Τετάρτη 13 Ιουλίου 2011

Mια λίμπρα από το κορμί μας...

Παραθέτω το άρθρο του Αντώνη Καρακούση από το χθεσινό ΒΗΜΑonline. Το μοναδικό μου σχόλιο είναι το εξής: Αν δεν είμαστε διατεθειμένοι να κόψουμε μια λίμπρα από το κρέας μας πρέπει να το πούμε. Κι όλη η συζήτηση να περιστραφεί, από εδώ και στο εξής, στο πώς θα το πούμε και, κυρίως, στο πώς θα αντιμετωπίσουμε τις συνέπειες αυτου «του ΟΧΙ του σωστού»

Γιάννης Χρυσοβέργης
Πριν από πέντε αιώνες, το 1596 για την ακρίβεια, όταν ο Σαίξπηρ έγραφε τον «Έμπορο της Βενετίας», η αξιολόγηση κινδύνων ήταν εμπειρική, δεν στηριζόταν στα μοντέρνα μαθηματικά ή στη γνώση των πολυπαραγοντιικών εξισώσεων.
Ωστόσο, η απαίτηση του τραπεζίτη - τοκογλύφου Σάιλοκ για εγγύηση μιας λίμπρας κρέατος από το σώμα του εμπόρου - εφοπλιστή της εποχής Αντόνιο, προκειμένου να του δανείσει 3000 δουκάτα, στηριζόταν σε χρόνια παρατήρηση, σε ένα ζωώδες εμπορικό ένστικτο και βεβαίως σε πρωτόγονη αποτίμηση των κινδύνων της ναυσιπλοΐας.
Είναι ενδεικτικό το γεγονός ότι για να δικαιολογήσει ο αιμοδιψής Σάιλοκ την απαίτησή του από τον Αντόνιο απαριθμεί τους πολλούς κινδύνους που απειλούν τα πλοία του τελευταίου.
Του λέει πως όλα πλέουν σε αφιλόξενες θάλασσες, ότι απειλούνται από τον κακό καιρό, από τους ανέμους, αλλά και από τους πειρατές, ότι ο κίνδυνος να χαθούν είναι μεγάλος.
Και στο τέλος επιβάλλει όρους εξωπραγματικούς και απάνθρωπους, που στην ουσία υποδηλώνουν την εξουσία του χρήματος επί της ζωής.
Κανείς δεν φανταζόταν - ούτε ο ίδιος ο Σαίξπηρ - ότι πέντε αιώνες μετά ο σημερινός κόσμος θα βασανιζόταν από μοντέρνους Σαιλοκ, από πρόσωπα που σπούδασαν στα καλύτερα πανεπιστήμια του κόσμου και αφιερώθηκαν στην ανάπτυξη της χρηματοοικονομικής, χωρίς να έχουν ιδέα για την απάνθρωπη απαίτηση του Σάιλοκ, χωρίς ποτέ ίσως να έχει περάσει από το μυαλό τους ότι μπορεί να μην διαφέρουν και πολύ από τον ήρωα του βρετανού θεατρικού συγγραφέα.
Και όμως αυτοί που χειρίζονται το πρόβλημα του ελληνικού χρέους, αλλά και τα αντίστοιχα άλλων χωρών, δεν ζητούν τίποτε άλλο από μια λίμπρα από το κορμί μας, ακριβώς για να καλυφθούν έναντι των πολλών κινδύνων που όντως μπορεί να απειλούν την ελληνική και την ευρωπαική οικονομία.
Το ερώτημα ωστόσο που τίθεται είναι πως ο σημερινός πολιτισμένος κόσμος αποδέχεται και αντιμετωπίζει ως νομιμοποιημένες τέτοιες πρακτικές τύπου Σάιλοκ;
Πολύ περισσότερο μάλιστα όταν στην ελληνική περίπτωση και πολύ περισσότερο στην ευρωπαική δεν υπάρχουν μόνο κίνδυνοι, αλλά και πάμπολλες, μη αποτιμώμενες, αξίες.
Η Ελλάδα δεν είναι μια τελειωμένη χώρα, όπως πολλοί θέλουν να πιστεύουν.
Εχει υπόσταση, είναι χώρα ανεπτυγμένη, με υποδομές, με ανθρώπινο δυναμικό εκπαιδευμένο, που διαθέτει δεξιότητες, γνώση και εμπειρίες και με συμμετοχή σε ένα από τα ισχυρότερα κλαμπ της Γης, το νόμισμα του οποίου είναι το δεύτερο αποθεματικό του πλανήτη.
Δεν γίνεται λοιπόν, δεν το χωράει ανθρώπου νους, σε τέτοιες ζώνες να δρουν ασυστόλως και να θέτουν όρους έστω σύγχρονες εκδοχές του Σάιλοκ.
 Πολύ περισσότερο όταν μάλιστα σε αυτή τη ζώνη έχει ανθίσει ο ουμανισμός και τέτοιες πρακτικές έχουν καταδικασθεί εδώ και αιώνες στη συνείδηση των λαών.
Υπό αυτή την έννοια, δεν μπορεί η Ευρώπη παρά να βρει μια λύση ταιριαστή προς την κουλτούρα και τον πολιτισμό της.


Δευτέρα 11 Ιουλίου 2011

Δημοκρατία σε stress test

Το άρθρο αυτό του καθηγητή Γιάννη Βούλγαρη δημοσιεύτηκε το Σάββατο 9 Ιουλίου στα ΝΕΑ. Το διάβασα σήμερα χάρη σε μια ανάρτηση του Πάσχου Μανδραβέλη και του Παύλου Αθανασόπουλου στο facebook. 
Με τις γενικές διαπιστώσεις του κειμένου στμφωνώ. Δε μπορώ όμως να μη διαφωνήσω με την άποψη του αρθρογράφου που ταυτίζει τα όσα συμβαίνουν στην Πλατεία Συντάγματος, είτε με την ακροδεξιά, είτε με τη ΣΥΡΙΖΙκή και ΑΝΤΑΡΣΥΑκή μιζέρια. 
Μολονότι αυτό το νέο που γεννιέται δίπλα στο συντριβάνι της Πλατείας είναι μειοψηφικό - σε αντίθεση με το όχι νέο αλλά πλειοψηφικό που κυριαρχεί στο πάνω μέρος της Πλατείας - αξίζει περισσότερης πολιτικής προσοχής.

Γιάννης Χρυσοβέργης
Δημοκρατία σε stress test

Πόση ανοχή μπορεί να βρει η διαχεόμενη πολιτική βία στην κοινωνία;

Του Γιάννη Βούλγαρη

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ: Σάββατο 09 Ιουλίου 2011



Πριν από οτιδήποτε άλλο, οι «Αγανακτισμένοι» είναι ασφαλώς το πιο επιτυχημένο επικοινωνιακό σλόγκαν των τελευταίων ετών. Ευνόητοι οι λόγοι. Ολοι στην Ελλάδα είναι αγανακτισμένοι γι' αυτά που χάνουμε και για την προοπτική που δεν βλέπουμε. Αρχικά εξάλλου, οι «Αγανακτισμένοι» δήλωσαν ότι απορρίπτουν τις κομματικές σημαίες και τη βία, ευθυγραμμιζόμενοι έτσι με το αντικομματικό κλίμα της εποχής και την απώθηση που προκαλούν στην ευρεία κοινή γνώμη οι συνεχείς καταστροφές στο Κέντρο της Αθήνας. Υπήρχε εξάλλου και μια ευρωπαϊκή «αύρα» που περιέβαλε το κίνημα. Οι ισπανοί indignados έμοιαζαν να παίρνουν τη σκυτάλη από την Πλατεία Ταχρίρ και να θέλουν να τη μεταδώσουν στην υπόλοιπη Ευρώπη. Προμήνυμα συμβολικό: είχε προηγηθεί η αιφνίδια εκδοτική επιτυχία του γνωστού και πολυμεταφρασμένου πλέον πάμφλετ του Εσέλ «Αγανακτήστε!», φαινόμενο επίσης αξιομνημόνευτο από επικοινωνιακή άποψη. Ο υπέργηρος συγγραφέας, άγνωστος στη συντριπτική πλειονότητα των μελλοντικών αναγνωστών του, αποτελεί ασφαλώς έναν εκπρόσωπο της αντιφασιστικής, δημοκρατικής, μεταρρυθμιστικής ευρωπαϊκής κουλτούρας, αυτής της πολύτιμης παράδοσης που βαθμιαία χάνεται. Το κείμενο - ομιλία λίγο καιρό πριν θα αντιμετωπιζόταν από τους αριστερούς με συμπάθεια και θυμηδία για την καλοπροαίρετη αφέλειά του. Ο καιρός όμως το έφερε να κραδαίνεται σαν νέο κόκκινο βιβλιαράκι σε κινητοποιήσεις αριστεριστικής χροιάς. Τελικά, η ευρωπαϊκή υπόσχεση διαψεύστηκε, η «αγανάκτηση» δεν εκδηλώθηκε σε άλλες μεγάλες ευρωπαϊκές πόλεις, στην Ισπανία τέλειωσε και έμεινε μόνο στην Ελλάδα, όπου ήδη έχει πάρει διαφορετική και ιδιαίτερα προβληματική μορφή.

