Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γερμανία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γερμανία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 28 Αυγούστου 2013

ΣΥΡΙΑ: ΔΡΑΜΑΤΙΚΑ ΔΙΛΗΜΜΑΤΑ

Το ενδεχόμενο επανάληψης στη Συρία του φιάσκου της στρατιωτικής επέμβασης στη Λιβύη αναδεικνύει, σε όλο τους τους το μεγαλείο, τις συνέπειες της απουσίας αραβικής και, κατ' επέκταση ισλαμικής, πολιτικής σε όλες ανεξαιρέτως τις δυτικές χώρες. 
Οι οποίες σέρνονται πίσω από τις πολιτικές επιλογές του Ισραήλ και της Σαουδικής Αραβίας, χωρίς κανένα απολύτως στρατηγικό στόχο ή προσδοκώμενο όφελος.
 
Για πολλούς μήνες όλες οι δυτικές κυβερνήσεις παρακολουθούσαν ανήσυχες κι αμήχανες την εξέγερση στη Συρία, που αρχικό αίτημάτης ήταν η ανατροπή της δικτατορίας να μετατρέπεται σε θρησκευτικό πόλεμο μεταξύ σουνιτών και αλαουιτών, τη Σαουδική Αραβία να χρηματοδοτεί αφειδώς τα εκεί παρακλάδια της Αλ Κάιντα και να περιθωριοποιεί - με τη μέθοδο της φυσικής εξόντωσης - τις όποιες δυνάμεις επιδίωκαν μια δημοκρατική Συρία, το Ισραήλ να επιδιώκει τη μετατροπή της συριακής κρίσης σε έναν πόλεμο Δύσης - Ισλάμ.
Η, όπως όλα δείχνουν, επίθεση με χημικά όπλα του καθεστώτος εναντίον αμάχου πληθυσμού των προαστίων από το καθεστώς του Μπασάρ Αλ Άσαντ, οδηγεί τις δυτικές κυβερνήσεις, είτε για προεκλογικούς λόγους (Γερμανία), είτε για λόγους ανάκτησης του κύρους της κυβέρνησης (Γαλλία), είτε λόγω αποικιακών αντανακλαστικών (Μεγάλη Βρετανία), είτε διότι πρέπει να δικαιολογήσουν το ρόλο τους ως υπερδύναμη (ΗΠΑ) σε μια στρατιωτική επέμβαση με άγνωστες μεσοπρόθεσμες συνέπειες. Η οποία επέμβαση, με δεδομένο το ρωσικό βέτο στο Συμβούλιο Ασφαλείας, μπορεί να λάβει χώρα μόνο στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ.
Όλα αυτά είναι συνέπεια της παραίτησης του συνόλου των δυτικών χωρών από τη χάραξη μιας αραβικής πολιτικής, απότις αρχές της δεκαετίας του '60 και μετά. Τα εθνικιστικά κινήματα της δεκαετίας του '50 στον αραβικό κόσμο είχαν βάλει τέλος στην ευρωπαϊκή αποικιοκρατία και είχαν στραφεί προς τη Μόσχα, θεωρώντας, εκ προοιμίου, τις ΗΠΑ φιλικές προς τις πρώην αποικιακές δυνάμεις. Με τον ψυχρό Πόλεμο στο αποκορύφωμά του και τη σοβιετική επιρροή στον αραβικό κόσμο εδραιωμένη, με εξαίρεση τη Σαουδική Αραβία και τα εμιράτα του Περσικού Κόλπου, σε όλο τον αραβικό κόσμο, η Δύση περιορίστηκε στην άκριτη υποστήριξη του Ισραήλ και άφησε εν λευκώ τις προσπάθειες αποσταθεροποίησης των λαϊκών εθνικιστικών καθεστώτων στο θεοκρατικό καθεστώς της Σαουδικής Αραβίας.
Η κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης άλλαξε ριζικά τα δεδομένα, όμως η Δύση παρέμεινε προσκολημένη στα  όσα ίσχυαν επί Ψυχρού Πολέμου. Η εκτροφή, από τις πακιστανικές μυστικές υπηρεσίες, με κεφάλαια της Σαουδικής Αραβίας, των τεράτων των Ταλιμπάν και της Αλ Κάιντα (της ισλαμικής εκδοχής των ναζί) δεν ανησύχησε τις δυτικές κυβερνήσεις. 
Οι μεν ΗΠΑ στήριξαν την ισλαμική πολιτική τους στη μανιχαϊστική, βολική, αλλά καθόλου αποτελεσματική, όπως προκύπτει από το αποτέλεσμα των πολέμων στο Αφγανιστάν και στο Ιράκ θεωρία του Χάντιγκτον περί σύγκρουσης των πολιτισμών,
Οι δε Ευρωπαίοι συνέχισαν τη συνεργασία τους με τις δικτατορίες, στις οποίες είχαν εξελιχτεί τα εθνικιστικά κινήματα της δεκαετίας του '50 σαν να μη συνέβαινε τίποτα.
Η αραβική άνοιξη έδειξε τις συνέπειες της απουσίας αραβικής και ισλαμικής πολιτικής της Δύσης σε όλο της το μεγαλείο. 
