Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΕ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΕ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 24 Φεβρουαρίου 2023

 


ΟΥΚΡΑΝΙΑ ΕΝΑΣ ΧΡΟΝΟΣ ΜΕΤΑ: ΤΟ ΑΔΙΑΝΟΗΤΟ ΕΦΙΑΛΤΙΚΗ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ

Έχει περάσει ένας χρόνος από τη μέρα που το αδιανόητο, μια στρατιωτική σύγκρουση της Δύσης με τη Ρωσία σε ευρωπαϊκό έδαφος, έγινε πραγματικότητα.

Έκτοτε, παρά την ένθεν κακείθεν προπαγάνδα, όλοι οι σχεδιασμοί των εμπλεκομένων έχουν αποτύχει παταγωδώς, και πλέον ουδείς είναι σε θέση να προβλέψει το τέλος του πολέμου.

Ενός πολέμου που έχει ήδη αλλάξει ριζικά όλο τον κόσμο. Η πυρηνική απειλή, μετά από 30 και πλέον χρόνια αποτελεί μέρος της καθημερινότητάς μας,  ενώ καλό σενάριο για το μέλλον δεν υπάρχει. Υπάρχουν το κακό, το χειρότερο και το ολέθριο.

ΤΟ ΓΑΪΤΑΝΑΚΙ ΤΩΝ ΑΠΟΤΥΧΗΜΕΝΩΝ ΣΧΕΔΙΑΣΜΩΝ

Όπως συμβαίνει πάντα στους πολέμους, οι σχεδιασμοί των επιτελείων έχουν πάει από την πρώτη μέρα κατά διαβόλου.  Ο Πούτιν αψήφησε τις απειλές των Ευρωπαίων για κυρώσεις και εισέβαλε στην Ουκρανία. Το ουκρανικό καθεστώς δεν κατέρρευσε σαν χάρτινος πύργος άμα τη εμφανίσει των ρωσικών θωρακισμένων, όπως βαυκαλίζονταν η Μόσχα. Οι περιβόητες κυρώσεις της Δύσης στη Ρωσία, που θα προκαλούσαν κατάρρευση της οικονομίας της κι ανατροπή του Πούτιν, το μόνο που κατόρθωσαν ήταν να προκληθεί ένας πρωτοφανής πληθωρισμός στην Ευρώπη, που πλήττει όλο και περισσότερο την κοινωνική συνοχή.

Στο μεταξύ ουδείς ενδιαφέρεται σοβαρά για τον τερματισμό της σύγκρουσης. Οι εμπόλεμοι πιστεύουν ότι θα κερδίσουν στο πεδίο της μάχης. Ο ΟΗΕ, από τον οποίο θα περίμενε κανείς να πράξει αυτό που προβλέπει ο καταστατικός του χάρτης και έκανε σε όλους ανεξαιρέτως τους προηγούμενους πολέμους από την ίδρυσή του μέχρι σήμερα, να βρίσκεται σε αδιάκοπη επαφή με τους εμπόλεμους για την εξεύρεση κοινών σημείων από τα οποία θα μπορούσαν να ξεκινήσουν κάποιες διαπραγματεύσεις, λάμπει δια της απουσίας του. Κι η Τουρκία, η μόνη χώρα που συστηματικά συντηρεί επαφές με τους δυο εμπόλεμους, δεν έχει το γεωπολιτικό βάρος το οποίο θα της επέτρεπε να παίξει το διαμεσολαβητικό ρόλο που η ίδια επιθυμεί.

ΤΟ ΚΑΚΟ ΣΕΝΑΡΙΟ

Ο πόλεμος παρατείνεται για άγνωστο χρονικό διάστημα. Οι δυο εμπόλεμοι σπαταλούν τις ζωές εκατοντάδων χιλιάδων Ρώσων και Ουκρανών νέων σε επιθέσεις κι αντεπιθέσεις οι οποίες θα ακολουθούν το ρυθμό προμήθειάς τους σε όλο και πιο σύγχρονα όπλα, με πενιχρά αποτελέσματα και, κάποια στιγμή το μέτωπο σταθεροποιείται σε κάποιο σημείο. Τότε, με τη διαμεσολάβηση της Κίνας -μόνο αυτή μπορεί να το πράξει μιας και ο γ.γ. του ΟΗΕ έχει αποποιηθεί το θεσμικό του ρόλο- μεταξύ ΗΠΑ και Ρωσίας, υπογράφεται κάποια κατάπαυση του πυρός -ούτε καν ανακωχή-, όπως στην περίπτωση του πολέμου της Κορέας πριν από 70 χρόνια. Εξυπακούεται ότι τη γνώμη των Ουκρανών ουδείς θα τη ζητήσει.

Στο μεταξύ στην Ουκρανία δε θα έχει μείνει πέτρα πάνω στην πέτρα. Ο πόλεμος θα έχει φτωχοποιήσει ευρύτατα στρώματα του πληθυσμού της Δυτικής Ευρώπης, με ό,τι αυτό συνεπάγεται σε κοινωνικές αναταραχές και πολιτική αστάθεια. Η Ευρωπαϊκή Ένωση, ως πολιτικός οργανισμός, αν δεν έχει διαλυθεί, θα είναι κλινικά νεκρός. Κι η Ρωσία, θα έχει απωλέσει την πολιτική της αυτονομία και θα έχει μετατραπεί σε έναν ελάσσονα σύμμαχο της Κίνας.

ΤΟ ΧΕΙΡΟΤΕΡΟ ΣΕΝΑΡΙΟ

Παρά τη δυτική προπαγάνδα ο ρωσικός στρατός καταγάγει στρατηγικής σημασίας νίκες κι ενδεχομένως φτάνει μέχρι το Κίεβο, όπου ο Πούτιν εγκαθιστά μια κυβέρνηση-μαριονέτα. Σε ό,τι αφορά στην Ουκρανία, στη δυτικοευρωπαϊκή κοινωνία και στην Ευρωπαϊκή Ένωση θα ισχύει ό,τι και στην προηγούμενη περίπτωση.

Όμως, ο Πούτιν θα έχει καταγάγει άλλη μια νίκη εναντίον της Δύσης κι αυτό θα είναι κίνητρο για να συνεχίσει την επέκτασή του προς δυσμάς. Η απειλή πυρηνικού πολέμου αν κάνει ακόμα ένα βήμα ενδέχεται να μην πιάσει -οπότε θα φθάσουμε χωρίς να το καταλάβουμε στο επόμενο σενάριο- ενώ ταυτόχρονα θα είναι λιγότερο δεκτικός σε κινεζικές πιέσεις.

Στην περίπτωση αυτή θα απαιτηθεί συντονισμένη προσπάθεια Δύσης-Κίνας για να περιορίσουν τον Πούτιν. Μια προσπάθεια που θα προϋποθέτει συνολική ρύθμιση στις διαφορές των δυο πλευρών προς το αμοιβαίο συμφέρον.

Το κακό είναι πως αν η προσέγγιση αυτή ήταν εφικτή για τις στρατιές των ημιμαθών αλαζόνων ηλιθίων που λυμαίνονται τη διπλωματία όλων ανεξαιρέτως των δυτικών χωρών και διαγωνίζονται για το Όσκαρ πολιτικής ανοησίας -για το οποίο ακλόνητο φαβορί είναι η Αναλένα Μπέρμποκ-  η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία ουδέποτε θα είχε συμβεί.

ΤΟ ΟΛΕΘΡΙΟ ΣΕΝΑΡΙΟ

Ο ουκρανικός στρατός καταγάγει στρατηγικές νίκες εκδιώκει τους Ρώσους από την Ουκρανία και εισβάλλει στη Ρωσία. Όχι, δεν πρόκειται να ανατραπεί ο Βλαντιμίρ Πούτιν, όπως ονειρεύονται οι ανερμάτιστοι διακινητές της δυτικής προπαγάνδας. Απλώς θα πατήσει το κόκκινο κουμπί, προκαλώντας την αντίστοιχη αμερικανική αντίδραση.   

Πάνω από 10.000 πυρηνικές κεφαλές θα εκτοξευθούν κατά των εχθρικών στόχων και, ακόμα κι αν οι αεράμυνες καταστρέψουν το 90% από αυτές -σενάριο εξαιρετικά αισιόδοξο- το υπόλοιπο 10% είναι αρκετό για να σβήσει, περισσότερες από μια φορές, κάθε μορφή ζωής από τον πλανήτη.

Αν τυχόν επιβιώσουν κάποιοι άνθρωποι αυτοί θα βρίσκονται στις εσχατιές του Νοτίου ημισφαιρίου και είναι άγνωστο το αν και το πότε θα κατορθώσουν κάποια στιγμή να οικοδομήσουν κάποιο νέο ανθρώπινο πολιτισμό.

ΚΙ Η ΚΙΝΑ;

Έτσι όπως έχουν εξελιχτεί τα πράγματα η Κίνα δεν έχει κανένα λόγο να επιθυμεί τον τερματισμό της σύγκρουσης. Στο διάστημα αυτού του χρόνου, ενώ Αμερικανοί και Ευρωπαίοι προσπαθούν να «ταπεινώσουν την τρισκατάρατη Ρωσία του Πούτιν» η Κίνα χτίζει ανενόχλητη συμμαχίες σε όλα τα μήκη και πλάτη του κόσμου.

Έβαλε στον πάγο την αντιπαράθεσή της με την Ινδία, αφαιρώντας έτσι έναν πολύτιμο εταίρο από την αντικινεζική συμμαχία που είχε κατορθώσει να συγκροτήσει η διακυβέρνηση Ομπάμα στην Άπω Ανατολή, με κύριους πυλώνες την Ιαπωνία, την Ινδία και την Αυστραλία.

Οδηγεί με σταθερά βήματα τη Ρωσία σε σχέση οικονομικής εξάρτησης από αυτήν προσδοκώντας να καλύψει έτσι το έλλειμμα σε πυρηνικές κεφαλές που έχει έναντι των ΗΠΑ.

Διευρύνει την οικονομική της επιρροή σε Αφρική, Ασία και Λατινική Αμερική, ενώ παράλληλα αυξάνει την πίεση προς την Ταϊβάν και, σε μικρότερο βαθμό, την Ιαπωνία, επωφελούμενη του γεγονότος ότι οι ΗΠΑ έχουν συγκεντρώσει την προσοχή τους στην εξουθένωση του Πούτιν.

Και όλα αυτά χωρίς να τίθεται ακόμα σε κίνδυνο η εμπορική της διείσδυση στη Δυτική Ευρώπη.

Είναι λοιπόν σαφές ότι η Κίνα θα παράσχει στη Ρωσία τόση υποστήριξη όση χρειάζεται για να μην ηττηθεί στην Ουκρανία, αλλά όχι αρκετή για να νικήσει τους Δυτικούς. Κι όταν θα κρίνει ότι η μεν Ρωσία είναι επαρκώς εξασθενημένη ώστε να περιέλθει στη ζώνη επιρροής της, οι δε δυτικοί αρκούντως  απομονωμένοι από τον υπόλοιπο κόσμο, θα μεσολαβήσει μεταξύ ΗΠΑ και Ρωσίας για να βρεθεί μια φόρμουλα τερματισμού του πολέμου.

