Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τσιπρας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τσιπρας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 2 Φεβρουαρίου 2025

 Η ΔΙΚΗ ΜΟΥ 25η ΤΟΥ ΓΕΝΑΡΗ 2015


...Ύστερα κύλησε ο καιρός κι η ιστορία,

πέρασε εύκολα απ' τη μνήμη στην καρδιά,

Ο τοίχος έγραφε μοναδική ευκαιρία

εντός πωλούνται πάσης φύσεως υλικά...

(Ο ΔΡΟΜΟΣ, στίχοι Κωστούλα Μητροπούλου, μουσική και ερμηνεία Μάνος Λοΐζος)


ΜΙΑ ΚΡΙΣΗ ΣΥΛΛΟΓΙΚΗΣ ΑΜΝΗΣΙΑΣ

Περίμενα να περάσει μια εβδομάδα από την επέτειο της 25ης του Γενάρη 2015 και όχι τυχαία. Με είχε πιάσει μια τρελή περιέργεια να  δω αν θα θελήσει να θυμηθεί κανείς την επέτειο της εκλογικής νίκης του ΣΥΡΙΖΑ. Και δυστυχώς οι προβλέψεις μου επιβεβαιώθηκαν. Με εξαίρεση μια ενδοκομματική εκδήλωση του ΜΕΡΑ25 και τη διανομή ενός βιβλίου από την ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ με άρθρα ανθρώπων που το Γενάρη του 2015 είχαν ήδη αρχίσει να αποστασιοποιούνται από το ΣΥΡΙΖΑ σιγή ασυρμάτου.

Από την Αριστερά φυσικά -για τους πολιτικούς σχηματισμούς και τα ΜΜΕ της μαφιοκρατίας η απόλυτη σιγή ήταν η επιβεβλημένη συμπεριφορά- , αρχής γενομένης από τον ίδιο το ΣΥΡΙΖΑ και τον Αλέξη Τσίπρα. Θαρρείς και ντρέπονται γιατί τόλμησαν να γεννήσουν ελπίδα στην κοινωνία. Ή γιατί προσπαθούν να γίνουν αρεστοί σε αυτούς που ποτέ δεν θα τους συγχωρήσουν την τοτινή αποκοτιά τους. Ή... δεν ξέρω τι άλλο να πω, δεν το χωράει ο νους μου.

Αλλά και από τις δυνάμεις της Αριστεράς που εξ αρχής ήταν επικριτικές έναντι του ΣΥΡΙΖΑ, δεν ακούστηκε ούτε μια λέξη για την επέτειο αυτή. Σαν να μην τους αφορούσε αυτή η πολιτική άνοιξη που κράτησε επτά δραματικούς μήνες και κορυφώθηκε με εκείνο το μεγαλειώδες ΟΧΙ στο δημοψήφισμα του Ιουνίου. Ούτε κι αυτό μπορεί να το χωρέσει ο νους μου.

Γιατί για εμένα το επτάμηνο αυτό ήταν μια από τις τρεις πιο πυκνές πολιτικές περιόδους της ζωής μου. Οι άλλες δυο ήταν το πρώτο εξάμηνο της Μεταπολίτευσης κι η πρώτη διετία της διακυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ (1981-1983).

Και γιατί προσωπικά αισθάνομαι ευγνώμων απέναντι στο ΣΥΡΙΖΑ και στην κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα για την ευκαιρία που μας έδωσαν να πούμε ένα μαζικό ΟΧΙ στους ολιγάρχες εγχώριους και ξένους. Αλλά και γιατί, μετά την αναπόφευκτη ήττα, τη διαχειρίστηκαν προσπαθώντας με συνέπεια να ανακουφίζουν τη φτωχολογιά. Και με κάνουν έξαλλο για το γεγονός ότι δεν διεκδικούν πολιτικά ούτε την προσπάθεια που έκαναν για κάτι καλύτερο, ούτε τον τρόπο που διαχειρίστηκαν το τρίτο Μνημόνιο.