Ολα αυτά έχουν ένα κοινό υπόβαθρο. Την οργή που συσσωρεύουν ευρέα τμήματα των κοινωνιών εξαιτίας της αστάθειας και της επισφάλειας που έχει προκαλέσει ο ανεξέλεγκτος χρηματοπιστωτικός καπιταλισμός. Την ηθική και πολιτική αγανάκτηση που προκαλεί η παγκόσμια κρίση του 2008. Την αδυναμία των κατεστημένων πολιτικών συστημάτων και κομμάτων να δώσουν συλλογική διέξοδο στα πιο πάνω και να διευθύνουν αποτελεσματικά τις κοινωνίες τους. Οι ad hoc κινητοποιήσεις και η περιστασιακή οργάνωση υποδηλώνει το γεγονός, χωρίς όμως να το λύνει. Γιατί η αναζωογόνηση της Πολιτικής εξακολουθεί να χρειάζεται τις μεγάλες σταθερές οργανώσεις, καθώς μόνο αυτές προσφέρουν το πλαίσιο παραγωγής πολιτικής κουλτούρας, προγράμματος και κατάλληλου προσωπικού. Παρά την κρίση τους και την απαξίωσή τους. Και με δεδομένη την ανάγκη ανανέωσης.

Στην Ελλάδα το φαινόμενο υπήρξε περισσότερο επίμονο λόγω της δραματικότητας της κρίσης, της εκκωφαντικής ανεπάρκειας του πολιτικού συστήματος και της εξαιρετικής αβάντας που του έδωσαν τα μεγάλα ΜΜΕ για ποικίλους λόγους. Γρήγορα όμως προσαρμόστηκε στις ελληνικές συνθήκες και αναπαρήγαγε τις καθιερωμένες πρακτικές. Κοντολογίς, καπελώθηκε από ακροδεξιές και ακροαριστερές ομάδες, ή εντάχθηκε στην ατζέντα των διαφόρων συνδικαλιστών. Μετά το μαζικό κύμα των πρώτων ημερών ήρθε η άμπωτις και ό,τι μένει στην άμμο όταν το νερό υποχωρεί, δεν είναι πάντα ωραίο. Ο επιτυχής επικοινωνιακά όρος «Αγανακτισμένοι» χρησιμοποιείται είτε συνειδητά από τους δράστες είτε εξ αδρανείας από τα μίντια, σαν νομιμοποιητική ομπρέλα των τραμπουκισμών που εκδηλώνονται ανά την επικράτεια κατά των στελεχών του ΠΑΣΟΚ. Οι αντικοινοβουλευτικές συνιστώσες των «Αγανακτισμένων» ήταν εμφανείς από την πρώτη στιγμή με τα συνθήματα, τις κρεμάλες, τα πανό και τις ύβρεις. Οι μεγάλοι όμως αριθμοί συγκάλυπταν τις σκληρές εστίες. Τώρα που αυτές αποκαλύπτονται, ξεχωρίζει το ιδιαίτερο ιδεολογικοπολιτικό στίγμα της καθεμίας, όπως και η οπτική από την οποία επιτίθεται στον κοινοβουλευτισμό.

Η εμφάνιση μιας κινηματικής ακροδεξιάς, φασιστικής ή φασίζουσας, διεκδικεί το μερτικό της στον «αντισυστημικό» χώρο, συμβιωτικά ή συγκρουσιακά, προς τον αντιδιαμετρικό αριστερό πόλο. Ετσι και αλλιώς, ο ΛΑΟΣ είναι πλέον κανονικός παίκτης του συστήματος. Η κριτική που ασκεί η κινηματική ακροδεξιά δεν περιορίζεται στην αποτυχία του πολιτικού συστήματος αλλά επεκτείνεται στη Δημοκρατία καθαυτή, στη δημοκρατία των «διεφθαρμένων και παρακμασμένων πολιτικών ελίτ». Δίπλα σε αυτή τη συνιστώσα, ακόμα και χωροταξικά δίπλα στην πάνω μεριά της Πλατείας Συντάγματος, στοιχήθηκε ο αριστερόστροφος εθνολαϊκισμός με όλα του τα παλαιά εφόδια: τον εθνικοαπελευθερωτικό λόγο, την πληβιακή αντίθεση με τους «πάνω», τη συνωμοσιολογική σκέψη, τη μανιχαϊστική αντίληψη για τις αιτίες της κρίσης (κάποιοι τα φάγανε). Είναι η κατεξοχήν συνιστώσα που εκφράζει την οργή των «εξασφαλισμένων» μικρομεσαίων του μεταπολιτευτικού κύκλου που τώρα βλέπουν να χάνουν τη σχετικά πρόσφατα κεκτημένη σιγουριά. Ενας «αγανακτισμένος» εργαζόμενος ή συνταξιούχος στο Δημόσιο άνετα έβρισκε εκεί τη θέση του. Η οργισμένη διαμαρτυρία εδώ δεν στοχεύει τη δημοκρατία καθαυτή, ούτε αυτοπροβάλλεται σαν ριζική διάσταση του «λαού» από τις πολιτικές ελίτ, αν και ο σεβασμός στους θεσμούς δεν είναι ασφαλώς το χαρακτηριστικό της. Κατά κάποιο τρόπο, ανακαλεί την αφετηριακή λαϊκιστική κινητοποίηση της πρώτης μεταπολιτευτικής περιόδου που σημάδεψε την απαρχή της μαζικής κοινωνικής ανόδου, σαν να θέλει τώρα να το επαναλάβει για να ανακόψει την κάθοδο.



Η τρίτη συνιστώσα είναι ο αριστερός χώρος. Εκεί οι παραδοσιακές οργανώσεις της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς ανταγωνίζονται με τον ΣΥΡΙΖΑ ποιος θα ελέγξει την αρχική κινητοποίηση μιας «αντισυστημικής», νεοαναρχικής και δύσπιστης στα κόμματα νεολαίας, ανοιχτής σε κάθε «μορφή δράσης» περιλαμβανομένης της βίας. Είναι σύμπτωμα των καιρών. Κατά τη μεταπολιτευτική περίοδο, η ιστορική κομμουνιστική Αριστερά έκανε μεγάλα βήματα προς την αποδοχή της Δημοκρατίας, διδαγμένη από την πικρή εθνική εμπειρία και ακολουθώντας το διεθνές ρεύμα. Τα τελευταία χρόνια σημειώνεται η αντίθετη διαδρομή. Το γεγονός οφείλεται προφανώς στην ιστορική απαξίωση της εναλλακτικής πρότασης της ιστορικής Αριστεράς. Αφού η επανάσταση έχει πάψει να είναι πειστική προοπτική του «κινήματος», η διαμαρτυρία και η σύγκρουση γίνονται αυτοσκοπός, πεδίο συγκρότησης της πολιτικής ταυτότητας, και το φλερτ με βίαιες «μορφές πάλης» εύλογο συνεπαγόμενο. Η βιαιότητα του λόγου και της πρακτικής καλείται να σκεπάσει το κενό της προοπτικής.

Σε όλες αυτές τις κουλτούρες της «αγανάκτησης» με αντικοινοβουλευτικά χαρακτηριστικά, κυρίως στην «κινηματική» ακροαριστερά και ακροδεξιά, υφέρπει ένα οξύ κοινωνικό πρόβλημα, χωρίς να σημαίνει ότι αποτελεί και την αιτία τους ή την πηγή τροφοδότησής τους. Η οικοδόμηση ενός οικονομικοκοινωνικού τύπου ανάπτυξης που δεν ενσωματώνει εύκολα και δυναμικά τις νεώτερες γενιές. Αν το νέο μοντέλο μετά την κρίση παραμείνει κλειστό στους νεώτερους, τότε ο χώρος της πολιτικής βίας και του αντικοινοβουλευτισμού θα διευρυνθεί επικίνδυνα.



