύσης σε μια αντιπαράθεση που μόλις τώρα αρχίζει.
Γεγονός που γεννά σοβαρά ερωτηματικά για την πολιτική οξυδέρκεια της αμερικανικής κυβέρνησης, η οποία επιλέγει ένα διμέτωπο αγώνα κατά Ρωσίας και Κίνας. Επ' αυτού θα ήταν χρήσιμο να υπενθυμίσουμε ότι η προσέγγιση των ΗΠΑ με την Κίνα, το 1970, τους επέτρεψε να διαπραγματεύονται στη συνέχεια από θέση ισχύος με την ΕΣΣΔ.
Επιπλέον, οι σχεδιαζόμενες από τη Δύση κυρώσεις σε βάρος της Κίνας, μια πρώτη αίσθηση των οποίων είχαμε στους Χειμερινούς Ολυμπιακούς Αγώνες του Πεκίνου, αναβάλλονται επ' αόριστον.
ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ ΚΥΠΡΟΣ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΕΣ ΜΕ ΟΔΥΝΗΡΑ ΔΙΛΗΜΜΑΤΑ
Σε αυτό το νέο διεθνές περιβάλλον η Ελλάδα και η Κυπριακή Δημοκρατία καλούνται να αναθεωρήσουν εκ βάθρων και με συνοπτικές διαδικασίες την πολιτική τους έναντι της Τουρκίας.
Στο νέο γεωπολιτικό πλαίσιο η Τουρκία καθίσταται μείζονος σημασίας εταίρος στο ΝΑΤΟ, καθώς αυτή θα κληθεί να εμποδίσει την κάθοδο των Ρώσων στη Μεσόγειο σε περίπτωση σύγκρουσης.
Το γεγονός αυτό γεννά αυτόματη κατανόηση όλων των εταίρων του ΝΑΤΟ στις όποιες αξιώσεις της έναντι Ελλάδας και Κύπρου.
Η μεν Ελλάδα θα βρεθεί πολύ σύντομα υπό την ασφυκτική πίεση των υπολοίπων εταίρων στο ΝΑΤΟ και στην ΕΕ για υποχώρηση σε ΟΛΕΣ ΑΝΕΞΑΙΡΕΤΩΣ τις τουρκικές απαιτήσεις στο Αιγαίο και θα είναι πανευτυχής αν μπορέσει να αποφύγει την αποστρατιωτικοποίηση του Ανατολικού Αιγαίου και την τοποθέτησή του υπό τουρκική στρατιωτική εποπτεία.
Η δε Κύπρος μετράει πλέον ώρες στην έναρξη μιας χιονοστιβάδας αναγνωρίσεων της Τουρκικής Δημοκρατίας της Βόρειας Κύπρου, αρχής γενομένης από τη Ρωσία.
Η εναλλακτική λύση μιας πολεμικής αναμέτρησης των δυο χωρών με την Τουρκία δε μπορεί να συζητηθεί κι αν προκύψει θα είναι καταστροφική και για τις δυο. Θα λάβει χώρα εν μέσω παντελούς αδιαφορίας των υπολοίπων Δυτικών χωρών οι οποίες αν παρέμβουν θα είναι μονάχα για να αποτρέψουν την ολοσχερή κατάλυση των κρατικών οντοτήτων της Ελλάδας και της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ακόμα χειρότερα, υπάρχει ισχυρό ενδεχόμενο να επιβάλλουν εν μέσω πολεμικής σύρραξης εμπάργκο αποστολής ανταλλακτικών και πυρομαχικών στην Ελλάδα. 
Για το ενεχόμενο στροφής προς τη Μόσχα δε μπορούμε να συζητάμε. Δε ζούμε στο 1987, όταν η Ελλάδα συνόρευε με χώρες του Συμφώνου της Βαρσοβίας (Βουλγαρία) γεγονός που είχε επιτρέψει στον Ανδρέα Παπανδρέου να μηνύσει, με πειστικό τρόπο, στη Δύση ότι αν η Τουρκία είναι η πόρτα εισόδου των Σοβιετικών στη Μεσόγειο η Ελλάδα είναι μπαλκονόπορτα.
Τα χειρότερα είναι μπροστά μας.

Γιάννης Χρυσοβέργης


Τρίτη 22 Απριλίου 2014

Η ΚΥΠΡΙΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΟΥΚΡΑΝΙΑΣ

Η συμφωνία της Ρωσίας με τις ΗΠΑ και την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) στις 17 Απριλίου για τη δρομολόγηση της «επίλυσης του ουκρανικού ζητήματος» σηματοδότησε την κατάλυση της εθνικής κυριαρχίας της Ουκρανίας.
Όποιες κι αν είναι οι άμεσες εξελίξεις, η Ουκρανία δεν πρόκειται να αποκτήσει ισχυρή κεντρική κυβέρνηση στο ορατό μέλλον.
Στην καλύτερη περίπτωση θα εξελιχθεί σε μια Συνομοσπονδία δυο πρακτικά ανεξάρτητων κρατών. Στη χειρότερη σε μια δεύτερη Κύπρο.
Σε κάθε περίπτωση, ο συνδυασμός αλαζονείας και απουσίας ξεκάθαρης στρατηγικής της Δύσης, πρωτίστως της ΕΕ, πρόσφερε μια εύκολη νίκη στον Πούτιν. Με «παράπλευρη απώλεια» ό,τι έχει απομείνει από τις ατομικές ελευθερίες στη Ρωσία.