ΤΟ ΜΙΚΡΟ ΜΟΥ ΚΑΛΑΘΙ

Τα παραπάνω είμαι βέβαιος ότι ξενίζουν πολλούς από τους φίλους και γνωστούς μου, με τους οποίους έχω μοιραστεί στο παρελθόν -ή και μοιράζομαι ακόμα- κοινά οράματα. Είναι όμως που εξ αρχής κρατούσα πολύ μικρό καλάθι εν όψει της επικείμενης εκλογικής νίκης του ΣΥΡΙΖΑ για τρεις, κυρίως, λόγους.

Ο πρώτος ήταν ο συσχετισμός δυνάμεων που, το 2014, ήταν συντριπτικός εναντίον της πλειοψηφίας της κοινωνίας. Αυτό που το 2010 αποτελούσε το μεγάλο διαπραγματευτικό χαρτί της κυβέρνησης Παπανδρέου -το οποίο με προσωπική του ευθύνη ο Γιώργος Παπανδρέου πέταξε στο καλάθι των αχρήστων και καταδικάστηκε, δικαίως, από την κοινωνία σε πολιτική ανυποληψία- η στάση πληρωμών, το 2015  είχε χάσει την ισχύ του. Μια στάση πληρωμών το 2010 θα προκαλούσε κρίση στο ευρωπαϊκό τραπεζικό σύστημα, κατάρρευση των τιμών των μετοχών των τραπεζών που θα συμπαρέσυρε το σύνολο των Χρηματιστηρίων και καταρράκωση της αξιοπιστίας του ευρώ ως διεθνούς νομίσματος. Το 2015 η αθέτηση πληρωμών θα γίνονταν προς άλλα Κράτη-μέλη της ΕΕ και γι' αυτό οι επιπτώσεις στο τραπεζικό σύστημα και στα διεθνή χρηματιστήρια σαφώς μικρότερες. Όμως τις μάχες δεν έχουμε συχνά την πολυτέλεια να αποφασίζουμε πότε και πού θα τις δώσουμε. Τις δίνουμε όταν πρέπει να τις δώσουμε και χαμένες είναι μόνο αυτές τις οποίες φοβηθήκαμε να δώσουμε. Όλες οι άλλες κάποια παρακαταθήκη αφήνουν.

Ο δεύτερος είχε να κάνει με το γεγονός ότι η εκλογική άνοδος του ΣΥΡΙΖΑ δεν ήταν αποτέλεσμα της ανάπτυξης ενός λαϊκού κινήματος. Το αντίθετο ίσχυε. Όσο η κοινωνία ήταν στους δρόμους κι αντιστέκονταν στη βαρβαρότητα των Μνημονίων -από το Μάη του 2010 μέχρι και τη νύχτα της επεισοδιακής κύρωσης του δεύτερου Μνημονίου από τη Βουλή, το Φλεβάρη του 2012- ο ΣΥΡΙΖΑ ήταν καθηλωμένος στις δημοσκοπήσεις σε ποσοστά μεταξύ του 5% και του 6%. Όταν μετά την κύρωση δεύτερου Μνημονίου η κοινωνική αντίσταση μειώνεται, ο ΣΥΡΙΖΑ εκτοξεύεται σε λιγότερο από τρία χρόνια από το δημοσκοπικό 6% στο εκλογικό 35,5%. Πράγμα που σημαίνει ότι η ραγδαία αυτή εκλογική άνοδος συνοψίζονταν στο εξής απλό μήνυμα της κοινωνίας: «Δεν τα καταφέραμε στους δρόμους , δες τι μπορείς να κάνεις θεσμικά».