Μένει το ρώτημα: πόση ανοχή μπορεί να βρει η διαχεόμενη πολιτική βία στην κοινωνία; Η δημοσκοπική συμπάθεια προς τους «Αγανακτισμένους» νομιμοποιεί και τη βία; Είναι φανερό ότι η κριτική και η οργή προς το πολιτικό σύστημα και το πολιτικό προσωπικό, παρείχε ώς τώρα το πρόσχημα σε όσους επιλέγουν ή συγκαλύπτουν τον πολιτικό τραμπουκισμό να επικαλούνται μια ευρύτερη συναίνεση. Ωστόσο, από την κριτική και την οργή προς το πολιτικό σύστημα ώς τον αναδυόμενο αντικοινοβουλευτισμό, το βήμα είναι χαώδες και ταυτόχρονα επικίνδυνα εύκολο. Αρκεί μια αυξημένη δόση «αγανάκτησης χωρίς πολιτική» για να το δρασκελίσουμε.

Ο Γιάννης Βούλγαρης είναι καθηγητής στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου

Κυριακή 10 Ιουλίου 2011

Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΒΙΑ, Η ΝΕΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΚΡΟΔΕΞΙΑ ΚΑΙ ΟΙ ΣΥΡΙΖΙΚΕΣ ΣΚΙΑΜΑΧΙΕΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ

Δεν ανησύχησεν ο Νέρων όταν άκουσε
του Δελφικού Μαντείου τον χρησμό.
«Τα εβδομήντα τρία χρόνια να φοβάται.»
Είχε καιρόν ακόμη να χαρεί.

....
Aυτά ο Νέρων. Και στην Ισπανία ο Γάλβας
κρυφά το στράτευμά του συναθροίζει και το ασκεί,
ο γέροντας ο εβδομήντα τριώ χρονώ.



Στους στίχους αυτούς του Κωνσταντίνου Καβάφη  παραπέμπει εδώ και ένα χρόνο η συνεχής στοχοποίηση του ΣΥΡΙΖΙΚΟΥ καφενείου από το ΠΑΣΟΚ και την κυβέρνηση για τα διαρκώς αυξανόμενα περιστατικά πολιτικής βίας.
Είναι γεγονός ότι οι συστηματικές επιθέσεις εναντίον βουλευτών, κυρίως του ΠΑΣΟΚ, αλλά και όχι μόνο, είναι ένα φαινόμενο πρωτοφανές στην Ευρώπη μετά τον Β' Παγκόσμιο πόλεμο (αν εξαιρέσουμε φυσικά την περίοδο του άτυπου εμφυλίου που έζησε η Ιταλία στη δεκαετία του '70).
Είναι επίσης γεγονός ότι οι επιθέσεις αυτές είναι ολοένα πιο συχνές, ολοένα πιο βίαιες. Όπως επίσης γεγονός είναι ότι τις επιθέσεις αυτές υπερασπίζονται δημόσια διάφορα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ.  Όμως εξ ίσου γεγονός είναι ότι οι άνθρωποι αυτοί ουδέποτε έχουν βγει από τα κομματικά τους γραφεία και οι απόψεις τους αυτές δημοσιεύονται σε έντυπα και ιστοτόπους που, κανείς πλην των κομματικών τους μελών - και αυτών όχι όλων - δεν αντέχει να διαβάσει.
Ταυτόχρονα, ανεπαισθήτως,  αναπτύσσεται ένα μαζικό ακροδεξιό κίνημα, που δεν ταυτίζεται, προς το παρόν τουλάχιστον, με την ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ και τις υπόλοιπες γνωστές ακροδεξιές οργανώσεις. Εκδηλώνεται μέσω των χιλιάδων αναρτήσεων εθνικού, φυλετικού και αντικοινοβουλευτικού μίσους στη μπλογκόσφαιρα, μέσω της μαζικής συμμετοχής στις συνάξεις γραφικών, μέχρι πρόσφατα, φυσιογνωμιών, όπως ο Δημήτρης Κολλάτος και ο Μίκης Θεοδωράκης, μέσω της συμμετοχής στις διαδηλώσεις των ΑΓΑΝΑΚΤΙΣΜΕΝΩΝ στο πάνω μέρος της Πλατείας Συντάγματος.
Το κίνημα αυτό, αμφισβητεί ανοιχτά τους κανόνες του κοινοβουλευτισμού και τα θεσμικά όργανα της Δημοκρατίας απαξιώνοντας τους πάντες και τα πάντα, ευαγγελίζεται μια φαντασιακή εξωθεσμική εθνική ανάταση, και, το κυριότερο, πρωτοστατεί σε πράξεις πολιτικής βίας.
Η άρνηση της κυβέρνησης και του ΠΑΣΟΚ να δουν τα πράγματα όπως έχουν και να παραδεχτούν μια επικίνδυνη πραγματικότητα, η οποία απαιτεί δράση, δεν είναι αποτέλεσμα φτηνιάρικων τρικ πολιτικής επικοινωνίας. Αντιθέτως, είναι αποτέλεσμα προχωρημένου πολιτικού αυτισμού και πλήρους απώλειας της επαφής με την ελληνική κοινωνία.
Δε θα άξιζε να ανησυχεί κανείς γι αυτό, αν το ραγδαία εξελισσόμενο ακροδεξιό κίνημα δεν απειλούσε, ανοιχτά πλέον, το σύνολο των δημοκρατικών κατακτήσεων της κοινωνίας από τη Μεταπολίτευση και μετά. Δυο είναι οι κοινωνικές προελεύσεις της μάζας - διότι περί μάζας πρόκειται - των υποστηρικτών αυτού του κινήματος.
Η πρώτη είναι νέοι κάτω των 30 ετών, καταδικασμένοι σε μακρόχρονη ανεργία, χωρίς καμιά ελπίδα - ή τουλάχιστον έτσι νομίζουν - να ζήσουν ξανά τις περιόδους ευημερίας στις οποίες μεγάλωσαν. Κι επειδή όλη τους η εκπαίδευση, από το Δημοτικό ως το Πανεπιστήμιο, βασίστηκε στην παπαγαλία, έχουν γίνει ανίκανοι να σκεφτούν μόνοι τους και επομένως είναι ανίκανοι να ονειρευτούν ένα μέλλον δικό τους. Τους αρκεί η αναζήτηση κάποιων «φταιχτών», που είναι «υπεύθυνοι για όλα τα δεινά που τους συμβαίνουν» και  ο απλουστευτικός αφοριστικός λόγος  των «ανησυχούντων για το μέλλον του έθνους», που ταυτοχρόνως υπόσχονται τη «μαγική σωτηρία» ευθύς μόλις κλείσουν τα σύνορα, είναι γι αυτούς βάλσαμο. Και απαιτούν την κατεδάφιση όλων των πολιτικών και κοινωνικών κατακτήσεων της Μεταπολίτευσης, στο όνομα της καταδίκης του «σάπιου πολιτικού συστήματος» (Επ' αυτού δεν είναι επιτρέπεται να μην αναρωτηθούμε πώς, ως γονείς, εκθρέψαμε μια γενιά αδιόρθωτων φασιστών). 
Η δεύτερη είναι άνθρωποι της γενιάς των γονέων των πρώτων. Ηλικίας 45 - 60 ετών, βλέπουν την ευημερία στην οποία είχαν συνηθίσει να καταρρέει σα χάρτινος πύργος, βλέπουν το φάσμα της φτώχειας να υψώνεται απειλητικό εμπρός τους και να τους ξυπνάει τους εφιάλτες της πείνας και της ανέχειας των γονέων τους. Και εξοργίζονται με το «χρεοκοπκημένο πολιτικό σύστημα» χωρίς να τους απασχολεί η προσωπική τους συμβολή σε αυτή τη χρεοκοπία, μέσω της εκλογικής πριμοδότησης του κάθε Μαυρογυαλούρου και της συστηματικής περιθωριοποίησης κάθε έντιμης φωνής.
Οι ιδεολογικές ρίζες αυτής της νέας ελληνικής ακροδεξιάς ανάγονται, όσο κι αν αυτό φαίνετααι περίεργο, στην ίδρυση του ΕΑΜ. Στα χρόνια που ακολούθησαν την απελευθέρωση, έχοντας η Αριστερά να αντιμετωπίσει την προπαγάνδα των δωσιλόγων της Κατοχής που την κατηγορούσαν για «εθνική μειοδοσία», ξέχασε γρήγορα ότι εκτός από «λεύτερη την πατρίδα» ήθελε και «πανανθρώπινη τη Λευτεριά». Στη δεκαετία του '50 η ακροδεξιά ΕΟΚΑ βρήκε έναν απίστευτο σύμμαχο στην ΕΔΑ και στο ΚΚΕ, που με περίσσεια ευκολία ξέχασαν πως, στον κατάλογο των θυμάτων της, οι Κύπριοι κομμουνιστές ήταν πολλαπλάσιοι των Άγγλων και των υπαλλήλων της βρετανικής αποικιοκρατίας.
Στη μεταπολίτευση ο ακραία εθνικιστικός, αντιευρωπαϊκός αυτός λόγος εκφράστηκε, στη μεν ελαφρολαϊκή εκδοχή του, από το ΚΚΕ και, κυρίως, από το ΠΑΣΟΚ - τον χρησιμοποίησε ως μέσο εκλογικής διεμβόλισης της Αριστεράς - στη δε σκληροπυρηνική εκδοχή του από τη 17 ΝΟΕΜΒΡΗ, η οποία, ας μην το ξεχνάμε, τύγχανε ευρύτατης λαϊκής αποδοχής. 
Ο εθνικισμός αυτός κατέστη κυρίαρχη κοινωνική ιδεολογία στη δεκαετία του '80 και γιγαντώθηκε με τα συλλαλητήρια για τη «Μακεδονία μας», στα οποία, ας μην το ξεχνάμε και πάλι, είχε πρωτοστατήσει το ΠΑΣΟΚ, για να μπει λίγο στο ψυγείο μετά το φιάσκο των Ιμίων, αλλά για να φουντώσει ξανά με τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004.
Η χρεοκοπία της χώρας το 2009 και η διαχείρισή της από την κυβέρνηση που εξελέγη, ενώ γνώριζε την κατάσταση, με το σύνθημα «λεφτά υπάρχουν», έδωσε σε αυτό το έρπον ακροδεξιό ρεύμα τη δυνατότητα να βγει στο προσκήνιο.
Άμυνες απέναντί του δεν υπάρχουν , ούτε μπορούν να υπάρξουν, ούτε από την Κυβέρνηση, ούτε από την Αριστερά. Η πρώτη, ψευδόμενη ασύστολα προεκλογικά και καταρρακώνοντας κάθε έννοια Κράτους Δικαίου, σε όλα ανεξαιρέτως τα νομοθετήματα που έχει ψηφίσει τους τελευταίους 14 μήνες, περιέβαλε την ακροδεξιά με την τήβενο της «αντίστασης»
Η δεύτερη, έχοντας χαϊδέψει τα αυτιά, όλων αυτών των ανθρώπων για τρεις ολόκληρες δεκαετίες, έχοντας αρνηθεί, για ψηφοθηρικούς λόγους, να στηλιτεύσει τη μικρολαμογιά των «έντιμων ανθρώπων κυρ- Παντελήδων» και - ελλείψει πολιτικών θέσεων για την αντιμετώπιση της κρίσης - έχοντας επενδύσει όλη της την αντιπολιτευτική δράση σε έναν υστερικά καταγγελτικό λόγο, έχει καταστεί θλιβερή ουρά  της Ακροδεξιάς, σε ένα δρόμο που με βεβαιότητα θα οδηγήσει στη φυσική της εξόντωση.
Στο μεταξύ, Κυβέρνηση κι Αριστερά, μοιραίοι κι άβουλοι αντάμα, μη διανοούμενοι να αλλάξουν, έστω στο παρά ένα, μήπως και κάτι περισωθεί, εκ βάθρων την πολιτική τους αντίληψη, σκιαμαχούν περί πολιτικής βίας.