Η ΔΥΣΗ ΚΙ ΟΙ ΑΛΛΟΙ

Η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία ένωσε όσο ποτέ τα τελευταία 30 χρόνια τη Δύση καθιστώντας ηγέτες της τις ΗΠΑ και το Ηνωμένο Βασίλειο και περιορίζοντας όλους τους υπόλοιπους - τη Γαλλία και τη Γερμανία δηλαδή- σε ρόλο θλιβερών κομπάρσων.

Την ίδια στιγμή όμως, ο φορτικός τρόπος με τον οποίο αξίωσε από τον υπόλοιπο κόσμο τη συσστράτευσή του με αυτήν κατά της Ρωσίας έφερε το αντίθετο αποτέλεσμα.

Η Κίνα, η Ινδία, η Νότια Αφρική -αλλά και σχεδόν όλες οι χώρες της αφρικανικής ηπείρου-, η Βραζιλία, η Αργεντινή, το Μεξικό και τόσες άλλες αρνήθηκαν να στοιχηθούν με τα δυτικά κελεύσματα. Η φράση «έχει περάσει πια η εποχή της αποικιοκρατίας», που πρώτη φορά ακούστηκε από τα χείλη των Κινέζων ιθυνόντων, ακούγεται όλο και πιο συχνά στις πρωτεύουσες των αφρικανικών κι ασιατικών χωρών. 

Ενδεικτικό είναι ότι η πρόσφατη πολιτική αλλαγή στη Βραζιλία σε ένα μόνο θέμα δε σήμανε αλλαγή της εξωτερικής πολιτικής της χώρας: στην αντιμετώπιση του πολέμου Ρωσίας-Ουκρανίας.

Τα πράγματα γίνονται ακόμα χειρότερα για τη Δύση διότι δεν διαθέτει πλέον το τεχνολογικό πλεονέκτημα που διέθετε το 19ο αιώνα. Το αντίθετο, η Κίνα, πρωτίστως, και η Ινδία πρωταγωνιστούν στην έρευνα και ανάπτυξη των τεχνολογιών αιχμής.

Είναι πιθανόν κάποιοι ηγετικοί κύκλοι, ιδίως στις ΗΠΑ και στο Ηνωμένο Βασίλειο - αν λάβουμε υπ' όψιν μια σειρά αποκλινόντων από τη γραμμή της δυτικής προπαγάνδας άρθρων που δημοσιεύτηκαν πρόσφατα στις εφημερίδες Washington Post και Guardian -η μεν πρώτη δημοσίευσε ένα εκτενές άρθρο στο οποίο έθετε το ερώτημα για πόσο καιρό η Δύση μπορεί να στηρίζει στρατιωτικά την Ουκρανία, η δε δεύτερη δημοσίευσε μια έρευνα ανά τον κόσμο για τον τρόπο πρόσληψης της ουκρανικής κρίσης ανά τον κόσμο- να έχουν αρχίσει να αντιλαμβάνονται το μέγεθος της παγίδας στην οποία έχει πέσει η Δύση στην Ουκρανία.

Χρειάζεται όμως χρόνος για να μεταβάλλουν την άποψή τους οι ημιμαθείς κι αλαζόνες διεκπεραιωτές της δυτικής διπλωματίας, οι οποίοι νομίζουν ακόμα πως ζούμε το «Τέλος της Ιστορίας» του Φράνσις Φουκουγιάμα. Και χρόνος δεν υπάρχει.


Γιάννης Χρυσοβέργης


Παρασκευή 30 Σεπτεμβρίου 2022

ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ ΜΕ ΤΗΝ ΤΟΥΡΚΙΑ
Το ελληνικό Κράτος αντιμέτωπο με τις συνέπειες της μεγαλομανίας του 

Κι ενώ τα ελληνικά ΜΜΕ κι η κυβέρνηση βαυκαλίζονται αδιάκοπα με την υποτιθέμενη «διεθνή απομόνωση της Τουρκίας» όλα δείχνουν ότι πολύ σύντομα το ελληνικό Κράτος θα κληθεί να πληρώσει το τίμημα της αμετροεπούς πολιτικής του απέναντι σε αυτή με έναν οδυνηρό συμβιβασμό, υπό την ασφυκτική πίεση των Δυτικών χωρών.

Πριν από δυο χρόνια, με αφορμή την απόφαση της τουρκικής κυβέρνησης να μετατρέψει την Αγία Σοφία σε τζαμί ( Η ΑΓΙΑ ΣΟΦΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΑΔΙΕΞΟΔΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΕΝΑΝΤΙ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΑΣ ) αλλά και σε παλαιότερα κείμενα στον ΑΤΑΚΤΟ ΛΟΓΟ επισήμαινα το  παράλογο μείγμα μαξιμαλισμού και δέους με το οποίο η ελληνική κοινωνία κι ο πολιτικός κόσμος αντιμετωπίζουν την Τουρκία.
Κι ενώ η ελληνική κυβέρνηση, παρά τις απανωτές διπλωματικές της αποτυχίες -εμπλοκή στον πόλεμο της Λιβύης στο πλευρό του «στρατάρχη» Χαφτάρ και όχι της διεθνώς αναγνωρισμένης κυβέρνησης, αποτυχία επιβολής εμπάργκο εξαγωγών όπλων από τις ευρωπαϊκές χώρες στην Τουρκία το καλοκαίρι και το φθινόπωρο του 2020 ενώ οι δυο χώρες βρίσκονταν στα πρόθυρα του πολέμου, εκκωφαντική άρση της στήριξης των ΗΠΑ και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στο διαβόητο αγωγό φυσικού αερίου EastMed- περιφέρει αυτάρεσκα στα εγχώρια ΜΜΕ δηλώσεις περί «διεθνούς απομόνωσης του Ερντογάν», αυτός άλλαξε και πάλι τους κανόνες του παιγνιδιού θέτοντας ζήτημα αποστρατιωτικοποίησης των νησιών του Αιγαίου.
Όπως και στην περίπτωση του εμφυλίου στη Λιβύη, όπου ενώ η Τουρκία υπέγραφε μνημόνιο συνεργασίας με τη διεθνώς αναγνωρισμένη κυβέρνηση της χώρας το ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών υποδέχονταν τον ανεκδιήγητο «στρατάρχη» Χαφτάρ με τιμές αρχηγού Κράτους -οι χώρες που τον χρηματοδοτούσαν κι ίσως να τον χρηματοδοτούν ακόμα, Ρωσία, Αίγυπτος Ενωμένα Αραβικά Εμιράτα ούτε τουριστική βίζα δεν του έδιναν- έτσι και σήμερα το ΥΠΕΞ περιφέρει ανακοινώσεις των ΗΠΑ και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σύμφωνα με τις οποίες «αναγνωρίζεται η ελληνική κυριαρχία στα νησιά του Αιγαίου». 
Ξεχνώντας να αναφέρουν πως την ελληνική κυριαρχία στα νησιά, ούτε η Τουρκία την αμφισβητεί. Εκείνο που αμφισβητεί είναι το δικαίωμα της Ελλάδας να έχει στρατό σε αυτά και βασίζει την αξίωσή της στις διεθνείς συνθήκες που τα κατέστησαν ελληνικό έδαφος..

Τα «τρελά» σενάρια περί  αποκλεισμού μεγάλου ελληνικού νησιού

Η ανάδειξη της στρατιωτικοποίησης των νησιών του Βορείου Αιγαίου από την Τουρκία δεν είναι καθόλου τυχαία. 
Τόσο η Συνθήκη της Λωζάνης του 1923, με την οποία τα νησιά του Βορείου Αιγαίου στην Ελλάδα, όσο και η Συνθήκη του Παρισιού του 1947, που αποδίδει στην Ελλάδα τη Δωδεκάνησο, ορίζουν ρητά πως τα επίμαχα νησιά πρέπει να είναι αποστρατιωτικοποιημένα και έτσι ήταν μέχρι το1974.
Μετά την τουρκική εισβολή στην Κύπρο τόσο η Δωδεκάνησος όσο και τα νησιά του Βορείου Αιγαίου εξοπλίστηκαν με ταχείς ρυθμούς και σήμερα είναι βαρύτατα εξοπλισμένα. 
Το ελληνικό αντεπιχείρημα στις τουρκικές αιτιάσεις είναι πως ο εξοπλισμός των νησιών συνιστά κυριαρχικό δικαίωμα της χώρας, από τη στιγμή που στην απέναντι ακτή του Αιγαίου εδρεύει μια ολόκληρη στρατιά κι ο μεγαλύτερος αποβατικός στόλος της Μεσογείου.
Επιχειρήματα που μπορεί μεν να ακούγονται λογικά σ' έναν καλόπιστο τρίτο και, κυρίως, να πείθουν την ελληνική κοινή γνώμη για το δίκαιο του ελληνικού Κράτους, όμως δεν αρκούν για να ανατρέψουν το γεγονός ότι η Ελλάδα έχει παραβιάσει διεθνείς συνθήκες, άρα και το Διεθνές Δίκαιο, που υποτίθεται ότι συνιστά το γνώμονα της εξωτερικής της πολιτικής.
Αντιθέτως, ουδεμία διεθνής συνθήκη υποχρεώνει την Τουρκία να μην έχει στρατιωτικές δυνάμεις στη δική της ακτή του Αιγαίου.
Μιλώντας με δημοσιογράφους off the record Τούρκοι διπλωμάτες επισημαίνουν ότι, από όλες τις ελληνοτουρκικές διαφορές, αυτή που είναι πιο εύκολο να κερδηθεί σε μια διαπραγμάτευση υπό διεθνή αιγίδα. Είναι λοιπόν προφανές ότι σε αυτό το θέμα θα αυξήσει την πίεσή της η Τουρκία, καθώς έχει την ευκαιρία μιας εύκολης κι αναίμακτης νίκης. Την οποία φυσικά ο Ερντογάν θα φροντίσει να κεφαλαιοποιήσει στις επερχόμενες τουρκικές εκλογές.
Δεν είναι λοιπόν τυχαία η δημοσίευση χθες δυο άρθρων με θέμα ένα ενδεχόμενο θερμό επεισόδιο στο Αιγαίο.
Το πρώτο το υπέγραφε ο Δήμος Βερύκιος στο ieidiseis , στο οποίο γίνεται λόγος για σχέδια αποτροπής του αποκλεισμού ενός νησιού από τις τουρκικές ένοπλες δυνάμεις. Πολλοί έχουν πολλά να πουν για το χαρακτήρα του Βερύκιου, ουδείς όμως μπορεί να αμφισβητήσει ότι είναι ένας από τους καλύτερους ρεπόρτερ στα θέματα του υπουργείου Εθνικής Άμυνας. Άρα εκτός από καπνό υπάρχει και φωτιά.
Το δεύτερο το υπέγραφε ο Γιώργος Καρελιάς στο news247.gr και προειδοποιούσε την ελληνική κυβέρνηση, με μια έμμεση αναφορά στην κρίση των Ιμίων το 1997, ότι δεν έχει το δικαίωμα να αιφνιδιαστεί.

