Κυριακή 18 Δεκεμβρίου 2011

Άξιο αναφοράς

Notable and quotable λένε ό βορειοαμερικάνοι, όταν κρίνουν ότι μια δήλωση έχει ενδιαφέρον και αξίζει, ως εκ τούτου, να καταγραφεί και να μνημονευτεί. Έτσι κρίνω και μια πρόσφατη δήλωση του Όσκαρ Λαφοντέν, ηγέτη της γερμανικής αριστεράς, που έκανε στο Spiegel, σε σχέση με την κρίση στην Ελλάδα και στην Ευρώπη. Η συνέντευξή του δημοσιεύτηκε στην «Εποχή» αυτής της Κυριακής.

Spiegel: Μα με συγχωρείτε κ. Λαφοντέν, αλλά πώς αλλιώς μπορούν να βγουν από την κρίση αυτές οι χώρες (σ.σ. όπως η Ελλάδα) που έχουν χρέη δισεκατομμυρίων, αν όχι εξοικονομώντας δαπάνες;

Λαφοντέν: Μόνο όταν αναπτύσσεται η οικονομία, αυξάνονται τα έσοδα του κράτους και μειώνονται τα έξοδα. Το κράτος δεν είναι σαν τη νοικοκυρά. Όταν η νοικοκυρά ξοδεύει πολλά, μπορεί κάνοντας οικονομία να ισορροπήσει και πάλι τον προϋπολογισμό της, επειδή τα έσοδά της παραμένουν τα ίδια. Όταν ένα κράτος –βλέπε Ελλάδα– κάνει οικονομία σε λάθος στιγμή, καταρρέουν τα φορολογικά έσοδα και τα χρέη γίνονται ολοένα και μεγαλύτερα. Πιο αποτελεσματική από την εξοικονόμηση δαπανών είναι η αύξηση των εσόδων μέσα από μια δίκαιη φορολογική πολιτική που θα μεταφέρει τα βάρη σε όσους έχουν μεγάλη περιουσία και υψηλά εισοδήματα.

Απλά και σοφά λόγια. Από το κράτος νοικοκύρη, που υπαγορεύει η προτεσταντική ηθική της σκληρής εργασίας και της οικονομίας στα έξοδα, και που έχει γοητεύσει ιδιαίτερα την κ. Μέρκελ και την ιθύνουσα τάξη, καλούμαστε να μεταβούμε στο κράτος «ανοιχτοχέρη», που είναι διατεθιμένο να ξοδέψει προκειμένου να παραγάγει πλούτο και τα εισπράξει έσοδα. Άραγε υπάρχει ελπίδα να το αποδεχτούν αυτό οι κρατούντες, όσο ακόμα υπάρχει καιρός;

Γιώργος Αιμ. Σκιάνης



Σάββατο 17 Δεκεμβρίου 2011

ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ ΣΤΗ ΣΕΖΑΡΙΑ ΕΒΟΡΑ

Πριν λίγες ώρες άφησε την τελευταία της πνοή σε ένα νοσοκομείο του Πράσινου Ακρωτηρίου η Σεζάρια Εβόρα, η ξυπόλητη τραγουδίστρια που κέρδισε τις καρδιές εκατομμυρίων ανθρώπων σε όλο τον κόσμο.

Γεννημένη στο Πράσινο Ακρωτήριο στις 27 Αυγούστου 1941, έζησε μέχρι τα 46 της χρόνια, άγνωστη μεταξύ αγνώστων, τραγουδώντας στις ταβέρνες του Πράσδινου Ακρωτηρίου. 
Τότε ένας Γάλλος τουρίστας της πρότεινε να την ακολουθήσει στο Παρίσι για να βγάλει δίσκο. Τον ακολούθησε, γιατί «δεν είχε πάει ποτέ της στο Παρίσι». 
Το ταξίδι αυτό έμελλε να γίνει η απαρχή μιας διεθνούς σταδιοδρομίας. Το 1988 κυκλοφόρησε το πρώτο της άλμπουμ με τίτλο «Η Ξυπόλητη Ντίβα». Τέσσερα χρόνια και δυο άλμπουμ μετά, όλος ο κόσμος έχει αρχίσει να μιλάει γι αυτή. Το Sodade το Mar Azul, το Petit Pays το Cabo Verde, το Ausencia και τόσα άλλα, ακούγονταν από τα ραδιόφωνα απανταχού της γης κι οι πολυπληθείς θαυμαστές της γέμιζαν ασφυκτικά τις αίθουσες συναυλιών.
Το 2007 οι γιατροί διέγνωσαν στεφανιαία νόσο και την υποχρέωσαν να ακυρώσει την προγραμματισμένη περιοδεία της στις ΗΠΑ, προκειμένου να εγχειριστεί. 
Λίγους μήνες αργότερα, το 2008, παθαίνει εγκεφαλικό επεισόδιο μετά από μια συναυλία στη Μελβούρνη.
Και πάλι επέστρεψε μετά από λίγους μήνες στο πάλκο, φροντίζοντας αυτή τη φορά να αραιώσει τις δημόσιες εμφανίσεις της, για να αποσυρθεί, για τρίτη φορά, μετά από ένα έμφραγμα, στις 10 Μαΐου 2010, στο Παρίσι. Και πάλι όμως επιστρέφει με μια συναυλία στην οποία αποθεώνεται, στο Grand Rex του Παρισιού.
Ήταν το κύκνειο άσμα της. Καταπονημένη από το πλήθος των καρδειοαγγειακών και αναπνευστικών προβλημάτων, αλλά αρνούμενη ως την τελευταία στιγμή να κόψει το κάπνισμα και τη νόστιμη αλλά απαγορευμένη διά ροπάλου για την κατάσταση της υγείας της, διατροφή της, ανακοίνωσε, στις 23 Σεπτεμβρίου 2011, την οριστική της απόσυρση.
Σε μια συνέντευξη που παραχώρησε στη δημοσιογράφο της LE MONDE, Véronique Montaigne είπε: «Αποσύρομαι. Δεν έχω πια δυνάμεις. Πείτε στους θαυμαστές μου ότι τους ζητώ συγνώμη, αλλά πρέπει να αναπαυτώ».
Την περασμένη Παρασκευή, εισήχθη στο Νοσοκομείο Μπαπτίστα ντε Σόουζα του Σάο Βισέντε, με αναπνευστική ανεπάρκεια και υπέρταση. Το θάνατό της ανακοίνωσε ο Υπουργός Πολιτισμού του Πράσινου Ακρωτηρίου.