Γιάννης Χρυσοβέργης

Δευτέρα 4 Ιουλίου 2011

Μια επέτειος

Ακριβώς πριν από 40 χρόνια, στις 3 Ιουλίου του 1971, ο Τζιμ Μόρισον βρέθηκε νεκρός στο διαμέρισμά του στο Παρίσι, κάτω από συνθήκες που δεν έχουν διευκρινιστεί πλήρως. Ο θάνατός του, κατά κάποιον τρόπο εξασφάλισε ένα είδος «αθανασίας» στον ίδιο και στο συγκρότημά του, τους Doors. Στα 40 χρόνια που ακολούθησαν, η ζωή και το έργο του Μόρισον εξακολουθεί να αποτελεί αντικείμενο ενδιαφέροντος, συζήτησης και έρευνας.
Στην Ελλάδα του’71, το γεγονός του θανάτου αυτού του καλλιτέχνη, που σημάδεψε μια εποχή ριζοασπαστικότητας και αναζήτησης του εναλλακτικού, δεν συζητήθηκε ιδιαίτερα. Βέβαια κάποια τραγούδια των Doors, όπως το Light my Fire και το Riders on the Storm, ακουγόντουσαν σε κάποιο βαθμό, χωρίς όμως να γίνεται ιδιαίτερος λόγος για τον καλλιτέχνη και την προσωπικότητά του. Όμως προς το τέλος της δεκαετίας του’70, οι δίσκοι των Doors κυκλοφορούσαν πια στην Ελλάδα και ακουγόντουσαν πολύ από τους έφηβους εκείνης της εποχής. Κάπου τότε, γύρω στο ’79 με ’80, έπεσε στα χέρια μου εκείνο το βιβλιαράκι του Νταλούκα, όπου γινόταν μια πολύ ενδιαφέρουσα παρουσίαση των τραγουδιών των Doors, με πραγματολογικά σχόλια και αναφορές σε σχέση με τις επιρροές οι οποίες διαμόρφωσαν τη φυσιογνωμία του συγκροτήματος. Να δούμε κάποιες από αυτές: αρχαία τραγωδία, κινέζικο θέατρο σκιών, νιτσεϊκή σκέψη, ποίηση Γουίλιαμ Μπλέικ και Αρθούρου Ρεμπώ, αποκρυφισμός και όλα αυτά βέβαια μαζί με το ροκ εν ρολ και το μπλουζ. Πολυποίκιλα ερεθίσματα που αξιοποιήθηκαν γόνιμα από έναν εμπνευσμένο, το δίχως άλλο, καλλιτέχνη, που στη σύντομη ζωή του και στην ακόμα πιο σύντομη καριέρα του (μια πενταετία όλη κι’όλη, από το 1965 ως το 1970), πρόλαβε να αφήσει ένα έργο που δεν ξεχάστηκε.
Τίποτε άλλο. Να ακούσουμε μόνο, μέσω του παρακάτω συνδέσμου, το Moonlight Drive, που πάντα το ξεχώριζα ιδιαίτερα...
http://www.youtube.com/watch?v=VzrpBYjQr-k
 
Γιώργος Αιμ. Σκιάνης

Πέμπτη 30 Ιουνίου 2011

ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΕΜΠΕΙΡΙΑ ΑΠΟΠΕΙΡΑΣ ΠΡΟΒΟΚΑΤΣΙΑΣ


Με αφορμή τα χθεσινά και προχθεσινά επεισόδια, και τις καταγγελίες για οργανωμένες προβοκάτσιες της Αστυνομίας, τις οποίες αμφισβήτησε ο Πάσχος Μανδραβέλης, καταθέτω μια προσωπική εμπειρία από χθες το βράδυ. Με την οποία, δεν επιθυμώ να μειώσω, ούτε το ρόλο του γνωστού υποκόσμου των Εξαρχείων στα επεισόδια, ούτε να παραγνωρίσω ότι, ιδίως από τη στιγμή που έγινε γνωστό το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας στη Βουλή, ενεπλάκησαν σε αυτά χιλιάδες διαδηλωτών.