Η Ελλάδα με την πλάτη στον τοίχο

Το ήδη δυσμενές για την Ελλάδα κλίμα -αφ' ενός εξ αιτίας των καμωμάτων των ελληνοκυπριακών ηγεσιών που δυο φορές την τελευταία εικοσαετία (2004 και 2017) σαμποτάρισαν την τελευταία στιγμή κυριολεκτικά λύσεις του Κυπριακού οι οποίες ήταν φρούτα μακράς διπλωματικής προσπάθειας του ΟΗΕ, αφ' ετέρου εξ αιτίας των μαξιμαλιστικών ελληνικών θέσεων, που συνοψίζονται στον εξωφρενικό για όλους πλην ημών των Ελλήνων ισχυρισμό ότι το Καστελλόριζο έχει περισσότερη υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ από τα 900 χιλιόμετρα της τουρκικής ακτογραμμής στην Ανατολική Μεσόγειο- έχει επιβαρυνθεί ακόμα περισσότερο με την εισβολή της  Ρωσίας στην Ουκρανία.
Εκτός του γεγονότος ότι η Τουρκία έχει έναν από τους μεγαλύτερους στρατούς της Ατλαντικής Συμμαχίας, είναι και στην πρώτη γραμμή σε ενδεχόμενη μετωπική αντιπαράθεση του ΝΑΤΟ με τη Ρωσία. 
Για το λόγο αυτό, με τίποτα η Δύση δε θα διακινδυνεύσει να δυσαρεστήσει την Τουρκία σε βαθμό αποχώρησής της από την Ατλαντική Συμμαχία ή, έστω, μετατροπής της σε απρόθυμό σύμμαχο.
Το ότι σύσσωμος ο ελληνικός λαός θεωρεί, δικαίως, ενδεχόμενη αποστρατιωτικοποίηση των νησιών του Αιγαίου προοίμιο της αναίμακτης κατάληψής τους από την Τουρκία ποσώς τους απασχολεί και το καθιστούν άπαντες σαφές στους Έλληνες συνομιλητές τους, με προεξάρχοντες το γενικό Γραμματέα του ΝΑΤΟ, Γενς Στόλτενμπεργκ, και τους εκπροσώπους του Στέιτ Ντιπάρτμεντ (βλ. Οι γκρίζες δηλώσεις του εκπροσώπου του Στέιτ Ντιπάρτμεντ για τα ελληνικά νησιά )

Οι οδυνηρές επιλογές της ελληνικής διπλωματίας

Μεταξύ μιας υποχώρησης στις τουρκικές πιέσεις και αποστρατιωτικοποίηση των νησιών υπό την ασφυκτική πίεση των Δυτικών χωρών, που όμως θα προκαλέσει τεκτονικές αντιδράσεις στην Ελλάδα κι ενός πολέμου με την Τουρκία στον οποίο το ελληνικό Κράτος δεν μπορεί να βγει νικητής -ακόμα κι αν υποθέσουμε ότι ο ελληνικός στρατός αντιμετωπίζει με απόλυτη επιτυχία τις τουρκικές επιθέσεις και καταλαμβάνει τουρκικό έδαφος, τα όποια κέρδη του δε θα είναι τόσο σοβαρά ώστε να αντισταθμίσουν την κατάληψη από την Τουρκία της Κυπριακής Δημοκρατίας- έχει επιλογές το ελληνικό Κράτος;
Ενδεχομένως ναι, όχι όμως με τα καραγκιοζιλίκια του Δένδια που υποδέχονταν ξένους ομολόγους του φορώντας μάσκα με τα χρώματα του Παναθηναϊκού, ούτε επαναπροσεγγίζοντας τη Ρωσία.
Η Ρωσία, ακόμα κι αν δεχθούμε ότι επιθυμεί να βοηθήσει την Ελλάδα για να αποκτήσει ερείσματα πίσω από την πρώτη γραμμή του ΝΑΤΟ, δεν θα το πράξει. 
Πρώτον, διότι δε μπορεί, ο πόλεμος στην Ουκρανία δεν της επιτρέπει ένα δεύτερο μέτωπο. Δεύτερον διότι δεν υπάρχει περίπτωση να το επιθυμεί. Οι ρωσοτουρκικές σχέσεις βρίσκονται στο καλύτερο σημείο των τελευταίων δυο αιώνων κι η Τουρκία είναι μια αγορά 80 εκατομμυρίων ανθρώπων για τις ρωσικές εξαγωγές.
Η μόνη ελπίδα του ελληνικού Κράτους να αποτρέψει την αποστρατιωτικοποίηση των νησιών είναι, την ύστατη στιγμή, να καταστήσει σαφές προς κάθε κατεύθυνση, πως για να συμβεί κάτι τέτοιο θα είναι αποτέλεσμα ενός μακράς διαρκείας ενδονατοϊκού πολέμου, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τη συνοχή της Συμμαχίας.
Ταυτόχρονα όμως, για να δεχθούν οι ΝΑΤΟικοί εταίροι να ασκήσουν πίεση στην Τουρκία ώστε να κάνει πίσω σε αυτή την απόλυτα σύννομη με βάση το Διεθνές Δίκαιο αξίωσή της, πρέπει να αποδεχθεί τις τουρκικές αξιώσεις τόσο στο Κυπριακό -που θα μεταφραστούν με προσάρτηση, σε ένα προσεχές μέλλον του βορείου τμήματος της Κύπρου στην Τουρκία- όσο και στα θέματα των θαλασσίων ζωνών.
Πράγμα που σημαίνει ότι το ελληνικό Κράτος θα ενταφιάσει οριστικά το μύθο περί ελληνικής θάλασσας για το Αιγαίο, έναν από τους πιο ισχυρούς μύθους της ελληνικής κοινωνίας. Ας ελπίσουμε ότι θα το πράξει με λιγότερο οδυνηρό τρόπο από αυτόν με τον οποίο ενταφίασε τη Μεγάλη Ιδέα πριν από εκατό ακριβώς χρόνια.

Γιάννης Χρυσοβέργης

Τετάρτη 6 Ιουλίου 2016

5 ΙΟΥΛΙΟΥ 2016: ΣΚΟΡΠΙΕΣ ΣΚΕΨΕΙΣ ΕΝΑ ΧΡΟΝΟ ΜΕΤΑ

Το δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου 2015 τριχοτόμησε την ελληνική κοινωνία σε τρία στρατόπεδα που δεν μπορούν και δεν θέλουν να επικοινωνήσουν μεταξύ τους.
Πέρα από τους «ΜΕΝΟΥΜΕ ΕΥΡΩΠΗ», πέρα από τους κυβερνώντες, υπάρχουν και αυτοί που είναι εξοργισμένοι κι αισθάνονται εξαπατημένοι.
Είναι πολλοί, γίνονται κάθε μέρα περισσότεροι και στερούνται αξιόπιστης πολιτικής εκπροσώπησης.

Πριν από ένα χρόνο, περίπου τέτοια ώρα, η μεγάλη πλειοψηφία του ελληνικού λαού ένιωθε ότι είχε ανακτήσει αυτό που της είχαν υφαρπάξει πέντε χρόνια πριν, με το πρώτο «σχέδιο διάσωσης» της ελληνικής οικονομίας, όπως είχε αποκληθεί η οργανωμένη καταλήστευση του λαού για τη διάσωση μιας διεφθαρμένης και κρατικοδίαιτης ολιγαρχίας: την ΑΞΙΟΠΡΕΠΕΙΑ της.
Δυο εικοσιτετράωρα μετά, στη συνάντηση του πρωθυπουργού με τους ηγέτες των ηττημένων - αυτών που επί έξι μήνες είχαν ως μοναδικό πολιτικό λόγο τους προσβλητικούς χαρακτηρισμούς προς όποιον δεν σκέφτονταν όπως αυτοί - ένα κείμενο πολιτικής συμφωνίας λίγων παραγράφων υφάρπαζε για άλλη μια φορά από την πλειοψηφία των πολιτών αυτής της χώρας την αξιοπρέπειά τους και δρομολογούσε τη συνθηκολόγηση χωρίς όρους του πρωινού της 13ης Ιουλίου 2015.
Πολλά έχουν γραφτεί και ειπωθεί από πολλούς - ανάμεσά τους και η αφεντομουτσουνάρα μου ( βλ. ΣΥΝΘΗΚΟΛΟΓΗΣΗ ΧΩΡΙΣ ΟΡΟΥΣ και ΣΚΕΨΕΙΣ ΚΙ ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΗΝ ΗΤΤΑ ) - για όσα οδήγησαν σε αυτό που τείνει να μείνει στην Ιστορία ως «κωλοτούμπα».
Δε θα μιλήσω γι' αυτά, όπως και δεν θα μιλήσω για τις«φοβερές αποκαλύψεις» σχετικά με τα «καταχθόνια σχέδια του Βαρουφάκη» ο οποίος - άκουσον, άκουσον και φρίξον - «ήθελε να μας κάνει Βενεζουέλα» (πριν είκοσι χρόνια θα έλεγαν ότι ήθελε να μας κάνει Σοβιετία). Καθ' όσον, από κοράκων στόματα «κρα» θ' ακούσεις.
Θα μιλήσω για τα συναισθήματα  αυτών που πιότερο από την ήττα τους πείραξε η λιποψυχία της κυβέρνησης.
Δεν ξέρω αν όπως γράφτηκε ο Αλέξης Τσίπρας επέλεξε να κάνει δημοψήφισμα πεπεισμένος - από τις αναλύσεις των δημοσκόπων που προέβλεπαν το «θρίαμβο του ΝΑΙ» υποθέτω - ότι θα το χάσει και έτσι θα δικαιολογήσει τη συνθηκολόγηση. Το βέβαιο είναι πως το μήνυμα του λαού ήταν σύντομο και περιεκτικό: «Ή ταν ή επί τας».
Κι όταν μια κυβέρνηση δέχεται ένα τέτοιο μήνυμα δεν έχει πολλές επιλογές: πρέπει να διαλέξει ανάμεσα στην ηρωική πτώση ή στην «κωλοτούμπα», που πιθανώς να της επιτρέψει για κάποιον καιρό την παραμονή στην εξουσία.
Η «κωλοτούμπα» αυτή με είχε ενοχλήσει πολύ λιγότερο όλους τους προηγούμενους μήνες. Της έδινα δεκάδες δικαιολογίες κι ας μην ήμουν χαρούμενος γι' αυτήν. Όμως οι σημερινές δηλώσεις για την επέτειο  του δικού μας ΟΧΙ από το γραφείο τύπου του ΣΥΡΙΖΑ και τον Αλέξη Τσίπρα, με την περίσσεια τους αμετροέπεια ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι.
Σήμερα είχα την ευκαιρία, κάνοντας ρεπορτάζ γι' αυτό τον ένα χρόνο, να διαπιστώσω, για άλλη μια φορά, ότι δεν είμαι ο μόνος που σκέφτεται κάπως έτσι, ούτε καν μια περιθωριακή μειοψηφία. «Με την κωλοτούμπα της η κυβέρνηση ευνούχισε το λαό», μου είπε  επιγραμματικά κάποιος από τους οργισμένους από την κωλοτούμπα. 
Πιθανότατα είμαστε μειοψηφία ακόμα και θα είμαστε για καιρό, όμως είμαστε πολλοί και υπάρχει επιτακτική ανάγκη να βρούμε τη ΔΙΚΗ ΜΑΣ πολιτική έκφραση. Και τούτο γιατί οι υπάρχουσες πολιτικές επιλογές είναι θλιβερές: ανάμεσα στους ριψάσπιδες του ΚΚΕ, που με γελοία επιχειρήματα επέλεξαν την αποχή αντί του ΟΧΙ στο δημοψήφισμα, στους εγκληματίες της ΧΡΥΣΗΣ ΑΥΓΗΣ,  και μια πανσπερμία θραυσμάτων του ΣΥΡΙΖΑ, που αδυνατούν να συγκροτήσουν δικό τους πολιτικό λόγο.
Αδυνατώ να κατανοήσω τις σε βαθμό υστερίας επιθέσεις της ΛΑΪΚΗΣ ΕΝΟΤΗΤΑΣ στο ΣΥΡΙΖΑ, χωρίς να υπάρχει ίχνος αυτοκριτικής για την εξάμηνη περίοδο που τα στελέχη πρώτης γραμμής της ήταν υπουργοί στην κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα.
Αδυνατώ να κατανοήσω τη στείρα «αντιμνημονιολογία» της ΠΛΕΥΣΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ και την ξύλινη παλαιοκομμουνιστική γλώσσα της ΛΑΪΚΗΣ ΕΝΟΤΗΤΑΣ και της ΑΝΤΑΡΣΥΑ.
Απέναντι σε μια κάθε μέρα εντεινόμενη επίθεση στις ζωές μας και στη Δημοκρατία - η έπαρση με την οποία ο θλιβερός Σταύρος Θεοδωράκης επιχαίρει στο λογαριασμό του στο Facebook για την προσωπική του συμβολή στην ακύρωση του αποτελέσματος του Δημοψηφίσματος είναι ενδεικτική, όπως ενδεικτικές είναι οι απόψεις των καθοδηγητών του κ. Ρέγκλινγκ και Σόιμπλε - είναι απαραίτητος ο σχηματισμός ενός ευρέως ιδεολογικού μετώπου για τη ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ και την ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΤΗΣ ΧΩΡΑΣ ΑΠΌ ΤΗΝ ΕΕ.
Απέναντι στους «εκπροσώπους των θεσμών» και στους εκτελεστές των εντολών τους οφείλουμε να εκπονήσουμε ένα μακράς πνοής πολιτικό σχέδιο που θα καταστήσει την Ευρωπαϊκή κατοχή της χώρας ασύμφορη. Να καθιστούμε το κάθε του σχέδιο ανεφάρμοστο.
Και το σημαντικότερο, ΟΦΕΙΛΟΥΜΕ ΝΑ ΞΕΡΟΥΜΕ πως για την απελευθέρωση από την ΕΕ είναι απαραίτητο να χύσουμε ΙΔΡΩΤΑ ΑΙΜΑ ΚΑΙ ΔΑΚΡΥΑ.
Μόνο τότε θα συγκροτηθεί σε αξιόπιστο πολιτικό πόλο όλη αυτή η πολύμορφη, αβέβαιη και στερούμενη πολιτικής πρότασης νέα αντιπολίτευση.
Μόνο τότε θα μπορέσει να προσεγγίσει αυτούς που αγωνιούν αν αύριο θα έχουν ένα πιάτο φαΐ, αν θα μπορέσουν τα παιδιά τους να τελειώσουν το σχολείο (για σπουδές ούτε λόγος είναι πολύ ακριβό το άθλημα), αν θα υπάρχει γιατρός να τους κοιτάξει όταν θα αρρωστήσουν.
Μόνο τότε θα υπάρξει και πάλι ελπίδα.
Ξέρω, ξέρω, ζητάω πολλά κι είμαι αθεράπευτα συναισθηματικός. Όμως η πολιτική είναι πρωτίστως συναίσθημα. Ο υπολογισμός  των ρίσκων είναι ίδιο της εξουσίας. Είναι καιρός στις «πολιτικές των τεχνικών της εξουσίας» να αντιτάξουμε την πολιτική του συναισθήματος. Και να ξέρουμε ότι απέναντί τους, το μόνο ισχυρό μας όπλο είναι η αλαζονεία τους. Αυτή είναι η αχίλλειος φτέρνα τους.