Γιάννης Χρυσοβέργης


Σάββατο 10 Δεκεμβρίου 2011

Το άλεφ

Συχνά, τα απογεύματα της Παρασκευής πηγαίνω στο μπαράκι που είναι τρία τετράγωνα από το σπίτι μου για να ακούσω live την εκπομπή στο radiobubble που έχουμε με κάποιους φίλους, από το πάλαι ποτέ περιοδικό Resistencias, και μετά να τη σχολιάσουμε μαζί. Μια φορά, πριν από μερικές εβδομάδες, γινόταν φασαρία μέσα στο μαγαζί, δε μπορούσα να ακούσω τί λέγανε εκεί πάνω στο πατάρι που είναι ο σταθμός και ψιλοσπάστηκα. Ωστόσο ανταμείφθηκα, κατά κάποιον τρόπο, ακούγοντας την κουβέντα που έκανε μια παρέα νέων παιδιών στο διπλανό τραπέζι.
Υπάρχουν τουλάχιστον δυο είδη απείρων, είπε ο ένας από αυτούς. Το άλεφ 0 (μηδέν) και το άλεφ 1 (ένα). Το άλεφ 0 προσδιορίζει την απειρία των φυσικών αριθμών, που ως σύνολο μπορεί να αντιστοιχιθεί ένα προς ένα με το σύνολο των ρητών. Και το άλεφ 1 προσδιορίζει την απειρία των πραγματικών αριθμών, το σύνολο των οποίων δε μπορεί να αντιστοιχιθεί ένα προς ένα με τους φυσικούς.
Η κουβέντα συνεχίστηκε σε αυτό το πνεύμα, κινούμενη στη σκέψη του Γκέοργκ Κάντορ, που θεμελίωσε τη θεωρία συνόλων και που τελικά κατέληξε στο τρελλάδικο. Όποιος αφοσιώνεται στη θεωρία των αριθμών δεν έχει καλό τέλος. Στην καλύτερη γι’αυτόν περίπτωση θα του κολλήσουν τη ρετσινιά του γραφικού και του παλαβιάρη. Κάπως έτσι μήπως, δεν αντιμετώπιζαν οι «ξύπνιοι» καλοθελητές έναν παλιό μου καθηγητή, ο οποίος στις παραδόσεις του έδινε ιδιαίτερη βαρύτητα στη θεωρία των αριθμών και κυρίως στις έννοιες του απείρου και της συνέχειας;
Το έψαξα λίγο και στη βικιπαίδεια. Το άλεφ είναι το πρώτο γράμμα του εβραϊκού αλφαβήτου και συμβολίζεται με ένα Ν «καλλιγραφικό». Με Ν επίσης συμβολίζεται, στη σύγχρονη άλγεβρα, το σύνολο των φυσικών αριθμών (1, 2, 3,...). Στην καβαλιστική διδασκαλία, το άλεφ Ν εμφανίζεται ως το πρωταρχικό στοιχείο πάνω στο οποίο βασίζεται η δημιουργία του κόσμου. Σε αυτό το σημείο σκέφτομαι μήπως κάποιοι από τους μαθηματικους του 19ου και των αρχών του 20ου αιώνα –που πάσχισαν να θεμελιώσουν την αριθμοθεωρία πάνω σε σύνολα διακριτών αντικειμένων, όπως είναι το Ν– είχαν γνωρίσει την καβάλα και είχαν επηρεαστεί από αυτήν.
Ο Μπόρχες, που και αυτός είναι επηρεασμένος από το μυστικισμό, στο ομώνυμο διήγημά του ορίζει το άλεφ ως μια πρωταρχική οντότητα, μέσω της οποίας μπορεί κανείς να «δει» τον κόσμο σε όλες του τις εκδοχές και σε όλες του τις αντιθέσεις. Ως το «αρχιμήδειο σημείο», ή το προνομιακό σύστημα αναφοράς για να το πω με δικά μου λόγια, που μας επιτρέπει να καταλάβουμε τον κόσμο, αλλά ίσως και να δώσουμε περιεχόμενο στη ζωή μας.
Ένα τέτοιο άλεφ φαίνεται πως λείπει από τις ιδεολογικές αποσκευές της αριστεράς που, όπως εύστοχα επισημαίνεται και στην αμέσως προηγούμενη ανάρτηση, δυσκολεύεται να κατανοήσει τη ρευστή και εξελισσόμενη ευρωπαϊκή πραγματικότητα, ώστε να παρέμβει δημιουργικά και να δώσει στον κόσμο ελπίδα και προοπτική.
Τα νέα παιδιά που καθόντουσαν στο διπλανό τραπέζι, μόλις που ξεκινούν τη δική τους πορεία στον κόσμο των ιδεών και στην πραγματική ζωή. Στα χρόνια που έρχονται, ο καθένας τους θα εξακολουθήσει να συμπορεύεται με κάποιους, ενώ άλλους «θα τους μισήσει πάλι», όπως είπε ο Κατσαρός σε ποίημά του που μελοποίησε ο Θεοδωράκης. Είναι αυτό το πεδίο συνεννόησης, αυτό το άλεφ, που χωρίς αυτό δε μπορούν να οικοδομηθούν φιλίες που αντέχουν στο χρόνο.

Γιώργος Αιμ. Σκιάνης

ΑΥΤΗ Η ΕΥΡΩΠΗ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΔΙΚΗ ΜΑΣ

Οι πολιτικοί εκπρόσωποι του τραπεζικού κεφαλαίου επέβαλαν τη βούλησή τους στη Σύνοδο Κορυφής της 8ης και 9ης Δεκεμβρίου 2011. 
Η Ευρωπαϊκή Ένωση των 27 κοινοβουλευτικών δημοκρατιών μετατράπηκε, με συνοπτικές διαδικασίες, σε μια μονολιθική δικτατορία των αγορών και της γραφειοκρατίας των Βρυξελλών. 
Το αν η μεταλλαγμένη αυτή ΕΕ θα επιβιώσει ή όχι είναι το τελευταίο πράγμα που πρέπει να μας απασχολεί. Επείγει να ονειρευτούμε μια Ευρώπη της Δημοκρατίας και της κοινωνικής αλληλεγγύης. Και να τη χτίσουμε.

