Δευτέρα 27 Ιανουαρίου 2020

ΜΟΙΡΑΙΟΙ ΚΙ ΑΒΟΥΛΟΙ ΑΝΤΑΜΑ... ΠΡΟΣΜΕΝΟΝΤΑΣ ΙΣΩΣ ΚΑΠΟΙΟ ΘΑΜΑ;

Δέσμιες των αμοιβαίων στερεοτύπων, εμπρηστικών δηλώσεων για εσωτερική κατανάλωση αλλά και γεωστρατηγικών σχεδιασμών οι οποίοι υποτιμούν τις δυνατότητες αντίδρασης του αντιπάλου, οι κυβερνήσεις Ελλάδας και Τουρκίας οδηγούν τις δυο χώρες σε ένα καταστροφικό πόλεμο.

Τα τελευταία τρία χρόνια είμαστε καθημερινά μάρτυρες μιας οξυνόμενης έντασης στις ελληνοτουρκικές σχέσεις λόγω του ανταγωνισμού των δυο χωρών, με επίδικο τον έλεγχο των ενεργειακών διαύλων που διασχίζουν την Ανατολική Μεσόγειο και των, υποθετικών προς το παρόν, κοιτασμάτων φυσικού αερίου σε αυτήν.
Αν κάτι διαφοροποιεί την κατάσταση από παλαιότερες περιόδους όχι καλών σχέσεων των δυο χωρών είναι ότι η αντιπαράθεση δεν περιορίζεται σε λεκτικούς διαξιφισμούς πολιτικών αξιωματούχων, αλλά έχει ήδη πάρει τη μορφή επιθετικών ενεργειών ένθεν κακείθεν, οι οποίες κλιμακώνονται και οδηγούν με μαθηματική ακρίβεια, όχι σε θερμό επεισόδιο, αλλά σε πόλεμο.
Γιατί, αντίθετα από ό,τι συνέβη το 1996, όταν και πάλι οι δυο χώρες έφθασαν στα πρόθυρα του πολέμου για το αν θα είναι ελληνικές ή τουρκικές οι τράτες που θα ψαρεύουν την τσιπούρα γύρω από τα Ίμια, τώρα δεν υπάρχει διεθνής παράγων ο οποίος θα παρέμβει με την αποφασιστικότητα με την οποία παρενέβη ο τότε Αμερικανός Πρόεδρος Κλίντον προκειμένου το θερμό επεισόδιο να μην εξελιχθεί σε πόλεμο.
Εκτός του ότι οι ΗΠΑ δεν διαθέτουν πλέον το κύρος που διέθεταν το 1996, ο Πρόεδρος Τραμπ δεν είναι σε θέση να  κατανοήσει τη σημασία των επιπτώσεων για τη Δύση ενός ελληνοτουρκικού πολέμου, ενώ για τη Γερμανία, στην παρούσα φάση προέχει να σταματήσουν να καταφθάνουν πρόσφυγες από τη Μέση Ανατολή στο έδαφός της κι όλα υποτάσσονται σε αυτή την προτεραιότητα.
Δυο συγκρουόμενες  επεκτατικές πολιτικές
Η κατάρρευση του Σοβιετικού μπλοκ άλλαξε ριζικά τα δεδομένα στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, τις οποίες από τα μέσα της δεκαετίας του '50 δηλητηρίαζε το Κυπριακό. Και οι δυο χώρες, επωφελούμενες του κενού εξουσίας που προκάλεσε η κατάρρευση της ΕΣΣΔ είδαν ευκαιρίες επέκτασης επιρροής τους.
Για μεν την Ελλάδα, ως «ζώνη επιρροής» ή «ζωτικού χώρου» -όπως το ονομάζουν οι προπαγανδιστές των εθνικισμών- ορίσθηκαν τα Βαλκάνια, όπου όμως η αλαζονική κι αλλοπρόσαλλη πολιτική της στο Μακεδονικό ως το 2017 δεν της επέτρεψε κάποια σοβαρή επιτυχία. Κι αυτό παρά τη σημαντική διείσδυση Ελλήνων επιχειρηματιών στις βαλκανικές χώρες.
Ένας δεύτερος άξονας του ελληνικού επεκτατισμού, ο οποίος αναδείχθηκε όταν πλέον ήταν προφανής η παταγώδης αποτυχία δημιουργίας ζώνης επιρροής στα Βαλκάνια, ήταν «να καταστεί η χώρα ενεργειακός κόμβος», πράγμα που, εφ' όσον ευοδωθεί, θα της προσδώσει μεγαλύτερο πολιτικό βάρος στα τεκταινόμενα στην Ανατολική Μεσόγειο.
Η πολιτική αυτή, την οποία ασπάζεται το σύνολο σχεδόν του πολιτικού κόσμου -με την εξαίρεση του ΜΕΡΑ25 και εν μέρει και του ΚΚΕ, το οποίο όμως αυτοακυρώνεται με την εμμονή του περί «τουρκικής επιθετικότητας»- είχε κορυφαία στιγμή τη συμφωνία μεταξύ Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ για τη μελλοντική κατασκευή του East Med -ενός αγωγού υψηλού κόστους κατασκευής, αμφίβολης οικονομικής βιωσιμότητας και υψηλού περιβαλλοντικού κινδύνου, καθώς θα κινείται κατά μήκος της επαφής της αφρικανικής με την ευρωπαϊκή πλάκα, μια ζώνη υψηλής σεισμικότητας-.Η οποία συμφωνία σηματοδότησε την πρόθεση των τριών χωρών, μαζί με την Αίγυπτο, να αποκλείσουν την Τουρκία -αλλά και το Λίβανο και τη Συρία- από την εκμετάλλευση των υδρογονανθράκων της Ανατολικής Μεσογείου.
Η Τουρκία από την πλευρά της, στην ίδια περίοδο έθεσε στρατηγική της προτεραιότητα να καταστεί περιφερειακή δύναμη με βαρύνοντα, αν όχι πρωτεύοντα, λόγο σε όλο το χώρο που έλεγχε η Οθωμανική Αυτοκρατορία στο απόγειο της δόξας της, στα τέλη του 16ου αιώνα.
Μια πολιτική που την έφερε σε σύγκρουση με τη Σαουδική Αραβία και, δευτερευόντως την Αίγυπτο, για την ηγεσία του σουνιτικού Ισλάμ, αλλά και με το Ισραήλ, καθώς οι τουρκικές πρωτοβουλίες στη Μέση Ανατολή αντετίθεντο στα .ισραηλινά συμφέροντα.
Σε αυτό το πλαίσιο, ο αποκλεισμός της από την εκμετάλλευση των υδρογονανθράκων της Ανατολικής Μεσογείου, με ελληνική και κυπριακή πρωτοβουλία, συνιστά casus belli.
Ένα επικίνδυνο κρεσέντο
Μπορεί τα γεγονότα που ακολούθησαν την υπογραφή της συμφωνίας για την κατασκευή του East Med να σηματοδότησαν μια πρώτη νίκη της Τουρκίας -αποκλεισμός, κατ' απαίτησή της της Ελλάδας από τη Διαδικασία του Βερολίνου- όμως η νίκη αυτή δεν είναι επαρκής για  να καθίσουν οι δυο χώρες στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων.
Η τουρκική κυβέρνηση είναι υποχρεωμένη να κεφαλαιοποιήσει τη νίκη της προχωρώντας σε γεωτρήσεις σε περιοχές που η Ελλάδα θεωρεί δική της Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη (ΑΟΖ) και, στην περίπτωση αυτή, η ελληνική οφείλει να αντιδράσει δυναμικά. Ούτε η μια ούτε η άλλη έχουν διαφορετική επιλογή, δέσμιες και οι δυο της εμπρηστικής ρητορικής που έχουν αναπτύξει.
Τα αμοιβαία στερεότυπα και τα ΜΜΕ
Μπορεί από τη μέρα που γεννήθηκε το ελληνικό Κράτος να επεκτείνονταν επί έναν ολόκληρο αιώνα σε βάρος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, το γεγονός όμως ότι αυτό συνέβαινε -με εξαίρεση την περίοδο 1912-1922- με την παρέμβαση ξένων δυνάμεων και μόνο, ο φόβος του Τούρκου «που θα έρθει να μας σφάξει» έχει γίνει για την ελληνική κοινωνία κάτι ανάλογο με το φόβο για τα φίδια.
Κατ' αναλογία, για την τουρκική κοινωνία, ο Έλληνας είναι «πράκτορας των ξένων (δυτικών) που θέλουν να μας αφανίσουν».
Σε αυτό το πλαίσιο, οποιοσδήποτε, ένθεν κακείθεν, αφίσταται της επίσημης κρατικής πολιτικής είναι αυτομάτως «προδότης» 
Τα στερεότυπα αυτά αναπαράγονται και ενισχύονται από τα ΜΜΕ και των δύο χωρών που πρωτοστατούν στο στιγματισμό των «προδοτών».
Δεν πρέπει λοιπόν, υπό αυτές τις συνθήκες να μας ξενίζει το ότι στη μεν Τουρκία, όσοι αμφισβητούν την ολοένα πιο επιθετική εξωτερική της πολιτική βρίσκονται αντιμέτωποι με τις κατηγορίες της «κατασκοπίας» (περίπτωση δημοσιογράφων της Cumhürriyet) ή της «τρομοκρατίας» (αν είναι Κούρδοι).
Ούτε πρέπει να μας ξενίζει το ότι στην Ελλάδα όσοι τολμούν να επισημάνουν πως η εξωτερική πολιτική της χώρας έχει εγκλωβιστεί σε ένα επικίνδυνο αδιέξοδο που οδηγεί σε ελληνοτουρκικό πόλεμο, ανεξαρτήτως του πολιτικού χώρου από τον οποίο προέρχονται -βλ. αντιδράσεις σε πρόσφατη αρθρογραφία των Κώστα Σημίτη και Θάνου Ντόκου- λοιδορούνται ως «ενδοτικοί»στην καλύτερη περίπτωση, ως «προδότες της πατρίδας» το πιο συχνό. 
Αυτή η περιρρέουσα ατμόσφαιρα στις δυο χώρες, αποτέλεσμα ενός συνδυασμού βαθιά ριζωμένων στερεοτύπων στο συλλογικό ασυνείδητο των δυο λαών, ανευθυνότητας πολιτικολογούντων και λαϊκισμού των κυρίαρχων ΜΜΕ, οδηγεί τις πολιτικές ηγεσίες σε ενέργειες που φέρνουν τον πόλεμο πιο κοντά. Το ερώτημα δεν είναι αν θα γίνει ελληνοτουρκικός πόλεμος. Το ερώτημα είναι πότε.