Γιάννης Χρυσοβέργης


Δευτέρα 27 Ιουνίου 2016

BREXIT: Η ΕΚΔΙΚΗΣΗ ΤΩΝ ΧΑΜΕΝΩΝ ΤΗΣ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΠΟΙΗΣΗΣ

Ενάντια στις περισπούδαστες προβλέψεις «έγκυρων» αναλυτών και αγορών η πλειοψηφία των πολιτών του Ηνωμένου Βασιλείου ψήφισε υπέρ της απόσχισης από την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Ό,τι και αν συμβεί από εδώ και πέρα η εξουσία των Βρυξελλών υπέστη μια βαριά ήττα.
Ό,τι και αν συμβεί από εδώ και πέρα η Αριστερά οφείλει, σε Πανευρωπαϊκό επίπεδο, να τρέξει να καλύψει το χαμένο έδαφος και να πρωτοστατήσει από εδώ και στο εξής στις μάχες για την κατεδάφιση της ΕΕ, προκειμένου να έχει κάποιο λόγο στις μελλοντικές πολιτικές εξελίξεις.

Το αποτέλεσμα του βρετανικού δημοψηφίσματος έσκασε σαν βόμβα το πρωί της περασμένης Παρασκευής, στις Βρυξέλλες, στο Βερολίνο και στα Χρηματιστήρια.
Οι ξυνισμένες φάτσες των ταγών της των Βρυξελλών και του Βερολίνου, που προσπαθούσαν να ανεπιτυχώς να μας πείσουν ότι ελέγχουν την κατάσταση ήταν μεγάλη απόλαυση για όσες και όσους από εμάς κλάψαμε για την ταπεινωτική - πλην αναπόφευκτη - χωρίς όρους παράδοση της 13ης Ιουλίου 2015.
Η χωρίς προηγούμενο συμμετοχή - άνω του 70% - στην οποία βάσιζαν τις ελπίδες τους οπαδοί της παραμονής στην Ευρωπαϊκή Ένωση αποδείχτηκε βρόχος στο λαιμό τους. 
Εναντίον της Ευρωπαϊκής Ένωσης ψήφισαν μαζικά οι ηλικιωμένοι, οι εργάτες, οι άνεργοι. Όλοι αυτοί που τα τελευταία 25 χρόνια είδαν την Κοινωνική Πρόνοια να κατεδαφίζεται, τα Δημόσια Νοσοκομεία να γίνονται αποθήκες ψυχών, τα σχολεία των φτωχών συνοικιών να υποχρηματοδοτούνται συστηματικά, τα εργασιακά δικαιώματα να εκμηδενίζονται, τα εργοστάσια να μετακομίζουν στην Κίνα και στην Ταϋλάνδη ανεξαρτήτως του αν η κυβέρνηση ήταν συντηρητική ή εργατική.
Υπέρ της Ευρωπαϊκής Ένωσης ψήφισε μαζικά η μεσαία αστική τάξη, με την ιδιωτική ασφάλιση, τα ιδιωτικά νοσοκομεία, και τους υψηλούς μισθούς των εταιρειών του City, αυτού του τεράστιου χρηματοπιστωτικού πόλου, που αρνείται κάθε έλεγχο  στις χρηματοοικονομικές συναλλαγές και συνιστά ιμάντα μεταφοράς του μαύρου χρήματος και των προϊόντων φοροδιαφυγής.
Το αποτέλεσμα υπέρ της εξόδου από την ΕΕ θα ήταν πολύ πιο καθαρό αν η Σκωτία, όπου το Εθνικό Σκωτσέζικο Κόμμα έχει χτίσει την πολιτική του κυριαρχία  βασισμένο σε πολιτικές αναδιανομής του εισοδήματος δεν επέλεγε μεταξύ της Χάρυβδης του Λονδίνου και της Σκύλλας των Βρυξελλών τη δεύτερη.
Και βεβαίως δεν πρέπει να μας διαφύγει ότι οι νέοι ψήφισαν σε συντριπτικό ποσοστό (άνω του 70% στις ηλικίες κάτω των 30 ετών) υπέρ της παραμονής στην ΕΕ αν και χρειάζεται το αποτέλεσμα αυτό να το συγκρίνουμε με το ποσοστό συμμετοχής στις αντίστοιχες ηλικίες για να βγάλουμε ξεκάθαρα συμπεράσματα.
Η εξουσία των Βρυξελλών και του Βερολίνου, καθώς επίσης και το σύνολο των πολυεθνικών με έδρα το Λονδίνο, που χρησιμοποίησαν κάθε θεμιτό και, κυρίως, αθέμιτο μέσο προκειμένου να εκβιάσουν μια ψήφο υπέρ της παραμονής στην ΕΕ υπέστησαν μια βαριά ήττα.
Η ΕΕ έχει ήδη απωλέσει τη μια από τις δυο πυρηνικές της δυνάμεις σε στρατιωτικό επίπεδο και τη μια από τις δυο ψήφους με δικαίωμα αρνησικυρίας στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ. Είναι επομένως σαφέστατα λιγότερο ισχυρή στρατιωτικά και διπλωματικά.
Σε οικονομικό επίπεδο αντιθέτως οι όποιες πρόσκαιρες ζημιές θα επουλωθούν σύντομα και χωρίς να αφήσουν σημάδια.Ούτε η Ευρωπαϊκή, ούτε η βρετανική ηγεσία έχουν λόγους να επιλέξουν τη λογική του οικονομικού πολέμου, προς το παρόν τουλάχιστον.
Εκεί όμως που η ΕΕ υπέστη μια βαριά ήττα ήταν σε πολιτικό επίπεδο.Ένα μέλος της Ένωσης αποφασίζει να αποχωρήσει και η ΕΕ δεν έχει το παραμικρό όπλο για να το αποτρέψει. Δεν διαθέτει στρατιωτικά μέσα για την αποτροπή του, ούτε καν μπορεί να προσφύγει σε οικονομικό πόλεμο, πρώτον διότι η βρετανική οικονομία δεν είναι απολύτως εξαρτώμενη από τις συναλλαγές της με την ΕΕ - οι συναλλαγές της με τη Βρετανική Κοινοπολιτεία είναι παραπλήσιες αυτών που έχει με την ΕΕ-, δεύτερον διότι μια τέτοια επιλογή θα προκαλούσε ισχυρή αντίδραση των ΗΠΑ, που θα τάσσονταν με το Ηνωμένο Βασίλειο και τρίτον διότι οι συνέπειες ενός οικονομικού πολέμου θα ήταν βαρύτατες και για τις ευρωπαϊκές χώρες.
Τα δυο κύρια επιχειρήματα των υπέρμαχων της αποχώρησης από την ΕΕ ήταν η ανάκτηση της (εθνικής - λαϊκής) κυριαρχίας και το αίτημα να μπει φραγμός στην ευρωπαϊκή - και κατ' επέκταση στην προερχόμενη από την Αφρική και τη Μέση Ανατολή - μετανάστευση.
Και για μεν το δεύτερο ζήτημα είναι προφανές πως οι «λαϊκιστές» υποστηρικτές του  Brexit σε τίποτα δε διαφέρουν από του «υπεύθυνους» και «ευρωπαϊστές» Χριστιανοδημοκράτες και Σοσιαλδημοκράτες της Αυστρίας ή την επίσης «υπεύθυνη» και «ευρωπαϊστική» Χριστιανοκοινωνική Ένωση της Βαυαρίας.
Σε ό,τι αφορά όμως το πρώτο ζήτημα, αυτό της κυριαρχίας και της δημοκρατικής νομιμοποίησης των πολιτικών αποφάσεων, τα όποια επιχειρήματα των κάθε λογής ευρωδοσίλογων καταρρίπτει ο ίδιος ο Κλάους Ρέγκλινγκ, ο επί κεφαλής του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας (ESM) σε συνέντευξή του στη ΝΑΥΤΕΜΠΟΡΙΚΗ στις 23 Ιουνίου.
«Δεν νομίζω ότι χρειαζόμαστε ένα είδος Ηνωμένων Πολιτειών της Ευρώπης ως προϋπόθεση για μία επιτυχή νομισματική ένωση», δηλώνει ο κύριος Ρέγκλινγκ.
Είναι προφανές ότι για τον κύριο Ρέγκλινγκ και τους ομοίους του οι αποφάσεις που καθορίζουν τη ζωή εκατοντάδων εκατομμυρίων ανθρώπων πρέπει να λαμβάνονται εν κρυπτώ, από ένα κλειστό κύκλο «ειδικών», μακριά από κάθε λογοδοσία και πολιτικό έλεγχο. 
Διότι οι «κάποιου είδους Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης» θα διέθεταν ένα κοινοβούλιο με αποφασιστικές αρμοδιότητες, εκλεγμένο από τους Ευρωπαίους πολίτες, που θα χάραζε οικονομικές πολιτικές με τη  νομιμοποίηση της ψήφου των πολιτών.
Δε χρειάζεται να υπενθυμίσουμε ότι το διαβόητο Eurogroup, που παίρνει όλες τις καθοριστικές αποφάσεις για τις πολιτικές της Ευρωζώνης, δεν προβλέπεται από καμία ευρωπαϊκή συνθήκη, και δεν διαθέτει κανονισμό λήψης αποφάσεων, όπως όλα τα θεσμικά ευρωπαϊκά όργανα.
Η εκχώρηση της εθνικής κυριαρχίας έχει νόημα τότε και μόνο τότε όταν αντικαθίσταται από λαϊκή κυριαρχία σε ένα υπερεθνικό επίπεδο. Σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση είναι πράξη ενάντια στη Δημοκρατία, και ως τέτοια πρέπει να αντιμετωπίζεται.
Όλα αυτά τα 25 χρόνια - από τη Συνθήκη του Μάαστριχτ και μετά - που οι αρχές της λαϊκής κυριαρχίας καταπατώνται βάναυσα από τους ευρωκράτες και τις συνένοχες σε αυτούς εθνικές κυβερνήσεις, οι οποίες έχουν βρει μια υπέροχη μηχανή για να παρακάμπτουν τον εγχώριο πολιτικό έλεγχο - η Αριστερά παρακολουθεί την κατάλυση της λαϊκής κυριαρχίας ως αμήχανος θεατής, αφήνοντας στην ακροδεξιά ελεύθερο το πεδίο δράσης.
Κι όσο θα φουντώνει η λαϊκή οργή κατ΄των Βρυξελλών τόσο η Αριστερά θα περιθωριοποιείται, εκτός κι αν αποφασίσει, σε πανευρωπαϊκό επίπεδο, να αγωνιστεί για την κατεδάφιση  αυτής της ΕΕ - Κρόνου, που κατασπαράζει τα παιδιά της μέσω δολοφονικής λιτότητας.
Είναι η μόνη της ελπίδα προκειμένου να έχει έναν πολιτικό ρόλο, όταν αργά ή γρήγορα, με τη μορφή της μακροχρόνιας φθοράς ή μέσω θεαματικών εξελίξεων η ΕΕ θα πάψει να υφίσταται.