 Όσα είχαν επιδιώξει οι Ταλιμπάν του οικονομικού φιλελευθερισμού και απέτυχαν, με το έκτρωμα που ψευδεπίγραφα είχαν παρουσιάσει το 2004 ως «Ευρωπαϊκό Σύνταγμα», τα πέτυχαν, μέσα σε λίγες μόνο ώρες, στην τελευταία Σύνοδο Κορυφής με αιχμή του δόρατός τους του Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα.
Στη νέα Ευρωπαϊκή Ένωση, στην οποία σύντομα δε θα ανήκει το Ηνωμένο Βασίλειο - και πόσοι άλλοι άραγε; - λόγω του μείγματος επαρχιωτισμού και ακόμα μεγαλύτερου φιλελεύθερου ταλιμπανισμού που χαρακτηρίζει το βρετανικό Συντηρητικό Κόμμα, η χάραξη της οικονομικής πολιτικής έχει αφαιρεθεί από όλα τα νομιμοποιημένα με τη λαϊκή βούληση θεσμικά όργανα: τα εθνικά κοινοβούλια και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.
Σε όλα τα Κράτη-μέλη επιβλήθηκε η υποχρέωση συνταγματικής θέσπισης πλεονασματικών προϋπολογισμών, πράγμα που εκ των πραγμάτων σημαίνει την εκμηδένηση κάθε κοινωνικής πολιτικής, την απαγόρευση δημοσίων επενδύσεων, ακόμα και σε άκρως απαραίτητες υποδομές, την υποβάθμιση όλων των υπηρεσιών που το Κράτος υποχρεούται να παρέχει στους πολίτες.
Το αν οι προϋπολογισμοί των Κρατών-μελών συνάδουν με αυτή την επιταγή, η οποία αποκτά χαρακτήρα «μη αναθεωρίσιμου άρθρου του Συντάγματος» στα 26 Κράτη-μέλη, δεν θα το αποφασίζει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, αλλά η ΕυρωπαΪκή Επιτροπή και το ΕυρωπαΪκό Δικαστήριο.
 Το ότι αυτή η οικονομική πολιτική  θα οδηγήσει σε ανεξέλεγκτες χρεοκοπίες Κρατών-μελών μπορεί να το κατανοήσει ακόμα κι ένα μικρό παιδί, όμως αυτό είναι το ελάχιστο. Το ουσιώδες είναι ότι είμαστε αντιμέτωποι με τη μεγαλύτερη πολιτειακή ανατροπή από την εποχή της κατάργησης της απόλυτης μοναρχίας στην Ευρώπη, στα μέσα του 19ου αιώνα. Έκτοτε, με εξαίρεση τις περιόδους των δικτατοριών του 20ου αιώνα, τηρείται ευλαβικά η διάκριση των τριών εξουσιών, της νομοθετικής, της εκτελεστικής και της δικαστικής. 
Στο πλαίσιο αυτής της διάκρισης η εκπόνηση της οικονομικής πολιτικής ήταν παντού αποκλειστική αρμοδιότητα της νομοθετικής εξουσίας, που ενσάρκωναν τα εθνικά κοινοβούλια. Η αφαίρεση από αυτά της εν λόγω αρμοδιότητας, θα μπορούσε - και όφειλε - να είναι αποδεκτή μόνο εφ' όσον ανατίθονταν σε ένα άλλο, ευρύτερο, νομοθετικό σώμα, εκλεγμένο με καθολική ψηφοφορία, εν προκειμένοις το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.
Το ολοκληρωτικό έκτρωμα που θεσπίστηκε στις 8 και 9 Δεκεμβρίου 2011, προβλέπει οι εθνικοί προύπολογισμοί να τίθενται στις προκρούστιες κλίνες μιας ανεξέλεγκτης εκτελεστικής εξουσίας, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και μιας εξ ίσου ανεξέλεγκτης Δικαστικής εξουσίας.
Απέναντι σε αυτό το πρωτοφανές πραξικόπημα και με δεδομένο ότι η Ευρωπαϊκή Σοσιαλδημοκρατία - με εξαίρεση τους Γερμανούς, οι οποίοι όμως πρέπει να αποδείξουν αυτά που λένε και όταν θα γίνουν κυβέρνηση, και μέρος των Γάλλλων, αλλά όχι και του υποψηφίου τους για την Προεδρία - έχει εκουσίως επιλέξει το ρόλο του γελωτοποιού στο τραπέζι των  νέων πριγκίπων, εναπόκειται σε δυο μειοψηφικές πολιτικές δυνάμεις, την Ευρωπαϊκή Αριστερά και τους Πράσινους, να αναλάβουν το βάρος της αντίστασης και της συγκρότησης ενός χειροπιαστού οράματος για μια νέα, Δημοκρατική και Αλληλέγγυα Ευρώπη. 
Και οι μεν και οι δε όμως, καλούνται να αναλάβουν το τον ηράκλειο αυτό άθλο με σοβαρότατες ιδεολογικές και πολιτικές ελλείψεις.
Η μεν Ευρωπαϊκή Αριστερά, μολονότι διαθέτει την κουλτούρα της προσπάθειας συντονισμού των κοινωνικών αντιστάσεων, παραμένει εγκλωβισμένη σε μια εθνική προσέγγιση των προβλημάτων κι αδυνατεί να εκπονήσει μια κοινή ευρωπαϊκή στρατηγική των κομμάτων - μελών της. Αποτέλεσμα είναι η έκθεσή της σε εθνοκεντρικές προσλήψεις της πολιτικής, που την οδηγούν συχνά σε παρά φύσιν εναγκαλισμούς με ακραία στοιχεία εθνικών ιδεολογιών (βλ. την αμφιθυμία του ΣΥΡΙΖΑ έναντι των δυνάμεων του λεγόμενου «ριζοσπαστικού πατριωτισμού» ή την ακραία αντίθεση του γερμανικού Κόμματος της Αριστεράς στην προσέγγιση της Τουρκίας με την Ευρωπαϊκή Ένωση).
Οι Ευρωπαίοι Πράσινοι από τη άλλη, μολονότι είναι το μόνο κόμμα με σαφή ευρωπαϊκή στρατηγική και μολονότι τάσσονται σαφώς υπέρ μιας Ευρώπης με τα χαρακτηριστικά που περιγράψαμε, αδυνατούν να σκεφτούν με λογικές ρήξης, απαραίτητες πλέον για την προστασία του Δημοκρατικού κεκτημένου. Επιπροσθέτως, τους είναι εξαιρετικά δύσκολο, με εξαίρεση τα Πράσινα κόμματα της Νότιας Ευρώπης, να συζητήσουν με την Αριστερά.
Με δεδομένες τις σοβαρότατες εγγενείς αδυναμίες Ευρωπαϊκής Αριστεράς και Ευρωπαίων Πράσινων, αλλά και την πλήρη αυτοαπαξίωση της Σοσιαλδημοκρατίας και την απόλυτη περιθωριοποίηση των οπαδών του Δημοκρατικού κεκτημένου στους πολιτικούς χώρους του φιλελευθερισμού και του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος, το μέλον της Ευρωπαϊκής Ένωσης που γνωρίσαμε στις διάφορες μορφές της τα τελευταία πενήντα πέντε χρόνια είναι ζοφερό. Και μαζί και των Κρατών-μελών που την απαρτίζουν. 
Όμως είμαστε υποχρεωμένοι να ελπίζουμε. Όχι σε θαύματα, αλλά σε ένα πανευρωπαϊκό κίνημα πολιτών για μια Δημοκρατική και Αλληλέγγυα Ευρώπη. Και να εργαστούμε γι αυτό. Ακόμα κι αν η προσπάθεια φαίνεται μάταιη.

Γιάννης Χρυσοβέργης







Τετάρτη 7 Δεκεμβρίου 2011

Θα αντέξει η ριζοσπαστική αριστερά;

Με το άρθρο του Ανδρέα Καρίτζη που παραθέτω από τη σημερινή ΑΥΓΗ δε συμφωνώ για τον απλούστατο λόγο ότι δεν τοποθετώ τον εαυτό μου στην «ριζοσπαστική Αριστερά».
Το αναρτώ όμως γιατί, στα δυο χρόνια της κρίσης που ζούμε, είναι η πρώτη φωνή από το χώρο του ΣΥΡΙΖΑ που γνωρίζω να ανησυχεί σοβαρά για τον εναγκαλισμό της Αριστεράς με τις δυναμέις του ακραίου εθνικισμού.
Επίσης είναι μια από τις ελάχιστες φωνές στον ίδιο χώρο που ψαχουλεύει μια οριοθέτηση απέναντι στην εθνική αφήγηση, πράγμα που η ελληνική Αριστερά, από το 1941 και μετά, αρνήθηκε να κάνει.
Εύχομαι να μην αποδειχθεί φωνή βοώντος εν τη ερήμω.