Οι Ευρωπαίοι παρακολούθησαν τα γεγονότα αμήχανοι. Με πιο ισχυρά αντανακλαστικά - αλλά όχι επαρκή όπως αποδείχθηκε - η κυβέρνηση Ομπάμα, στήριξε τις εξεγέρσεις στην Τυνησία και στην Αίγυπτο και προσπάθησε να αποκτήσει, μέσω αυτής της στήριξης, μια κάποια επιρροή στις αραβικές κοινωνίες.
Στην προσέγγισή της αυτή βρήκε σύμμαχο τον Τούρκο Πρωθυπουργό Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, ο οποίος, για τους δικούς του λόγους, έγινε εξαγωγέας στις αραβικές χώρες του παντρέματος του Ισλάμ
Η αμερικανική κυβέρνηση όμως υποτίμησε την ικανότητα των παραδοσιακών συμμάχων της στην περιοχή, του Ισραήλ και της Σαουδικής Αραβίας, να τινάξουν στον αέρα τη νέα αραβική της προσέγγιση.
Η άρχουσα τάξη του Ισραήλ κατανόησε αμέσως ότιη δημοκρατική αφύπνηση των αραβικών λαών θα σήμαινε και μια αφύπνηση του Αραβικού εθνικισμού κι ότι ο μόνος τρόπος για να μην απειληθεί θα ήταν να κάνει ουσιαστικές παραχωρήσεις στη μείζονα αραβοϊσραηλινή σύγκρουση, στο παλαιστινιακό.
Η Σαουδική Αραβία από την πλευρά της αισθάνθηκε ότι απειλείται το μονοπώλιο της δυτικής διαμεσολάβισης στον ισλαμικό κόσμο που κατείχε κι αντέδρασε με τον τρόπο που μπορούσε: τη χρηματοδότηση χωρίς όριο των παρακλαδιών της Αλ Κάιντα για ώστε οι δημοκρατικές διεκδικήσεις να εξελιχτούν σε θρησκευτικό πόλεμο μεταξύ σουνιτών και σιιτών. Πράγμα που πέτυχε σε Συρία και Μπαχρέιν.
Κατόρθωσε επίσης να ενισχύσει τις πιο ακραίες τάσεις των Αδελφών Μουσουλμάνων, οι οποίες πίστεψαν πως μπορούν να επιβάλουν τη δική τους δικτατορία, θέτοντας έτσι τέλος στο δημοκρατικό πείραμα της Αιγύπτου.
Σε όλα αυτά, κι ενώ οι Ευρωπαίοι σφύριζαν αδιάφορα, ή έμεναν μαζί με τους Αμερικανούς εγκλωβισμένοι στο ζήτημα του πυρηνικού οπλοστασίου του Ιράν, το καθεστώς της Σαουδικής Αραβίας είχε την αγαστή συνεργασία του Ιράν.
Στην παρούσα φάση, κι ενώ όλα δείχνουν πως η δυτική στρατιωτική επέμβαση στη Συρία είναι θέμα ημερών, ουδείς - πλην του Ισραήλ και της Σαουδικής Αραβίας - επιθυμεί να διαδέχεται τη δικτατορία του Μπασάρ Αλ Άσαντ μια δικτατορία  σαλαφιστών. Όμως αυτό είναι το πιθανότερο σενάριο.
Εναλλακτικά μπορεί να καταλήξουν τα πράγματα σε μια φιλοδυτική κυβέρνηση που δε θα ελέγχει τίποτα παραπάνω από τη Δαμασκό και μερικές ακόμα πόλεις, ένα «κράτος» αλαουιτών, στις περιοχές που αυτοί συνιστούν την πλειοψηφία του πληθυσμού μια «αυτόνομη περιοχή των Κούρδων» στα σύνορα της Συρίας με την Τουρκία και το Ιράκ με ό,τι αυτό μπορεί να σημαίνει για το μέλλον, και την υπόλοιπη Συρία να μετατρέπεται, όπως ακριβώς έγινε στη Λιβύη, σε μια no man's land, όπου κράτος κι εξουσία θα έχει η Αλ Κάιντα. 
Απέναντι σε αυτά τα σενάρια η λογική της βρετανικής, κυρίως, κυβέρνησης, που στηρίζει τη στρατιωτική επέμβαση εν ονόματι της απομόνωσης του Ιράν καθώς αυτό θα αποστερηθεί τον τελευταίο σύμμαχό του στη Μέση Ανατολή, μάλλον είναι υπερβολικά κοντόφθαλμη. Και τούτο γιατί ανοίγει την πόρτα σε ένα άλλο σενάριο, που σαφώς και αποτελεί επιλογή τόσο του Σαουδαραβικού καθεστώτος όσο και του Ισραήλ: ένα γενικευμένο πόλεμο μεταξύ σιιτών και σουνιτών στη Μέση Ανατολή.
Σε κάθε περίπτωση καμιά χώρα της Δύσης δεν έχει οφέλη να αποκομίσει από όσα θα συμβούν στο άμεσο μέλλον στη Συρία. Με την έννοια αυτή πρόκειται για μια στρατιωτική εμπλοκή χωρίς στρατηγικό διακύβευμα απο την οποία ένα μόνο πράγμα είναι βέβαιο: θα ενισχυθεί η τρομοκρατική δράση της Αλ Κάιντα και πιθανώς άλλων ακραίων ισλαμιστικών δικτύων, στην Ευρώπη.
 