Ώρα 09.00 μ.μ.
Βρίσκομαι στην Πλατεία Συντάγματος, μπροστά στον Άγνωστο Στρατιώτη, και συζητώ με τα μέλη ενός γαλλικού τηλεοπτικού συνεργείου. Από την Ερμού, τη Μητροπόλεως και τη Σταδίου, ισχυρές δυνάμεις των ΜΑΤ επιτίθενται κατά των διαδηλωτών που βρίσκονται γύρω από το Συντριβάνι. Μπροστά στον Άγνωστο Στρατιώτη είναι μερικές εκατοντάδες διαδηλωτών. άλλοι διακόσιοι διαδηλωτές περίπου είναι μεταξύ της οδού Ζαλοκώστα και της Πλατείας Συντάγματος. Στο ενδιάμεσο, στη γωνία Καραγεώργη Σερβίας και Πανεπιστημίου, μια διμοιρία των ΜΑΤ προστατεύει τη Μεγάλη Βρετανία, παρενοχλούμενη συστηματικά από τρεις μασκοφορεμένους πιτσιρικάδες που την πετροβολούν από το κάτω μέρος της πλατείας, κι άλλες τρεις - τέσσερις διμοιρίες είναι παραταγμένες στη Βασιλίσσης Σοφίας. Τα αντανακλαστικά του παλαιού διαδηλωτή με καθιστούν εξαιρετικά ανήσυχο για το ενδεχόμενο επίθεσης αυτών των διμοιριών στην Πλατεία Συντάγματος, διότι, σε τέτοια περίπτωση, δε θα υπήρχε διέξοδος διαφυγής των διαδηλωτών.
Ώρα 09.15 Τρεις νεαροί ξεκόβουν από την ομάδα των διαδηλωτών που είναι στη Ζαλοκώστα, πλησιάζουν τη διμοιρία των ΜΑΤ της Μεγάλης Βρετανίας κι αρχίζουν να βρίζονται με τους αστυνομικούς. Φοβούμενος τα χειρότερα, ορμάω, αρπάζω σηκωτό τον πιο έξαλλο από τους τρεις - δεν ήταν δα και κανένας άντρακλας μισή μερίδα ήταν - παρασέρνω και τους άλλους δυο - που επίσης δε διέθεταν ιδιαίτερα σωματικά προσόντα - και τους πηγαίνω καροτσάκι ως το διάζωμα της Πανεπιστημίου. Αμέσως τα ΜΑΤ με λούζουν με χημικά από την κορφή ως τα νύχια.
Λίγα λεπτά αργότερα, κι ενώ ο μικροπανικός που δημιούργησε στους διαδηλωτές το μπάνιο μου με χημικά έχει λήξει, οι τρεις πιτσιρικάδες μου ζητούν εξηγήσεις σε πολύ επιθετικούς τόνους. Ετοιμάζομαι για συμπλοκή μαζί τους, όταν τους παίρνουν από τα μούτρα κάτι δεκάδες παιδιά της ηλικίας τους και τους βάζουν στη θέση τους. Στη διάρκεια των λεκτικών διαξιφισμών που ακολούθησαν, αποδεικνύεται ότι η μισή μερίδα που είχα πάρει σηκωτή είναι ΧΡΥΣΑΥΓΙΤΗΣ.

Αυτά χωρίς περισσότερα σχόλια

Γιάννης Χρυσοβέργης

Η ΠΛΑΤΕΙΑ ΗΤΑΝ (ΚΑΙ ΠΑΛΙ) ΓΕΜΑΤΗ...


Μια μόλις μέρα μετά το όργιο αστυνομικής βίας, που όμοιό του δεν έχει υπάρξει στη Μεταπολίτευση - πιθανόν να μπορεί να συγκριθεί με όσα προηγήθηκαν της δολοφονίας του Τεμπονέρα - 5.000 πολίτες διαδηλώνουν και πάλι ειρηνικά στην Πλατεία Συντάγματος. Γεννώντας σοβαρά ερωτηματικά για την ικανότητα επιβίωσης του πολιτικού συστήματος, αλλά και για το τι μέλλοι γενέσθαι αν το σύστημα αποδειχθεί ανίκανο να επιβιώσει.

Από νωρίς το πρωί μηνύματα μέσω facebook, twitter, SMS και ηλεκτρονικού ταχυδρομείου καλούσαν και πάλι σε διαδήλωση στην Πλατεία Συντάγματος στις 06.00 το απόγευμα. Όσοι τα λάβαμε αναρρωτηθήκαμε πόσοι θα ήταν εκεί. Κι ο αριθμός των διαδηλωτών ξεπερνούσε κάθε προσδοκία.
Ώρα 06.00 μ.μ. Μερικές εκατοντάδες διαδηλωτών αρχίζουν δειλά-δειλά να μαζεύονται στο χώρο της Πλατείας Συντάγματος. Οι σκηνές γύρω από το συντριβάνι, που χθες το βράδυ τις κατέστρεψε η Αστυνομία, έχουν ξαναστηθεί, οι ομάδες των εθελοντών καθαριότητας είναι ήδη εκεί. Το ίδιο και οι διμοιρίες των ΜΑΤ. Τα τηλεφωνήματα από τα κινητά πέφτουν βροχή. Για να ενημερώσουν ότι ο κόσμος ξαναμαζεύεται.
Ώρα 07.30 μ.μ. Οι διαδηλωτές είναι πλέον 2.000-3.000. Κάτω, γύρω από το συντριβάνι είναι η ίδια νεολαία που εδώ και ένα μήνα συνεδριάζει σε καθημερινή βάση, με σεβασμό στους ομιλητές πρωτόγνωρο για την Ελλάδα, και διεκδικεί το δικαίωμά της στο μέλλον. Με μια διαφορά. Η οργή είναι ζωγραφισμένη στα μάτια τους.
Μπροστά στον Άγνωστο Στρατιώτη όμως η σύνθεση του κόσμου έχει αλλάξει. Οι καραγκιόζηδες που τυλιγμένοι στις ελληνικές σημαίες περιφέρονταν φασκελώνοντας τη Βουλή και φωνάζοντας «Κλέφτες - Κλέφτες» είναι μειοψηφία. Τον τόνο δίνουν κάποιοι νεαροί και κάποιοι άνθρωποι που είχαν να βγουν στο πεζοδρόμιο από τη δολοφονία του Νίκου Τεμπονέρα. Και το κυρίαρχο σύνθημα, που το φωνάζουν όλοι, είναι πλέον το ΜΠΑΤΣΟΙ - ΓΟΥΡΟΥΝΙΑ - ΔΟΛΟΦΟΝΟΙ.
Δίπλα σ' αυτούς τους ανθρώπους εμφανίζονται, δειλά - δειλά, κάποια στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ - που όλο αυτό τον καιρό ήταν άφαντα - αλλά και κάτι λείψανα καιρών αλλοτινών (ΚΚΕ μ-λ, Μ-Λ ΚΚΕ κ.λ.π.) Εκείνο που εκπλήσσει δεν είναι ότι κάτω από το πανώ του Μ-Λ ΚΚΕ είναι 15 νοματαίοι όλοι κι όλοι, αλλά ότι οι τέσσερις από αυτούς είναι κάτω των 20 ετών.
Ώρα 09.30 μ.μ. Οι διαδηλωτές είναι πλέον γύρω στις 5.000.Τα μεγάφωνα της γενικής συνέλευσης αρχίζουν να δίνουν οδηγίες στον κόσμο για να μαζευτεί, ώστε να ξεκινήσει η διαδικασία. Στη διασταύρωση Φιλλελήνων και Όθωνος συγκεντρώνονται μηχανές για να κάνουν μηχανοκίονητη παράσταση διαμαρτυρίας στον ΑΣΤΕΡΑ της Βουλιαγμένης, όπου συνεδριάζει, υπό την προεδρία του Γιώργου Παπανδρέου, η Σοσιαλιστική Διεθνής. Όλα είναι σαν να μην πέρασε ένα διήμερο απίστευτης βίας και συγκρούσεων χιλιάδων διαδηλωτών με την Αστυνομία.
Όταν η πολιτική εξουσία αποφασίζει να μετέλθει το ανώτατο επίπεδο ανεκτής από το κοινοβουλευτικό σύστημα αστυνομικής βίας - όπως συνέβη χθες και προχθές, όπου για πρώτη φορά στην ιστορία της Μεταπολίτευσης η Αστυνομία επιτέθηκε σε ασθενοφόρα και ξυλοκόπησε οικογένειες τουριστών με παιδιά, που έτρωγαν στο Μοναστηράκι - ο στόχος είναι να φοβηθούν οι πολλοί, γνωρίζοντας ότι θα εξοργίσει λίγους. Ο κίνδυνος που εμπεριέχει η προσφυγή σε τόση βία είναι ο αριθμός αυτών που θα εξοργιστούν να υπερβαίνει εκείνη την κρίσιμη μάζα που θα ξαναβγάλει στο δρόμο τους φοβισμένους.
Στις επόμενες ημέρες, πιθανόν και εβδομάδες, θα φανεί αν οι εξοργισμένοι από την αστυνομική βία είναι τόσοι πολλοί ώστε να ξαναβγάλουν στο δρόμο τους φοβισμένους. Αν όμως συμβεί αυτό, τότε καθίσταται εξαιρετικά αμφίβολη η ικανότητα του πολιτικού συστήματος για ομαλή μετάβαση στην επόμενη μέρα (πτώση κυβέρνησης, εκλογές και εκλογή νέας κυβέρνησης). Και στην περίπτωση αυτή, ο κίνδυνος να βυθιστεί η χώρα στο χάος που βυθίστηκε η Αλβανία το 1997 είναι υπαρκτός. Με ό,τι επιπτώσεις μπορεί να έχει σε Ελλάδα και Ευρώπη ένα τέτοιο ενδεχόμενο.