Γιάννης Χρυσοβέργης

Τρίτη 14 Ιουλίου 2015

ΣΥΝΘΗΚΟΛΟΓΗΣΗ ΧΩΡΙΣ ΟΡΟΥΣ

Ο πόλεμος ήταν πολύ σύντομος και η έκβασή του ανάλογη του συσχετισμού δυνάμεων: οδηγηθήκαμε σε συνθηκολόγηση χωρίς όρους. 
Τον πόλεμο αυτόν δεν τον επιλέξαμε, ούτε και ειχαμε τη δυνατότητα να τον αποφύγουμε, εκτός κι αν απεμπολούσαμε το δικαίωμά μας να αποφασίζουμε ελεύθερα για την κυβέρνησή μας.
Τώρα πρέπει να μαζέψουμε τα κομμάτια μας, να διαχειριστούμε την πίκρα μας για να μην της επιτρέψουμε να γίνει αυτοκαταστροφική  και να ξεκινήσουμε έναν μακρύ απελευθερωτικό αγώνα.
Για τη Δημοκρατία και για τον απεγκλωβισμό μας από την Ευρωπαϊκή Ένωση.

«Όταν ένας λαός απορρίπτει ένα τελεσίγραφο του κηρύσσεται ολοκληρωτικός πόλεμος», είχα γράψει την επαύριο του δημοψηφίσματος. Ο πόλεμος αυτός ήταν αναπόφευκτος. Η κήρυξή του είχε αποφασιστεί πριν ακόμα από τις εκλογές της 25ης Ιανουαρίου, όταν σύσσωμοι οι εκπρόσωποι των ευρωπαϊκών θεσμών μας κουνούσαν το δάχτυλο απειλητικά και απαιτούσαν να «μην ψηφίσουμε λαϊκιστές». Οι μάσκες έπεσαν την επαύριο των εκλογών  όταν δρομολογήθηκε η ανατροπή της κυβέρνησης που ανέδειξε η ψήφος μας.
Θα μπορούσε να είχε καλύτερη έκβαση αυτή η σύγκρουση; Κατά την άποψή μου ναι, αν από τον πρώτο κιόλας μήνα η νέα κυβέρνηση είχε επιβάλει έλεγχο κεφαλαίων για την αντιμετώπιση της οργανωμένης μαζικής απόσυρσης καταθέσεων. 
Επίσης κατά την άποψή μου, η κυβέρνηση επέδειξε προκλητικά καλή πίστη και αντιμετώπισε το Βερολίνο και τις Βρυξέλλες ως εταίρους και όχι ως εχθρούς, όπως θα όφειλε να είχε διδαχτεί από τα παθήματα και την πραξικοπηματική ανατροπή του Γιώργου Παπανδρέου. 
Όμως δεν έκανα εγώ τη διαπραγμάτευση, δεν ήμουν εγώ μόνος μου εναντίον δεκαοκτώ και γι αυτό, ο κάθε ένας σαν εμένα, που έχει κάποιες ενστάσεις, καλό είναι να τις διατυπώνει σε χαμηλούς τόνους.
Γιατί τα τακτικά λάθη οφείλονταν πρωτίστως στην παραδοχή ότι «πρέπει να αγωνιστούμε για να αλλάξει η Ευρώπη», παραδοχή που για τον Αλέξη Τσίπρα και την πλειοψηφία της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ είναι αξίωμα.
Η κυβέρνηση δε μπόρεσε να διακρίνει ότι πλεον, με αφορμή την ελληνική κρίση, έχει εδραιωθεί στην Ευρώπη μια απολυταρχική εξουσία των γραφειοκρατών των Βρυξελλών και του Βερολίνου που μισεί κάθε μορφή Δημοκρατίας.
Απέναντι σε αυτή τη δικτατορία έχουμε καθήκον να αντισταθούμε, να επιδοθούμε σε ένα μακροχρόνιο απελευθερωτικό αγώνα, αφού πρώτα χτίσουμε ένα δημοκρατικό όραμα έξω από την ΕΕ και ενάντια σε αυτήν.
 Το όραμα αυτό θα το χτίσουμε μέρα με τη μέρα, μήνα με το μήνα, χρόνο με το χρόνο, με τη δράση μας σε επιτροπές αλληλεγγύης και αλληλοβοήθειας στις συνοικίες, σε κοινωνικά ιατρεία για τους ανασφάλιστους, στην οργάνωση συσσιτίων.
 Είναι εντελώς φυσιολογικό τα παιδιά που μεγάλωσαν με το ERASMUS και την ελευθερία κίνησης στην Ευρώπη να τρομάζουν στην ιδέα μιας αποχώρησης από την ΕΕ. 
Πρέπει όμως να τους δείξουμε ότι ακριβώς οι ίδιοι που έχουν επιβάλει, με πρόσχημα κάποιες μεταρρυθμίσεις για τις οποίες ουδέποτε ενδιαφέρθηκαν, μια μαζική φτωχοποίηση της κοινωνίας, αξιώνουν ταυτόχρονα περιορισμούς στην ελευθερία μετακίνησης των πολιτών με πρόσχημα τους «λαθρομετανάστες».
Πρέπει να τους θυμήσουμε επίσης ότι για να ταξιδέψεις, πρέπει να σου επιτρέπεται να έχεις τα χρήματα για να το κάνεις.
Είναι εντελώς φυσιολογικό οι άνθρωποι που γνώρισαν την προ της Συνθήκης του Μάαστριχτ ΕΟΚ, όταν η λέξη Ευρώπη ήταν συνώνυμη της ευημερίας για όλους, να τρομάζουν στην ιδέα της αποχώρησης από την ΕΕ.
Πρέπει σε όλους αυτούς να θυμίσουμε ότι μια χώρα που δυο φορές με δημοψήφισμα απέρριψε την ένταξή της στην ΕΕ, η Νορβηγία, έχει κατορθώσει να εξασφαλίσει για τους πολίτες της όλα τα δημοκρατικά πλεονεκτήματα, όλη την ευημερία, όλη την κοινωνική συνοχή που στερούνται όλο  και περισσότερα Κράτη-μέλη της ΕΕ. 
Μέσα από αυτή την πολύπλευρη δραστηριότητα θα δώσουμε έμπρακτη απάντηση στην τρομοκρατία της προπαγάνδας την εγχώριας ολιγαρχίας και των Βρυξελλών, τα παπαγαλάκια των οποίων έσπευσαν να χαιρετήσουν τη «δυσπιστία» των εταίρων προς την ικανότητα της κυβέρνησης «να εφαρμόσει μεταρρυθμίσεις» και ζητούν «την απομάκρυνση των εξτρεμιστών από την κυβέρνηση» και την αντικατάστασή τους από «μετριοπαθείς πολιτικούς», με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που στη δεκαετία του '60 «μετριοπαθείς πολιτικοί» και «έγκριτοι δημοσιογράφοι» αναζητούσαν «ένα λοχία» για να σώσει τη χώρα «από τον ερυθρό δαίμονα του Καστρίου», το Γεώργιο Παπανδρέου δηλαδή.Το ότι όλοι εκείνοι πρωτοστάτησαν στην Απόστασία, χειροκρότησαν τη σκευωρία της υπόθεσης Ασπίδα και, κάποιοι από αυτούς, έγιναν υπουργοί της Χούντας είναι απλώς ενδεικτικό του τι είναι ικανοί να κάνουν οι δικοί μας «μετριοπαθείς πολιτικοί» και «έγκριτοι δημοσιογράφοι».
Είναι τέλος σημαντικό σε όλη αυτή την προσπάθεια να μη  εμπλακούμε σε όσους ακόμα πιστεύουν καλόπιστα - για το ΣΥΡΙΖΑ και κάσποιους αποπροσανατολισμένους Οικολόγους ο λόγος - ότι μπορούν  να εκδημοκρατίσουν την ΕΕ.
Είμαστε στην ίδια βάρκα κι έχουμε τον ίδιο σκοπό, την αξιοπρέπεια και την ευημερία αυτής της χώρας, δεν υπάρχει λόγος να κοπανάμε τα κουπιά μας οι μεν στα κεφάλια των δε. Δεν είναι μονάχα αντιπαραγωγικό, είναι αυτό που θα μας αποστερήσει την υποστήριξη των εκατοντάδων χιλιάδων Ευρωπαίων πολιτών που πλημμύρισαν τους δρόμους και τις πλατείες της Ευρώπης για να μας συμπαρασταθούν αυτούς τους έξι τρομερούς μήνες. Η δράση μας πρέπει να βοηθήσει τη δική τους, κι η δική υτους τη δική μας. Μονάχα έτσι, με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο θα βγει κάτι καλό.
 Το Δημοψήφισμα αποκάλυψε πως περίπου οι μισοί ψηφοφόροι του ΟΧΙ είχαμε δώσει ψήφο ενάντια στη δικτατορία της ΕΕ. Είναι μια καλή αρχή. Όμως για να γίνει το ρεύμα αυτό πλειοψηφικό έχουμε πολλή δουλειά.
Ο χρόνος πιέζει. Δεν έχουμε την πολυτέλεια καθυστερήσεων. Η κοινωνική οργή θα αρχίσει να φουντώνει σύντομα, καθώς οι εισπρακτικοί στόχοι των μέτρων της «συμφωνίας» είναι ανέφικτοι, με αποτέλεσμα την επιβολή νέων οριζόντιων περικοπών και φόρων. Κι αν δεν είμαστε εκεί, τότε αυτής της οργής θα επωφεληθεί μονάχα η Χρυσή Αυγή.