Γιάννης Χρυσοβέργης
 
Υ.Γ. Ευχαριστώ θερμά το φίλο Γιάννη Δεμερτζόγλου για την άδειά του να δημοσιευτεί στην εν λόγω ανάρτηση το σκίτσο του.

Γι

Τρίτη 19 Μαρτίου 2013

ΕΥΡΩΠΑΪΚΑ «ΠΑΡΑΛΟΓΑ» ΚΑΙ ΓΕΡΜΑΝΙΚΟΣ ΜΕΓΑΛΟΪΔΕΑΤΙΣΜΟΣ

Είτε η απόφαση του Eurogroup για την Κύπρο είναι μνημείο πολιτικής ηλιθιότητας, είτε ο τίτλος αυτός ταιριάζει στις δρακόντειες πολιτικές λιτότητας που επιβλήθηκαν στον Ευρωπαϊκό Νότο και στην Ιρλανδία. Αυτό είναι θέμα ιδεολογικής τοποθέτησης του καθενός.
Υπάρχει όμως και μια τρίτη εκδοχή. Και οι μεν και η δε είναι ιδιοφυείς αποφάσεις, με εμπνευστή την Άγγελα Μέρκελ και στόχο τη διαιώνιση της πολιτικής της κυριαρχίας στη Γερμανία. Αδιαφορώντας για τις επιπτώσεις στο ευρωπαϊκό οικοδόμημα.