Γιάννης Χρυσοβέργης
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η κοινωνική καταστροφή έχει πάρει πλέον ανεξέλεγκτες διαστάσεις. Σε έναν κόσμο που σπαράσσεται από την καπιταλιστική κρίση, η οποία πυροδοτεί παράλληλα μια πολύμορφη κρίση (κρατικών χρεών, κρίση στην εργασία, κρίση δημοκρατίας, περιβαλλοντική, διατροφική κ.ο.κ.) οι λαοί καλούνται να υπερασπιστούν την ίδια τους την ύπαρξη.
Μέσα σε ένα τέτοιο σκηνικό, τεράστιες μάζες πληθυσμού εμφανίζονται στο προσκήνιο των κοινωνικών αγώνων. Όμως το κάνουν με τα δικά τους ιδεολογικά αποθέματα, που κατά κύριο λόγο διέπονται από την αστική ιδεολογία περί εθνικής ενότητας. Καθήκον της αριστεράς είναι να βρει τον τρόπο να οργανώσει την ανατροπή αλλά και να μετασχηματίσει τις παραστάσεις που επικρατούν στα μυαλά των ανθρώπων. Μια τέτοια σύνθετη στρατηγική χρειάζεται επιδεξιότητα και καθαρό μυαλό.
Είναι προφανές ότι δουλειά της αριστεράς μέσα σε μια τέτοια κοινωνική αναταραχή είναι να αναδεικνύει την ταξική φύση της κρίσης, των «διεξόδων» και των αναγκαίων αγώνων. Ακόμη και αν κυριαρχήσει μια ιδεολογική πρόσληψη της πραγματικότητας με βάση εθνικούς προσδιορισμούς, η αριστερά πρέπει να κάνει αυτό που ορίζει η ταυτότητά της: να πολιτικοποιήσει τον αγώνα των «από κάτω», να μετατρέψει την οργή σε συντεταγμένο πολιτικό σχέδιο που εξυπηρετεί τα δικά τους συμφέροντα και να μετασχηματίσει την ιδεολογική παράσταση.
Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να αγνοηθεί η εθνική διάσταση. Αντιθέτως. Το εθνικό επίπεδο είναι τo μόνο στο οποίο η λαϊκή βούληση είναι παρούσα (όσο και αν επιχειρείται η παράκαμψή της). Ωστόσο, η λαϊκή κυριαρχία δεν απειλείται από άλλα έθνη, όπως υπονοεί μια εθνική αφήγηση, αλλά συνιστά κοινό κίνδυνο όλων των λαών μπροστά στην καπιταλιστική αναδιάρθρωση.
Αν συνδυάσουμε και την ιστορική εμπειρία, ότι κανείς λαός δεν πρόκειται να σωθεί μόνος του αν οι διπλανοί του διαλυθούν, καταλαβαίνουμε πόσο κρίσιμη είναι η διαστρέβλωση που μπορεί να προκληθεί από την επικράτηση εθνικών αφηγήσεων και στοχεύσεων αν δεν υπάρξει μια αποτελεσματική και αποφασιστική τοποθέτηση της αριστεράς στο εσωτερικό των «από κάτω».
Η κεντρομόλος δύναμη της εθνικής ενότητας, δηλαδή του πυρήνα της αστικής ιδεολογίας, είναι τεράστια. Σαγηνεύει εδώ και πολλές δεκαετίες τμήματα της αριστεράς, συνιστά τον βασικό ιδεολογικό πυλώνα των δυνάμεων που αποδεσμεύονται από το ΠΑΣΟΚ, τη λαϊκή δεξιά, αλλά και δυνάμεων του ριζοσπαστικού αστισμού που αναδύονται αυτή την περίοδο (“Σπίθα”, Kαζάκη, κ.ο.κ.). Θα αντέξει η ριζοσπαστική αριστερά στην πίεση; Υπάρχουν λόγοι να ανησυχεί κανείς για τον κίνδυνο μιας ακόμη βαριάς ήττας;
Ενώ είναι απαραίτητο ένα μεγάλο μέτωπο ανατροπής να είναι ανοικτό στη συμμετοχή στελεχών και συλλογικοτήτων προερχόμενων από το ΠΑΣΟΚ, η πίεση για κάτι τέτοιο μπορεί να οδηγήσει στην υιοθέτηση της αφήγησης περί εθνικής απελευθέρωσης ως ελάχιστο σημείο συμφωνίας ενώ στην πραγματικότητα θα πρόκειται για υποταγή της αριστεράς σε ένα πολιτικό σχέδιο του ριζοσπαστικού (έστω) αστισμού (παρόλα αυτά).
Η πολιτική παρέμβαση κομματιών της αριστεράς που αδυνατούν να υπερβούν τις εθνικές σειρήνες ενισχύει τον ριζοσπαστικό αστισμό καθημερινά, ανεξάρτητα του τι νομίζουν ότι κάνουν. Το παντελώς αναποτελεσματικό και πολλαπλά προβληματικό φλερτ με δεξιά ακροατήρια με όρους «χαϊδέματος αυτιών» -σε αντίθεση με μια επιδέξια, άκρως αναγκαία, προσπάθεια να μιλήσουμε σε αυτό τον κόσμο ξεκινώντας από τις δικές του αφετηρίες με στόχο να αρθούν διαχωριστικές γραμμές στο εσωτερικό των "από κάτω" (π.χ. μετανάστες, πατρίδες κ.ο.κ.)- δείχνει το μέγεθος της πίεσης, αλλά, ενδεχομένως, και της δουλειάς που πρέπει να καταβάλουμε ώστε η ριζοσπαστική αριστερά να ανταποκριθεί στις σύνθετες απαιτήσεις της συγκυρίας.
Μπορούμε να κάνουμε και πλειοψηφικά μέτωπα και αποτελεσματικούς αγώνες και διεύρυνση της ιδεολογικής μας επιρροής, σε ένα πολύ εχθρικό περιβάλλον, χωρίς να ενδώσουμε στη θανατερή θαλπωρή της εθνικής αγκαλιάς; Αυτό ήταν και είναι το στοίχημα της αριστεράς. Πιστεύω ότι μπορούμε. Αρκεί να μην αντιμετωπίζουμε με ελαφρότητα κρίσιμα ζητήματα στην ιστορική φάση που βρισκόμαστε.

Δευτέρα 5 Δεκεμβρίου 2011

ΣΟΚΡΑΤΕΣ: Μια μεγάλη μορφή του ποδοσφαίρου έφυγε

Οι αθλητικοί συντάκτες τον χαρακτήρισαν έναν από τους καλύτερου μέσους όλων των εποχών. Όμως υπήρξε κατι πολύ περισσότερο από μεγάλος ποδοσφαιριστής. Υπήρξε ένας παθιασμένος άνθρωπος.