Γιάννης Χρυσοβέργης

Παρασκευή 17 Ιανουαρίου 2020

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ ΑΤΑΚΤΟΥ ΛΟΓΟΥ

Απαντήσεις στα αγωνιώδη ερωτήματα που πριν πέντε περίπου χρόνια με οδήγησαν στην απόφαση να σιωπήσω δεν έχω δώσει.
Νέες απειλές όμως για τη Δημοκρατία, η διολίσθηση της χώρας με σταθερά βήματα προς ένα πόλεμο με την Τουρκία κι η αφασία με την οποία το πολιτικό προσωπικό αντιμετωπίζει την κλιματική αλλαγή έχουν γεννήσει νέες αγωνίες, τις οποίες επιθυμώ να μοιραστώ μαζί σας.
Αυτές τις αγωνίες μου θα μοιραστώ μαζί σας, θα τις εκθέσω στην κριτική σας, θα τους δώσω την ευκαιρία να γίνουν εφαλτήριο δικής σας δημιουργικής σκέψης ή και δράσης.


Απαντήσεις στα αγωνιώδη ερωτήματα που με οδήγησαν στο REQUIEM πριν τεσσεράμισι χρόνια και στη σιωπή μου στο διάστημα που μεσολάβησε δεν έχω δώσει. 
Εξακολουθώ να πιστεύω ότι ο αγώνας για Δημοκρατία εμπεριέχει υποχρεωτικά την αποχώρηση από την Ευρωπαϊκή Ένωση κι εξακολουθώ να μην έχω μια ολοκληρωμένη πρόταση γι' αυτό.
Στο διάστημα που μεσολάβησε οι αναρτήσεις μου στον ΑΤΑΚΤΟ ΛΟΓΟ ήταν ελάχιστες και σχεδόν όλες είχαν ως θέμα την κλιμακούμενη ελληνοτουρκική κρίση, μετά από 17 ολόκληρα χρόνια ήρεμων σχέσεων μεταξύ των δυο χωρών.
Τον τελευταίο χρόνο η φραστική αντιπαράθεση των δυο πλευρών βαίνει κλιμακούμενη, συνοδευόμενη όμως και από σαφείς επιθετικές ενέργειες ένθεν-κακείθεν.
Η συμφωνία μεταξύ Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ για τη μελλοντική κατασκευή του East Med -ενός αγωγού υψηλού κόστους κατασκευής, αμφίβολης οικονομικής βιωσιμότητας και υψηλού περιβαλλοντικού κινδύνου, καθώς θα κινείται κατά μήκος της επαφής της αφρικανικής με την ευρωπαϊκή πλάκα, μια ζώνη υψηλής σεισμικότητας- σηματοδότησε τον αποκλεισμό της Τουρκίας από την εκμετάλλευση των υδρογονανθράκων της Ανατολικής Μεσογείου.
Η Τουρκία από την πλευρά της υπέγραψε ένα μνημόνιο διευθέτησης ΑΟΖ με τη διεθνώς αναγνωρισμένη κυβέρνηση της Λιβύης του Φαγέζ Αλ Σαράτζ, αγνοώντας τα όποια ελληνικά δικαιώματα και αποστέλλει Σύρους μισθοφόρους υπό τη διοίκηση Τούρκων αξιωματικών για να προστατεύσουν την κυβέρνηση του τελευταίου από τη στρατιωτική κατάρρευση.
Σε αυτό το εύφλεκτο σκηνικό το ερώτημα δεν είναι αν θα ανάψει μια σπίθα που θα γίνει φωτιά, αλλά πότε θα ανάψει.
Κι ενώ οι καταστροφικές πυρκαγιές στον Αμαζόνιο και στην Αυστραλία, αλλά και οι δικές μας στο Μάτι, μας θυμίζουν ότι η κλιματική αλλαγή είναι εδώ με ολοένα πιο τρομακτική μορφή, είναι προφανές ότι στην Ελλάδα περί άλλα τυρβάζουμε.
Η μεν Αριστερά διακατέχεται, σχεδόν στο σύνολό της, από έναν πρωτοφανή οικολογικό αυτισμό, η δε Δεξιά, αντιμετωπίζει τη βιώσιμη ανάπτυξη ως κότα που γεννάει χρυσά αυγά, με αποτέλεσμα οι όποιες πρωτοβουλίες της να έχουν βαρύτερο οικολογικό αποτύπωμα από αυτό που, θεωρητικά μιλώντας, υποτίθεται ότι επιδίωκαν να μειώσουν.
Και μέσα σ' όλα αυτά πολιτική έκφραση των Οικολόγων δεν υπάρχει, αποκλειστικά από δική τους υπαιτιότητα. Ούτε και είναι εφικτό να υπάρξει, διότι -πράγμα πρωτοφανές πολιτικά- η ελληνική κοινωνία έδωσε στους Οικολόγους όχι μια, αλλά δυο ευκαιρίες. Και τις κλότσησαν. Κι αυτή τη στιγμή, ο μόνος πολιτικός φορέας που εκφέρει κάποια στοιχεία οικολογικού λόγου είναι το νεόκοπο ΜΕΡΑ25, του Γιάνη Βαρουφάκη. Ας ελπίσουμε ότι προϊόντος του χρόνου δε θα προσβληθεί από τον ιό της οικολογικής αφασίας, από τον οποίο πάσχει ανίατα η υπόλοιπη Αριστερά.
Η δεκαετία που πέρασε σημαδεύτηκε επίσης - όχι μονάχα στην Ελλάδα δυστυχώς- από την επιστροφή στο προσκήνιο του ρατσισμού, της μισαλλοδοξίας, του μισογυνισμού. Τα κάθε λογής κοινωνικά αποβράσματα μπορούν χωρίς κόμπλεξ να φτύνουν το φαρμάκι τους, να επιβάλλουν την ατζέντα τους στα ΜΜΕ «διότι πουλάνε», να υπερασπίζονται δημόσια βιασμούς και δολοφονίες γυναικών, να επιβάλουν  ένα σκοταδιστικό θρησκευτικό λόγο στη δημόσια ζωή.
Η εκστρατεία κατασυκοφάντησης της δολοφονημένης Ελένης Τοπαλούδη, η σκανδαλώδης αγόρευση της εισαγγελέως στη δίκη της ΧΡΥΣΗΣ ΑΥΓΗΣ κι η εξ ίσου σκανδαλώδη απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας για το μάθημα των θρησκευτικών στα σχολεία  ή στην κατάπτυστη εκστρατεία κατά του δικαιώματος στην άμβλωση, δεν είναι παρά δείγματα της ελληνικής έκφρασης του αυγού του φιδιού.
Κι όλα αυτά με μια κυβέρνηση μέλη της οποίας υπερασπίζονται δημόσια όλες αυτές τις αθλιότητες και η οποία δεν περιορίζεται σε μια ακραία αυταρχική πολιτική: αναζητά μεθόδους, θεσμικές και εξωθεσμικές, «που θα αποτρέψουν στο μέλλον μια νέα κυβέρνηση Αριστεράς» (Γεωργιάδης, Βορίδης, Σαμαράς και λοιπές δημοκρατικές δυνάμεις, συνεπικουρούμενες από δυο μαφιόζους που έχουν κυρίαρχο ρόλο μεταξύ της εγχώριας ολιγαρχίας).
Όχι πως δεν συνέβησαν κι άλλα σημαντικά γεγονότα. Η Συμφωνία των Πρεσπών υπήρξε μια υπέροχη στιγμή μέσα σε αυτό το ζοφερό κλίμα, καθώς κάτι χιλιάδες λαμόγια που πλούτιζαν επί τριάντα σχεδόν χρόνια πουλώντας πατριωτισμό και Μεγαλέξανδρο ένθεν-κακείθεν των ελληνομακεδονικών συνόρων έχασαν την κότα με τα χρυσά αυγά.
Θετική ήταν επίσης ολοκλήρωση της μετάβασης του ΣΥΡΙΖΑ από την Αριστερά στην Κεντροαριστερά εν μέσω του τρίτου Μνημονίου.  Η κοινωνία έχει ανάγκη από ένα αξιοπρεπές κεντροαριστερό κόμμα. 
Σημειωτέον ότι η διαχείριση από μέρους του της χωρίς όρους συνθηκολόγησης του Ιουλίου του 2015 ξεπέρασε κάθε προσδοκία, ως προς το ότι σε αρκετά θέματα (χαμηλές συντάξεις, εργασιακές σχέσεις, ακραία φτώχεια) περιορίστηκαν σημαντικά οι ζημιές του τρίτου Μνημονίου. 
Στα θετικά είναι αναμφίβολα και η γέννηση ενός νέου κόμματος της Αριστεράς, του ΜΕΡΑ25, το οποίο έρχεται να καλύψει το πολιτικό κενό που άφησε στα Αριστερά του ο ΣΥΡΙΖΑ και, αν κρίνουμε από την παρουσία της κοινοβουλευτικής του ομάδας μέχρι τώρα, το καλύπτει μια χαρά.
Τις σκέψεις και τις αγωνίες μου για τέτοια θέματα θα μοιράζομαι μαζί σας και θα τις εκθέτω στην κριτική σας.