Για ένα νεοφιλελεύθερο η απόφαση που πήρε τα ξημερώματα του Σαββάτου το Eurogroup είναι ακατανόητη. Οι φορολογικοί παράδεισοι είναι αναπόσπαστο μέρος της οικονομίας της αγοράς. Η επιβολή κουρέματος στις καταθέσεις που έχουν βρει καταφύγιο σε ένα φορολογικό παράδεισο είναι μοιραίο να προκαλέσει τη μαζική φυγή τους από αυτόν. Αν μάλιστα ο φορολογικός αυτός παράδεισος τυγχάνει να είναι συστατικό μέρος ενός ισχυρού νομίσματος οι επιπτώσεις  στο νόμισμα θα είναι άμεσες. Πράγμα που ήδη, την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές, συμβαίνει.
Αντιθέτως οι δρακόντειες πολιτικές λιτότητας που επιβλήθηκαν στην Ελλάδα, στην Πορτογαλία, στην Ισπανία, στην Ιρλανδία και στην Ιταλία είναι απολύτως συμβατοί με τους νόμους της αγοράς, πολύ ορθά επιβλήθηκαν και πολύ καλά θα κάνουν να μη υπάρξει η παραμικρή παρέκκλιση.  
Για έναν αριστερό  η απόφαση του Eurogroup έχει δυο μόνο προβλήματα
Το πρώτο ότι δεν εντάσσεται  σε μια συνολική λογική  αντιμετώπισης της κρίσης η οποία θα έχει γνώμονα την κοινωνική συνοχή και εν ανάγκη θα αδιαφορήσει για το τι θέλουν οι αγορές. 
Το δεύτερο ότι από την απόφαση για κούρεμα των καταθέσεων δεν εξαιρέθηκαν οι καταθέσεις έως €100.000, που με απόφαση Ευρωπαϊκού Συμβουλίου είναι εγγυημένες σε όλα τα Κράτη-μέλη της Ευρωζώνης.
Αντιθέτως η επιβολή χαρατσιού σε καταθέσεις άνω των 100.000 ευρώ, οι οποίες - ο κόσμος τό 'χει τούμπανο κι εμείς κρυφό καμάρι - σε σημαντικό βαθμό είναι προϊόν φοροδιαφυγής, εξαγοράς συνειδήσεων και υπογραφών και παράνομων δραστηριοτήτων του οργανωμένου εγκλήματος (όπλα, ναρκωτικά, δουλεμπόριο και λοιπές ευαγείς δραστηριότητες), είναι απολύτως επιβεβλημένη.
Αντιστρόφως οι πολιτικές λιτότητας των Μνημονίων, δεδομένου του ανθρωπιστικού τους κόστους, είναι πολιτικές βαρβαρότητας που πρέπει να ανατραπούν.
Αν λοιπόν συμφωνήσουμε ότι με βάση την κάθε ιδεολογική οπτική έτσι έχουν τα πράγματα, τότε η μια από τις δυο επιλογές είναι σωστή κι η άλλη εγκληματική. Όποια κι αν είναι η ιδεολογική αφετηρία του καθενός. Το ότι ούτε οι νεοφιλελεύθεροι, ούτε οι Αριστεροί αντιμετωπίζουν έτσι το θέμα συνιστά μείζον ζήτημα ιδεολογικής και πολιτικής ανακολουθίας και για τους μεν και για τους δε.
Αντιθέτως οι δυο αποφάσεις είναι απολύτως συνεκτικές αν εγκαταλείψουμε την παραδοχή ότι όλοι οι συμμετέχοντες έχουν ως δεδομένο πλαίσιο συλλογισμού την ενίσχυση της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των θεσμικών της οργάνων. 
Αν δεχθούμε ως δεδομένο ότι οι 27 Ευρωπαίοι ηγέτες αδιαφορούν παντελώς για την Ενωμένη Ευρώπη κι ότι το μόνο που τους ενδιαφέρει είναι η χρησιμοποίηση των Ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων για φτηνιάρικα οφέλη σε εθνικό επίπεδο,  τότε τίποτα δεν είναι ανακόλουθο.