Τη σημασία αυτής της εξέλιξης, αμφιβάλλω αν υπήρξε δεύτερος άνθρωπος, πέρα από τον Αλέξη Τσίπρα, που να την κατανόησε. Επίσης, η ραγδαία εκλογική άνοδος του ΣΥΡΙΖΑ δε συνοδεύτηκε από τη διεύρυνση της λαϊκής βάσης του κόμματος και τη δημιουργία αυτόνομων διαύλων επικοινωνίας του με την κοινωνία. Ο ΣΥΡΙΖΑ παρέμεινε ένα κόμμα διανοούμενων κι αδιανόητων που φιλοκαλούσαν μετ' ευτελείας και φιλοσοφούσαν μετά μαλακίας (οι λέξεις «ευτέλεια» και «μαλακία» αυστηρά με την αρχαιοελληνική τους έννοια)*. Κι αυτό φάνηκε με τρόπο ακραίο στις δημοτικές εκλογές του 2014, όταν το ΠΑΣΟΚ, που αγωνιούσε αν θα εκπροσωπηθεί στην επόμενη Βουλή, εξέλεξε πολλαπλάσιους δημάρχους από το ΣΥΡΙΖΑ, που ήδη στις ευρωεκλογές είχε αναδειχθεί πρώτη πολιτική δύναμη.

Το δε πολιτικό του πρόγραμμα ήταν γεμάτο με μεγαλόστομες γενικολογίες και άδειο από συγκεκριμένα μέτρα για την προστασία των χαμηλών εισοδημάτων, των ανέργων, των συνταξιούχων, των εργαζομένων με μπλοκάκι. Κι όλα αυτά τα είχα επισημάνει λίγο πριν τις Ευρωεκλογές του 2014 στον ΑΤΑΚΤΟ ΛΟΓΟ ( ΤΟ ΠΗΡΑΤΕ ΛΑΘΟΣ ΣΥΝΤΡΟΦΟΙ ΤΟΥ ΣΥΡΙΖΑ, ΘΑ ΚΑΤΣΕΙ Η ΒΑΡΚΑ ).

Ο τρίτος λόγος ήταν ότι, τόσο ο Αλέξης Τσίπρας, όσο και τα υπόλοιπα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ, δεν μπορούσαν να διανοηθούν, πολύ δε περισσότερο να διαχειριστούν, το ενδεχόμενο της αποχώρησης της Ελλάδας από τη ζώνη του ευρώ. Όμως, όταν εκ προοιμίου αποκλείεις το ενδεχόμενο της αποχώρησης από το ευρώ, είσαι ευάλωτος στους εκβιασμούς.

ΟΙ ΕΥΧΑΡΙΣΤΕΣ ΕΚΠΛΗΞΕΙΣ

Για όλους αυτούς τους λόγους ο χρόνος αντίστασης που έδινα στην κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα το Γενάρη του 2015 με το ζόρι ξεπερνούσε τα τέλη του Μάρτη του ίδιου χρόνου. Η πρώτη μεγάλη έκπληξη για εμένα ήταν ότι κατάφερε να αντισταθεί, παρά τα αμέτρητα τακτικά λάθη που διέπραξε,  μέχρι τα μέσα του Ιούλη. 

Η δεύτερη ευχάριστη έκπληξη ήταν το ίδιο το Δημοψήφισμα και το εκπληκτικό 61% του ΟΧΙ, ενάντια στην υστερική προπαγάνδα των Βρυξελλών, των κάθε λογής ευρω-δοσιλόγων (Γερούν, γερά, σπασ' τους τον τσαμπουκά τσίριζαν) και του συνόλου των ΜΜΕ.

ΜΙΑ ΑΠΟΤΙΜΗΣΗ ΤΟΥ ΤΡΙΤΟΥ ΜΝΗΜΟΝΙΟΥ

Η κοινωνία βίωσε, και δικαίως, το τρίτο Μνημόνιο ως ήττα και μάλιστα βαριά. Αν όμως θελήσουμε να το αποτιμήσουμε ουσιαστικά πρέπει να δούμε το σημείο εκκίνησης των αξιώσεων της κάθε πλευράς. Οι μεν Βρυξέλλες αξίωναν για τρία χρόνια ένα ετήσιο πρωτογενές πλεόνασμα 4,5% του ΑΕΠ, το οποίο η κυβέρνηση Σαμαρά είχε αποδεχθεί, η δε κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ αποδέχονταν, δια στόματος Βαρουφάκη, ένα ετήσιο πρωτογενές πλεόνασμα του 0,5%του ΑΕΠ. Σε απόλυτους αριθμούς η απόσταση των δυο πλευρών ήταν οκτώ δισεκατομμύρια ευρώ ετησίως. 