Γιάννης Χρυσοβέργης

Τρίτη 17 Απριλίου 2018

Η ΣΥΡΙΑΚΗ ΚΡΙΣΗ ΚΑΘΟΡΙΖΕΙ ΤΙΣ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΗΝΟΤΟΥΡΚΙΚΗ

Ανεξαρτήτως του τι στάση θα αποφασίσει να τηρήσει έναντι της Τουρκίας η ελληνική κυβέρνηση η περαιτέρω κλιμάκωση ή ύφεση της ελληνοτουρκικής κρίσης εξαρτάται απολύτως από τις εξελίξεις στη συριακή κρίση.
Στην οποία η δυνατότητα παρέμβασης του ελληνικού Κράτους είναι η ίδια με την ικανότητα της μέδουσας να επηρεάσει το πού θα την πάει το κύμα*, καθώς, οι εμπλεκόμενοι είναι υπερβολικά πολλοί κι ο καθένας από αυτούς έχει τους δικούς του στόχους, οι οποίοι συγκρούονται, εν μέρει ή εν όλω, με αυτούς όλων των υπολοίπων.


Τρία εικοσιτετράωρα πέρασαν από τη στιγμή που ο Τούρκος πρωθυπουργός, Μπιναλί Γιλντιρίμ, έπαιρνε τηλέφωνο τον Αλέξη Τσίπρα για να τον συλλυπηθεί για τον θάνατο του σμηναγού Γιώργου Μπαλταδώρου, μέχρι τη στιγμή που ο ίδιος άνθρωπος ανακοίνωνε «επιχείρηση Τούρκων κομάντος για κατέβασμα της ελληνικής σημαίας από τη νησίδα Μικρός Ανθρωποφάς, όπου την είχαν τοποθετήσει κάτοικοι των Φούρνων».
Δε θα σταθούμε στο αν όντως συνέβη ή δε συνέβη η επιχείρηση, αν οι Τούρκοι καταδρομείς πέρασαν όντως χωρίς να γίνουν αντιληπτοί κάτω από τη μύτη των φρουρών της Σάμου, του Αγαθονησίου και των Φούρνων ή αν πρόκειται για κλασική προπαγάνδα που στοχεύει στη δημιουργία σύγχυσης στον εχθρό.
Θα σταθούμε σε αυτό που άλλαξε μέσα σε αυτές τις τρεις μέρες στη Συρία, και το οποίο δεν ήταν άλλο από την έκταση και τη σοβαρότητα -τη μη σοβαρότητα για να είμαστε ακριβέστεροι- της επίθεσης των Δυτικών, σε αντίποινα για την αμφιλεγόμενη χρήση χημικών όπλων από τις δυνάμεις του Μπασάρ αλ Άσαντ.
Την περασμένη Πέμπτη όλοι περίμεναν μια σαρωτική στρατιωτική επέμβαση της συμμαχίας των ΗΠΑ, του Ηνωμένου Βασιλείου και της Γαλλίας στη Συρία. Η Ρωσία προειδοποιούσε ότι «δε θα μείνει απαθής» κι ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, εμφανώς ανήσυχος για το ενδεχόμενο να κληθεί ν' αποφασίσει μέσα σε λεπτά της ώρας αν θα μείνει με τη Δύση ή αν θα πάει με τη Ρωσία και το Ιράν, καλούσε τα μέρη να «επιδείξουν αυτοσυγκράτηση».
Σήμερα το πρωί όλοι γνώριζαν ότι η περιβόητη δυτική σαρωτική απάντηση ήταν εκατό περίπου πύραυλοι που έπληξαν εγκαταστάσεις τις οποίες οι δυνάμεις του αλ Άσαντ είχαν προηγουμένως εκκενώσει, ενώ η Ρωσία και οι Δυτικοί επιδίδονταν σε πόλεμο ανακοινώσεων προπαγάνδας για εσωτερική κατανάλωση.
Επιστροφή στην κανονικότητα λοιπόν -προσωρινά τουλάχιστον-, άρα η Τουρκία μπορεί ανεμπόδιστα να συνεχίσει την κλιμάκωση της έντασης με την Ελλάδα. Οι εκτιμήσεις της τουρκικής ηγεσίας θα ήταν εντελώς διαφορετικές αν το περασμένο Σαββατοκύριακο τα πράγματα είχαν εξελιχτεί σε μια νέα κρίση της Κούβας.
Αν κάτι πρέπει να κρατήσουμε από την δυτική επίθεση στη Συρία που κατέληξε σε φούσκα, είναι πως ΗΠΑ, Ηνωμένο Βασίλειο και Γαλλία έχουν συνειδητοποιήσει ότι στη Συρία κερδίζουν οι Ρώσοι και το Ιράν, κατάσταση την οποία επιθυμούν να αντιστρέψουν, χωρίς όμως να έχουν κάποια στρατηγική και, κυρίως, μη μπορώντας να τιθασεύσουν τον ανελέητο ανταγωνισμό ανάμεσα σε δυο σημαντικούς τους συμμάχους, την Τουρκία και τη Σαουδική Αραβία, για την ηγεσία του σουνιτικού Ισλάμ, έναν ανταγωνισμό που οδήγησε την πρώτη σε σύμπλευση με τη Ρωσία με το Ιράν.
Διότι αν κάτι κοινό υπάρχει ανάμεσα στην κλιμάκωση της κρίσης από πλευράς Τουρκίας στο Αιγαίο και στην Κύπρο και στη διεκδίκηση, μετά από έναν ολόκληρο αιώνα, της ηγεσίας του σουνιτικού Ισλάμ από τη Σαουδική Αραβία, είναι η πεποίθηση του Ερντογάν ότι η Τουρκία είναι πλέον σε θέση να ανακτήσει την επιρροή που είχε  μέχρι το τέλος του  Α' Παγκοσμίου Πολέμου και, ως μεσαίας ισχύος δύναμη, να ρυθμίζει τις συμμαχίες της ανάλογα με τα συμφέροντά της.
Έτσι επιθυμεί να  παραμείνει σημαίνον  μέλος του ΝΑΤΟ, συμμαχώντας ταυτόχρονα με τη Ρωσία και το Ιράν στη Συρία και στηρίζοντας το Κατάρ στην αντιπαράθεσή του με τη Σαουδική Αραβία, ώστε να πλήξει καίρια την επιρροή της τελευταίας στη Μέση Ανατολή, ενώ ταυτόχρονα ενισχύει Ουιγούρους εθνικιστές και τζιχαντιστές στην Κίνα κι επιδιώκει να περιορίσει τη ρωσική επιρροή στις τουρκόφωνες πρώην σοβιετικές Δημοκρατίες της Κεντρικής Ασίας.
Κι ενώ είναι προφανές ότι οι ΗΠΑ, το Ηνωμένο Βασίλειο, η Γαλλία και το ΝΑΤΟ είναι εξαιρετικά εκνευρισμένοι από τη σύμπλευση της Τουρκίας με τη Ρωσία και το Ιράν στη Συρία, δεν έχουν καμία διάθεση να απωλέσει η Ατλαντική Συμμαχία τον τουρκικό στρατό, τον δεύτερο σε μέγεθος μετά από αυτό των ΗΠΑ.