Γιάννης Χρυσοβέργης

Τετάρτη 29 Ιουνίου 2011

ΤΟ ΜΕΣΟΠΡΟΘΕΣΜΟ ΤΑΦΟΠΛΑΚΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ


Όπως ήταν αναμενόμενο, το Μεσοπρόθεσμο Πρόγραμμα ψηφίστηκε. Όπως ήταν αναμενόμενο, όλοι οι «αντιρρησίες» του ΠΑΣΟΚ, πλην Κουρουμπλή, αποδείχτηκαν καραγκιόζηδες με περικεφαλαία. Απομένει πλέον η εφαρμογή του διαβόητου Μεσοπρόθεσμου Προγράμματος, η επιτυχία του οποίου θα κριθεί από το ποσοστό εξανδραποδισμού του πληθυσμού αυτής της χώρας.

Η συζήτηση στη Βουλή για το Μεσοπρόθεσμο Πρόγραμμα ήταν εξόχως αποκαλυπτική. Τόσο ο Πρωθυπουργός, όσο κι υπουργός των Οικονομικών ανέφεραν κατ' επανάληψη ότι το «Μεσοπρόθεσμο Πρόγραμμα είναι άδικο αλλά αναγκαίο».
Δεν μπορούμε να γνωρίζουμε πώς αντιλαμβάνονται την έννοια της αδικίας οι δυο καλοί αυτοί άνθρωποι. Ούτε και είναι σαφές το πώς είναι δυνατό η αδικία «να σώσει την πατρίδα από τη χρεοκοπία». Μπορούμε όμως να υπενθυμίσουμε μια σειρά από αυτονόητες αξίες της Δημοκρατίας.
Είναι πρωταρχική αξία της Δημοκρατίας η εξάλειψη της αδικίας. Όλες οι δημοκρατικές επαναστάσεις, από την αμερικανική και τη γαλλική επανάσταση, μέχρι τα αντιαποικιακά κινήματα του 20ου αιώνα διεκδίκησαν Δικαιοσύνη. Όταν λοιπόν η Σύμβαση που φέρνει - και υπερασπίζεται με όλη τη δύναμη της ψυχής του - ο Πρωθυπουργός στη Βουλή προς κύρωση περιέχει, κατά δήλωσή του, άδικα μέτρα, αυτό συνεπάγεται καταπάτηση του συνταγματικού χάρτη της χώρας που διασφαλίζει την ίση μεταχείριση των πολιτών από το νόμο.
Και ούτε οι κεφαλικοί φόροι - που παραπέμπουν στη φορολογική πολιτική της καταρρέουσας Οθωμανικής Αυτοκρατορίας - ούτε οι παρεκλήσεις από το εθνικό και το ευρωπαϊκό Δίκαιο οι οποίες προβλέπονται από τη Σύμβαση, ούτε η εν λευκώ εξουσιοδότηση των μισθωτών δημοσίων εκτάσεων να αποφασίσουν, μετά από 50 ή 100 χρόνια μίσθωσης, αν θα ιδιωποιηθούν τις δημόσιες εκτάσεις που έχουν μισθώσει συνιστούν ίση μεταχείριση από το νόμο.
Για όλους αυτούς τους λόγους η παραδοχή, ελαφρά τη καρδία, του Πρωθυπουργού και των Υπουργών του ότι «τα μέτρα είναι άδικα» είναι παραδοχή κατάλυσης της Δημοκρατίας. Θα ήταν λοιπόν πιο έντιμο από μέρους του Πρωθυπουργού και των Υπουργών του να διατυπώσουν με παρρησία πως η «σωτηρία της χώρας από τη χρεοκοπία» απαιτεί κατάλυση της Δημοκρατίας.
Είναι επίσης πρωταρχική αξία της Δημοκρατίας η ευημερία της κοινωνίας. Για το λόγο αυτό, πρώτιστο καθήκον κάθε δημοκρατικά εκλεγμένης κυβέρνησης είναι η εξασφάλιση σε όλους τους πολίτες της την πρόσβασης στις υπηρεσίες της παιδείας και της υγείας. Όταν «για να γλυτώσει η χώρα από τη χρεοκοπία» κλείνουν εκατοντάδες σχολείων, χωρίς να υπάρχει μέριμνα μεταφοράς των μαθητών σε άλλα σχολεία με δαπάνες του Υπουργείου Παιδείας, όταν διακόπτεται η διαδασκαλία δεύτερης ξένης γλώσσας - μιας και η Υπουργός Παιδείας μιλάει μόνο αγγλικά ποιος ο λόγος να μαθαίνουν τα παιδιά κι άλλες γλώσσες; - και ιδιωτικοποιούνται τα Κέντρα Ψυχικής Υγείας για τον ίδιο λόγο, όταν ο αριθμός των νοσοκομείων περιορίζεται με μοναδικό κριτήριο «το κόστος λειτουργίας τους» κι ανασφάλιστοι, δηλαδή οι φτωχοί, διώχνονται από όσα νοσοκομεία συνεχίζουν να λειτουργούν - εδώ και ένα χρόνο οι διοικήσεις των νοσοκομείων έχουν ρητή εντολή να παρέχουν πρώτες βοήθειες στους ανασφάλιστους και να τους διώχνουν - η χώρα έχει προ πολλού χρεοκοπήσει. Κατά συνέπεια, αυτό που δεν πρέπει να χρεοκοπήσει δεν είναι η χώρα. Θα ήταν και πάλι πιο έντιμο αν ο Πρωθυπουργός και οι Υπουργοί του είχαν την παρρησία να πουν πως πρέπει ο ελληνικός λαός να πεινάσει για να μη μειωθούν τα κέρδη των δανειστών του.
Η Σύμβαση του Μεσοπρόθεσμου Προγράμματος είναι αντισυνταγματική όχι γιατί παραβιάζει τους κανόνες του Κοινοβουλευτισμού - μολονότι κάποιες επί μέρους διατάξεις της μπορεί και να τους παραβιάζουν - αλλά γιατί υποσκάπτει τα θεμέλεια της Δημοκρατίας. Η επιτυχία της δε θα κριθεί από το αν θα «αποφύγει η χώρα τη χρεοκοπία» - η οποία θα συμβεί με μαθηματική ακρίβεια και με ανεξέλεγκτη μορφή, μιας και το πολιτικό προσωπικό σε Ελλάδα και Ευρώπη αρνείται να εξετάσει εναλλακτικές λύσεις - αλλά από το σε τι βαθμό θα εξανδραποδιστεί η ελληνική κοινωνία.
Η προστασία της Δημοκρατίας και η πραγματική αποτροπή της χρεοκοπίας της χώρας, εξαρτώνται αποκλειστικά και μόνο από την ικανότητα της κοινωνίας να αντισταθεί στον εξανδραποδισμό της.

Γιάννης Χρυσοβέργης


Δευτέρα 27 Ιουνίου 2011

ΑΠΟ ΤΗ ΧΑΡΥΒΔΗ... ΣΤΗ ΧΑΡΥΒΔΗ


Ενώ στη Βουλή έχει αρχίσει η - τρόπος του λέγειν - συζήτηση για το Μεσοπρόθεσμο Πρόγραμμα, που, εκτός κι αν συμβούν συνταρακτικά γεγονότα, θα ψηφιστεί, με την κυβέρνηση λίγο περισσότερο ξεπουπουλιασμένη, δυο προοπτικές, εξ ίσου ζοφερές, διαγράφονται για την ελληνική κοινωνία.
Από τη μια το κυβερνητικό και ευρωπαϊκό όραμα, που θα καταστήσει την Ελλάδα Ρωσία του Γιέλτσιν, με τον ένα στους δυο ανθρώπους να μην έχει να φάει και τη Μαφία να διαγουμίζει.
Από την άλλη το, πλειοψηφικό πλέον, αίτημα για επιστροφή «στη δραχμούλα», που στην καλύτερη περίπτωση θα καταστήσει την Ελλάδα τουρκική επαρχία και στη χειρότερη Αλβανία του Εμβέρ Χότζα.
Όταν όμως φθάνουμε να έχουμε να διαλέξουμε ανάμεσα στη μια ή στην άλλη Χάρυβδη, τότε είναι η ώρα να αξιώσουμε ΚΟΙΝΗ ΛΟΓΙΚΗ.