Θα μπορούσαμε να γράψουμε σελίδες επί σελίδων για τον κάθε Ευρωπαίο Μαυρογυαλούρο ξεχωριστά. Ας σταθούμε μονάχα στη Γερμανίδα καγκελάριο.
Της επιβολής της δρακόντειας λιτότητας στην Ελλάδα, κι αργότερα σε άλλες χώρες, προηγήθηκε καταιγισμός πύρινων δηλώσεων πρωτοκλασάτων στελεχών της γερμανικής κυβέρνησης, υψηλά ιστάμενων τραπεζικών στελεχών και, σε πολύ μικρότερο βαθμό, εκπροσώπων του γερμανικού βιομηχανικού κόσμου, στη λαϊκή εφημερίδα BILD και το περιοδικό FOCUS αλλά και στις πολύ σοβαρότερες FRANKFURTER ALGEMEINE ZEITUNG και WELT, περί «τεμπέληδων Ελλήνων, που κάθονται και χάσκουν» και περί «εργατικών Γερμανών που τους πληρώνουν για να κάθονται».
Η επιβολή του πρώτου Μνημονίου στην Ελλάδα είχε ως αποτέλεσμα την άμεση αύξηση κατά τέσσερις (4%) ποσοστιαίες μονάδες των δημοσκοπικών ποσοστών της CDU, του γερμανικού Χριστιανοδημοκρατικού Κόμματος και κατά δέκα (10%) ποσοστιαίες μονάδες της προσωπικής δημοτικότητας της Άγγελα Μέρκελ.
Ο Γερμανός μικροαστός κι ο Γερμανός συνταξιούχος ένιωσαν υπερήφανοι που η κυβέρνηση της χώρας τους «έβαλε τους τεμπέληδες στη θέση τους», πείστηκαν ότι δε θα κινδυνέψουν οι συντάξεις τους από τους αχαΐρευτους, αισθάνθηκαν, για πρώτη φορά από το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο «εθνικώς υπερήφανοι» κι επιβράβευσαν τη «σιδηρά καγκελάριο»
Παράλληλα η μετατροπή της ελληνικής κρίσης σε κρίση της Ευροζώνης είχε ως αποτέλεσμα μια χωρίς προηγούμενο εισροή καταθέσεων στις γερμανικές τράπεζες και αγορά ομολόγων του γερμανικού Δημοσίου. Χάρη σε αυτή την κρίση σήμερα το γερμανικό Δημόσιο δανείζεται με αρνητικά επιτόκια. 
Της απόφασης του Eurogroup για την Κύπρο προηγήθηκε ανάλογος καταιγισμός δηλώσεων, των ίδιων ακριβώς ανθρώπων που είχαν παρελάσει από  τη BILD  το  FOCUS τη  FRANKFURTER ALGEMEINE ZEITUNG και τη WELT. Αυτή τη φορά το θέμα ήταν «το ξέπλυμα μαύρου χρήματος από τις κυπριακές τράπεζες» που «δεν είναι δυνατόν να το πληρώνει ο Γερμανός πολίτης».
Δεν υπάρχουν ακόμα διαθέσιμες μετρήσεις για την αύξηση της δημοτικότητας της Άγγελα  Μέρκελ και της CDU. Ήδη όμως όλοι έτρεξαν πατείς με πατώ σε να βάλουν τα χρήματά τους σε ομόλογα του γερμανικού Δημοσίου.
Το ότι για να εδραιώσει η Άγγελα Μέρκελ την πολιτική της ηγεμονία στη Γερμανία, να μην ξέρουν τι να κάνουν τις καταθέσεις οι γερμανικές τράπεζες και να δανείζεται με αρνητικά επιτόκια το γερμανικό Δημόσιο έφτασε το 55% των Ιταλών να ψηφίζει αντιευρωπαϊκά είναι λεπτομέρεια. Deutschland über alles.