Η συμφωνία των τριών από τα τέσσερα μέρη που συναντήθηκαν στη Γενεύη - το τέταρτο, την ουκρανική κυβέρνηση δηλαδή, κανείς δεν το ρώτησε, απλώς του ζήτησαν να βάλει την υπογραφή του - για την εξομάλυνση της ουκρανικής κρίσης δεν επιτρέπει πανηγυρισμούς, για πολλούς λόγους.
Ο πρώτος είναι ότι δεν υπάρχει καμιά δεσμευτική ημερομηνία για όσα συμφωνήθηκαν, πράγμα που επιτρέπει στο κάθε μέρος να ερμηνεύσει τη συμμόρφωση των άλλων κατά το δοκούν.
Ο δεύτερος είναι ότι υπάρχουν παίκτες η γνώμη των οποίων δεν ζητήθηκε και οι οποίοι καλούνται να «συμμορφωθούν προς τας υποδείξεις». Ο λόγος για τον διαβόητο Δεξιό Τομέα και για τους ρωσόφωνους που έχουν καταλάβει τα δημόσια κτίρια στις πόλεις της ανατολικής Ουκρανίας. 
Οι μεν πρώτοι είναι εντελώς ανεξέλεγκτοι από την ουκρανική κυβέρνηση, άρα και από τη Δύση,  οι δε δεύτεροι δεν είναι πλήρως ελεγχόμενοι από τη Ρωσία. Και οι μεν και οι δε έχουν δικές τους πολιτικές ατζέντες, οι οποίες δε συνάδουν με την οιαδήποτε διαρκή και βιώσιμη λύση (να τες κιόλας οι φράσεις κλισέ του Κυπριακού) της ουκρανικής κρίσης και για το λόγο αυτό θα πράξουν ό,τι είναι δυνατό για να τινάξουν στον αέρα την πρόοδο των διαπραγματεύσεων. 
Ο τρίτος λόγος είναι η απουσία σαφούς στόχου από πλευράς της Δύσης. Οι λεονταρισμοί της βρετανικής κυβέρνησης δύσκολα κρύβουν την αμηχανία των Αμερικανών και τον πανικό των Γερμανών. Το ότι στο τελικό ανακοινωθέν δεν υπάρχει ούτε μια λέξη αφιερωμένη στην Κριμαία μόνο τυχαίο δεν είναι. Πρόκειται για σιωπηλή αποδοχή της προσάρτησης της Κριμαίας από τη Ρωσία. Στην πραγματικότητα πρόκειται για παραδοχή αδυναμίας.
Στην παρούσα φάση η Δύση βρίσκεται σε θέση παρόμοια με αυτή της κυβέρνησης του Κωνσταντίνου Καραμανλή στις αρχές Αυγούστου του 1974: εύχεται, ή μάλλον προσεύχεται, να περιοριστεί η Ρωσία στην προσάρτηση της Κριμαίας, αφήνοντας την κυβέρνηση του Κιέβου να ρυθμίσει, όπως μπορεί, τις σχέσεις της με το ρωσόφωνο πληθυσμό.  Παράλληλα προσπαθεί να κερδίσει χρόνο για να συγκροτήσει μια στρατηγική απέναντι σε μια κρίση η οποία προαναγγέλλεται μακράς διαρκείας.
Από την πλευρά του ο Πούτιν θα επιδιώξει να εκμεταλλευτεί στο έπακρο το πλεονέκτημα που του προσέφερε στο πιάτο ο συνδυασμός απουσίας στρατηγικής και αλαζονείας της ΕΕ - και πρωτίστως της Γερμανίας - από την αρχή της ουκρανικής κρίσης.
Θα είχαν λογική οι βόλτες του - υπηρεσιακού, καθ' όσον το κόμμα του είχε βρεθεί εκτός Βουλής στις εκλογές -  Γερμανού ΥΠΕΞ Γκουίντο Βεστερβέλλε στην Πλατεία Μαϊντάν τον περασμένο Νοέμβριο, κι ενώ ήδη είχε δώσει στην εξέγερση το στίγμα του ο Δεξιός Τομέας, αν η Γερμανία και η ΕΕ είχαν ήδη λύσει το ζήτημα της τροφοδοσίας τους σε φυσικό αέριο κι αν οι ευρωπαϊκές εξαγωγές στη Ρωσία, αρχής γενομένης των γερμανικών, ήταν αμελητέες
Μόνο η ζημιά της Ελλάδας από το ενδεχόμενο διακοπής των εμπορικών σχέσεων με τη Ρωσία θα ήταν γύρω στα 10 δισεκατομμύρια ευρώ, σύμφωνα με κάποιες εκτιμήσεις οι οποίες, χρήζουν με διασταύρωσης, δίνουν όμως μια πρώτη γεύση. Ανάλογης τάξης θα ήταν το κόστος για την ιταλική οικονομία, για να μη μιλήσουμε για τις επιπτώσεις στη γερμανική βιομηχανία από το ενδεχόμενο πλήρους διακοπής της προμήθειας σε ρωσικό αέριο.
Ούτε εναλλακτικοί δρόμοι προμήθειας σε αέριο της Γερμανίας υπήρχαν - και για να δημιουργηθούν χρειάζονται αρκετοί μήνες - ούτε η Δύση (ΗΠΑ+ΕΕ) ήταν έτοιμη να πράξει αυτό που έπραξε ο Πρόεδρος Κένεντι στην κρίση της Κούβας: να απειλήσει τη Ρωσία με πυρηνικό πόλεμο.  