Αν δεχθούμε ότι η μέση λύση θα ήταν ένα πρωτογενές πλεόνασμα του 2,5% του ΑΕΠ ετησίως, οτιδήποτε θα ήταν πάνω από αυτό θα ήταν μια αποτυχία στη διαπραγμάτευση για την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ. Ως γνωστόν το τρίτο Μνημόνιο απαίτησε πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% επί τρία χρόνια και, στη συνέχεια 2% ετησίως ως το 2060.

Ακόμα σημαντικότερη διαπραγματευτική αποτυχία της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ ήταν το αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι δεν πέτυχε μια διευθέτηση του δυσθεώρητου δημοσίου χρέους, πράγμα που θα βρούμε μπροστά μας στα επόμενα χρόνια.

Εντούτοις, ο τρόπος που ο ΣΥΡΙΖΑ διαχειρίστηκε τη βαριά αυτή ήττα ήταν μια τρίτη ευχάριστη έκπληξη για εμένα. Το γεγονός ότι στο τέλος κάθε χρόνου προέκυπτε ένα υπερβάλλον πλεόνασμα που αποδίδονταν σε αδύναμες κοινωνικές ομάδες -κυρίως συνταξιούχους-, πιστώνεται στον Ευκλείδη Τσακαλώτο, έστω κι αν αυτό ούτε μια στιγμή δεν διεκδίκησε αυτή του την επιτυχία, το γεγονός ότι σε αυτές τις συνθήκες το γεγονός ότι δεν κατέρρευσε το Δημόσιο Σύστημα Υγείας οφείλεται -πέρα από τον ηρωισμό του προσωπικού του- και στη διαχείριση του Παύλου Πολάκη, το γεγονός ότι δεν κατέρρευσαν τα Δημόσια σχολεία -πέρα από τον ηρωισμό των εκπαιδευτικών- οφείλεται και στη διαχείριση του Νίκου Φίλη.

ΔΕΚΑ ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ

Δέκα χρόνια μετά ο ΣΥΡΙΖΑ είναι ένα κόμμα άχρωμο, άοσμο και άγευστο κι εισπράττει τα επίχειρα της αυτοκτονικής του πολιτικής από το 2019 και μετά. 

Το ότι δεν διεκδίκησε ούτε μια στιγμή όσα έκανε σωστά κατά την περίοδο της διακυβέρνησής του και τα οποία, παρ' όλα αυτά το 80% των ανθρώπων που τον είχαν τιμήσει με την ψήφο τους το 2015 του τα πίστωσαν και ανανέωσαν την εμπιστοσύνη τους προς αυτόν το 2019.

Το ότι μετά τη δεινή ήττα του 2023 επέτρεψε σ' έναν τυχάρπαστο, που είναι αμφίβολο αν καταστατικά είχε δικαίωμα να διεκδικήσει την ηγεσία, να πάρει το κόμμα, και στη συνέχεια οι ηττημένοι σηκώθηκαν κι έφυγαν χωρίς να κάνουν τον κόπο να εξηγήσουν το γιατί.

Όμως όλα αυτά είναι απλώς Ιστορία. Το σημερινό πρόβλημα είναι πως με αυτά και μ' εκείνα, η μόνη αντιπολίτευση στο μητσοτακικό καθεστώς που αντιλαμβάνεται η κοινωνία έχει ακροδεξιό χρώμα και άρωμα. Κι αυτό θα το πληρώσουμε ακριβά.