Εξ ίσου προφανές είναι όμως ότι η Δύση δεν έχει καμία απολύτως διάθεση να δει ταπεινωμένο τον άλλο στρατηγικό της σύμμαχο στη Μέση Ανατολή, τη Σαουδική Αραβία. Ούτε και διαθέτει πειστικά μέσα προσέγγισης των δυο αντιπάλων μιας και οι αντιπρόσωποί της στο συριακό παζλ περιορίζονται στους Κούρδους, που με τη σειρά τους είναι κόκκινο πανί για την Τουρκία.
Όσο λοιπόν στη Συρία η Τουρκία θα κινείται σε τεντωμένο σχοινί, μεταξύ της σύμπλευσής της με τη Ρωσία και το Ιράν και της εκπλήρωσης των υποχρεώσεών της ως μέλους της Ατλαντικής Συμμαχίας, θα εκνευρίζει με τη συμπεριφορά της τους Δυτικούς, οι οποίοι με τη σειρά τους θα την αντιμετωπίζουν ως αβέβαιο σύμμαχο.
Στην περίπτωση αυτή δεν θα επιδιώξει κάποιο θερμό επεισόδιο με την Ελλάδα και η όποια κλιμάκωση θα παραμείνει σε επίπεδο φραστικών απειλών, χωρίς βεβαίως να αποκλείεται και το «ατύχημα» η διαχείριση του οποίου, όπως εξήγησα στο Φάντασμα του ελληνοτουρκικού πολέμου , μόνο εύκολη δε θα είναι.
Υπάρχουν όμως και δυο άλλα ενδεχόμενα: είτε ο Ερντογάν να αποφασίσει να βάλει στον πάγο προσωρινά την αντιπαράθεσή του με τη Σαουδική Αραβία, να ευθυγραμμιστεί με τη Δύση και να επιδιώξει κάποια απτά άμεσα οφέλη μέσω μιας κρίσης με την Ελλάδα, είτε να παγιωθεί στη Συρία μια ασταθής μεν ισορροπία, η οποία όμως θα  απαιτεί μικρή δέσμευση στρατιωτικών δυνάμεων και διπλωματικών ενεργειών και επομένως δε θα στέκεται εμπόδιο στην κλιμάκωση μιας κρίσης με την Ελλάδα και την Κύπρο.
Προσωπικά δίνω μικρότερες πιθανότητες στο πρώτο από τα δυο ενδεχόμενα, μιας και θα συνιστά μια στρατηγική αναδίπλωση για την Τουρκία, η οποία δε θα μπορέσει να επανέλθει σύντομα  στη διεκδίκηση της ηγεσίας του σουνιτικού Ισλάμ.
Το δεύτερο ενδεχόμενο αντιθέτως έχει πολύ περισσότερες πιθανότητες και, στην περίπτωση αυτή, η ελληνική κυβέρνηση θα βρεθεί αντιμέτωπη με οδυνηρά διλήμματα, μιας και ο ελληνικός - και ο ελληνοκυπριακός- πολιτικός κόσμος κλώτσησαν στις προηγούμενες δεκαετίες όλες ανεξαιρέτως τις ευκαιρίες που προσφέρθηκαν για μια εξομάλυνση των σχέσεων με την Τουρκία. 
Αποκορύφωμα της πολιτικής αυτής μυωπίας ήταν το πέταγμα στα σκουπίδια της Συμφωνίας του Ελσίνκι, το 1999, που προέβλεπε την από κοινού προσφυγή Ελλάδας και Τουρκίας στο διεθνές Δικαστήριο της Χάγης αν ως το Δεκέμβρη του 2004 οι δυο χώρες δεν είχαν καταφέρει να βρουν μια κοινά αποδεκτή λύση στο Αιγαίο-. Πράγμα που συνδυάστηκε με την «υπερήφανη» απόρριψη του Σχεδίου Ανάν από τους Ελληνοκύπριους.
Σήμερα όμως είναι σαφές ότι στο Αιγαίο η Τουρκία δεν μιλά πλέον για γκρίζες ζώνες. Διεκδικεί ευθέως την κυριαρχία σε σειρά νησιών και νησίδων επτά - οκτώ από τα οποία κατοικούνται.
Δεύτερον,  η ελληνική κυβέρνηση δεν μπορεί να προσδοκά καμία απολύτως νατοϊκή υποστήριξη -αυτό το έχει καταστήσει εδώ και αρκετές εβδομάδες σαφές ο γ.γ. του ΝΑΤΟ- αλλά ούτε και μονομερή υποστήριξη από ΗΠΑ, Ηνωμένο Βασίλειο, Γαλλία και Γερμανία, οι οποίες, σημειωτέον, δεν διαθέτουν στην παρούσα φάση κάποιο πειστικό μέσο πίεσης προς την Τουρκία (ο βομβαρδισμός της με πυραύλους από τον αμερικανικό στόλο μόνο ως όνειρο θερινής νυκτός Ελληναράδων που ζουν σε εικονική πραγματικότητα πρέπει να εκλαμβάνεται) .
Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι, εν όψει της επικείμενης επίσκεψης Γιουνκέρ στην Αθήνα στα τέλη Απριλίου κατά την οποία αναμένεται να εκφωνήσει και ομιλία στη Βουλή, πηγές της ΕΕ διαρρέουν ότι «θα συστήσει στην Ελλάδα αυτοσυγκράτηση σε σχέση με την Τουρκία».
Σε Ελλάδα και Κύπρο, κυβέρνηση και κοινωνία πρέπει, κάτω από αυτές τις συνθήκες ν' αρχίσουν να συζητούν αν αντέχουν το οικονομικό και, κυρίως, το ανθρώπινο κόστος ενός μακροχρόνιου πολέμου με την Τουρκία, στον οποίο η Ελλάδα θα είναι μόνη της, με τους δυτικούς συμμάχους ανησυχούντες μεν, άπραγους δε.
Και για αρχή να καταστεί σαφές σε συμπαθείς δημάρχους όπως αυτός των Φούρνων, οι οποίοι νομίζουν ότι μπορούν να καθορίζουν την εξωτερική πολιτική της χώρας αναρτώντας σημαίες σε σκουπόξυλα, ότι δουλειά τους είναι να μαζεύουν τα σκουπίδια, να μην έχουν λακκούβες οι δρόμοι και τα πεζοδρόμια και, γενικά να λειτουργούν άρτια οι δημοτικές υπηρεσίες. Και να τους υπενθυμιστεί επίσης, για την περίπτωση κατά την οποία επιθυμούν να προσελκύσουν ψηφαλάκια και να εκλεγούν βουλευτές, ότι ο πρώτος διδάξας αυτής της τακτικής, ο Δημήτρης Διακομιχάλης, Δήμαρχος Καλύμνου, που προκάλεσε με τα καμώματά του την κρίση των Ιμίων , πήγε άπατος στις εκλογικές αναμετρήσεις που διεκδίκησε βουευτικό αξίωμα.

Γιάννης Χρυσοβέργης

*Δανείστηκα την παρομοίωση της μέδουσας από το Νίκο Μπελογιάννη (γιο του ανθρώπου με το γαρύφαλλο) που τη χρησιμοποίησε σήμερα σε συνέντευξή του στο ραδιόφωνο 247 88,6 FM.