Τον πρωτοείδαμε στα γήπεδα στα τέλη της δεκαετίας του '70, μπήκε στη ζωή μας ταυτόχρονα με την έγχρωμη τηλεόραση.
Αντίθετα όμως από την τηλεόραση, που όσο πολύ κολάει κανείς μαζί της τόσο πιο μαυρόασπτρη γίνεται η ζωή του, ο Σόκρατες ομόρφαινε τη ζωή. 
Το ποδόσφαιρο που έπαιζε ήταν κάτι πρωτόγνωρο για Βραζιλιάνο ποδοσφαιριστή. Δεν ήταν το φανταιζί ποδόσφαιρο που είχαν δοξάσει ο Πελέ, ο Ζαϊρζίνιο, ο Ριβελίνο, ο Κάρλος Αλμπέρτο κι οι άλλοι παίκτες εκείνης της χρυσής Εθνικής Βραζιλίας που, πήρε τα τρία από τα τέσσερα παγκόσμια κύπελα από το 1958 ως το 1970. Είχε μια γοητευτική απλότητα, παρόμοια με αυτή του ποδοσφαίρου των ιπτάμενων Ολλανδών εκείνης της εποχής. Αλλά ήταν διαφορετικό από το ολλανδικό.
Χρόνια μετά, έμαθα τις άλλες πτυχές της ζωής του. Κάπου στα τέλη της δεκαετίας του '70 ή στις αρχές της δεκαετίας του '80 η ομάδα του η Κορίνθιανς, πήγαιεν από το κακό στο χειρότερο. πρωτοστατούντος του Σόκρατες οι παίκτες ανέλαβαν τη διοίκηση της ομάδας, απολύοντας τον πρόεδρο και τον προπονητή. Οι αποφάσεις για την τακτική στους αγώνες λαμβάνονταν συλλογικά, η ενδεκάδα και οι αλλαγές αποφασίζονταν από τους ίδιους τους παίκτες. Και έγινε το απίστευτο. Η ομάδα, από εκεί που είχε τον υποβιβασμό βέβαιο διέπρεψε.
Ο Σόκρατες ξεκίνησε αργά την επαγγελματική ποδοσφαιρική του σταδιοδρομία στα 25 του χρόνια, κι αυτό γιατί δεν ήθελε να εγκαταλείψει τις σπουδές της ιατρικής. Βαθύτατα πολιτικοποιημένος και στρατευμένος στην Αριστερά, φρόντιζε να προκαλεί το ποδοσφαιρικό κατεστημένο με τις κατά καιρούς δηλώσεις του.
«Χάρη στο ποδόσφαιρο γνώρισα όλο τον κόσμο», δήλωνε  το 2010 σε μια του συνέντευξη στο BBC. «Γνώρισα αυτούς που υποφέρουν αλλά κι αυτούς που τα έχουν όλα.  Χάρη στην αγάπη των ανθρώπων μπορώ να μιλήσω για λογαριασμό αυτών που δεν έχουν φωνή. Αν ήμουν με αυτούς της άλλης πλευράς κανείς δε θα ενδιαφέρονταν για το τι λέω».
Οι αγαπημένες του προσωπικότητες δεν ήταν οι Θεοί του βραζιλιανού ποδοσφαίρου, αλλ ο Τσε Γκεβάρα κι Φιντέλ Κάστρο. 
Όπως κάθε άνθρωπος όμως όμως είχε και τις αδυναμίες του.Κι η δική του ήταν το πιοτό. Που δεν το έπινε αλλά «τον έπινε». Και του στέρησε τη ζωή στα 57 του χρόνια τα χαράματα της Κυριακής 4 Δεκεμβρίου.

Γιάννης Χρυσοβέργης

Πέμπτη 1 Δεκεμβρίου 2011

Η ΚΡΙΣΗ - 'Η ΜΗΠΩΣ Η ΑΚΡΙΣΙΑ; - ΤΩΝ ΜΜΕ

Με μια απεργία απελπισίας η ΕΣΗΕΑ και οι υπόλοιπες οργανώσεις  των εργαζομένων στα ΜΜΕ προσπάθησαν να αντιδράσουν στις συνεχείς απολύσεις και στις μονομερείς ενέργειες οριζοντίων μειώσεων αποδοχών από μέρους της εργοδοσίας. Που κι αυτή, μάχες οπισθοφυλακών δίνει.

 Υπάρχει μέλλον για τα ελληνικά ΜΜΕ;  Το ερώτημα μόνο φιλολογικό δεν είναι. Για περισσότερα από είκοσι χρόνια, ο πληθωρισμός των μέσων, η διαπλοκή των ιδιοκτητών τους με την πολιτική εξουσία και τα κάθε λογής νόμιμα και άνομα οικονομικά συμφέροντα, η αδιαφορία των ίδιων των δημοσιογράφων για την ποιοτική αναβάθμιση του επαγγέλματός τους και η αδιαφορία των παντων για τη δημιουργική ενσωμάτωση των νέων τεχνολογιών στη διαχείριση της ενημέρωσης προϊδέαζαν για αυτό που συμβαίνει πλέον. 
Οι δημοσιογράφοι της ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑΣ και του ALTER απεργούν έχοντας κλείσει τέσσερις μήνες απλήρωτοι. Η κυβέρνηση θέλει να εξομοιώσει μισθολογικά τους δημοσιογράφους της ΕΡΤ και του Αθηναϊκού Παρακτορείου Ειδήσεων με τους γραφιάδες απόφοιτους δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Μέσα σε διάστημα 48 ωρών ο Δημοσιογραφικός Οργανισμός Λαμπράκη και ο ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΤΥΠΟΣ ανακοίνωσαν μειώσεις μισθών 20% σε όλο το προσωπικό από 1ης Δεκεμβρίου ο πρώτος και μειώσεις αποδοχών 10% στους τεχνικούς ο δεύτερος.
Δικαιολογίες υπάρχουν πολλές: η κατάρρευση των διαφημίσεων λόγω της κρίσης, ο αθέμιτος ανταγωνισμός των διαδικτυακών ΜΜΕ, η ανάγκη προσαρμογής σε νέες τεχνολογίες κ.λ.π. Και είναι αλήθεια ότι όλες ισχύουν. Όμως δεν αρκούν.
Ουδείς ασχολήθηκε με τη συνεχή μείωση της αναγνωσιμότητας των εφημερίδων, της τηλεθέασης των δελτίων ειδήσεων και της ακροαματικότητας των ενημερωτικών εκπομπών στα ραδιόφωνα. Κι όμως «βαστούσε χρόνια αυτή η κολώνια». Και η μόνη αντίδραση ήταν να μπουκώσουν οι εφημερίδες με δώρα, για να καταλήξουν σύντομα να προβάλλουν τα «δώρα» και όχι τα ρεπορτάζ τους. Η μόνη αντίδραση των τηλεοπτικών σταθμών ήταν να μπουκώσουν το πρόγραμμά τους με γλυκανάλατες σαπουνόπερες από τη Βραζιλία, την Αργεντινή, την Τουρκία και, εσχάτως, από την Ινδία. Κι η μόνη αντίδραση των ραδιοφωνικών σταθμών ήταν να περιορίσουν δραστικά την ενημέρωση.
Ουδείς ασχολήθηκε με την ύπαρξη δεκαεπτά ημερησίων πολιτικών εφημερίδων, τεσσάρων οικονομικών και δέκα αθλητικών μόνο στην Αθήνα. Και περισσοτέρων από 600 ημερήσια και εβδομαδιαία πολιτικά έντυπα στην περιφέρεια. Οι περισσότερες από τις οποίες ήταν - και συνεχίζουν να είναι - κραυγαλέα μη βιώσιμες. Όπως ουδείς ασχολήθηκε - μηδέ της ΕΣΗΕΑ εξαιρουμένης - με το ότι όλες αυτές οι φυλλάδες εκδίδονταν χάρη στην απλήρωτη εργασία πλήθους νέων παιδιών.
Ουδείς ασχολήθηκε με τα «ΙΕΚ Δημοσιογραφίας» που εδώ και είκοσι τουλάχιστον χρόνια φύτρωναν σα μανιτάρια, παράγοντας στρατιές αμόρφωτων δημοσιογράφων. Και στα οποία δίδασκαν όλοι οι «αστέρες» της ελληνικής δημοσιογραφίας. Όπως ουδείς ασχολήθηκε με την ελλειπή πρακτική εκπαίδευση των αποφοίτων των πανεπιστημιακών τμημάτων δημοσιογραφίας. 
Ουδείς ασχολήθηκε με το όνειδος της απλήρωτης εργασίας που υποχρεώνονται να προσφέρουν οι νέοι δημοσιογράφοι, για όσο καιρό ευαρεστείται ο εργοδότης τους και ακούει στο όνομα «μαθητεία».
Ουδείς ασχολήθηκε  με τους δημοσιογράφους που εργάζονταν, σε βάρος της ποιότητας της δουλειάς τους, σε δυο και τρία ΜΜΕ, χώρια τα γραφεία τύπου στα οποία φέρονταν ως απασχολούμενοι.
Ουδείς ενδιαφέρθηκε για την αρμονική ένταξη του διαδικτύου στο χώρο των ΜΜΕ, ουδείς ενδιαφέρθηκε για την αξιοποίηση των νέων τεχνολογιών, ουδείς ενδιαφέρθηκε να ασχοληθεί με τις νέες δεξιότητες που οι τεχνολογίες αυτές απαιτούσαν. Κι όταν εμφανίστηκαν τα πρώτα «διαδικτυακά ΜΜΕ» ουδείς ασχολήθηκε με το ότι αντί να παράγουν πρωτογενή ενημέρωση ασκούσαν - και ασκούν - συστηματική λογοκλοπή.
Όλα τα παραπάνω, και πολλά άλλα, ουδέποτε συζητήθηκαν από δημοσιογράφους και εκδότες. Και σήμερα, που το Κράτος έπαψε να μοιράζει πακτωλούς χρημάτων σε διαφήμιση, που οι εργολάβοι δεν περιμένουν νέες προσοδοφόρες εργολαβίες  η συντριπτική πλειονότητα των εργοδοτών ετοιμάζεται να περισώσει τα κέρδη της «εποχής που δέναν τα σκυλιά με τα λουκάνικα», είτε αποσυρρόμενη από το χώρο των ΜΜΕ, είτε ελαχιστοποιώντας το κόστος λειτουργίας των επιχειρήσεών τους. Κάποιοι, λίγοι, θα χάσουν τα χρήματά τους.
Όσο για τους δημοσιογράφους, καλούμαστε να πληρώσουμε το τίμημα της έλλειψης επαγρύπνισης και του στείρου συντεχνιακού πνεύματος που επιδείξαμε όλα αυτά τα χρόνια. Επιλέγοντας ανάμεσα στην υποβάθμισή μας σε αυλοκόλακες, στη μακρόχρονη ανεργία ή στην αλλαγή επαγγέλματος.
Γιάννης Χρυσοβέργης