Για όλους αυτούς τους λόγους είναι παντελώς ακατανόητη η υιοθέτηση από μέρους της Γερμανίας και όλης της ΕΕ της πολωνικής υστερικής στάσης απέναντι στα πράγματα - η οποία δικαιολογείται ιστορικά αλλά σε κάθε περίπτωση είναι εθνικιστική υστερία ανάλογη με την αντιτουρκική υστερία των Ελλήνων πολιτικών - , η άρνηση να δουν ότι τα πράγματα έπαιρναν επικίνδυνη τροπή, όταν ο Εσθονός Πρωθυπουργός προειδοποιούσε τη Λαίδη Άστον ότι, μέρος τουλάχιστον, των ελεύθερων σκοπευτών στην Πλατεία Μαϊντάν προέρχονταν από το Δεξιό Τομέα.
Εξ ίσου ακατανόητη και αδιανόητη είναι η στάση της ουκρανικής κυβέρνησης. Αντί να προσπαθήσει να καθησυχάσει τους ρωσόφωνους Ουκρανούς πολίτες, το 50% του πληθυσμού της χώρας δηλαδή, ψήφισε νόμο που απαγόρευε τη διδασκαλία της ρωσικής γλώσσας και τη χρήση της στη διοίκηση. Κι αυτό ενώ ήταν δεδομένο, και αποδείχθηκε πανηγυρικά, ότι η συνοχή των ουκρανικών ενόπλων δυνάμεων είναι χαμηλότερη από αυτή του λιβανικού στρατού. Η δέσμευση δε της ουκρανικής κυβέρνησης να καταγγείλει όλες τις στρατιωτικής φύσης συμφωνίες με τη Ρωσία μόνο με την αφελή πεποίθηση του ταξίαρχου Ιωαννίδη ότι θα ενώσει την Κύπρο με την Ελλάδα χωρίς να αντιδράσει η Τουρκία μπορεί να συκγκριθεί.
Αντίθετα η Ρωσία είχε από την αρχή της κρίσης σαφείς στόχους. Κατέστησε σαφές στον ανατραπέντα Πρόεδρο Γιανουκόβιτς ότι, αν θέλει ρωσική βοήθεια, πρέπει να καταστείλει βίαια τις διαδηλώσεις και να καταστήσει την Ουκρανία ρωσικό δορυφόρο. Όταν ο τελευταίος ανετράπη, προειδοποίησε με σαφήνεια ότι δε θα δεχθεί την παραμικρή αλλαγή στο status quo της Ουκρανίας. Όταν διαπίστωσε ότι οι προειδοποιήσεις του δεν ελήφθησαν στα σοβαρά ο Πούτιν προχώρησε στην προσάρτηση της Κριμαίας τονώνοντας στο έπακρο το ρωσικό εθνικισμό. 
Η απουσία ή, για την ακρίβεια, το μη ανεκτό κόστος μιας αντίδρασης από πλευράς Δύσης, έδωσε στον Πούτιν μια εύκολη νίκη. Ο οποίος επιθυμεί διακαώς μια αναβίωση του Ψυχρού Πολέμου, προκειμένου να επιβάλει οριστικά και αμετάκλητα τη δικτατορία του στη Ρωσία. Και, για το λόγο αυτό, είναι διατεθειμένος να υποστεί κυρώσεις για τις οποίες θα φταίνε «οι κατάσκοποι της Δύσης», όπως συνηθίζει να αποκαλεί ο μηχανισμός προπαγάνδας του τις οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών και τα κόμματα της αντιπολίτευσης που ακόμα υπάρχουν.
Αυτό που πλέον είναι άδηλο είναι η διάρκεια της ουκρανικής κρίσης και το μέλλον της Ουκρανίας. Η Ουκρανία ως ενιαία ισχυρή κρατική οντότητα είναι μάλλον παρελθόν. Ο ουκρανικός στρατός είναι αμφίβολο αν είναι σε θέση να αντιπαρατεθεί με τις ενισχυόμενες από τη Ρωσία πολιτοφυλακές, κυρίως διότι είναι άγνωστος ο βαθμός νομιμοφροσύνης προς το νέο καθεστώς των στελεχών του. οι με ταχείς ρυθμούς συγκροτούμενες δυνάμεις πολιτοφυλακής από τον Δεξιό Τομέα, αφ' ενός υστερούν των ρωσόφωνων πολιτοφυλακών σε ποιότητα εξοπλισμού, αφ' ετέρου η εμπλοκή τους θα είναι μια καλή πρόφαση για την ανοιχτή στρατιωτική στήριξη του Πούτιν στους ρωσόφωνους.
Το μέγα ερωτηματικό είναι «τι πραγματικά θέλει ο Πούτιν». Η οικονομική κατάσταση της Ουκρανίας λέει πως, λογικά δεν επιθυμεί να αποκτήσει νέες επαρχίες με ανάγκες που δε θα είναι σε θέση να ικανοποιήσει. Το πιο πιθανό επομένως είναι, να επιδιώξει ένα νέο σύνταγμα της Ουκρανίας με αδύναμη κεντρική κυβέρνηση και αυξημένες εξουσίες στις αυτόνομες περιοχές, τόσο που θα του διασφαλίζει την απόλυτη ουδετερότητα της Ουκρανίας. Ταυτοχρόνως θα ξαναρχίσουν απρόσκοπτα οι εμπορικές σχέσεις της Ρωσίας με τη Δύση. Business as usual.
Προϋπόθεση όμως για να συμβεί αυτό είναι η ουκρανική κυβέρνηση να αντιληφθεί τον πραγματικό συσχετισμό δυνάμεων στην περιοχή, κάτι που δεν είναι βέβαιο είναι πως μπορεί να το κάνει, αλλά και αν το κάνει, δεν είναι καθόλου βέβαιο πως μπορεί να επιβάλει την επιλογή της σε έναν διαρκώς ενισχυόμενο στη δυτική Ουκρανία Δεξιό Τομέα.