Γιάννης Χρυσοβέργης

Δευτέρα 22 Μαρτίου 2010

«ΚΟΣΟΒΟ» ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ Η ΕΛΛΑΔΑ;


Το ρητορικό(;) αυτό ερώτημα με απασχολεί εδώ και μέρες. Στα 25 χρόνια που παρακολουθώ συστηματικά το διεθνή τύπο ποτέ μέχρι τώρα δεν είχα δει να τίθεται εν αμφιβόλω η πίστη στο μέλλον της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η αιτία ή, ακριβέστερα, η αφορμή; Μα φυσικά η διαχείριση της ελληνικής χρεοκοπίας. Η οποία απαιτεί τη δημιουργία ανύπαρκτων, μέχρι στιγμής, πολιτικών εργαλείων. Στη δημιουργία των οποίων αντιδρά πεισμόνως μια ομάδα Κρατών - μελών της Ευρωζώνης με επικεφαλής τη Γερμανία.
Για τις συλλογικές ευθύνες της ελληνικής κοινωνίας έχω γράψει κατ' επανάληψη. Όπως και για το δίκιο, από ηθική άποψη, των Γερμανών. Όμως αυτή τη στιγμή τρία είναι τα ενδεχόμενα:
  • Η αποδοχή της πρότασης της ελληνικής κυβέρνησης για ισχυρή πολιτική στήριξη της Ελλάδας, ώστε να μειωθούν τα επιτόκια δανεισμού στην ελεύθερη αγορά.
  • Η πρόσφυγή της Ελλάδας - είτε άμεσα είτε σε συνεργασία με την ΕΕ - στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο.
  • Η κήρυξη στάσης πληρωμών από την Ελλάδα.
Στο σύνολό τους τις τελευταίες ημέρες οι σοβαροί πολιτικοί αναλυτές επισημαίνουν ότι τυχόν υπερίσχυση της δεύτερης ή της τρίτης λύσης σημαίνει αυτόματα το θάνατο του ευρώ και, μεσοπρόθεσμα ή και βραχυπρόθεσμα, το θάνατο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως πολιτικού οργανισμού.
Νεοφιλελεύθερη ιδεολογική τύφλωση που οδηγεί στο δόγμα «αν η πραγματικότητα δε συμφωνεί με τη θεωρία τόσο το χειρότερο για την πραγματικότητα»; Ή, όπως πολλοί προσάπτουν στη Γερμανίδα Καγκελάριο, κοντόφθαλμος λαϊκισμός;
Αυτή τη στιγμή οι αντιδράσεις στην πρόταση της ελληνικής κυβέρνησης, πέραν της Γερμανίας, προέρχονται επίσης από την Ολλανδία και από τη Φιλανδία. Τι το κοινό έχουν οι τρεις αυτές χώρες; Και των τριών η οικονομία, επωφελείται από τη φτηνή, λόγω ισχυρού ευρώ, αγορά πρώτων υλών και την πώληση των παραγομένων προϊόντων και υπηρεσιών κυρίως εντός της Ευρωζώνης, σε σταθερό νόμισμα. Υπάρχει όμως και ένα δεύτερο κοινό στοιχείο μεταξύ Γερμανίας και Ολλανδίας. Και στις δυο χώρες
σημαντική μερίδα των πολιτών - 40% σύμφωνα με προχθεσινή δημοσκόπηση στη Γερμανία και περίσσότεροι από 25% στην Ολλανδία - τάσσονται υπέρ της αποχώρησης των χωρών τους από το ευρώ και της επαναφοράς των εθνικών νομισμάτων. Κι αυτό σε δυο χώρες που επί δεκαετίες η Ευρωπαϊκή ολοκλήρωση επείχε θέση εθνικής ιδεολογίας. Σε δυο χώρες οι κυβερνήσεις των οποίων απέφευγαν επιμελώς να ψέγουν τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα για τις όποιες νομοθετικές πρωτοβουλίες τους απορρύθμισης του κοινωνικού Κράτους.