Υ.Γ. Τα ΜΜΕ περνάνε παγκοσμίως δύσκολες ώρες. Που οφείλονται στις σαρωτικές τεχνολογικές αλλαγές στη μεταφορά της πληροφορίας. Στην Ελλάδα όμως η κρίση αυτή δε θα προλάβει να έρθει. 

Τετάρτη 30 Νοεμβρίου 2011

Ανήκει η Ελλάδα στην Ευρώπη;

Παραθέτω το εξαιρετικού ενδιαφέροντος άρθρο του Γιώργου Σιακαντάρη από ΤΑ ΝΕΑ 
Που αποκτά περίσσεια αξία αν σκεφτεί κανείς ότι από τους πολίτες των 27 Κρατών-μελών της ΕΕ οι μόνοι που όταν πηγαίνουν στο Παρίσι, στις Βρυξέλλες, στο Βερολίνο ή στη Βαρκελώνη «πάνε στην Ευρώπη» είμαστε εμείς και... οι Άγγλοι (they are going to the continent).
Γιάννης Χρυσοβέργης
 
«ΤΑ ΝΕΑ» αναφέρθηκαν εκτενώς στο δημοσίευμα της γαλλικής «Monde» με τίτλο: «Ελλάδα - Ευρώπη: Η μεγάλη παρεξήγηση». Εκεί δεν αμφισβητείται απλώς η ικανότητα της Ελλάδας να αντεπεξέλθει στις απαιτήσεις της δημοσιονομικής πειθαρχίας, ούτε καν μόνο η είσοδός της στην ΟΝΕ. Κυρίως, αμφισβητείται η θέση της στο ευρωπαϊκό γίγνεσθαι. Η εφημερίδα μιλάει για ένα «αδύναμο και ανοργάνωτο κράτος» στη θέση της Δημοκρατίας του Περικλή. Στο κείμενο γίνεται αναφορά στις χρεοκοπίες του 1897 και του 1932. Φιλοξενείται και συνέντευξη του πρώην προέδρου της Γαλλικής Δημοκρατίας Βαλερί Ζισκάρ ντ' Εστέν ο οποίος χαρακτηρίζει την είσοδό μας στην ευρωζώνη «σοβαρό σφάλμα», το οποίο και αποδίδει στο «πολιτικό lobbying» Σιράκ - Ζοσπέν. Ο Ντ' Εστέν, πάντως, δεν προσυπογράφει το δημοσίευμα με το οποίο αμφισβητείται η ευρωπαϊκότητα της χώρας μας.
Στον αντίποδα, βεβαίως, υπήρξαν αντιδράσεις. Μεταξύ άλλων, ο Μαρκ Μαζάουερ και ο Μίλαν Κούντερα αντέδρασαν κατά της αμφισβήτησης της ευρωπαϊκότητας της Ελλάδας που την ανάγουν τις ρίζες του ευρωπαϊκού πολιτισμού. Πολύ φοβάμαι, ωστόσο, πως κινδυνεύουμε περισσότερο να πέσουμε θύματα του φιλελληνισμού παρά του ανθελληνισμού. Αν μείνουμε σε απαντήσεις που θα υπενθυμίζουν στους άλλους ευρωπαϊκούς λαούς πως η σοφία της Ευρώπης ξεκινάει από το αρχαιοελληνικό δημοκρατικό πνεύμα, κινδυνεύουμε από τα γραφικά επιχειρήματα που διολισθαίνουν στον εθνικισμό. Κινδυνεύουμε, δηλαδή, να κάνουμε το ακριβώς αντίθετο απ' ό,τι χρειάζεται για να πείσουμε για την ευρωπαϊκή μας θέση.
Κατ' αρχάς, δεν είναι σίγουρο πως το ερώτημα αν η μία ή η άλλη χώρα ανήκει ή όχι στην Ευρώπη είναι το σωστό ερώτημα. Πριν δούμε αν κάποια χώρα ανήκει ή όχι στην Ευρώπη, πρέπει να ξεκαθαρίσουμε αν η Ευρώπη είναι το σύνολο των εθνικών ιστοριών ή, αντιθέτως, αν η ιστορία της Ευρώπης υπερβαίνει τις ιστορίες των εθνών - κρατών.

Αν ισχύει το πρώτο, τότε πραγματικά η ένταξη κάθε χώρας στο ευρωπαϊκό γίγνεσθαι πρέπει να αξιολογείται με βάση τη δική της ξεχωριστή ιστορία και το δικό της κοινωνικό και πολιτισμικό γίγνεσθαι. Αν αυτό ισχύει, τότε κάθε χώρα έχει στοιχεία που την εντάσσουν στην ιδέα της δημοκρατικής και πλουραλιστικής Ευρώπης, αλλά και στοιχεία που την εντάσσουν στην ιδέα της «Σκοτεινής Ηπείρου». Εξάλλου, όχι τόσο στην Ελλάδα αλλά στη Γερμανία, από τον 19ο ακόμη αιώνα είχε ξεσπάσει μια συζήτηση η οποία συνεχίζεται μέχρι τις μέρες μας, για το αν η χώρα μας ανήκει στον δυτικό πολιτισμό ή στην ανατολική κουλτούρα.
Αν όμως η απάντηση είναι πως Ευρώπη δεν είναι το άθροισμα των εθνικών ιστοριών αλλά η ιστορική κίνηση ενοποίησης του συγκεκριμένου ιστορικού και γεωγραφικού χώρου, τότε οφείλουμε να δούμε με άλλη ματιά και την «ελληνική καθυστέρηση». Αν δεχτούμε πως η ιστορία της Ευρώπης είναι η ιστορία των θετικών και των αρνητικών, των φωτεινών και των σκοτεινών πλευρών της, μια ιστορία που πρέπει, αλλά δεν μπορεί να το θεωρεί και ως δεδομένο, να οδηγεί στην ευρωπαϊκή κοινωνική αλληλεγγύη, στη δημοκρατία, στο κράτος πρόνοιας και δικαίου, τότε κάθε χώρα έχει κάτι θετικό με το οποίο μπορεί να συμβάλει στην ενοποίηση. Εχει όμως και πολλά αρνητικά, με τα οποία πρέπει να παλέψει ώστε να μην παρεμποδίσει αυτή την ενοποίηση.