Γιάννης Χρυσοβέργης




Κυριακή 16 Μαρτίου 2014

Η ΟΥΚΡΑΝΙΚΗ ΚΡΙΣΗ ΑΛΛΑΖΕΙ ΤΙΣ ΠΑΓΚΟΣΜΙΕΣ ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΙΣΟΡΡΟΠΙΕΣ

Το μαζικό «ναι» των κατοίκων της Κριμαίας στην ένωση της χερσονήσου με τη Ρωσία είναι γεγονός.
Η μη αναγνώριση του αποτελέσματος από τη Δύση είναι δεδομένη.
Όμως, ανεξαρτήτως του αν η κρίση στις σχέσεις της Δύσης με τη Ρωσία θα κλιμακωθεί περαιτέρω ή όχι τα γεωπολιτικά δεδομένα έχουν αλλάξει δραματικά σε όλα τα μέτωπα του πλανήτη.
Το σημερινό δημοψήφισμα στην Κριμαία σηματοδοτεί μια νέα φάση κλιμάκωσης στην αντιπαράθεση τους Ρωσίας με τη τη Δύση, που ξεκίνησε τον περασμένο Νοέμβριο, με την υπαναχώρηση της τελευταίας στιγμής του Ουκρανού Προέδρου Γιαννουκόβιτς και τη μη υπογραφή του Συμφώνου Σύνδεσης με την ΕυρωπαΪκή Ένωση (ΕΕ).
Τόσο η Δύση όσο και η Ρωσία είναι πλέον δέσμιες της ρητορικής τους στη διάρκεια των περασμένων εβδομάδων. Οι ΗΠΑ και η ΕΕ είναι υποχρεωμένες να προχωρήσουν πάραυτα σε επιβολή κυρώσεων προς τη Ρωσία. Η Ρωσία από την πλευρά της είναι υποχρεωμένη, αφ' ενός να προσαρτήσει την Κριμαία, όπως έχει υποσχεθεί στη ρωσόφωνη πλειοψηφία του πληθυσμού της, αφ' ετέρου να προβεί σε αντι-κυρώσεις έναντι της ΕΕ και των ΗΠΑ.
Η επιβολή κυρώσεων στη Ρωσία από τις ΗΠΑ και την ΕΕ συνιστά σαφή ένδειξη αδυναμίας. Οι απειλές δεν έπιασαν τόπο. Η μη επιβολή τους όμως  θα συνιστά απόδειξη αδυναμίας
Είναι λοιπόν σαφές ότι η Δύση οφείλει να επιβάλει κυρώσεις στη Ρωσία, είτε το επιθυμεί είτε όχι. Το να περιοριστεί στη μη αναγνώριση της απόσχισης της Κριμαίας από την Ουκρανία θα συνιστά μείζονα διπλωματική ήττα. Η οποία θα έχει σοβαρές επιπτώσεις στο πολιτικό μέλλον των δυτικών ηγεσιών.  
Σε αντίστοιχη θέση βρίσκεται και η Ρωσία. Είναι πλέον υποχρεωμένη να προσαρτίσει την Κριμαία, είτε το θέλει πραγματικά, είτε όχι. Επίσης,στις όποιες δυτικές κυρώσεις είναι υποχρεωμένη να απαντήσει και αυτή με ουσιαστικές και όχι με προσχηματικές κυρώσεις.
Όμως την προσάρτιση της Κριμαίας στη Ρωσία δεν μπορεί να αποδεχτεί καμία ουκρανική κυβέρνηση, διότι ποτέ καμιά κυβέρνηση δεν ανέχθηκε τον ακρωτηριασμό της εθνικής κυριαρχίας μιας χώρας χωρίς πόλεμο. Πόσο μάλλον η παρούσα, η οποία έκανε ό,τι περνούσε από το χέρι της για να τρομάξει τους ρωσόφωνους πληθυσμούς που είναι πλειοψηφία στην ανατολικά του ποταμού Ντνιεπρ Ουκρανία. 
Υπό τις συνθήκες αυτές η κλιμάκωση στην ένταση μεταξύ της Ρωσίας και της Δύσης είναι αναπόφευκτη.  Και θα επηρεάσει καθοριστικά το σύνολο των γεωπολιτικών διακυβευμάτων
Το πρώτο πεδίο στο οποίο θα φανούν οι επιπτώσεις της κλιμάκωσης είναι αναμφίβολα ο έλεγχος των πυρηνικών όπλων. Μέχρι τώρα η Δύση και η Ρωσία μοιράζονταν την ανησυχία για τις επιπτώσεις της αύξησης των μελών του πυρηνικού κλαμπ. 
Η Ρωσία, μολονότι απείχε επιδεικτικά των λεονταρισμών της Δύσης προς την κατεύθυνση του Ιράν και της Βορείου Κορέας, ασκούσε, με τον δικό της τρόπο, αποφασιστικές πιέσεις  και προς τις δυο χώρες, η οποία, σε ό,τι αφορά το Ιράν τουλάχιστον, είχε σαφή αποτελέσματα. 
Οι πρόσφατες διαπραγματεύσεις της Δύσης με το Ιράν ήταν αποτέλεσμα του συνδυασμού των ρωσικών πιέσεων προς το τελευταίο, της έξυπνης προσέγγισης του ζητήματος από την κυβέρνηση Ομπάμα και των εσωτερικών πολιτικών αλλαγών στο Ιράν. Η στάση της Ρωσίας πιθανότατα θα πάψει πλέον να είναι συμπληρωματική αυτής της Δύσης και αυτό θα έχει σοβαρές επιπτώσεις και στον εσωτερικό συσχετισμό δυνάμεων του Ιράν, πράγμα που υποθηκεύει την επιτυχία των διεξαγόμενων διαπραγματεύσεων.
Πέραν αυτού όμως, ανοίγει διάπλατα η πόρτα για μια ένα νέο ανταγωνισμό παραγωγής πυρηνικών όπλων, που στα προηγούμενα 25 χρόνια είχε περιοριστεί στο ελάχιστο. Όσο κι αν πολλοί επισημαίνουν ότι «οι καιροί έχουν αλλάξει» και επομένως «δεν υπάρχει πιθανότητα επανάληψης του Ψυχρού Πολέμου», οι διαβεβαιώσεις τους μοιάζουν περισσότερο με ξόρκια παρά βασίζονται σε δεδομένα. Το κύριο επιχείρημά τους είναι λογικό. Οι οικονομικές επιπτώσεις ενός νέου Ψυχρού Πολέμου είναι δυσβάσταχτες έως αβάσταχτες. Αλλά δυσβάσταχτες ήταν οι οικονομικές επιπτώσεις και των δυο Παγκοσμίων Πολέμων. Και όμως έγιναν.  
Ενδεχόμενη  κλιμάκωση της έντασης μεταξύ Δύσης και Ρωσίας μοιραία θα προκαλέσει αύξηση της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας στην Ευρώπη. Που με τη σειρά της θα σημάνει την απώλεια της αυτονομίας της ΕΕ στη χάραξη της εξωτερικής της πολιτικής. Η οποία μπορεί να ήταν ατελής, χωρίς συνοχή, ενίοτε απλό άθροισμα εθνικών εξωτερικών πολιτικών, όμως υπήρχε. Τώρα απλώς θα πάψει να υφίσταται.
Το δεύτερο πεδίο που επηρεάζεται είναι η κινεζική πολιτική των ΗΠΑ. Από την πρώτη στιγμή της προεδρίας του ο Μπαράκ Ομπάμα ανέπτυξε μια στρατηγική αναχαίτισης της Κίνας σε οικονομικό και στρατιωτικό επίπεδο. 
Τα συνεχή ταξίδια της Χίλαρι Κλίντον στην Αφρική στην πρώτη τετραετία επιβεβαίωσαν το αμερικανικό ενδιαφέρον για τη Μαύρη Ήπειρο, την οποία η Ευρώπη είχε αφήσει στον αυτόματο πιλότο και φρενάρισαν την κινεζική επέκταση. 
Σε στρατιωτικό επίπεδο οι ΗΠΑ έστρεψαν το ενδιαφέρον τους στον Ειρηνικό και ανέπτυξαν μια πολυεπίπεδη διπλωματία, που αποσκοπούσε στην αναχαίτιση της κινεζικής στρατιωτικής εξάπλωσης. Εργάστηκαν για τη βελτίωση των σχέσεων της Ιαπωνίας με τη Νότιο Κορέα βάζοντας πάγο στα εθνικιστικά σκιρτήματα της ιαπωνικής Δεξιάς, ανέπτυξαν στρατιωτικές σχέσεις με την Ινδία και συνεχίζουν να εργάζονται προς την κατεύθυνση μιας άτυπης μεν ουσιαστικής δε στρατιωτικής συμμαχίας Ινδίας, Βιετνάμ, Αυστραλίας, Ιαπωνίας, Νοτίου Κορέας, ώστε να συγκροτηθεί ένα αποτρεπτικό τόξο.
Στο πλαίσιο αυτής της στρατηγικής η κυβέρνηση Ομπάμα είχε προσπαθήσει να εμπλέξει θετικά τη Ρωσία σε όλες τις αμερικανικές περιφερειακές πολιτικές ως ισότιμο εταίρο, με στόχο να αποτρέψει μια σινορωσική συμμαχία. Η κινεζική «κατανόηση» στις ρωσικές θέσεις για την Κριμαία καθιστά την πολιτική αυτή παρελθόν. Η κρίση της Κριμαίας φέρνει εξ αντικειμένου τη Ρωσία πιο κοντά στην Κίνα.
Η αντιμετώπιση του ισλαμιστικού φονταμενταλισμού, ένα θέμα στο οποίο υπήρχε σύμπτωση απόψεων όλα αυτά τα χρόνια μεταξύ Ρωσίας και Δύσης, είναι το επόμενο πεδίο στο οποίο θα υπάρξουν σημαντικές αλλαγές. Η, άτυπη μεν ουσιαστική δε, συνεργασία των δυο πλευρών επ' αυτού του θέματος, υπάρχει κίνδυνος να γίνει άμεσα παρελθόν και να αντικατασταθεί από τη λογική των εκατέρωθεν «δικών μας, καλών φονταμενταλιστών».
Από την κρίση των σχέσεων της Δύσης με τη Ρωσία θα διαταραχθούν οι ισορροπίες και στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο.  Η Ρωσία θα προσπαθήσει εκμεταλλευτεί τις προνομιακές σχέσεις που έχει αναπτύξει εκεί με την Κίνα, τη Βραζιλία, την Ινδία και τη Νότιο Αφρική για να δημιουργήσει προβλήματα στις δυτικές προτεραιότητες. 
Βεβαίως δε θα κατορθώσει να συμπήξει μόνιμη συμμαχία, κι ενδεχομένως τυχόν επιμονή της προς αυτή την κατεύθυνση να την αφήσει μόνη με την Κίνα εναντίον όλων, αλλά δεν αποκλείεται, αν ακολουθήσει μια πιο έξυπνη τακτική κατά περίπτωση προσεταιρισμών, να βάλει εμπόδια σε αρκετές από τις δυτικές προτεραιότητες στον οργανισμό.
Πέρα από τα παραπάνω η κρίση θα υποθηκεύσει την οικονομική πολιτική της κυβέρνησης Ομπάμα. Η αύξηση των αμυντικών δαπανών που αναπόφευκτα θα υπάρξει, θα οδηγήσει σε πολιτικές περιορισμού των κοινωνικών δαπανών και των πολιτικών τόνωσης της απασχόλησης, όπως στη διάρκεια της οκταετίας Μπους.
Τέλος, στα καθ' ημάς, είναι βέβαιο πως η Μόσχα έχει έναν επιπλέον λόγο να εργαστεί ενργά για την αποτυχία των συνομιλιών για το Κυπριακό, μιας και η όποια ενδεχόμενη λύση, ενισχύει τη θέση του ΝΑΤΟ στην Ανατολική Μεσόγειο. Ας θυμηθούμε την αποτελεσματική της αντίδραση στο Σχέδιο Ανάν. Μόνο που τώρα, με δεδομένη την τάση ΗΠΑ, ΕΕ και Βρετανίας να ασκήσουν μονομερείς πιέσεις προς την ελληνοκυπριακή πλευρά, το προηγούμενο της κρίσης της Κριμαίας αυξάνει σοβαρά τις πιθανότητες, μετά από ενδεχόμενη αποτυχία των διαπραγματεύσεων, της αναγνώρισης του τουρκοκυπριακού Κράτους.   
Γιάννης Χρυσοβέργης