Είναι προφανές ότι τα αίτια της πολιτικής μικρόνοιας των ηγεσιών αυτών των χωρών βρίσκονται στην αλλαγή στάσης των κοινωνιών έναντι της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των θεσμών της. Μιας Ένωσης η οποία, όπως αποδεικνύει και η με εκθετικό ρυθμό μειούμενη συμμετοχή των πολιτών στις εκλογές για την ανάδειξη των μελών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, διέρχεται, πανευρωπαϊκά, κρίση νομιμοποίησης στη συνείδηση των πολιτών. Κι αυτό είναι και το σημαντικότερο πρόβλημα.
Όλες οι ευρωπαϊκές συνθήκες, από τη Συνθήκη του Μάαστριχτ και μετά, αποσκοπούσαν στη δημιουργία μιας κατά το δυνατό ευρύτερης και απορρυθμισμένης αγοράς, σύμφωνης προς το νεοφιλελεύθερο δόγμα. Ταυτοχρόνως οι πολιτκές ηγεσίες στερούσαν από τους πολίτες το στοιχειώδες δημοκρατικό δικαίωμα της απόφασης για την ευρωπαϊκή οικονομική πολιτική. Το μοναδικό θεσμικό όργανο της Ένωσης που εκλέγεται με καθολική ψηφορορία, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, μέχρι πρόσφατα είχε μονάχα διακοσμητικό ρόλο και, ακόμα και μετά τις συνθήκες της Νίκαιας και της Λισσαβώνας, δεν έχει δικαίωμα να αποφασίζει για την Ευρωπαϊκή Οικονομική πολιτική.
Η ταφόπλακα στη νομιμοποίηση των ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων τέθηκε από το διαβόητο «Ευρωσύνταγμα», ένα τερατούργημα που φιλοδοξούσε να καταστήσει συνταγματικές αρχές της Ένωσης, οι οποίες θα άλλαζαν μόνο με ομοφωνία των εθνικών κυβερνήσεων, όλο το εμπορικό δίκαιο που είχε παραχθεί επί 45 χρόνια. Η απόριψή του από τους Γάλλους και τους Ολλανδούς πολίτες νομιμοποίησε ιδεολογικά τον αντιευρωπαϊσμό. Η, τυχόν, αποδοχή του θα είχε οδηγήσει στην απόλυτη αδυναμία λήψης πολιτικών αποφάσεων και στην απόλυτη δικτατορία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.
Απέναντι σε αυτή την απονομιμοποίηση των ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων στη συνείδηση του μέσου πολίτη, που, από το ένα Κράτος - μέλος στο άλλο λαμβάνει περισσότερο ή λιγότερο ακραίες εκφάνσεις, πολύ φοβούμαι ότι δεν υπάρχουν πλέον τρόποι αντίδρασης.
Κι όπως ο σερβικός παραλογισμός στο Κόσοβο, ήδη από τη δεκαετία του '80, συγκρυστάλλωνε όλες τις παθογένειες της γιουγκοσλαβικής κοινωνίας, έτσι και τώρα, η ελληνική κρίση γίνεται αφορμή για να έρθουν στο προσκήνιο οι παθογένειες που προκάλεσε στην Ευρωπαϊκή Ένωση ο νεοφιλελεύθερος δογματισμός.
Οι απέλπιδες προσπάθειες του Παπανδρέου, του Φερχώυγκεν, του Σαρκοζύ, ακόμα και του Μπαρόσο που τις τελευταίες ημέρες αρχίζει να συνειδητοποιεί ότι τον περιμένει η μοίρα του Άντε Μάρκοβιτς (τελευταίος ομοσπονδιακός Πρωθυπουργός της Γιουγκοσλαβίας) ή του Γκορμπατσώφ, είναι αμφίβολο αν θα σώσουν, την τελευταία στιγμή, την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Και το πιο ενδιαφέρον είναι ότι στην άρχουσα τάξη της Γερμανίας, της Ολλανδίας και της Φιλανδίας, υπάρχει πλέον η τάση να θεωρείται ως δεδομένος ο έλεγχος της Νότιας Ευρώπης. Και πως πρέπει να κατακτηθεί η νέα ενδοχώτρα: η Ρωσία. Για την κατάκτηση της αγοράς της οποίας το ευρώ,εξαιρετικά ακριβό αυτή τη στιγμή, είναι εμπόδιο.

Γιάννης Χρυσοβέργης