Γιάννης Χρυσοβέργης

*Φιλοκαλούμεν τε γαρ μετ' ευτελείας και φιλοσοφούμεν άνευ μαλακίας» (Θουκιδίδου Ιστορία 2.40) «Αγαπούμε το ωραίο, αλλά μένομε απλοί και φιλοσοφούμε χωρίς να είμαστε νωθροί» (Μετάφραση Άγγελου Σ. Βλάχου, Βιβλιοπωλείο της ΕΣΤΙΑΣ, 1998, σ.148)





Παρασκευή 18 Μαΐου 2012

ΕΥΡΩ Ή ΔΡΑΧΜΗ; Η ΑΥΤΟΠΑΓΙΔΕΥΣΗ ΤΩΝ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΩΝ ΔΙΛΗΜΜΑΤΩΝ

Το δίλημμα «ευρώ ή δραχμή» ήταν βασικό στοιχείο της προεκλογικής συνθηματολογίας του ΠΑΣΟΚ της ΝΔ και της ΔΗΜΑΡ πριν τις εκλογές της 6ης Μαΐου. 
Με την προκήρυξη των νέων εκλογών είναι το αποκλειστικό σύνθημα των δυο πρώτων κομμάτων και παραμένει βασικό για το τρίτο.
Πόσο όμως αφορά το δίλημμα αυτό την ελληνική κοινωνία;