Το αποτέλεσμα της εφαρμογής του μεσοπρόθεσμου προγράμματος, με την προϋπόθεση ότι οι στόχοι του θα επιτευχθούν, είναι προδιαγραμμένο. Το 29,4% των δημοσίοων εσόδων του 2011 θα διατεθούν για την εξυπηρέτηση του χρέους, ποσοστό που, το 2015, θα έχει φθάσει στο αστρονομικό 38%.
Κι όλα αυτά θεωρώντας δεδομένο ότι τα χρήματα από τους 22 πρόσθετους έμμεσους φόρους θα εισπραχθούν, πράγμα που, αν ληφθεί υπ' όψη η αποτυχία να εισπραχθούν τα προβλεπόμενα έσοδα από τους πολύ λιγότερους έμμεσους φόρους του 2010, έχει εξασφαλισμένη αποτυχία.
Η συνέχεια είναι γνωστή. Ακόμα περισσότεροι φόροι θα επιβληθούν σε αυτούς που δε μπορούν να φοροδιαφύγουν, τα βασικά για την επιβίωση αγαθά θα γίνουν ακόμα πιο ακριβά ενώ από την άλλη το Δημόσιο θα βλέπει συνεχώς τα ελλείμματά του να διογκώνονται, από πρόσθετες δαπάνες που θα προκύψουν από τις αποκρατικοποιήσεις - ενοίκια για δημόσια κτίρια που θα έχουν ξεπουληθεί, λογαριασμοί ηλεκτρικού στην ιδιωτική πλέον ΔΕΗ, και τόσα άλλα που κανείς δεν κάνει τον κόπο να προϋπολογίσει.
Γνωστές είναι και οι επιπτώσεις. Η ανεργία θα αυξηθεί ακόμα περισσότερο, από το στραγγαλισμό της αγοράς, η εγκληματικότητα θα εκτοξευθεί σε ύψη αδιανόητα κι ό,τι πιο δημιουργικό διαθέτει αυτή η κοινωνία θα βρίσκεται είτε στις φυλακές - ως επικίνδυνοι τρομοκράτες - είτε θα πάρει, όπως στις δεκαετίες του '20 και του '50, το δρόμο της μετανάστευσης χωρίς επιστροφή.
Η αποχώρηση από το ευρώ και η επιστροφή στη «δραχμούλα», ακόμα και αν συνοδεύεται από στάση πληρωμών και μονομερή διαγραφή του δημοσίου χρέους, θα οδηγήσει σε εξ ίσου απίστευτη δυστυχία. Με ένα παντελώς αναξιόπιστο νόμισμα που από το πρωί ως το βράδυ θα χάνει σημαντικό μερίδιο της αξίας του, με καλπάζοντα πληθωρισμό και με αδυναμία προσέλκυσης των απαραίτητων κεφαλαίων για την παραγωγική και βιώσιμη αξιοποίηση των πλουτοπαραγωγικών πόρων, είτε η χώρα θα πάψει αν υφίσταται ως κρατική οντότητα, είτε θα καταλήξει να φυτοζωεί, αποκλεισμένη από το παγκόσμιο γίγνεσθαι, σε συνθήκες γενικευμένης εξαθλίωσης.
Όμως λύση υπάρχει. Που αποτρέπει και το ένα και το άλλο εφιαλτικό σενάριο. η λύση αυτή είναι ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ και μόνο ευρωπαϊκή. Και δεν αφορά μόνο την Ελλάδα, αλλά το σύνολο των ευρωπαϊκών χωρών που αντιμετωπίζουν πρόβλημα.
Πρώτη προϋπόθεση για τη λύση αυτή είναι η άμεση εγκατάλειψη του φετιχισμού του σκληρού ευρώ και η εκτύπωση πολλών εκατοντάδων δισεκατομμυρίων ευρώ από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Ένα μέρος των χρημάτων αυτών θα διατεθεί για την άμεση αποπληρωμή μέρους του χρέους των χωρών που βρίσκονται σε δυσκολία και το υπόλοιπο θα διατεθεί σε δημόσιες επενδεύσεις σε υποδομές, που θα επιτρέψουν στην κάθε μια από τις χώρεςε αυτές να αξιοποιήσει καλύτερα τους αναξιοποίητους πόρους της.
Σε ό,τι αφορά στην Ελλάδα οι επενδύσεις αυτές πρέπει να διατεθούν για τον εκσυγχρονισμό και την αύξηση της παραγωγικότητας της Δημόσιας Διοίκησης, την άμεση βελτίωση των μεταφορών και των δικτύων, την άμεση βελτίωση της ποσότητας και της ποιότητας της Δημόσιας Παιδείας και της Δημόσιας Υγείας.
Δεύτερη προϋπόθεση είναι κάποιος να επιβάλει αυτή τη λύση. Κι ο μόνος τρόπος για να επιβληθεί μια τέτοια λύση είναι να εκλεγεί, στην Ελλάδα ή σε κάποια από τις χώρες που έχουν ανάλογο πρόβλημα, μια κυβέρνηση έτοιμη να απειλήσει ότι ή έτσι θα γίνουν τα πράγματα ή θα κηρύξει μονομερή παύση πληρωμών όντας εντός του ευρώ.
Όνειρο θερινής νυκτός; Ο πνιγμέμνος από τα μαλλιά του πιάνεται; Ή ο μοναδικός δρόμος για να επιβιώσει μια
δημοκρατική Ευρωπαϊκή Ένωση; Μπορεί τίποτα απ' όλα αυτά, μπορεί όλα μαζί, αλλά σε κάθε περίπτωση πρόκειται για μια προσπάθεια να επικρατήσει, στο παρά ένα Η ΚΟΙΝΗ ΛΟΓΙΚΗ.

Γιάννης Χρυσοβέργης


ΕΦΙΑΛΤΗΣ...

Eφιάλτης καλοκαιρινής νύχτας

Tου Αποστολου Δοξιαδη*

Την Τετάρτη που πέρασε, λίγο μετά τα μεσάνυκτα, ανέβαινα τη Σταδίου με μηχανή, γυρνώντας σπίτι μου από μια πρόσκληση. Η κυκλοφορία έρρεε προς Σύνταγμα, οπότε υπέθεσα ότι η συγκέντρωση των «Αγανακτισμένων» είχε λήξει. Στον κάτω δρόμο της πλατείας μ’ έκοψε το φανάρι. Κοίταξα αριστερά. Στο κέντρο της μόνιμης πλέον αποικίας των αντισκήνων, καμιά πενηνταριά άνθρωποι άκουγαν έναν να γραντζουνάει μια κιθάρα, μουρμουρώντας κάτι σαν τραγούδι, με ήχο ενοχλητικά ενισχυμένο. Αναψε πράσινο. Η Οθωνος ήταν ανοικτή, κι έστριψα αριστερά. Στην κορυφή του δρόμου όμως η κίνηση κοβόταν. Δεξιά και αριστερά στην Αμαλίας, ένα πλαστικό τέιπ, απλωμένο από τη μία ώς την άλλη του δρόμου, σε ύψος ενός μέτρου, σε σταματούσε. Αναρωτήθηκα γιατί. Κόσμος δεν υπήρχε, το οδόστρωμα ήταν άδειο. Μόνο στο πεζοδρόμιο, μπροστά στον Αγνωστο Στρατιώτη, δέκα τύποι με μια ντουντούκα κάτι φώναζαν.

Ο στόχος μου ήταν να πάω σπίτι μου, βέβαια, όχι να μελετήσω τη φαινομενολογία της διαμαρτυρίας, οπότε κοίταξα για κάποιον αστυνομικό ή τροχονόμο, να ρωτήσω πώς να φύγω. Κανείς. Τότε όμως είδα ότι αριστερά, προς Βασιλίσσης Σοφίας, όπου θα πήγαινα, περνούσαν μηχανές από ένα σημείο, μία μία. Μπήκα στη σειρά πίσω από τις άλλες, να περάσω κι εγώ. Και τότε είδα τι ακριβώς συνέβαινε: μπροστά στο τέιπ που έκλεινε το δρόμο, στέκονταν έξι-εφτά τύποι κάπως άγριοι, ένας με γένεια και σορτς, ένας μουστακαλής με αμερικάνικο μπλουζάκι, και κάποιοι ακόμη, που υπέβαλλαν όσους φιλοδοξούσαν να περάσουν σε τεστ. Πρώτος στη σειρά μας ήταν ένας ταλαίπωρος με μηχανάκι. «Θέλετε να περάσετε;» τον ρώτησε ο γενειοφόρος, σε άψογο πληθυντικό, εμφανώς δηλωτικό ειρωνείας. «Μάλιστα» απάντησε ο ταλαίπωρος επιφυλακτικά, τρομαγμένος από την αυτοπεποίθηση του ερωτώντος. «Ωραία», του είπε ο γενειοφόρος. «Μια μούντζα στη Βουλή, και περνάτε». Ο άνθρωπος στο μηχανάκι, διστακτικά, μούντζωσε άνευρα. «Α όχι έτσι, ζωηρά!» τον παρατήρησε ο γενειοφόρος. Ο ταλαίπωρος, προφανώς για να τελειώνει, έριξε τώρα μια μούντζα γενναία. Οι παραστεκάμενοι χαμογέλασαν επιδοκιμαστικά και ο γενειοφόρος σήκωσε το τέιπ, λέγοντας του ταλαίπωρου: «Περάστε. Καλή σας διαδρομή!» Μετά κατέβασε το τέιπ, κλείνοντας τον δρόμο του επόμενου, και άρχισε να τον υποβάλλει στην ίδια δοκιμασία.