Δευτέρα 9 Απριλίου 2018

ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΟΤΟΥΡΚΙΚΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ

Ποτέ, εδώ κι ένα περίπου αιώνα, ο κίνδυνος ενός ελληνοτουρκικού πολέμου δεν ήταν τόσο μεγάλος. Και, μολονότι τόσο στην Αθήνα όσο και στην Άγκυρα ουδείς τον επιθυμεί, τουλάχιστον στο άμεσο μέλλον, εάν ξεσπάσει ένα πράγμα είναι σχεδόν βέβαιο: ότι δεν θα είναι σύντομης διάρκειας.
Η σύλληψη και φυλάκιση των δυο Ελλήνων στρατιωτικών τον περασμένο μήνα αποτέλεσε σημείο καμπής στην κρίση των ελληνοτουρκικών σχέσεων, που ξέσπασε με αφορμή -και δευτερευόντως αιτία- την απόφαση του Αρείου Πάγου, το Γενάρη του 2017, να μην εκδώσει στην Τουρκία τους οκτώ φερόμενους ως πραξικοπηματίες, που ζήτησαν καταφύγιο στην Ελλάδα.
Αυτό που άλλαξε ήταν η συμπεριφορά της ελληνικής κυβέρνησης, η οποία εγκατέλειψε την τακτική των χαμηλών τόνων, με αποτέλεσμα μια ολοένα κλιμακούμενη φραστική αντιπαράθεση στο πιο ψηλό πολιτικό επίπεδο, και απάντησε στη σύλληψη των δυο στρατιωτικών με ενίσχυση των μονάδων στην ελληνοτουρκική μεθόριο και συνεχή γυμνάσια.
Το επίπεδο της φραστικής αντιπαράθεσης παραπέμπει σε εποχές που προηγήθηκαν της κορύφωσης προηγούμενων κρίσεων στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, το 1974, το 1987 και το 1996, ενώ η ένταση στη μεθόριο αυξάνει εκθετικά τον κίνδυνο ενός θερμού επεισοδίου.
Το οποίο θερμό επεισόδιο, ούτε η Αθήνα, ούτε η Άγκυρα επιθυμούν, η κάθε μια για τους δικούς της λόγους. Η μεν Αθήνα, διότι γνωρίζει πως κάτι τέτοιο θα είχε βαρύτατες επιπτώσεις στον ελληνικό - και στον τουρκικό- τουρισμό, ο οποίος είναι στην παρούσα φάση η ατμομηχανή της οικονομίας. Η δε Άγκυρα διότι, με το σκηνικό στη Συρία εντελώς ρευστό -παρά τις πρόσφατες στρατιωτικές της επιτυχίες- έχει σοβαρούς λόγους να μην επιθυμεί την εμπλοκή της σε ένα δεύτερο μέτωπο.
Το γεγονός όμως ότι ουδείς επιθυμεί ένα θερμό επεισόδιο στο Αιγαίο, ως μέσο για την προώθηση των πολιτικών του επιλογών, δε συμβαίνει ότι δε μπορεί αυτό να συμβεί από ατύχημα.
Μόνο που σε αυτή την περίπτωση, κανένας από τους άτυπους διμερείς μηχανισμούς διαχείρισης τέτοιων κρίσεων -διότι τέτοιου είδους «ατυχήματα» συνέβησαν στην ήρεμη περίοδο 2000-2017- δε θα είναι σε θέση να αποκλιμακώσει την ένταση στη γένεσή της.
Επιπλέον, κανένας από τους παράγοντες οι οποίοι στις προηγούμενες κρίσεις επενέβησαν πυροσβεστικά και απέτρεψαν την εξέλιξή τους σε γενικευμένη πολεμική σύρραξη δεν είναι σε θέση να παρέμβει.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση -στην υποθετική και εξόχως απίθανη περίπτωση που θα ενδιαφέρονταν να αποτρέψει ένα ελληνοτουρκικό πόλεμο- δεν έχει καμιά δυνατότητα παρέμβασης καθώς, εδώ και χρόνια, έχει καταστήσει στην Τουρκία σαφές ότι δεν υπάρχει γι' αυτήν «ευρωπαϊκή προοπτική». Επιπλέον οι σχέσεις της Τουρκίας με τη Γερμανία βρίσκονται στο χειρότερο σημείο των τελευταίων δεκαετιών, ενώ οι γαλλοτουρκικές σχέσεις δοκιμάζονται στη Συρία, όπου οι βλέψεις των δυο χωρών είναι εκ διαμέτρου αντίθετες.
Η ανοιχτή αντιπαράθεση των ΗΠΑ με την Τουρκία στη Συρία, στερεί επίσης από τις Ηνωμένες Πολιτείες κάθε δυνατότητα αποτρεπτικής παρέμβασης, ανάλογης με αυτή του προέδρου Κλίντον, που απέτρεψε το 1996 έναν ελληνοτουρκικό πόλεμο.
Η αδυναμία των ΗΠΑ και των μεγάλων ευρωπαϊκών χωρών να παρέμβουν πυροσβεστικά στην ελληνοτουρκική κρίση, καθιστά και το ΝΑΤΟ, εκ των πραγμάτων, ανίσχυρο για οποιαδήποτε παρέμβαση, ενώ η Ρωσία δεν΄έχει το παραμικρό συμφέρον να αποτρέψει μια πολεμική σύρραξη η οποία θα κάνει τους δυτικούς αντιπάλους της άνω-κάτω και θα της επιτρέψει να προωθήσει τα δικά της σχέδια απρόσκοπτα.
Κάτω από αυτές τις συνθήκες ένα τυχαίο ατυχές περιστατικό μπορεί να γίνει το έναυσμα ενός γενικευμένου ελληνοτουρκικού πολέμου, ο οποίος σε μια και μόνη περίπτωση -που δεν είναι και ιδιαίτερα πιθανή- θα είναι σύντομος: αν καταρρεύσει με συνοπτικές διαδικασίες ο ελληνικός στρατός.
Σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση οι δυο χώρες θα εμπλακούν σε ένα μακροχρόνιο πόλεμο φθοράς. Στο -επίσης ελάχιστα πιθανό- ενδεχόμενο που ο ελληνικός στρατός «παίρνει την Πόλη και την Αγιά Σοφιά» η Τουρκία δεν υπάρχει περίπτωση να καθίσει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, μιας και διαθέτει πολύ περισσότερο κιμά για κανόνια από την Ελλάδα. Τέλος, σε όλες τις ενδιάμεσες -και πιθανότερες- εκδοχές όπου κανένας από τους δυο στρατούς δεν θα κατορθώνει να επιτύχει ένα στρατηγικό πλεονέκτημα, οι δυο κυβερνήσεις θα παραμένουν δέσμιες της χίμαιρας της «νίκης».
Διότι οι αιτίες της κρίσης είναι πολύ πιο βαθιές από το «ινάτι του Ερντογάν» για τους οκτώ στρατιωτικούς, αν και η εν λόγω υπόθεση σαφώς και έπαιξε το ρόλο της, από τη στιγμή που ο Τούρκος πρόεδρος τη θεώρησε «προσωπική προσβολή».
Με όχημα την ισχυρή ανάπτυξη της οικονομίας, που από την άνοδο του Ερντογάν στην εξουσία τρέχει με ρυθμούς 4%-7% ετησίως, ο Τούρκος πρόεδρος θέλησε να ξανακάνει την Τουρκία αυτό που ήταν μέχρι το τέλος του Α' Παγκόσμιου Πολέμου: μια ισχυρή περιφερειακή δύναμη. 
Στόχο που, με εξαίρεση το Κουρδικό Κόμμα της Δημοκρατίας των Λαών και κάποιες περιθωριακές δυνάμεις της τουρκικής Αριστεράς, αποδέχεται όλο το πολιτικό σύστημα της χώρας. 
Σε αυτό το πλαίσιο εγκαινιάστηκε μια πολιτική άμεσης παρέμβασης στη Μέση Ανατολή, με στόχο να καταστεί η Τουρκία ηγέτιδα του σουνιτικού ισλάμ, κάτι που την έφερε σε ευθεία σύγκρουση με την Αίγυπτο και τη Σαουδική Αραβία.
Σε αυτό το πλαίσιο επίσης είναι «αδιανόητο» να υπάρχουν ενεργειακές οδοί στην Ανατολική Μεσόγειο που θα παρακάμπτουν την Τουρκία. 
Σε θεσμικό και συμβολικό επίπεδο δε επιβάλλεται η αναθεώρηση της Συνθήκης της Λωζάνης, η οποία καθορίζει τα σύνορα της Τουρκίας από το 1923 και μετά.
Από το 2013 και μετά η Ελλάδα και η Κύπρος ασκούν από την πλευρά τους μια επιθετική ενεργειακή πολιτική, η οποία αποκόπτει την Τουρκία από τα εκτιμώμενα ως πλούσια κοιτάσματα φυσικού αερίου της Ανατολικής Μεσογείου και σχεδιάζουν, μαζί με το Ισραήλ και την Αίγυπτο, οδούς μεταφοράς του αερίου οι οποίες -ενάντια σε κάθε οικονομική λογική-παρακάμπτουν την Τουρκία.
Τα σχέδια αυτά  η Τουρκία τα εκλαμβάνει ως απόπειρες περικύκλωσής της και γι' αυτό είναι αποφασισμένη -και υποχρεωμένη αν θέλει να τα αποτρέψει- να αντιδράσει δυναμικά, πράγμα που καθιστά αναγκαστική τη σύγκρουσή της, στο άμεσο ή στο απώτερο μέλλον, με την Ελλάδα και την Κύπρο.
Το εκρηκτικό σκηνικό ολοκληρώνεται από την «εικόνα του άλλου» στο συλλογικό ασυνείδητο των εμπλεκόμενων λαών. Κι όπως στο συλλογικό ασυνείδητο των Ελλήνων ο Τούρκος είναι η προσωποποίηση του «κακού δράκου», έτσι και στο συλλογικό ασυνείδητο των Τούρκων ο Έλληνας είναι «το όργανο της Δύσης στα σκοτεινά σχέδια που απεργάζεται κατά της Τουρκίας».
Και, με δεδομένο ότι οι φωνές της λογικής, τόσο στο πλαίσιο του πολιτικού συστήματος των δυο χωρών, όσο και εκτός αυτού, είναι πολύ λίγες αριθμητικά και περιθωριοποιημένες, το έργο της προπαγάνδας των εμπόρων του πολέμου γίνεται απείρως ευκολότερο.