Γιάννης Χρυσοβέργης
 
Υ.Γ. 1 Η εντολή του μεταβατικού Ουκρανού Προέδρου προς τις ένοπλες δυνάμεις να «ξαναρχίσουν την αντιτρομοκρατική επιχείρηση», την ώρα που γράφονταν αυτές οι γραμμές, δικαιώνει δυσάρεστα το συντάκτη τους.
Υ.Γ. 2  Για δεύτερη φορά σε διάστημα τριών ετών - η πρώτη ήταν στη Λιβύη - οι ΗΠΑ βρίσκεται στη δυσάρεστη θέση να σύρονται από τους Ευρωπαίους συμμάχους τους σε μια κρίση που δεν επέλεξαν. Η διαφορά στην περίπτωση αυτή είναι πως, ό,τι και αν συμβεί στην Ουκρανία, το τέλος της πολιτικής αυτονομίας της ΕΕ έναντι των ΗΠΑ είναι δεδομένο. Από την άποψη αυτή, η αντίδραση της Λαίδης Άστον  στις πληροφορίες του Εσθονού Πρωθυπουργού περί ελεύθερων σκοπευτών μπορεί και να μην ήταν τόσο «αφελής».



Κυριακή 16 Μαρτίου 2014

Η ΟΥΚΡΑΝΙΚΗ ΚΡΙΣΗ ΑΛΛΑΖΕΙ ΤΙΣ ΠΑΓΚΟΣΜΙΕΣ ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΙΣΟΡΡΟΠΙΕΣ

Το μαζικό «ναι» των κατοίκων της Κριμαίας στην ένωση της χερσονήσου με τη Ρωσία είναι γεγονός.
Η μη αναγνώριση του αποτελέσματος από τη Δύση είναι δεδομένη.
Όμως, ανεξαρτήτως του αν η κρίση στις σχέσεις της Δύσης με τη Ρωσία θα κλιμακωθεί περαιτέρω ή όχι τα γεωπολιτικά δεδομένα έχουν αλλάξει δραματικά σε όλα τα μέτωπα του πλανήτη.
Το σημερινό δημοψήφισμα στην Κριμαία σηματοδοτεί μια νέα φάση κλιμάκωσης στην αντιπαράθεση τους Ρωσίας με τη τη Δύση, που ξεκίνησε τον περασμένο Νοέμβριο, με την υπαναχώρηση της τελευταίας στιγμής του Ουκρανού Προέδρου Γιαννουκόβιτς και τη μη υπογραφή του Συμφώνου Σύνδεσης με την ΕυρωπαΪκή Ένωση (ΕΕ).
Τόσο η Δύση όσο και η Ρωσία είναι πλέον δέσμιες της ρητορικής τους στη διάρκεια των περασμένων εβδομάδων. Οι ΗΠΑ και η ΕΕ είναι υποχρεωμένες να προχωρήσουν πάραυτα σε επιβολή κυρώσεων προς τη Ρωσία. Η Ρωσία από την πλευρά της είναι υποχρεωμένη, αφ' ενός να προσαρτήσει την Κριμαία, όπως έχει υποσχεθεί στη ρωσόφωνη πλειοψηφία του πληθυσμού της, αφ' ετέρου να προβεί σε αντι-κυρώσεις έναντι της ΕΕ και των ΗΠΑ.
Η επιβολή κυρώσεων στη Ρωσία από τις ΗΠΑ και την ΕΕ συνιστά σαφή ένδειξη αδυναμίας. Οι απειλές δεν έπιασαν τόπο. Η μη επιβολή τους όμως  θα συνιστά απόδειξη αδυναμίας
Είναι λοιπόν σαφές ότι η Δύση οφείλει να επιβάλει κυρώσεις στη Ρωσία, είτε το επιθυμεί είτε όχι. Το να περιοριστεί στη μη αναγνώριση της απόσχισης της Κριμαίας από την Ουκρανία θα συνιστά μείζονα διπλωματική ήττα. Η οποία θα έχει σοβαρές επιπτώσεις στο πολιτικό μέλλον των δυτικών ηγεσιών.  
Σε αντίστοιχη θέση βρίσκεται και η Ρωσία. Είναι πλέον υποχρεωμένη να προσαρτίσει την Κριμαία, είτε το θέλει πραγματικά, είτε όχι. Επίσης,στις όποιες δυτικές κυρώσεις είναι υποχρεωμένη να απαντήσει και αυτή με ουσιαστικές και όχι με προσχηματικές κυρώσεις.
Όμως την προσάρτιση της Κριμαίας στη Ρωσία δεν μπορεί να αποδεχτεί καμία ουκρανική κυβέρνηση, διότι ποτέ καμιά κυβέρνηση δεν ανέχθηκε τον ακρωτηριασμό της εθνικής κυριαρχίας μιας χώρας χωρίς πόλεμο. Πόσο μάλλον η παρούσα, η οποία έκανε ό,τι περνούσε από το χέρι της για να τρομάξει τους ρωσόφωνους πληθυσμούς που είναι πλειοψηφία στην ανατολικά του ποταμού Ντνιεπρ Ουκρανία. 
Υπό τις συνθήκες αυτές η κλιμάκωση στην ένταση μεταξύ της Ρωσίας και της Δύσης είναι αναπόφευκτη.  Και θα επηρεάσει καθοριστικά το σύνολο των γεωπολιτικών διακυβευμάτων
Το πρώτο πεδίο στο οποίο θα φανούν οι επιπτώσεις της κλιμάκωσης είναι αναμφίβολα ο έλεγχος των πυρηνικών όπλων. Μέχρι τώρα η Δύση και η Ρωσία μοιράζονταν την ανησυχία για τις επιπτώσεις της αύξησης των μελών του πυρηνικού κλαμπ. 
Η Ρωσία, μολονότι απείχε επιδεικτικά των λεονταρισμών της Δύσης προς την κατεύθυνση του Ιράν και της Βορείου Κορέας, ασκούσε, με τον δικό της τρόπο, αποφασιστικές πιέσεις  και προς τις δυο χώρες, η οποία, σε ό,τι αφορά το Ιράν τουλάχιστον, είχε σαφή αποτελέσματα. 
Οι πρόσφατες διαπραγματεύσεις της Δύσης με το Ιράν ήταν αποτέλεσμα του συνδυασμού των ρωσικών πιέσεων προς το τελευταίο, της έξυπνης προσέγγισης του ζητήματος από την κυβέρνηση Ομπάμα και των εσωτερικών πολιτικών αλλαγών στο Ιράν. Η στάση της Ρωσίας πιθανότατα θα πάψει πλέον να είναι συμπληρωματική αυτής της Δύσης και αυτό θα έχει σοβαρές επιπτώσεις και στον εσωτερικό συσχετισμό δυνάμεων του Ιράν, πράγμα που υποθηκεύει την επιτυχία των διεξαγόμενων διαπραγματεύσεων.