Εγώ, βέβαια, δεν είχα καμία διάθεση να συνδιαλλαγώ με την ιδιότυπη αυτή εξουσία, και γύρισα ανάποδα στην Οθωνος, σήκωσα το τέιπ στην Αμαλίας προς την άλλη κατεύθυνση, και πήγα προς Ολυμπίου Διός, σηκώνοντας κι άλλο τέιπ στην επόμενη γωνία, να συνεχίσω. Παρεμπιπτόντως, ούτε σε αυτή τη διαδρομή είδα αστυνομικό. Ούτε έναν.

Μπήκα στο σπίτι μου κι έμεινα λίγο ακίνητος, στο σκοτάδι, προσπαθώντας να χωνέψω το συμβάν: είχα μόλις περάσει από τη μεγάλη πλατεία της πρωτεύουσας, το γεωγραφικό κέντρο της πολιτικής εξουσίας, αλλά και το συμβολικό της πόλης, με τα μεγάλα ξενοδοχεία και τα ζαχαροπλαστεία που άπλωναν τις καρέκλες τους να χαρεί ο κόσμος την καλοκαιρινή βραδιά. Αυτό μέχρι πρόσφατα βέβαια, όχι πια, όχι εδώ και δύο μήνες. Τώρα έχουν εγκατασταθεί εκεί ετσιθελικά κάποιες δεκάδες τύποι με τσαντίρια. Κι οι δρόμοι γύρω είναι κλειστοί, από άλλους. Το κράτος, άρα η τάξη, απουσίαζαν πλήρως από την πλατεία που πέρασα, και μαζί φυσικά το δικαίωμα του πολίτη στην πόλη του. Αλλά δεν ήταν μόνο ότι δεν υπήρχε κάποιος να διασφαλίσει την τάξη - αυτή την απουσία την έχουμε δυστυχώς συνηθίσει και μπορεί να μη μου έκανε από μόνη της εντύπωση. Είχα γίνει μάρτυρας μιας σκηνής με μεγάλη διαφορά, προς το οικτρότερο, από το αίσχος που ξέραμε, σε νέο αίσχος. Γιατί δεν έλειπε απλώς το κράτος. Το κενό του το είχε αναλάβει μια νέα εξουσία, που απαιτούσε από τους πολίτες, με θρασύ χαμόγελο, πιστοποιητικό αντιδημοκρατικών φρονημάτων για να περάσουν. Από πού; Από την πλατεία Συντάγματος!

Ρωτώ λοιπόν: Κύριε πρωθυπουργέ, που κορδωνόσασταν πρόσφατα με το χέρι στην καρδιά μπροστά στους κόλακες βουλευτές σας, ποια ακριβώς είναι η αντίληψή σας για τον ρόλο του κράτους; Κύριε αρχηγέ της αξιωματικής αντιπολίτευσης, που ανέχεστε την κάθε αντίδραση στην εξουσία, φτάνει την εξουσία να κατέχει το αντίπαλο κόμμα και όχι το δικό σας, εγκρίνετε την εκχώρηση της τάξης σε τραμπούκους; Κύριε υπουργέ της Προστασίας του Πολίτη (που ο Θεός να σας κάνει!), ποιους ακριβώς πολίτες προστατεύετε; Αυτούς που θέλουν να πάνε στη δουλειά τους ή τα σπιτάκια τους, ή αυτούς που καταλαμβάνουν με το θράσος τους το κενό της εξουσίας σας, ή τους άλλους, που κόβουν το ηλεκτρικό του κοσμάκη για να διατηρήσουν τα προνόμια που τους δώσατε;

Και τέλος, ρωτώ εσάς, καημένοι συμπολίτες μου, που ελπίζετε ακόμη στη σωτηρία της χώρας από την επερχόμενη καταστροφή, που θέλετε εξυγίανση, μεταρρυθμίσεις και να καθαρίσει η κόπρος του Αυγείου του Δημοσίου: από ποιους τα περιμένετε αυτά, τα μεγάλα και υψηλά; Από μια κατ’ όνομα κυβέρνηση που δεν είναι ικανή να διαφυλάξει το δικαίωμά μας να κυκλοφορούμε; Ή από κόμματα αντιπολίτευσης που κολακεύουν τα χειρότερα στοιχεία της κοινωνίας;

Καλοί μου άνθρωποι, ξυπνήστε! Ξυπνήστε γιατί ο εφιάλτης που είδα εγώ την Τετάρτη, μπορεί να γίνει αύριο η πραγματικότητα όλων μας.


Για την αντιγραφή

Κ.Λ.

Τετάρτη 22 Ιουνίου 2011

Κατάθεση εν θερμώ

Είναι δυο παρά τέταρτο το πρωί. Μόλις έχω γυρίσει σπίτι από μια νυχτερινή βόλτα στην περιοχή του Γκύζη, κατά πώς το συνηθίζω. Αυτή η βόλτα όμως δεν ήταν σαν τις άλλες. Και θα μπορούσε να αποβεί μοιραία...

Εκεί που κατηφόριζα την οδό Γκύζη, μου επιτέθηκε από πίσω ένας μελαμψός νέος άνδρας. Με έπιασε από το λαιμό και με έριξε κάτω στο δρόμο. Το κεφαλοκλείδωμα όμως δεν ήταν ιδιαίτερα σφιχτό και είχα περιθώρια αντίδρασης. Αποφασίζω στιγμιαία να αντισταθώ. Με την πλάτη στο δρόμο του έριξα κανά δυο κλωτσιές και άρχισα να φωνάζω "βοήθεια με ληστεύουν". Ο τύπος προσπαθούσε να με ακινητοποιήσει, όμως εγώ συνέχισα να αντιστέκομαι. Μου φαίνεται πως πέρασε ένα αυτοκίνητο από το δρόμο και ακούστηκε κάποιο σχόλιο, όμως συνέχισα να είμαι μόνος μου με αυτήν την ανεπιθύμητη νυχτερινή συντροφιά. Κάποια στιγμή δοκίμασε να με τραβήξει πιο μέσα στο πεζοδρόμιο για να με απομονώσει κάπως και εκείνη τη στιγμή, πάντα ξαπλωμένος, του έριξα άλλη μια κλωτσιά με τα δυο μου πόδια. Μου ρίχνει ένα βλέμμα θυμωμένο και εξαφανίζεται στο σκοτάδι, χωρίς να έχει πάρει τίποτε από εμένα. Εγώ σηκώνομαι και προσπαθώ να ανασυνταχτώ. Τρέχει λίγο αίμα από το δεξιό μου φρύδι.

Θα μπορούσαν τα πράγματα να είναι πολύ χειρότερα. Ο άνθρωπος αυτός φαίνεται πως δεν οπλοφορούσε και δεν θα πρέπει να ήταν από αυτούς που σκοτώνουν για το τίποτα. Όσο για μένα, ίσως θα έπρεπε να υποχωρήσω από την αρχή και να του κάνω το χατήρι. Όμως αυτό που, απ'όσο κατάλαβα, πρυτάνευσε μέσα μου εκείνη τη στιγμή, ήταν το αίσθημα ότι δικαιούμαι κι'εγώ να κυκλοφορήσω στο δρόμο χωρίς να με ενοχλήσει κανένας.

Μένω από νήπιο στο κέντρο της Αθήνας. Και έχω περπατήσει επανειλημμένα τη νύχτα, περνώντας από μπαράκια, ταβέρνες, στέκια και κινηματογράφους. Το συμβάν μου κόστισε και δεν ξέρω, αυτή τη στιγμή, πως θα το διαχειριστώ και ποιά θα είναι στο εξής η καθημερινότητά μου. Τίποτε άλλο για την ώρα...


Γιώργος Αιμ. Σκιάνης