Η Ελλάδα είναι ένα έθνος από το οποίο απουσιάζουν πολλές από τις εξελίξεις που έλαβαν χώρα σε πολλές άλλες χώρες της Δυτικής Ευρώπης. Απουσιάζει ένα ντόπιο αριστοκρατικό στρώμα, από το οποίο θα ξεπηδούσαν αρχές όπως αυτή της κοινωνικής κοσμιότητας και του αντίστοιχου ήθους. Απουσιάζουν το πνεύμα του Διαφωτισμού και ο διαχωρισμός της θρησκευτικής συνείδησης από το κράτος. Η αστική τάξη μας ποτέ δεν μεγαλούργησε ως παραγωγική αστική τάξη με το συνάδον σ' αυτήν εργασιακό ήθος, το δε παραγωγικό μας μοντέλο στηρίχτηκε στο κράτος και όχι στην επιχειρηματικότητα. Αυτές όμως οι απουσίες δεν οφείλονται σε κάποιο DNA που καθηλώνει τους Ελληνες στην καθυστέρηση, αλλά στην πορεία διαμόρφωσης του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού, η οποία δεν ήταν νομοτελειακή αλλά ιστορικά καθορισμένη. Ακριβώς αυτή η κοινωνική ιστορία της Ελλάδας, ως αναπόσπαστο τμήμα της ευρωπαϊκής ιστορίας, πρέπει να χρησιμεύσει ως παράδειγμα για το πώς οι χώρες οφείλουν να είναι αλληλέγγυες η μία με την άλλη για να κτίσουν την Ευρώπη που θέλουμε.

Letterhead counts

Έλαβα προχθές τη χαρμόσυνη ειδοποίηση. Εγκρίθηκε η δημοσίευση του άρθρου που είχα στείλει σε ένα έγκριτο διεθνές περιοδικό γεωπληροφορικής. Το νέο το γιόρτασα με ένα καραφάκι ούζο, που μου είχε δώσει ένας φοιτητής πριν από μερικούς μήνες.
Βλέπετε δε μου είναι πάντα εύκολο να δημοσιεύω σε «καλά» περιοδικά και μου έχει τύχει αρκετές φορές να συναντήσω την απόρριψη. Μια φορά μάλιστα αντάλλαξα βαριές κουβέντες με έναν ανώνυμο κριτή που ισχυρίστηκε ότι επιχειρώ να εμφανίσω υπερτιμημένη την ερευνητική μου προσπάθεια (oversell the story ήταν η έκφραση που χρησιμοποίησε, κοινώς «πουλάω φύκια για μεταξωτές κορδέλες»). Του έδωσα μια τσουχτερή απάντηση, που είχε ως αποτέλεσμα να απορριφθεί η εργασία μου.
Σε αυτό το σημείο θυμάμαι την ιστορία που είχα ακούσει από έναν ομότιμο καθηγητή γενετικής, που στα χρόνια που δούλευε σε ένα φημισμένο βορειοαμερικάνικο πανεπιστήμιο μπορούσε να δημοσιεύσει τη δουλειά του όπου ήθελε. Και ο ίδιος άνθρωπος, με το ίδιο ερευνητικό προφίλ, όταν έγινε καθηγητής σε ελληνικό πανεπιστημιακό ίδρυμα, συνάντησε συχνά την απόρριψη, από τους ίδιους εκδότες που πριν ανταποκρίνονταν ευνοϊκά. Βλέπετε με το που θα δει ο κριτής στην επικεφαλίδα του κειμένου της εργασίας το όνομα του ιδρύματος που εργάζεται ο συγγραφέας, μπορεί αυτόματα να προκαταληφθεί θετικά ή αρνητικά για την ποιότητα της ερευνητικής δουλειάς. Όταν λοιπόν οι αγγλοσάξωνες λένε ότι letterhead counts, επισημαίνουν ακριβώς αυτή τη νοοτροπία του να αξιολογείται η εργασία (ή και η συστατική επιστολή) με κριτήριο το ποιά είναι η ιδιότητα του συγγραφέα, και κυρίως σε ποιόν φορέα είναι αυτός ενταγμένος.
Αυτή η νοοτροπία έχω την αίσθηση ότι είναι περισσότερο διαδεδομένη στις ανθρωπιστικές επιστήμες και λιγότερο στην κοινότητα των θετικών επιστημόνων. Εδώ μια πρωτότυπη δουλειά μπορεί να τύχει ευμενούς αποδοχής από τους ειδικούς, ακόμα και αν ο συγγραφέας δεν έχει ιδιαίτερα σημαντικές ακαδημαϊκές περγαμηνές. Μόνο που ο βαλκάνιος ερευνητής που δουλεύει στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας θα συναντήσει σαφώς περισσότερες δυσκολίες ως προς την αποδοχή της δουλειάς του απ’όσο ο αγγλοσάξωνας που βρίσκεται στο ΜΙΤ.
Η επιτυχία όμως, όταν έρχεται μετά από επίμονη δουλειά υπό αντίξοες συνθήκες, είναι ιδιαίτερα «γλυκιά» και επιβάλλεται να γιορταστεί με ένα ουζάκι. Στο κάτω κάτω για κάτι τέτοια αξίζει να ζούμε και να προσπαθούμε...

Γιώργος Αιμ. Σκιάνης

Δευτέρα 21 Νοεμβρίου 2011

Η ΑΓΩΝΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΕΣΑΙΑΣ ΑΣΤΙΚΗΣ ΤΑΞΗΣ


Εδώ και δυο χρόνια η μεσαία αστική τάξη ζει με τον τρόμο της «αποβολής από την Ευρώπη», που υπήρξε και πηγή της ευημερίας της. Το τίμημα που καλείται να πληρώσει για «την παραμονή στην Ευρώπη» ισοδυναμεί με την καταστροφή της. Η αποχώρηση όμως από αυτό που επί τριάντα δυο χρόνια υπήρξε μια σταθερά της ύπαρξής μας φαντάζει σαν άλμα στο κενό. Σαν τους εγκλωβισμένους στους πάνω ορόφους των δίδυμων πύργων την 11η Σεπτεμβρίου 2001. 