Πέραν αυτού όμως, ανοίγει διάπλατα η πόρτα για μια ένα νέο ανταγωνισμό παραγωγής πυρηνικών όπλων, που στα προηγούμενα 25 χρόνια είχε περιοριστεί στο ελάχιστο. Όσο κι αν πολλοί επισημαίνουν ότι «οι καιροί έχουν αλλάξει» και επομένως «δεν υπάρχει πιθανότητα επανάληψης του Ψυχρού Πολέμου», οι διαβεβαιώσεις τους μοιάζουν περισσότερο με ξόρκια παρά βασίζονται σε δεδομένα. Το κύριο επιχείρημά τους είναι λογικό. Οι οικονομικές επιπτώσεις ενός νέου Ψυχρού Πολέμου είναι δυσβάσταχτες έως αβάσταχτες. Αλλά δυσβάσταχτες ήταν οι οικονομικές επιπτώσεις και των δυο Παγκοσμίων Πολέμων. Και όμως έγιναν.  
Ενδεχόμενη  κλιμάκωση της έντασης μεταξύ Δύσης και Ρωσίας μοιραία θα προκαλέσει αύξηση της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας στην Ευρώπη. Που με τη σειρά της θα σημάνει την απώλεια της αυτονομίας της ΕΕ στη χάραξη της εξωτερικής της πολιτικής. Η οποία μπορεί να ήταν ατελής, χωρίς συνοχή, ενίοτε απλό άθροισμα εθνικών εξωτερικών πολιτικών, όμως υπήρχε. Τώρα απλώς θα πάψει να υφίσταται.
Το δεύτερο πεδίο που επηρεάζεται είναι η κινεζική πολιτική των ΗΠΑ. Από την πρώτη στιγμή της προεδρίας του ο Μπαράκ Ομπάμα ανέπτυξε μια στρατηγική αναχαίτισης της Κίνας σε οικονομικό και στρατιωτικό επίπεδο. 
Τα συνεχή ταξίδια της Χίλαρι Κλίντον στην Αφρική στην πρώτη τετραετία επιβεβαίωσαν το αμερικανικό ενδιαφέρον για τη Μαύρη Ήπειρο, την οποία η Ευρώπη είχε αφήσει στον αυτόματο πιλότο και φρενάρισαν την κινεζική επέκταση. 
Σε στρατιωτικό επίπεδο οι ΗΠΑ έστρεψαν το ενδιαφέρον τους στον Ειρηνικό και ανέπτυξαν μια πολυεπίπεδη διπλωματία, που αποσκοπούσε στην αναχαίτιση της κινεζικής στρατιωτικής εξάπλωσης. Εργάστηκαν για τη βελτίωση των σχέσεων της Ιαπωνίας με τη Νότιο Κορέα βάζοντας πάγο στα εθνικιστικά σκιρτήματα της ιαπωνικής Δεξιάς, ανέπτυξαν στρατιωτικές σχέσεις με την Ινδία και συνεχίζουν να εργάζονται προς την κατεύθυνση μιας άτυπης μεν ουσιαστικής δε στρατιωτικής συμμαχίας Ινδίας, Βιετνάμ, Αυστραλίας, Ιαπωνίας, Νοτίου Κορέας, ώστε να συγκροτηθεί ένα αποτρεπτικό τόξο.
Στο πλαίσιο αυτής της στρατηγικής η κυβέρνηση Ομπάμα είχε προσπαθήσει να εμπλέξει θετικά τη Ρωσία σε όλες τις αμερικανικές περιφερειακές πολιτικές ως ισότιμο εταίρο, με στόχο να αποτρέψει μια σινορωσική συμμαχία. Η κινεζική «κατανόηση» στις ρωσικές θέσεις για την Κριμαία καθιστά την πολιτική αυτή παρελθόν. Η κρίση της Κριμαίας φέρνει εξ αντικειμένου τη Ρωσία πιο κοντά στην Κίνα.
Η αντιμετώπιση του ισλαμιστικού φονταμενταλισμού, ένα θέμα στο οποίο υπήρχε σύμπτωση απόψεων όλα αυτά τα χρόνια μεταξύ Ρωσίας και Δύσης, είναι το επόμενο πεδίο στο οποίο θα υπάρξουν σημαντικές αλλαγές. Η, άτυπη μεν ουσιαστική δε, συνεργασία των δυο πλευρών επ' αυτού του θέματος, υπάρχει κίνδυνος να γίνει άμεσα παρελθόν και να αντικατασταθεί από τη λογική των εκατέρωθεν «δικών μας, καλών φονταμενταλιστών».
Από την κρίση των σχέσεων της Δύσης με τη Ρωσία θα διαταραχθούν οι ισορροπίες και στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο.  Η Ρωσία θα προσπαθήσει εκμεταλλευτεί τις προνομιακές σχέσεις που έχει αναπτύξει εκεί με την Κίνα, τη Βραζιλία, την Ινδία και τη Νότιο Αφρική για να δημιουργήσει προβλήματα στις δυτικές προτεραιότητες. 
Βεβαίως δε θα κατορθώσει να συμπήξει μόνιμη συμμαχία, κι ενδεχομένως τυχόν επιμονή της προς αυτή την κατεύθυνση να την αφήσει μόνη με την Κίνα εναντίον όλων, αλλά δεν αποκλείεται, αν ακολουθήσει μια πιο έξυπνη τακτική κατά περίπτωση προσεταιρισμών, να βάλει εμπόδια σε αρκετές από τις δυτικές προτεραιότητες στον οργανισμό.
Πέρα από τα παραπάνω η κρίση θα υποθηκεύσει την οικονομική πολιτική της κυβέρνησης Ομπάμα. Η αύξηση των αμυντικών δαπανών που αναπόφευκτα θα υπάρξει, θα οδηγήσει σε πολιτικές περιορισμού των κοινωνικών δαπανών και των πολιτικών τόνωσης της απασχόλησης, όπως στη διάρκεια της οκταετίας Μπους.
Τέλος, στα καθ' ημάς, είναι βέβαιο πως η Μόσχα έχει έναν επιπλέον λόγο να εργαστεί ενργά για την αποτυχία των συνομιλιών για το Κυπριακό, μιας και η όποια ενδεχόμενη λύση, ενισχύει τη θέση του ΝΑΤΟ στην Ανατολική Μεσόγειο. Ας θυμηθούμε την αποτελεσματική της αντίδραση στο Σχέδιο Ανάν. Μόνο που τώρα, με δεδομένη την τάση ΗΠΑ, ΕΕ και Βρετανίας να ασκήσουν μονομερείς πιέσεις προς την ελληνοκυπριακή πλευρά, το προηγούμενο της κρίσης της Κριμαίας αυξάνει σοβαρά τις πιθανότητες, μετά από ενδεχόμενη αποτυχία των διαπραγματεύσεων, της αναγνώρισης του τουρκοκυπριακού Κράτους.   
Γιάννης Χρυσοβέργης