Γιάννης Χρυσοβέργης




Σάββατο 24 Μαρτίου 2018

ΤΟ ΠΑΡΑΚΡΑΤΟΣ ΣΤΗΝ ΑΝΤΕΠΙΘΕΣΗ

Η σκανδαλώδης αθώωση του Μητροπολίτη Αμβρόσιου από το Πρωτοδικείο Αιγίου, οι απειλές των εξ επαγγέλματος Μακεδόνων κατά των βουλευτών και η προκλητική απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας για το μάθημα των θρησκευτικών αποτελούν μέρος μόνο μιας ολομέτωπης επίθεσης του παρακράτους της ακροδεξιάς εναντίον οιουδήποτε αρνείται να συμμορφωθεί  προς τα υποδείξεις της Ελλάδος Ελλήνων Χριστιανών.


Η πτώση της Δικτατορίας έφερε προσωρινά το ακροδεξιό παρακράτος σε δυσχερή θέση. Φρόντισε λοιπόν να περνάει απαρατήρητο, να ανακυκλωθεί στο νέο πολιτικό σύστημα, αλλά ήταν πάντα εδώ. Στη Δημόσια Διοίκηση, στην Αστυνομία, στη Δικαιοσύνη... Με την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης άρχισε να κάνει δειλά-δειλά την επανεμφάνισή του. 
Η ανεξαρτητοποίηση της Δημοκρατίας της Μακεδονίας από την καταρρέουσα Γιουγκοσλαβία έδωσε την ευκαιρία στους επί δεκαετίες εν υπνώσει μηχανισμούς του για πρώτη επίδειξη δύναμης. 
Τα ταμεία της Εκκλησίας χρηματοδότησαν αφειδώς τις δωρεάν μετακινήσεις εκατοντάδων χιλιάδων πολιτών προς την Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη προκειμένου να συμμετάσχουν στα συλλαλητήρια υπέρ της «Ελληνικότητας της Μακεδονίας», μαθητές οι οποίοι αρνήθηκαν να ακολουθήσουν τα σχολεία τους που «συμμετείχαν συντεταγμένα» σε αυτά τιμωρήθηκαν με αλλαγή σχολικού περιβάλλοντος -τουλάχιστον οκτώ περιστατικά είχαν καταγγελθεί τότε, όλα στη Θεσσαλονίκη-, το Δίκτυο 21 του τότε Υπουργού Εξωτερικών Αντώνη Σαμαρά αξίωνε με επιτυχία τον εξοστρακισμό κάθε μη υστερικά εθνικιστικής φωνής από τα ΜΜΕ και πετύχαινε την απόλυση των, λιγοστών δυστυχώς, δημοσιογράφων που δεν «συνεμορφώνοντο  προς τα υποδείξεις», δικαστήρια καταδίκαζαν μέλη αντιεθνικιστικών συλλογικοτήτων σε πολύμηνες φυλακίσεις για «απόπειρα εμπλοκής της χώρας σε πόλεμο»....
Στις 10 Απριλίου 1994 ομάδα ενόπλων προερχόμενη από την Ελλάδα επιτέθηκε σε αλβανικό μεθοριακό φυλάκιο, δολοφόνησε δυο στρατιωτικούς και τραυμάτισε άλλους τέσσερις και αφαίρεσε τον οπλισμό του φυλακίου. Οι δράστες συνελήφθησαν ένα χρόνο αργότερα ενώ προετοίμαζαν νέα καταδρομική επιχείρηση στην Αλβανία και καταδικάστηκαν τελικά, το 1997, σε ολιγόμηνες φυλακίσεις για... οπλοκατοχή. Όλα αυτά φυσικά με το ΠΑΣΟΚ και τη ΝΕΑ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ να εργάζονται φιλότιμα για το κουκούλωμα της υπόθεσης -διότι υπήρχαν «εθνικοί λόγοι»- ενώ η Αριστερά, με τη φωτεινή εξαίρεση του Ιού της ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑΣ και του Δικτύου για τα Κοινωνικά και Πολιτικά Δικαιώματα, «αγρόν ηγόραζε».
Ανάλογη αντιμετώπιση είχαν οι τεκμηριωμένες πολλαπλές καταγγελίες για συμμετοχή ομάδας Ελλήνων ενόπλων στη σφαγή της Σρεμπρένιτσα, το 1995. Γι' αυτές ούτε καν διατάχθηκε, έτσι, για τα μάτια του κόσμου, δικαστική διερεύνηση.
Η ανάρρηση, με τις ευλογίες του Κώστα Λαλιώτη, στον αρχιεπισκοπικό θρόνο του Χριστόδουλου έδωσε νέα ώθηση στο ακροδεξιό παρακράτος.
Εκτός από τις πανάκριβες μετακινήσεις «πιστών» στις λαοσυνάξεις κατά της απαλοιφής του θρησκεύματος από τις αστυνομικές ταυτότητες και πάλι υπόγειοι μηχανισμοί φροντίζουν να εξοβελίσουν από τα ΜΜΕ τους υποστηρικτές της αυτονόητης (;) αυτής μεταρρύθμισης.
Το μέγεθος και την επικινδυνότητα του παρακράτους έφεραν στην επιφάνεια, στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 2000 οι συγκρούσεις μεταξύ αντιμαχόμενων συμφερόντων στο εσωτερικό του.
Από το «περίεργο» ατύχημα του του ελικοπτέρου Σινούκ που μετέφερε τον τότε Πατριάρχη Αλεξανδρείας και την ακολουθία του στο Άγιο Όρος -σκοτώθηκαν όλοι- και τις παρακολουθήσεις των τηλεφώνων του Καραμανλή -ποτέ δε μάθαμε και ποιων άλλων, αλλά το παραμύθι της  «αυτοκτονίας» του Κώστα Τσαλικίδη δεν καταπίνεται εύκολα- το 2005, την εμπλοκή πρακτόρων της ΕΥΠ με διαπλεκόμενα μεταξύ τους παραεκκλησιαστικά και παραδικαστικά κυκλώματα ως το σκάνδαλο της Μονής Βατοπεδίου και τη γεμάτη αναπάντητα ερωτηματικά απόπειρα αυτοκτονίας του Χρήστου Ζαχόπουλου, γενικού γραμματέα του Υπουργείου Πολιτισμού, το Δεκέμβρη του 2007, οι εμπλεκόμενοι σε όλες αυτές τις υποθέσεις είτε δεν ταυτοποιήθηκαν ποτέ είτε, όσοι βρέθηκαν κατηγορούμενοι, έπεσαν στα μαλακά με τρόπο σκανδαλώδη. Για άλλη μια φορά, ΝΕΑ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ και ΠΑΣΟΚ κοιτούσαν αλλού, ενώ η Αριστερά... μην τα ξαναλέμε, πλην των γνωστών και μη εξαιρετέων υπόπτων «αγρόν ηγόραζε».
Το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης βρήκε το ακροδεξιό παρακράτος σε πλήρη ετοιμότητα. Τους «αγανακτισμένους πολίτες» της δεκαετίας του 1950 έχουν αντικαταστήσει τα τάγματα εφόδου της ΧΡΥΣΗΣ ΑΥΓΗΣ, τα μέλη των οποίων, τις σπάνιες φορές που καλούνται να δώσουν λόγο στη Δικαιοσύνη, βρίσκονται αντιμέτωπα με δικαστές «πρόθυμους» να δείξουν κατανόηση  στις «εθνικές τους ανησυχίες». Σε κάποιες περιπτώσεις μάλιστα τα θύματά τους καταδικάζονται σε ποινές βαρύτερες από αυτές που επιβάλλονται στους θύτες.
Όταν χτυπούν τα τάγματα εφόδου οι παρούσες δυνάμεις της Αστυνομίας τα αφήνουν να δρουν ανενόχλητα, σε κάποιες δε περιπτώσεις δε διστάζουν να τους παράσχουν και απροκάλυπτη στήριξη.
Οι κάθε λογής εξ επαγγέλματος «Μακεδόνες», μπορούν να απειλούν με θανατική ποινή το σύνολο των βουλευτών που θα τολμήσουν να «παραδώσουν τη Μακεδονία» στους «Γυφτοσκοπιανούς», χωρίς κάποιος εισαγγελέας να αισθάνεται την ανάγκη να να ζητήσει προκαταρκτική έρευνα για τέλεση αδικημάτων. Και από τα επτά κόμματα της Βουλής (η ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ βρίσκεται κατηγορούμενη ως εγκληματική οργάνωση) μόνο ο ΣΥΡΙΖΑ και το ΠΟΤΑΜΙ αισθάνθηκαν την ανάγκη να βγάλουν κάποιες αναιμικές δηλώσεις καταδίκης.
Φανατισμένοι ρασοφόροι δοξάζουν τους ναζί και ζητούν από τους πιστούς τους να προβούν σε εγκληματικές ενέργειες κατά αυτών που θεωρούν «μιάσματα» κι όταν φθάνουν να κατηγορούνται για τα κηρύγματα μισαλλοδοξίας τους αθωώνονται πανηγυρικά.
Το παρακράτος της ακροδεξιάς είναι εδώ.  Όπως στις σκοτεινές εποχές που προηγήθηκαν της πτώσης της δικτατορίας, έχει δικούς του ανθρώπους σε νευραλγικές θέσεις στο σύνολο του κρατικού μηχανισμού. Και, όπως και τότε, απολαύει της πολιτικής υποστήριξης των πολιτικών εκπροσώπων της ολιγαρχίας.
Όμως αυτά είναι γνωστά κι αναμενόμενα. Εκείνο που δεν ήταν αναμενόμενο ήταν η επί μια εικοσιπενταετία απουσία αντανακλαστικών της Αριστεράς. Τώρα που άρχισε να ξυπνάει από τη μακαριότητά της είναι πλέον αργά.