Πέμπτη 21 Μαρτίου 2013

ΚΥΠΡΟΣ: ΜΑ ΠΟΙΟΣ ΒΛΑΚΑΣ ΑΝΟΙΞΕ ΤΗΝ ΠΟΡΤΑ ΤΟΥ ΤΡΕΛΟΚΟΜΕΙΟΥ;

Το ερώτημα είναι στα χείλη χιλιάδων ανθρώπων ανά τον κόσμο.
Η πρωτοφανής, διότι έκανε κουρελόχαρτο μια κοινοτική οδηγία και μάλιστα χωρίς συζήτηση, απόφαση του Eurogroup και το χθεσινό ηχηρό ΟΧΙ της κυπριακής Βουλής έχουν δημιουργήσει το απόλυτο αδιέξοδο.
Ακόμα κι αν υποθέσουμε ότι αύριο - μεθαύριο, οι ίδιοι βουλευτές που ψήφισαν «περήφανα» ΟΧΙ θα ψηφίσουν ένα ΝΑΙ με την ουρά κάτω απ' τα σκέλια, μη αντιστρεπτές ζημιές και, πιθανότατα, με άγνωστες οικονομικές και γεωπολιτικές επιπτώσεις, θα είναι γεγονός.

Στη σημερινή συνεδρίαση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου οι εκπρόσωποι της Ευρωπαϊκής Ένωσης έγιναν στόχος σφοδρών επιθέσεων από τους Ευρωβουλευτές όλων σχεδόν των κοινοβουλευτικών ομάδων.
Ανεξαρτήτως του τόνου και των πολιτικών διαφοροποιήσεων του καθενός από τους Ευρωβουλευτές κοινός τόπος όλων ήταν ότι είναι αδιανόητο το Eurogroup να διαγράφει με μια μονοκονδυλιά την Ευρωπαϊκή οδηγία για εγγύηση όλων των καταθέσεων έως €100.000. 
Και μπορεί οι συμμετέχοντες στο Eurogroup να προσπαθούν να επιρρίψουν ο ένας στον άλλον την ευθύνη αυτού του θεσμικού πραξικοπήματος, όμως όλοι μαζί πήραν την απόφαση κι όλοι έχουν ίσο μερίδιο ευθύνης. 
Βεβαίως αυτό από μόνο του δεν αρκούσε για να δημιουργήσει το αδιέξοδο. Είναι προφανές ότι, μέρος τουλάχιστον των Κυπρίων βουλευτών που καταψήφισαν την απόφαση, νοιάζονταν πολύ περισσότερο για  τις πολύ υψηλότερες καταθέσεις Ρώσων ολιγαρχών και μαφιόζων, Ελλήνων φοροφυγάδων, Αράβων «επενδυτών» και υπεράκτιων εταιρειών.
Είναι επίσης προφανές ότι η πρωτοφανής, για φιλελεύθερη οικονομία, απόφαση περί φορολογίας του κεφαλαίου των καταθέσεων έθεσε, σε συνδυασμό με το πρώτο σκέλος της, σε αμφισβήτηση την ασφάλεια των καταθέσεων στο σύνολο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Οι διαβεβαιώσεις  της Γερμανίδας Καγκελαρίου ότι οι καταθέσεις δεν πρόκειται να φορολογηθούν, μπορεί να έπεισαν, προς το παρόν, τους Γερμανούς πολίτες, δεν ήταν όμως το ίδιο πειστικές οι διαβεβαιώσεις του Μαριάνο Ραχόι και του Υπουργού Οικονομικών του προς τους Ισπανούς καταθέτες, αν κρίνει κανείς από την αγωνία που ήταν ζωγραφισμένη στα πρόσωπά τους την ώρα που ο μεν πρώτος επισήμαινε την ανάγκη εξεύρεσης άμεσης λύσης στο θέμα της Κύπρου, ο δε δεύτερος δήλωνε ότι είναι αδιανόητο να παραβιάζεται η κοινοτική οδηγία για εγγύηση των καταθέσεων έως €100.000.
Είναι προφανές ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν έχει δικαίωμα να υποχωρήσει απέναντι στην Κύπρο. Αν το πράξει, οι κυβερνήσεις της Ελλάδας, της Πορτογαλίας και της Ισπανίας θα χάσουν και τα τελευταία ίχνη λαϊκής υποστήριξης που διατηρούν με νύχια και με δόντια.
Είναι επίσης προφανές ότι, δεδομένων των τόνων στους οποίους κατήγγειλε την απόφαση του Eurogroup ο Πρόεδρος του ΔΗΚΟ Μάριος Καρογιάν - αν αυτές είναι οι απόψεις του ΔΗΚΟ δεν έχω να πω κάτι παραπάνω, απλώς αναρωτιέμαι γιατί συμμετέχει σε αυτή την κυβέρνηση, αναφώνησε ο γ.γ. του ΑΚΕΛ Άντρος Κυπριανού - πολύ δύσκολα θα μπορέσει να υπαναχωρήσει χωρίς να υποθηκεύσει στο διηνεκές την πολιτική του σταδιοδρομία και την επιβίωση του κόμματός του.
Όμως, ακόμα και αν οι βουλευτές του ΔΗΚΟ, και ενδεχομένως και άλλοι μαζί τους, με σκυμμένο το κεφάλι αύριο - μεθαύριο ψηφίσουν, αυτό που χθες καταψήφισαν ή και κάτι ακόμα χειρότερο, τίποτα δε θα είναι όπως πριν.
Κατ' αρχή, οι δυο μεγαλύτερες τράπεζες της χώρας, η ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ και η ΛΑΪΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ, πιθανότατα δε θα ξανανοίξουν ποτέ. 
Ακόμα κι αν ξανανοίξουν, τίποτα δε θα μπορέσει να αποτρέψει την εξ εφόδου κατάληψη των τραπεζών, μετά από μια ολόκληρη εβδομάδα που θα έχουν παραμείνει κλειστές και τη μαζική απόσυρση καταθέσεων. Είναι αλήθεια ότι θα έχει ήδη ψηφιστεί - ακόμα και στην απίθανη περίπτωση που η ΕΕ κάνει πίσω - νόμος που θα βάζει όριο στις ημερήσιες αναλήψεις. Όμως αυτό θα εμποδίσει την άτακτη χρεοκοπία  των τραπεζών. Δε θα εμποδίσει την καθημερινή αιμορραγία σε καταθέσεις που θα καταστήσει ανεπαρκή την ήδη συμφωνημένη ανακεφαλαιοποίηση. Και τότε θ' αρχίσει μια νέα διελκυστίνδα, σχετικά με το ποιος θα πληρώσει το παραπάνω ποσό και, κάπου εκεί, σεμνά και ταπεινά, η Κύπρος θα χρεοκοπήσει.
Η πρώτη επίπτωση μιας κυπριακής χρεοκοπίας θα είναι η μαζική απόσυρση των καταθέσεων από τις τράπεζες στο σύνολο της Νότιας Ευρώπης. Ακόμα και οι γαλλικές - ας μη μιλήσουμε για τις βελγικές - τράπεζες, δεν είναι στο απυρόβλητο. Ακόμα κι αν η Ευρωζώνη επιβιώσει μιας τέτοιας δοκιμασίας, το κόστος θα είναι τρομερό.
Και βεβαίως μπορεί η Ρωσία να έσπευσε, δια στόματος Ντιμίτρι Μεντβέντεφ, να διαβεβαιώσει την ΕΕ ότι δε θα επιδιώξει να καταστήσει την Κύπρο δορυφόρο της - «η κρίση στην Κύπρο δεν πρέπει να πλήξει τις σχέσεις Ρωσίας - ΕΕ» - ο ίδιος όμως ο Ρώσος Πρωθυπουργός ανακοίνωσε τα αντίποινα για την επίθεση στις ρωσικές καταθέσεις στην Κύπρο, προαναγγέλλοντας ακύρωση της συμφωνίας ΕΕ - Ρωσίας, περί αποφυγής της διπλής φορολογίας. Κάτι που θα δημιουργήσει σοβαρά έως ανυπέρβλητα προβλήματα σε χιλιάδες βορειοευρωπαϊκών επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στη Ρωσία.
Πέρα όμως από τις οικονομικές επιπτώσεις, η χρεοκοπία της Κύπρου μπορεί να έχει και σοβαρές γεωπολιτικές επιπτώσεις. Ποιος μπορεί να εγγυηθεί πως η χρεοκοπία της Κύπρου δε θα δημιουργήσει συνθήκες κοινωνικού χάους; Ποιος μπορεί να εγγυηθεί ότι σε αυτή την περίπτωση και δεδομένης της αδυναμίας της χρεοκοπημένης Ελλάδας, δε θα επιχειρήσει η Τουρκία να σβήσει την κυπριακή Δημοκρατία από το χάρτη; Ποιος μπορεί να εγγυηθεί ότι μια τέτοια ενέργεια της Τουρκίας δε θα οδηγήσει σε ένα μακροχρόνιο ελληνοτουρκικό πόλεμο που θα κάνει μπάχαλο το ΝΑΤΟ;, Η ΕΕ; Μα αυτή ήδη θα δίνει μάχη επιβίωσης. Οι ΗΠΑ; Μα η προτεραιότητά τους πλέον είναι η αντιμετώπιση της Κίνας και η προσοχή τους είναι στραμμένη στον Ειρηνικό. Δε θα διακινδυνέψουν μια νέα εμπλοκή στην ανατολική Μεσόγειο.
Μα ποιος βλάκας άνοιξε την πόρτα του τρελοκομείου;