Τετάρτη 28 Αυγούστου 2013

ΣΥΡΙΑ: ΔΡΑΜΑΤΙΚΑ ΔΙΛΗΜΜΑΤΑ

Το ενδεχόμενο επανάληψης στη Συρία του φιάσκου της στρατιωτικής επέμβασης στη Λιβύη αναδεικνύει, σε όλο τους τους το μεγαλείο, τις συνέπειες της απουσίας αραβικής και, κατ' επέκταση ισλαμικής, πολιτικής σε όλες ανεξαιρέτως τις δυτικές χώρες. 
Οι οποίες σέρνονται πίσω από τις πολιτικές επιλογές του Ισραήλ και της Σαουδικής Αραβίας, χωρίς κανένα απολύτως στρατηγικό στόχο ή προσδοκώμενο όφελος.
 
Για πολλούς μήνες όλες οι δυτικές κυβερνήσεις παρακολουθούσαν ανήσυχες κι αμήχανες την εξέγερση στη Συρία, που αρχικό αίτημάτης ήταν η ανατροπή της δικτατορίας να μετατρέπεται σε θρησκευτικό πόλεμο μεταξύ σουνιτών και αλαουιτών, τη Σαουδική Αραβία να χρηματοδοτεί αφειδώς τα εκεί παρακλάδια της Αλ Κάιντα και να περιθωριοποιεί - με τη μέθοδο της φυσικής εξόντωσης - τις όποιες δυνάμεις επιδίωκαν μια δημοκρατική Συρία, το Ισραήλ να επιδιώκει τη μετατροπή της συριακής κρίσης σε έναν πόλεμο Δύσης - Ισλάμ.
Η, όπως όλα δείχνουν, επίθεση με χημικά όπλα του καθεστώτος εναντίον αμάχου πληθυσμού των προαστίων από το καθεστώς του Μπασάρ Αλ Άσαντ, οδηγεί τις δυτικές κυβερνήσεις, είτε για προεκλογικούς λόγους (Γερμανία), είτε για λόγους ανάκτησης του κύρους της κυβέρνησης (Γαλλία), είτε λόγω αποικιακών αντανακλαστικών (Μεγάλη Βρετανία), είτε διότι πρέπει να δικαιολογήσουν το ρόλο τους ως υπερδύναμη (ΗΠΑ) σε μια στρατιωτική επέμβαση με άγνωστες μεσοπρόθεσμες συνέπειες. Η οποία επέμβαση, με δεδομένο το ρωσικό βέτο στο Συμβούλιο Ασφαλείας, μπορεί να λάβει χώρα μόνο στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ.
Όλα αυτά είναι συνέπεια της παραίτησης του συνόλου των δυτικών χωρών από τη χάραξη μιας αραβικής πολιτικής, απότις αρχές της δεκαετίας του '60 και μετά. Τα εθνικιστικά κινήματα της δεκαετίας του '50 στον αραβικό κόσμο είχαν βάλει τέλος στην ευρωπαϊκή αποικιοκρατία και είχαν στραφεί προς τη Μόσχα, θεωρώντας, εκ προοιμίου, τις ΗΠΑ φιλικές προς τις πρώην αποικιακές δυνάμεις. Με τον ψυχρό Πόλεμο στο αποκορύφωμά του και τη σοβιετική επιρροή στον αραβικό κόσμο εδραιωμένη, με εξαίρεση τη Σαουδική Αραβία και τα εμιράτα του Περσικού Κόλπου, σε όλο τον αραβικό κόσμο, η Δύση περιορίστηκε στην άκριτη υποστήριξη του Ισραήλ και άφησε εν λευκώ τις προσπάθειες αποσταθεροποίησης των λαϊκών εθνικιστικών καθεστώτων στο θεοκρατικό καθεστώς της Σαουδικής Αραβίας.
Η κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης άλλαξε ριζικά τα δεδομένα, όμως η Δύση παρέμεινε προσκολημένη στα  όσα ίσχυαν επί Ψυχρού Πολέμου. Η εκτροφή, από τις πακιστανικές μυστικές υπηρεσίες, με κεφάλαια της Σαουδικής Αραβίας, των τεράτων των Ταλιμπάν και της Αλ Κάιντα (της ισλαμικής εκδοχής των ναζί) δεν ανησύχησε τις δυτικές κυβερνήσεις. 
Οι μεν ΗΠΑ στήριξαν την ισλαμική πολιτική τους στη μανιχαϊστική, βολική, αλλά καθόλου αποτελεσματική, όπως προκύπτει από το αποτέλεσμα των πολέμων στο Αφγανιστάν και στο Ιράκ θεωρία του Χάντιγκτον περί σύγκρουσης των πολιτισμών,
Οι δε Ευρωπαίοι συνέχισαν τη συνεργασία τους με τις δικτατορίες, στις οποίες είχαν εξελιχτεί τα εθνικιστικά κινήματα της δεκαετίας του '50 σαν να μη συνέβαινε τίποτα.
Η αραβική άνοιξη έδειξε τις συνέπειες της απουσίας αραβικής και ισλαμικής πολιτικής της Δύσης σε όλο της το μεγαλείο. 
Οι Ευρωπαίοι παρακολούθησαν τα γεγονότα αμήχανοι. Με πιο ισχυρά αντανακλαστικά - αλλά όχι επαρκή όπως αποδείχθηκε - η κυβέρνηση Ομπάμα, στήριξε τις εξεγέρσεις στην Τυνησία και στην Αίγυπτο και προσπάθησε να αποκτήσει, μέσω αυτής της στήριξης, μια κάποια επιρροή στις αραβικές κοινωνίες.
Στην προσέγγισή της αυτή βρήκε σύμμαχο τον Τούρκο Πρωθυπουργό Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, ο οποίος, για τους δικούς του λόγους, έγινε εξαγωγέας στις αραβικές χώρες του παντρέματος του Ισλάμ
Η αμερικανική κυβέρνηση όμως υποτίμησε την ικανότητα των παραδοσιακών συμμάχων της στην περιοχή, του Ισραήλ και της Σαουδικής Αραβίας, να τινάξουν στον αέρα τη νέα αραβική της προσέγγιση.
Η άρχουσα τάξη του Ισραήλ κατανόησε αμέσως ότιη δημοκρατική αφύπνηση των αραβικών λαών θα σήμαινε και μια αφύπνηση του Αραβικού εθνικισμού κι ότι ο μόνος τρόπος για να μην απειληθεί θα ήταν να κάνει ουσιαστικές παραχωρήσεις στη μείζονα αραβοϊσραηλινή σύγκρουση, στο παλαιστινιακό.
Η Σαουδική Αραβία από την πλευρά της αισθάνθηκε ότι απειλείται το μονοπώλιο της δυτικής διαμεσολάβισης στον ισλαμικό κόσμο που κατείχε κι αντέδρασε με τον τρόπο που μπορούσε: τη χρηματοδότηση χωρίς όριο των παρακλαδιών της Αλ Κάιντα για ώστε οι δημοκρατικές διεκδικήσεις να εξελιχτούν σε θρησκευτικό πόλεμο μεταξύ σουνιτών και σιιτών. Πράγμα που πέτυχε σε Συρία και Μπαχρέιν.
Κατόρθωσε επίσης να ενισχύσει τις πιο ακραίες τάσεις των Αδελφών Μουσουλμάνων, οι οποίες πίστεψαν πως μπορούν να επιβάλουν τη δική τους δικτατορία, θέτοντας έτσι τέλος στο δημοκρατικό πείραμα της Αιγύπτου.
Σε όλα αυτά, κι ενώ οι Ευρωπαίοι σφύριζαν αδιάφορα, ή έμεναν μαζί με τους Αμερικανούς εγκλωβισμένοι στο ζήτημα του πυρηνικού οπλοστασίου του Ιράν, το καθεστώς της Σαουδικής Αραβίας είχε την αγαστή συνεργασία του Ιράν.
Στην παρούσα φάση, κι ενώ όλα δείχνουν πως η δυτική στρατιωτική επέμβαση στη Συρία είναι θέμα ημερών, ουδείς - πλην του Ισραήλ και της Σαουδικής Αραβίας - επιθυμεί να διαδέχεται τη δικτατορία του Μπασάρ Αλ Άσαντ μια δικτατορία  σαλαφιστών. Όμως αυτό είναι το πιθανότερο σενάριο.
Εναλλακτικά μπορεί να καταλήξουν τα πράγματα σε μια φιλοδυτική κυβέρνηση που δε θα ελέγχει τίποτα παραπάνω από τη Δαμασκό και μερικές ακόμα πόλεις, ένα «κράτος» αλαουιτών, στις περιοχές που αυτοί συνιστούν την πλειοψηφία του πληθυσμού μια «αυτόνομη περιοχή των Κούρδων» στα σύνορα της Συρίας με την Τουρκία και το Ιράκ με ό,τι αυτό μπορεί να σημαίνει για το μέλλον, και την υπόλοιπη Συρία να μετατρέπεται, όπως ακριβώς έγινε στη Λιβύη, σε μια no man's land, όπου κράτος κι εξουσία θα έχει η Αλ Κάιντα. 
Απέναντι σε αυτά τα σενάρια η λογική της βρετανικής, κυρίως, κυβέρνησης, που στηρίζει τη στρατιωτική επέμβαση εν ονόματι της απομόνωσης του Ιράν καθώς αυτό θα αποστερηθεί τον τελευταίο σύμμαχό του στη Μέση Ανατολή, μάλλον είναι υπερβολικά κοντόφθαλμη. Και τούτο γιατί ανοίγει την πόρτα σε ένα άλλο σενάριο, που σαφώς και αποτελεί επιλογή τόσο του Σαουδαραβικού καθεστώτος όσο και του Ισραήλ: ένα γενικευμένο πόλεμο μεταξύ σιιτών και σουνιτών στη Μέση Ανατολή.
Σε κάθε περίπτωση καμιά χώρα της Δύσης δεν έχει οφέλη να αποκομίσει από όσα θα συμβούν στο άμεσο μέλλον στη Συρία. Με την έννοια αυτή πρόκειται για μια στρατιωτική εμπλοκή χωρίς στρατηγικό διακύβευμα απο την οποία ένα μόνο πράγμα είναι βέβαιο: θα ενισχυθεί η τρομοκρατική δράση της Αλ Κάιντα και πιθανώς άλλων ακραίων ισλαμιστικών δικτύων, στην Ευρώπη.
 