Τους μήνες που ακολούθησαν την ανατροπή της κυβέρνησης Παπανδρέου, το ερώτημα «ευρώ ή δραχμή» εμπεριέχονταν σε όλες ανεξαιρέτως τις δημοσκοπήσεις. Και οι απαντήσεις έδειχναν μια πρόθεση παραμονής στο ευρώ κυμαινόμενη μεταξύ 75% και 80% και τις απόψεις υπέρ της επιστροφής στο εθνικό νόμισμα να περιορίζονται στο, μειοψηφικό 11%-15%.
Εντελώς λογικά, το άθροισμα των ποσοστών των κομμάτων που έθεταν ως εκ των ων ουκ άνευ προϋπόθεση την παραμονή της χώρας  στο ευρώ θα έπρεπε να είναι τουλάχιστον 75% στις εκλογές της 6ης Μαΐου. 
Εντούτοις οι αριθμοί διέψευσαν οικτρά τις προβλεψεις. Τα κόμματα αυτά (ΝΔ, ΠΑΣΟΚ, ΔΗΜΑΡ, ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗ ΣΥΜΜΑΧΙΑ, ΔΡΑΣΗ, ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΞΑΝΑ, ΟΙΚΟΛΟΓΟΙ ΠΡΑΣΙΝΟΙ) συγκέντρωσαν μόλις 48,33%. 
Πράγμα που αποδεικνύει ότι για ένα μεγάλο μέρος των ψηφοόρων το δίλημμα «ευρώ ή δραχμή» μικρό ή καθόλου ρόλο δεν έπαιξε στην τελική τους απόφαση για το κόμμα που θα ψήφιζαν.
Όμως, σε μια κοινωνία που μετρά 1,2 εκατομμύρια άνεργους, 450.000 από τους οποίους είναι ήδη μακροχρόνια άνεργοι, 400.000 εργαζόμενους απλήρωτους για τουλάχιστον τέσσερις μήνες, εκατοντάδες χιλιάδες υποαπασχολούμενων από ανάγκη και όχι από επιλογή και άγνωστο αριθμό ελεύθερων επαγγελματιών - κυρίως εργαζομένων με σχέση εξαρτημένης εργασίας αλλά αμειβόμενους με δελτίο παροχής υπηρεσιών - με εισοδήματα χαμηλότερα αυτών του ανειδίκευτου εργάτη, είναι εντελώς φυσιολογικό το κυρίαρχο ζήτημα να είναι η καταβαράθρωση του βιοτικού επιπέδου, η αγωνία για να καλυφθούν οι στοιχειώδεις ανάγκες της οικογένειας και όχι το νόμισμα στο οποίο θα γίνονται οι συναλλαγές τους
Αντιθέτως, τα κόμματα που προέταξαν την προστασία του βιοτικού επιπέδου συγκέντρωσαν 28,71%. Αν δε σε αυτό το ποσοστό προστεθεί και το 9,04% που συγκέντρωσαν αθροιστικά ΟΙΚΟΛΟΓΟΙ ΠΡΑΣΙΝΟΙ και ΔΗΜΑΡ, φθάνουμε στο 37,75% ποσοστό πρωτοφανές μεταπολιτευτικά.
Το ότι σε συνθήκες δραματικά οξυνόμενης κοινωνικής και ανθρωπιστικής κρίσης, ολοένα και περισσότεροι άνθρωποι νοιάζονται όλο και λιγότερο για την παραμονή στην Ευρωζώνη αναδεικνύεται κι από πρόσφατη δημοσκόπηση της PULSE για το ΠΟΝΤΙΚΙ της 17ης Μαΐου. Το 54% των ερωτηθέντων απαντάει ότι «επιθυμεί θυσίες για την παραμονή στο ευρώ μέχρι ενός σημείου, πέραν δε αυτού εθνικό νόμισμα». Το 34% απαντάει ότι «επιθυμεί την παραμονή στο ευρώ έναντι οιουδήποτε τιμήματος», το 7% απαντά ότι «επιθυμεί άμεση επιστροφή σε εθνικό νόμισμα» και το 5% δεν έχει γνώμη.
Είναι προφανές ότι το 34% που θέλει παραμονή στο ευρώ έναντι οιουδήποτε τιμήματος είναι αυτοί που δεν τους έχει αγγίξει η κρίση. Και οι οποίοι σχεδόν όσοι και οι ψηφοφόροι της ΝΔ, του ΠΑΣΟΚ, της ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗΣ ΣΥΜΜΑΧΙΑΣ και της ΔΡΑΣΗΣ μαζί (36,38%).
Είναι επίσης προφανές ότι σε αυτό το 54% που με οδηγό την κοινή λογική «θέλουν την παραμονή στο ευρώ, όχι όμως με οποιοδήποτε τίμημα» στοχεύει η εκλογική τακτική του ΣΥΡΙΖΑ. Δηλώνοντας ότι δεν επιθυμεί αποχώρηση από την Ευρωζώνη, αλλά και ότι δεν είναι διατεθειμένος να αποδεχτεί τις υποχρεωτικές βάσει της δανειακής σύμβασης νέες μειώσεις μισθών και συντάξεων,  απευθύνεται σε ένα πολύ ευρύτερο κοινό από αυτό που απευθύνονται οι αρχιτέκτονες του διλήμματος «ευρώ ή δραχμή».
Είναι επίσης προφανές ότι αυτό το 54% δεν είναι ομοιογενές. Ανάλογα με το βαθμό έκθεσής τους στις επιπτώσεις της κρίσης, οι άνθρωποι αυτοί θα στραφούν προς το ΣΥΡΙΖΑ ή προς το δίπολο ΝΔ-ΠΑΣΟΚ, με κάποιους από αυτούς να προτιμούς την ενδιάμεση στάση της ΔΗΜΑΡ.
Σε κάθε περίπτωση όμως, η επιλογή από τον Αντώνη Σαμαρά του διλήμματος «ευρώ ή δραχμή» και μάλιστα σε τόνους που παραπέμπουν σε κλίμα πόλωσης άγνωστο σε εκλογική αναμέτρηση από το 1984, είναι μια λάθος επιλογή, καθώς αποποιείται τη μεγάλη πλειοψηφία των ψηφοφόρων, προς όφελος μια μειοψηφίας προνομοιούχων.
Και είναι βέβαιο ότι ο ΣΥΙΡΖΑ κι Αλέξης Τσίπρας σε αυτή τη φάση, μέρος μόνο αυτής της πλειοψηφίας θα προσελκύσουν. Είναι όμως ήδη καλύτερα πλασαρισμένοι κι αυτό από λάθος των αντιπάλων τους.

Γιάννης Χρυσοβέργης