Γιάννης Χρυσοβέργης    
     

Πέμπτη 28 Φεβρουαρίου 2013

Ο «ΙΤΑΛΙΚΟΣ ΕΦΙΑΛΤΗΣ»

Για πρώτη φορά εδώ και 60 χρόνια οι ιταλικές κάλπες αναδεικνύουν μια σαφή αντιευρωπαϊκή πλειοψηφία.
Πράγμα που ουδόλως επηρρέασε την πολιτική και γραφειοκρατική ελίτ της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία, νομίζει πως έχει να κάνει με την Ελλάδα. 
Αποδεικνύοντας, για πολλοστή φορά, ότι αν η θεωρία δε συμφωνεί με την πραγματικότητα, τόσο το χειρότερο για την πραγματικότητα.

Η ετυμηγορία της κάλπης των εκλογών της 24ης και 25ης Φεβρουαρίου δεν επιδέχεται αμφισβήτηση. Το 55% των Ιταλών ψήφισαν κόμματα με σαφή αντιευρωπαϊκό προσανατολισμό. Η, υπό τον Σίλβιο Μπερλουσκόνι συμμαχία του Λαού της Ελευθερίας, καλούσε τους Ιταλούς να ψηφίσουν ενάντια «στην Ευρώπη της Μέρκελ». Όσο για το «Κίνημα των 5 αστέρων» του Μπέπε Γκρίγιο, αυτό πάει ακόμα μακρύτερα. Καλεί σε αποχώρηση από την Ευρωζώνη.
Το θεαματικό ποσοστό του «τελειωμένου» Μπερλουσκόνι - έχασε την πρώτη θέση και την πλειοψηφία στη Βουλή για μόλις 114.000 ψήφους, που μεταφράζεται σε 0,4% - και το ακόμα θεαματικότερο 25,5% του Κινήματος των 5 Αστέρων - στην πραγματικότητα είναι το κόμμα που έλαβε το μεγαλύτερο ποσοστό, καθώς το Δημοκρατικό Κόμμα (το μεγαλύτερο της συμμαχίας των κομμάτων του Κέντρου και της Αριστεράς έλαβε 25,1% και ο Λαός της Ελευθερίας του Μπερλουσκόνι 21,6% -   συνιστούν μια σαφή προσωπική αποτυχία για τη Γερμανίδα Καγκελάριο και για τον Πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ζοσέ Μπαρόσο.
Και η μεν και ο δε παρενέβησαν με εξαιρετικά άκομψο τρόπο στην προεκλογική εκστρατεία, καλώντας για ψήφο υπέρ του Μάριο Μόντι, μετερχόμενοι ευθείες απειλές, όπως ακριβώς έπραξαν στις εκλογές του περασμένου Ιουνίου στην Ελλάδα. Ξεχνώντας πως, ούτε η Ιταλία είναι Ελλάδα, ούτε οι Ιταλοί είναι Έλληνες.
Διότι συμβαίνει η Ιταλία να είναι μια από τις οκτώ πλουσιότερες χώρες του κόσμου κι όχι η 29η. Συμβαίνει επίσης να είναι η τρίτη σε μέγεθος οικονομία της Ευρωζώνης και όχι το 2% του ευρωπαϊκού ΑΕΠ. Και οι Ιταλοί το ξέρουν. Και, όπως συμβαίνει σε κάθε χώρα με αποικιακό παρελθόν, έχουν την απαίτηση να τους σέβονται. Ακόμα κι όταν οι επιλογές τους δεν είναι οι καλύτερες.
Με δυο λόγια, η προσέγγιση τόσο από πλευράς Ευρωπαϊκής Επιτροπής, όσο και από πλευράς γερμανικής πολιτικής ηγεσίας των ιταλικών εκλογών συνιστά ένα πολιτικό και επικοινωνιακό φιάσκο.
Το ύφος των αντιδράσεων των Ευρωπαίων αξιωματούχων και της γερμανικής ηγεσίας στο αποτέλεσμα  των εκλογών δείχνει σε ποιο βαθμό οι άνθρωποι αυτοί έχουν χάσει την επαφή τους με την πραγματικότητα. Οι δηλώσεις περί «καραγκιόζηδων» του Πέερ Στάινμπρουκ, ενός ανθρώπου που φιλοδοξεί να κυβερνήσει τη Γερμανία, ενώ βρίσκονταν στη Γερμανία ο πρόεδρος της Ιταλικής Δημοκρατίας, δηλαδή ο άνθρωπος που θα κληθεί να παίξει καθοριστικό ρόλο στο σχηματισμό κυβέρνησης, και το ύφος των συστάσεων των Ευρωπαίων Επιτρόπων το επιβεβαιώνουν.
«Μέχρι πότε θα είναι εφικτό να επιβάλλονται πολιτικές λιτότητας σε λαούς που τις απορρίπτουν όλο και πιο κατηγορηματικά,  στην Ιταλία,αλλά και στην Ισπανία και στην ελλάδα και στην Πορτογαλία; Μέχρι πότε θα είναι εφικτό να μεγαλώνει το ανησυχητικό αυτό  έλλειμμα Δημοκρατίας; Μέχρι πότε αυτό θα συμβαίνει χωρίς να απειλήσει την ίδια την υπόσταση της Ευρωπαϊκής Ένωσης;» διερωτόνταν το κύριο άρθρο της εφημερίδας LE MONDE την επαύριο των εκλογών.
Όμως ούτε τους Ιταλούς τους τσίμπησε ξαφνικά κάποια μύγα, ούτε το αποτέλεσμα είναι κεραυνός εν αιθρία. Από το 1992, με τη Συνθήκη του Μάαστριχτ, η Ευρώπη πήρε ένα βίαιο διαζύγιο με το κοινωνικό συμβόλαιο που είχε αποτελέσει το συνεκτικό της κρίκο για 35 ολόκληρα χρόνια: την ανακατανομή του πλούτου, προς όφελος της ευημερίας όλων
Το νέο κοινωνικό συμβόλαιο ήταν απορρύθμιση εργασιακών σχέσεων, μείωση των φόρων, ανακατανομή του πλούτου προς όφελος των πλουσίων. Κάθε μια από τις ευρωπαϊκές συνθήκες που ακολούθησαν, Άμστερνταμ, Νίκαια, Λισαβώνα, γινόταν ένα νέο βήμα προς αυτή την κατεύθυνση. Κάθε φορά, οι εθνικιστικές, ξενοφοβικές και αντιευρωπαϊκές δυνάμεις, επωφελούνταν για να ενισχύσουν τις θέσεις τους.
Η δεύτερη μεγάλη ρήξη ήταν το ατυχήσαν «Ευρωπαϊκό Σύνταγμα». Το οποίο, αντί να περιορίζεται, όπως κάθε συνταγματικός χάρτης, στον προσδιορισμό των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων των πολιτών, στην οριοθέτηση και το διαχωρισμό των εξουσιών των θεσμικών οργάνων και, επειδή ήταν Ευρωπαϊκό, την οριοθέτηση των αρμοδιοτήτων εθνικών και ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων, συγκροτούσε ένα υδροκέφαλο θεσμικό όργανο, την Επιτροπή, την οποία περιέβαλλε με νομοθετική και εκτελεστική εξουσία και περιέβαλλε με  την ισχύ των συνταγματικών διατάξεων που, επιπλέον, για να αναθεωρηθούν θα έπρεπε να υπάρξει ομοφωνία των 27 Κρατών-μελών, όλες τις διατάξεις των προηγούμενων Συνθηκών.
Το τερατούργημα αυτό βούλιαξε στα ρηχά, όμως επέτρεψε στις εθνικιστικές αντιευρωπαϊκές δυνάμεις να νομιμοποιηθούν ως προστάτες της δημοκρατικής νομιμότητας μκαι της εθνικής κυριαρχίας.
Η οικονομική κρίση και η προαναγγελθείσα ελληνική χρεοκοπία έκαναν τα υπόλοιπα. Σήμερα, σε κάθε Κράτος - μέλος, οι αντιευρωπαϊκές δυνάμεις καταγράφουν ραγδαία πρόοδο. Αν εξαιρέσει  κανείς την Ελλάδα, την Ισπανία και την Πορτογαλία, όπου τον πρώτο λόγο της αντίστασης σε αυτό τον αντιδημοκρατικό κατήφορο της ΕΕ έχουν δυνάμεις της Αριστεράς, σε όλες τις υπόλοιπες χώρες κυριαρχούν εθνικιστικές απομονωτικές δυνάμεις. 
Οι Ευρωπαίοι πολίτες διαπιστώνουν έντρομοι ότι το όχημα που πίστευαν ότι θα τους προστατεύσει από οικονομικές κρίσεις και κερδοσκοπικές επιθέσεις - και δικαίως ή αδίκως είχαν επενδύσει πολλά σε αυτό - η ΕΕ, όχι μόνο είναι ανίκανο να τους προστατεύσει αλλά χειροτερεύει και την καθημερινότητά τους. Και εντελώς φυσιολογικά, σπεύδουν να το εγκλαταλείψουν αλλόφρονες, αναζητώντας και πάλι ασφάλεια στη θαλπωρή, όπως πιστεύουν, του Έθνους - Κράτους. 
Σε αυτό το πλαίσιο, οι με διαφορετικές ιδεολογικές προσεγγίσεις προτάσεις της Ευρωπαϊκής Αριστεράς, των Ευρωπαίων Πράσινων και ενός μέρους των Φιλελευθέρων για περισσότερη Ευρώπη με περισσότερη Δημοκρατία δε βρίσκουν εύκολα ευήκοα ώτα.
Ακόμα και  αν - λέμε, αν - η ευρωπαϊκή ευρωπαϊκή πολιτική και οικονομική ελίτ ξυπνήσει άμεσα και κι αποφασίσει ριζικές αλλαγές, είναι πλέον αμφίβολο αν υπάρχει χρόνος.
Οι Ιταλοί, πρέπει να το υπενθυμίσουμε αυτό, δεν είναι Έλληνες, ούτε Βρετανοί, που πάντα ήταν - ως κοινωνίες τουλάχιστον - με το ένα πόδι μέσα και με το άλλο έξω από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Ο ιταλικός λαός για 60 ολόκληρα χρόνια πίστεψε στην ΕΕ. Η αντιευρωπαϊκή στροφή του είναι πολύ κακός οιωνός.

Γιάννης Χρυσοβέργης