Γιάννης Χρυσοβέργης
 
Υ.Γ. Ευχαριστώ θερμά το φίλο Γιάννη Δεμερτζόγλου για την άδειά του να δημοσιευτεί στην εν λόγω ανάρτηση το σκίτσο του.

Γι

Πέμπτη 21 Μαρτίου 2013

ΚΥΠΡΟΣ: ΜΑ ΠΟΙΟΣ ΒΛΑΚΑΣ ΑΝΟΙΞΕ ΤΗΝ ΠΟΡΤΑ ΤΟΥ ΤΡΕΛΟΚΟΜΕΙΟΥ;

Το ερώτημα είναι στα χείλη χιλιάδων ανθρώπων ανά τον κόσμο.
Η πρωτοφανής, διότι έκανε κουρελόχαρτο μια κοινοτική οδηγία και μάλιστα χωρίς συζήτηση, απόφαση του Eurogroup και το χθεσινό ηχηρό ΟΧΙ της κυπριακής Βουλής έχουν δημιουργήσει το απόλυτο αδιέξοδο.
Ακόμα κι αν υποθέσουμε ότι αύριο - μεθαύριο, οι ίδιοι βουλευτές που ψήφισαν «περήφανα» ΟΧΙ θα ψηφίσουν ένα ΝΑΙ με την ουρά κάτω απ' τα σκέλια, μη αντιστρεπτές ζημιές και, πιθανότατα, με άγνωστες οικονομικές και γεωπολιτικές επιπτώσεις, θα είναι γεγονός.