Γιάννης Χρυσοβέργης


Τετάρτη 20 Σεπτεμβρίου 2017

Η ΚΑΤΑΛΑΝΙΚΗ ΚΡΙΣΗ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΕΞΕΛΙΧΤΕΙ ΣΕ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΠΟΝΟΚΕΦΑΛΟ

 Η σημερινή σύλληψη πλήθους στελεχών της καταλανικής κυβέρνησης καθιστά τη διεξαγωγή του δημοψηφίσματος για την ανεξαρτησία της Καταλωνίας, που προγραμματίζεται για την 1η Οκτωβρίου, αβέβαιη αν όχι αδύνατη.
Και βυθίζει την Ισπανία σε μια πολιτική κρίση μακράς διαρκείας, με απρόβλεπτες εξελίξεις, που δε θα αφήσουν ανεπηρέαστη την υπόλοιπη Ευρώπη. 

Η μαζική σύλληψη στελεχών της καταλανικής κυβέρνησης και η μεταφορά των αρμοδιοτήτων του υπουργείου Οικονομικών της τοπικής κυβέρνησης στη Μαδρίτη συνιστούν μια εκ των πραγμάτων κατάργηση του καθεστώτος της Αυτονομίας, άρα εκ των πραγμάτων ακύρωση σειράς θεμελιωδών διατάξεων του ισπανικού Συντάγματος, στον ίδιο βαθμό που, κατά την El País, το συνιστά η τυχόν διεξαγωγή του δημοψηφίσματος.
Και δεν πρόκειται για συζήτηση σε επίπεδο συνταγματολόγων - και τα δυο στρατόπεδα θα έχουν πλήθος επιχειρημάτων που τεκμηριώνουν την άποψή τους- αλλά για πολιτική κρίση πρώτου βαθμού.
Με τη σημερινή επίδειξη πυγμής ο Ραχόι πιθανόν εξασφάλισε την πολιτική του κυριαρχία στην Ισπανία για αρκετά χρόνια.
Καθιστώντας κυρίαρχο στοιχείο της πολιτικής αντιπαράθεσης την ενότητα της Ισπανίας τόσο το Σοσιαλιστικό Κόμμα όσο και οι νεοφιλελεύθεροι CIUDADANOS (Πολίτες), δυο κόμματα που συμμερίζονται τις απόψεις του Λαϊκού Κόμματος σε αυτό το ζήτημα, βρίσκονται αυτόματα σε μειονεκτική θέση.
Σε μειονεκτική θέση όμως βρίσκονται και τα κόμματα της Αριστεράς (PODEMOS και ΕΝΩΜΕΝΗ ΑΡΙΣΤΕΡΑ) τα οποία αφ' ενός τάσσονται υπέρ της διατήρησης της ενότητας της Ισπανίας, αφ' ετέρου θεωρούν ότι η Καταλωνία έχει κάθε δικαίωμα να αποφασίσει για το μέλλον της, μιας και εφεξής θα κατηγορούνται σε καθημερινή βάση για εθνική μειοδοσία.
Επιπροσθέτως η σύγκρουση Ισπανών - Καταλανών θα εξοβελίσει από την πολιτική αντιπαράθεση τις καταστροφικές κοινωνικές συνέπειες της νεοφιλελεύθερης πολιτικής του Λαϊκού Κόμματος και θα μειώσει τις κοινωνικές αντιδράσεις.
Αντιστοίχως στο αποσχιστικό στρατόπεδο της Καταλωνίας η σημερινή επιχείρηση της Guardia Civil (αστυνομικό σώμα αντίστοιχο της Χωροφυλακής στην Ελλάδα μέχρι το 1985) περιθωριοποιεί τις μετριοπαθείς φωνές και ενισχύει τις πιο ριζοσπαστικές τάσεις.
Πολύ περισσότερο που είναι δύσκολο η καταστολή να περιοριστεί στην αποτροπή του δημοψηφίσματος για την Ανεξαρτησία της Καταλωνίας. Από τη στιγμή που το Ανώτατο Δικαστήριο της Καταλωνίας θεώρησε τη διεξαγωγή του δημοψηφίσματος πράξη αντίθετη προς το Σύνταγμα, η απόσταση είναι πολύ μικρή από το να θεωρηθεί η ίδια η διεκδίκηση της ανεξαρτησίας της Καταλωνίας αντισυνταγματική, και να τεθούν εκτός νόμου όλα τα καταλανικά κόμματα.
Όμως, ακόμα κι αν αυτό το βήμα δεν γίνει, με δεδομένο ότι το ισπανικό θεσμικό πλαίσιο δεν επιτρέπει τη διεκδίκηση του δικαιώματος στην απόσχιση, τα καταλανικά κόμματα και συλλογικότητες θα κληθούν να επαναπροσδιορίσουν την πολιτική στρατηγική τους.
Μέχρι πιο σημείο θα φτάσει η μη βίαιη αντίσταση; Θα λάβει μορφή πολιτικής ανυπακοής; Κι αν συμβεί αυτόα φτάσει έως το σημείο του μποϊκοταρίσματος όλων των θεσμών του Κράτους και της άρνησης πληρωμής των φόρων; Θα δημιουργηθεί ένα δίκτυο παράλληλων θεσμών; Και ποια θα είναι η απάντηση των Καταλανών εθνικιστών στην εύλογα βίαιη αντίδραση του ισπανικού Κράτους; Και, το σημαντικότερο, τι θα συμβεί αν μια όχι ευκαταφρόνητη μερίδα των Καταλανών εθνικιστών επιλέξει το δρόμο της ένοπλης αντιπαράθεσης;
Αν όμως λάβουμε υπ' όψιν πόσα χρόνια χρειάστηκε το ισπανικό Κράτος για να αντιμετωπίσει την ΕΤΑ - που οι Βάσκοι είναι ένα εκατομμύριο όλοι κι όλοι- αντιλαμβάνεται κανείς τι μπορεί να συμβεί αν κάποιοι Καταλανοί εθνικιστές επιλέξουν το δρόμο του αντάρτικου πόλης.
Γιατί οι Καταλανοί αντιστοιχούν στο ένα έκτο του πληθυσμού της Ισπανίας. Κι αν για να νικήσει το ισπανικό Κράτος την ΕΤΑ χρειάστηκε να προσφύγει σε μεθόδους του φρανκικού παρελθόντος (βασανιστήρια, ακόμα και εξωδικαστικές εκτελέσεις) και τη συστηματική βοήθεια των γαλλικών αρχών από το 1986 και μετά, πόση κλιμάκωση της βίας θα χρειαστεί για την αντιμετώπιση μιας πολύ μεγαλύτερης δεξαμενής υποστηρικτών των ενδεχόμενων ένοπλων καταλανικών οργανώσεων;  Θα μπορέσει να επιβιώσει το Κράτος Δικαίου μιας τέτοιας αντιπαράθεσης;
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο Μαριάνο Ραχόι έχει επενδύσει στην κλιμάκωση της έντασης για την εδραίωση της πολιτικής του κυριαρχίας. Όμως βασική προϋπόθεση για την επιτυχία του σχεδιασμού του είναι ο καταλανικός πληθυσμός να υποκύψει στην κεντρική εξουσία και να αποδεχτεί ή να ανεχτεί την παρέμβασή της, πράγμα που κανείς δεν πρέπει να αποκλείσει.
Αν όμως δε συμβεί αυτό τότε θα ξεκινήσει μια αλυσιδωτή αντίδραση την οποία κανείς πλέον δε θα μπορεί να σταματήσει. Κι οι επιπτώσεις της θα επηρεάσουν και την υπόλοιπη Ευρώπη, καθώς τόσο στη Μεγάλη Βρετανία, όσο και στο Βέλγιο οι αποσχιστικές τάσεις της Σκωτίας και της Φλάνδρας αντίστοιχα είναι ιδιαίτερα ισχυρές. Για να μην προσθέσουμε και το, προς το παρόν αδύναμο, ενδεχόμενο της ανάπτυξης ενός αποσχιστικού κινήματος στη Βόρεια Ιταλία με κορμό τη Λέγκα του Βορρά. Εκείνο που με βεβαιότητα μπορεί να πει κανείς είναι πως μια εκτός ελέγχου κλιμάκωση της έντασης μεταξύ Καταλανών εθνικιστών και ισπανικού Κράτους θα επηρεάσει σημαντικά τις εξελίξεις στις τρεις αυτές χώρες.