Η αμφιθυμία αυτή είναι κατανοητή. Στα τριάντα τρία χρόνια της συμμετοχής της Ελλάδας στην ΕΟΚ και στην Ευρωπαϊκή Ένωση το κατά κεφαλή εισόδημα πολλαπλασιάστηκε. Παράλληλα σημειώθηκαν σημαντικές αλλαγές στην παραγωγική δομή της χώρας. Το ποσοστό των απασχολουμένων στον πρωτογενή και δευτερογενή τομέα βούλιαξε προς όφελος των υπηρεσιών, με κυρίαρχο τον τουρισμό. Ανάλογη κατακρήμνιση υπέστη κι ο αριθμός των απασχολουμένων στη ναυτιλία. Όλα αυτά συνέβαλαν στην απότομη διόγκωση της μεσαίας αστικής τάξης, τόσο από εισοδηματική άποψη όσο και, κυρίως, από την άποψη των επαγγελματικών ενασχολήσεων.
Η δημιουργία ενός πολυπληθούς επιστημονικού προλεταριάτου, από τις αρχές της δεκαετίας του '90 και μετά, λόγω της κατακόρυφης αύξησης των αποφοίτων των πανεπιστημίων - όχι μόνο γιατί αυξήθηκαν οι εισαγόμενοι στα ελληνικά πανεπιστήμια, αλλά και γιατί όλο και περισσότερες οικογένειες είχαν τη δυνατότητα να στηρίξουν οικονομικά τις σπουδές των παιδιών τους στο εξωτερικό - αντιμετωπίσθηκε μέσω της απασχόλησής του στην υλοποίηση των ευρωπαϊκών προγραμμάτων. Πολλές δεκάδες χιλιάδες ανθρώπων, εργάζονταν σε εταιρείες, Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις και οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης, με χαμηλές αμοιβές κι εξαντλητικές συνθήκες εργασίας, θεωρώντας, σε κάθε περίπτωση, την κατάστασή τους προσωρινή κι ευελπιστώντας, είτε σε μια θέση στο Δημόσιο, είτε σε κάποια βελτίωση της οικονομικής τους κατάστασης.
Το ξέσπασμα της κρίσης στην αρχή προκάλεσε κρίσεις πανικού, αλλά και ελπίδες ότι, «αν τα μέτρα αποδώσουν, όλα θα πάνε και πάλι καλά». Οι πρόσφατες δηλώσεις του Γερμανού Υπουργού Οικονομικών Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, ο οποίος με τον ωμό ρεαλισμό που τον διακρίνει δήλωσε ορθά κοφτά ότι «η Ελλάδα θέλει μια δεκαετία για να ξαναμπεί σε τροχιά ανάπτυξης»  έθεσαν οριστική ταφόπλακα, στα όνειρα για ταχεία ανάκαμψη, κάτι που ήδη από την ψήφιση του Μεσοπρόθεσμου Προγράμματος είχε αρχίσει να γίνεται ορατό σε όλους.
Το δίλημμα πλέον για την ελληνική μεσαία αστική τάξη είναι αμείλικτο. Άνθρωποι που στα τελευταία είκοσι και πλέον χρόνια κέρδιζαν τη ζωή τους - εργαζόμενοι σκληρά, αυτό δεν πρέπει να το ξεχνάμε - από τον τομέα των υπηρεσιών, που χάρη στη βοήθεια του εύκολου δανεισμού ζούσαν - κι αυτό δεν πρέπει να ξεχνάμε - κατά πολύ πολυτελέστερα από όσο τους επέτρεπαν τα εισοδήματά τους, θα κληθούν, μετά από εξαιρετικά μακροχόνιες περιόδους ανεργίας, στην διάρκεια των οποίων πολλοί από αυτούς θα βρεθούν αντιμέτωποι με το φάσμα του υποσιτισμού, ενδεχομένως δε και της πείνας, να επιβιώσουν με χειρονακτικές εργασίες και μεροκάματα πείνας. Το ζητούμενο από αυτούς τους ανθρώπους δεν είναι να αποδεχτούν τη μείωση των εισοδημάτων τους. Το ζητούμενο είναι να αποδεχτούν την καταστροφή του τρόπου ζωής τους.
Από την άλλη, το ενδεχόμενο της στάσης πληρωμών δεν αφήνει καμιά αμφιβολία ότι τα εισοδήματα της μεσαίας αστικής τάξης, αλλά και του συνόλου της κοινωνίας, θα μειωθούν δραστικά και για πολλά χρόνια. Επίσης όλοι υποψιάζονται, και δικαίως, ότι σε μια τέτοια περίπτωση, αν δε γίνει η άριστη πολιτική και οικονομική διαχείριση της κατάστασης, θα συμβεί αυτό ακριβώς που πρέπει να συμβεί για την παραμονή της χώρας στο ευρώ.
Με την έννοια αυτή, η ελληνική μεσαία αστική τάξη βρίσκεται, μεταφορικά, στην ίδια μοίρα με τους δύσμοιρους που παγιδεύτηκαν στους Διδυμους Πύργους, στους ορόφους επάνω από τα σημεία που είχαν πέσει τα αεροπλάνα. Είτε παρέμεναν εκεί που βρίσκονταν, είτε πηδούσαν στο κενό ο θάνατος ήταν βέβαιος.
Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο αφ' ενός η μεσαία τάξη αντιδρά με τυφλή οργή στα φορολογικά μέτρα που κάθε τρεις και λίγο ανακοινώνονται, αλλά από την άλλη παγώνει από τρόμο στο άκουσμα της φράσης «έξοδος από την Ευρωζώνη».
Κι αυτή της η συμπεριφορά εξηγεί τόσο τον πολιτικό λόγο των κομμάτων που στηρίζουν την κυβέρνηση, αλλά και των κομμάτων της Αριστεράς, τα οποία αφ' ενός ζητούν «στάση πληρωμών εδώ και τώρα», αφ' ετέρου αρνούνται να πουν ότι η υιοθέτηση αυτής της στάσης θα οδηγήσει μαθηματικά εκτός Ευρωζώνης. 
Σε ακόμα πιο δύσκολους ακροβατισμούς αναγκάζονται να επιδοθούν οι Οικολόγοι Πράσινοι και η Δημοκρατική Αριστερά, που, αφ' ενός δε συζητούν την έξοδο από την Ευρωζώνη, αφ' ετέρου δεν αποδέχονται το τίμημα που η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, αλλά και η ευρωπαϊκή πολιτική ελίτ, απαιτούν.
Σε αυτό το πλαίσιο κάθε πρόβλεψη για τα μελλούμενα, πλην του ότι πρέπει να περιμένουμε κι άλλες εκρήξεις οργής μικρότερων ή μεγαλύτερων ομάδων του πληθυσμού, οι οποίες όμως πολύ δύσκολα θα μπορούν να αποκτήσουν πολιτικό περιεχόμενο και προοπτική, είναι παρακινδυνευμένη.

Γιάννης Χρυσοβέργης


Υ.Γ. Το παραπάνω δίλημμα δεν το αντιμετωπίζει μόνο η ελληνική μεσαία αστική τάξη. Το ίδιο δίλημμα αντιμετωπίζει και η μεσαία τάξη της Ισπανίας, που σήμερα έδωσε στο δεξιό Λαϊκό Κόμμα, το οποίο υποσχέθηκε «αίμα, ιδρώτα και δάκρυα» ποσοστό πάνω από 45% - μόνο οι Σοσιαλιστές το 1982 είχαν πετύχει ανάλογη εκλογική νίκη. Το ίδιο δίλημμα αντιμετωπίζει και η μεσαία τάξη της Πορτογαλίας που πρόσφατα έδωσε ανάλογη νίκη στο δεξιό σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα, που ευποσχέθηκε τα ίδια ακριβώς πράγματα με το Λαϊκό Κόμμα της Ισπανίας. Μάλιστα ενώ στην Ισπανία η Αριστερά σχεδόν διπλασίασε το ποσοστό της και πενταπλασίασε τους βουλευτές της, στην Πορτογαλία, το αδελφό κόμματου ΣΥΡΙΖΑ έχασε το ένα τρίτο της εκλογικής του δύναμης. Το ίδιο δίλημμα αντιμετωπίζει και η μεσαία τάξη της Ιταλίας. Η μόνη διαφορά είναι ότι στις τρεις αυτές χώρες δεν έχει χαθεί για τη μεσαία τάξη η ελπίδα της επιβίωσής της ως τάξης.