Στη σημερινή συνεδρίαση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου οι εκπρόσωποι της Ευρωπαϊκής Ένωσης έγιναν στόχος σφοδρών επιθέσεων από τους Ευρωβουλευτές όλων σχεδόν των κοινοβουλευτικών ομάδων.
Ανεξαρτήτως του τόνου και των πολιτικών διαφοροποιήσεων του καθενός από τους Ευρωβουλευτές κοινός τόπος όλων ήταν ότι είναι αδιανόητο το Eurogroup να διαγράφει με μια μονοκονδυλιά την Ευρωπαϊκή οδηγία για εγγύηση όλων των καταθέσεων έως €100.000. 
Και μπορεί οι συμμετέχοντες στο Eurogroup να προσπαθούν να επιρρίψουν ο ένας στον άλλον την ευθύνη αυτού του θεσμικού πραξικοπήματος, όμως όλοι μαζί πήραν την απόφαση κι όλοι έχουν ίσο μερίδιο ευθύνης. 
Βεβαίως αυτό από μόνο του δεν αρκούσε για να δημιουργήσει το αδιέξοδο. Είναι προφανές ότι, μέρος τουλάχιστον των Κυπρίων βουλευτών που καταψήφισαν την απόφαση, νοιάζονταν πολύ περισσότερο για  τις πολύ υψηλότερες καταθέσεις Ρώσων ολιγαρχών και μαφιόζων, Ελλήνων φοροφυγάδων, Αράβων «επενδυτών» και υπεράκτιων εταιρειών.
Είναι επίσης προφανές ότι η πρωτοφανής, για φιλελεύθερη οικονομία, απόφαση περί φορολογίας του κεφαλαίου των καταθέσεων έθεσε, σε συνδυασμό με το πρώτο σκέλος της, σε αμφισβήτηση την ασφάλεια των καταθέσεων στο σύνολο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Οι διαβεβαιώσεις  της Γερμανίδας Καγκελαρίου ότι οι καταθέσεις δεν πρόκειται να φορολογηθούν, μπορεί να έπεισαν, προς το παρόν, τους Γερμανούς πολίτες, δεν ήταν όμως το ίδιο πειστικές οι διαβεβαιώσεις του Μαριάνο Ραχόι και του Υπουργού Οικονομικών του προς τους Ισπανούς καταθέτες, αν κρίνει κανείς από την αγωνία που ήταν ζωγραφισμένη στα πρόσωπά τους την ώρα που ο μεν πρώτος επισήμαινε την ανάγκη εξεύρεσης άμεσης λύσης στο θέμα της Κύπρου, ο δε δεύτερος δήλωνε ότι είναι αδιανόητο να παραβιάζεται η κοινοτική οδηγία για εγγύηση των καταθέσεων έως €100.000.
Είναι προφανές ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν έχει δικαίωμα να υποχωρήσει απέναντι στην Κύπρο. Αν το πράξει, οι κυβερνήσεις της Ελλάδας, της Πορτογαλίας και της Ισπανίας θα χάσουν και τα τελευταία ίχνη λαϊκής υποστήριξης που διατηρούν με νύχια και με δόντια.
Είναι επίσης προφανές ότι, δεδομένων των τόνων στους οποίους κατήγγειλε την απόφαση του Eurogroup ο Πρόεδρος του ΔΗΚΟ Μάριος Καρογιάν - αν αυτές είναι οι απόψεις του ΔΗΚΟ δεν έχω να πω κάτι παραπάνω, απλώς αναρωτιέμαι γιατί συμμετέχει σε αυτή την κυβέρνηση, αναφώνησε ο γ.γ. του ΑΚΕΛ Άντρος Κυπριανού - πολύ δύσκολα θα μπορέσει να υπαναχωρήσει χωρίς να υποθηκεύσει στο διηνεκές την πολιτική του σταδιοδρομία και την επιβίωση του κόμματός του.
Όμως, ακόμα και αν οι βουλευτές του ΔΗΚΟ, και ενδεχομένως και άλλοι μαζί τους, με σκυμμένο το κεφάλι αύριο - μεθαύριο ψηφίσουν, αυτό που χθες καταψήφισαν ή και κάτι ακόμα χειρότερο, τίποτα δε θα είναι όπως πριν.
Κατ' αρχή, οι δυο μεγαλύτερες τράπεζες της χώρας, η ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ και η ΛΑΪΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ, πιθανότατα δε θα ξανανοίξουν ποτέ. 
Ακόμα κι αν ξανανοίξουν, τίποτα δε θα μπορέσει να αποτρέψει την εξ εφόδου κατάληψη των τραπεζών, μετά από μια ολόκληρη εβδομάδα που θα έχουν παραμείνει κλειστές και τη μαζική απόσυρση καταθέσεων. Είναι αλήθεια ότι θα έχει ήδη ψηφιστεί - ακόμα και στην απίθανη περίπτωση που η ΕΕ κάνει πίσω - νόμος που θα βάζει όριο στις ημερήσιες αναλήψεις. Όμως αυτό θα εμποδίσει την άτακτη χρεοκοπία  των τραπεζών. Δε θα εμποδίσει την καθημερινή αιμορραγία σε καταθέσεις που θα καταστήσει ανεπαρκή την ήδη συμφωνημένη ανακεφαλαιοποίηση. Και τότε θ' αρχίσει μια νέα διελκυστίνδα, σχετικά με το ποιος θα πληρώσει το παραπάνω ποσό και, κάπου εκεί, σεμνά και ταπεινά, η Κύπρος θα χρεοκοπήσει.
Η πρώτη επίπτωση μιας κυπριακής χρεοκοπίας θα είναι η μαζική απόσυρση των καταθέσεων από τις τράπεζες στο σύνολο της Νότιας Ευρώπης. Ακόμα και οι γαλλικές - ας μη μιλήσουμε για τις βελγικές - τράπεζες, δεν είναι στο απυρόβλητο. Ακόμα κι αν η Ευρωζώνη επιβιώσει μιας τέτοιας δοκιμασίας, το κόστος θα είναι τρομερό.
Και βεβαίως μπορεί η Ρωσία να έσπευσε, δια στόματος Ντιμίτρι Μεντβέντεφ, να διαβεβαιώσει την ΕΕ ότι δε θα επιδιώξει να καταστήσει την Κύπρο δορυφόρο της - «η κρίση στην Κύπρο δεν πρέπει να πλήξει τις σχέσεις Ρωσίας - ΕΕ» - ο ίδιος όμως ο Ρώσος Πρωθυπουργός ανακοίνωσε τα αντίποινα για την επίθεση στις ρωσικές καταθέσεις στην Κύπρο, προαναγγέλλοντας ακύρωση της συμφωνίας ΕΕ - Ρωσίας, περί αποφυγής της διπλής φορολογίας. Κάτι που θα δημιουργήσει σοβαρά έως ανυπέρβλητα προβλήματα σε χιλιάδες βορειοευρωπαϊκών επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στη Ρωσία.
Πέρα όμως από τις οικονομικές επιπτώσεις, η χρεοκοπία της Κύπρου μπορεί να έχει και σοβαρές γεωπολιτικές επιπτώσεις. Ποιος μπορεί να εγγυηθεί πως η χρεοκοπία της Κύπρου δε θα δημιουργήσει συνθήκες κοινωνικού χάους; Ποιος μπορεί να εγγυηθεί ότι σε αυτή την περίπτωση και δεδομένης της αδυναμίας της χρεοκοπημένης Ελλάδας, δε θα επιχειρήσει η Τουρκία να σβήσει την κυπριακή Δημοκρατία από το χάρτη; Ποιος μπορεί να εγγυηθεί ότι μια τέτοια ενέργεια της Τουρκίας δε θα οδηγήσει σε ένα μακροχρόνιο ελληνοτουρκικό πόλεμο που θα κάνει μπάχαλο το ΝΑΤΟ;, Η ΕΕ; Μα αυτή ήδη θα δίνει μάχη επιβίωσης. Οι ΗΠΑ; Μα η προτεραιότητά τους πλέον είναι η αντιμετώπιση της Κίνας και η προσοχή τους είναι στραμμένη στον Ειρηνικό. Δε θα διακινδυνέψουν μια νέα εμπλοκή στην ανατολική Μεσόγειο.
Μα ποιος βλάκας άνοιξε την πόρτα του τρελοκομείου;

Γιάννης Χρυσοβέργης