Γιάννης Χρυσοβέργης



Πέμπτη 14 Σεπτεμβρίου 2017

ΑΓ. ΖΩΝΗ ΙΙ: ΟΙΚΟΛΟΓΙΚΟ ΕΓΚΛΗΜΑ ΑΠΟ ΠΡΟΘΕΣΗ ΚΑΙ ΜΕ ΕΝΔΕΧΟΜΕΝΟ ΔΟΛΟ



Το ναυάγιο του σκυλοπνίχτη ΑΓΙΑ ΖΩΝΗ ΙΙ είναι ένα οικολογικό έγκλημα από πρόθεση και με ενδεχόμενο δόλο, το οποίο από σύμπτωση δεν είχε και ανθρώπινα θύματα.
Οι συνέπειές του στο Σαρωνικό, ό,τι κι αν συμβεί από εδώ κι εμπρός, θα είναι μακράς διαρκείας.
 Όμως τα ΜΜΕ προβάλλουν τις κοκορομαχίες μεταξύ κυβέρνησης και αξιωματικής αντιπολίτευσης για το θέμα κι αποσιωπούν τα αμείλικτα ερωτήματα που γεννά  το «περίεργο» αυτό ναυάγιο.


Το μόνο τυχαίο στο ναυάγιο του ΑΓ. ΖΩΝΗ ΙΙ είναι ο χρόνος στον οποίο συνέβη, αν φυσικά δεχτούμε ότι δεν υπάρχει δόλος, πράγμα που μένει να αποδειχτεί.
Το ΑΓ. ΖΩΝΗ ΙΙ βυθίστηκε ενώ ήταν αγκυροβολημένο, με τις δεξαμενές του γεμάτες πετρέλαιο κι ενώ επικρατούσε μπουνάτσα.
Τα τα δυο από τα 11 μέλη του πληρώματος που ήταν στο πλοίο δήλωσαν στις αρχές πως πήρε κλίση και βυθίστηκε όταν έγινε εισροή υδάτων στο μηχανοστάσιο.
Όμως δεν έσπασαν οι κάβοι για να παρασυρθεί σε κάποια ξέρα, και το πλήρωμα δεν εξέπεμψε καν S.O.S.
Μπορεί η ποσότητα του πετρελαίου που έχει διαρρεύσει να είναι περιορισμένη και να μην υπάρχει καμιά απολύτως σύγκριση με τα μεγάλα ναυάγια δεξαμενοπλοίων  (Exxon Valdez το 1989 στην Αλάσκα, Erika το 1999 στη Βρετάνη της Γαλλίας), που προκάλεσαν ριζικές αλλαγές  στους κανονισμούς που διέπουν τη ναυπήγηση τέτοιου τύπου πλοίων.
Δεν παύει όμως να έχει βαρύτατες επιπτώσεις στο οικοσύστημα του Σαρωνικού, ενός κλειστού κόλπου που επί δεκαετίες ήταν νεκρή θάλασσα και στον οποίο τα τελευταία χρόνια, μετά από μια εικοσαετία λειτουργίας του σταθμού διαχείρισης λυμάτων της Ψυττάλειας, είχε αρχίσει να αποκτά και πάλι ζωή.
Ακόμα κι αν δεν διαρρεύσει άλλο πετρέλαιο στη θάλασσα, πράγμα εξαιρετικά δύσκολο, ακόμα κι αν οι περισσότεροι από 2.000 τόνοι πετρελαίου που βρίσκονται στο κύτος του ναυαγίου απαντληθούν, πράγμα εξαιρετικά αβέβαιο,  οι περιφερόμενες πετρελαιοκηλίδες θα αφήσουν το αποτύπωμά τους για αρκετά χρόνια στο Σαρωνικό.
Μπορεί οι παραλίες να καθαριστούν, όμως χιλιάδες ψαριών και πουλιών θα χάσουν τη ζωή τους, ενώ για τη διάλυση των πετρελαιοκηλίδων χρησιμοποιούνται ακόμα και σήμερα χημικά, τα οποία δημιουργούν στο βυθό ένα ίζημα, που με τη σειρά του καταστρέφει τη χλωρίδα.
Κι ενώ το υπουργείο Εμπορικής Ναυτιλίας ισχυρίζεται ότι το ΑΓ. ΖΩΝΗ ΙΙ είχε όλα τα απαραίτητα έγγραφα, ο ιδιοκτήτης του, Θεόδωρος Κουντούρης, θρασύτατα ισχυρίζεται από την πλευρά του ότι δε φταίει το πλοίο του για τη ρύπανση (Για του λόγου το αληθές ακούστε το ηχογραφημένο απόσπασμα στον ακόλουθο σύνδεσμο: http://www.newsit.gr/ellada/petrelaiokilida-sokaristikes-eikones-stin-glyfada-ti-leei-o-ploioktitis/2217232/ ).
Όμως τα ερωτήματα είναι αμείλικτα και τα ΜΜΕ σφυρίζουν αδιάφορα:
-Αν αληθεύει ότι το πλοίο βυθίστηκε επειδή έγινε εισροή υδάτων στο μηχανοστάσιο, ενώ ήταν αγκυροβολημένο κι επικρατούσε μπουνάτσα πώς μπήκαν τα νερά; 
-Αν όπως ισχυρίζονται το υπουργείο και ο πλοιοκτήτης το πλοίο «διέθετε όλα τα απαραίτητα πιστοποιητικά» και δεδομένου ότι το πλοίο ήταν τα τελευταία οκτώ χρόνια παροπλισμένο, ποιος Νηογνώμονας εξέδωσε το πιστοποιητικό αξιοπλοΐας του;
-Το πλοίο είχε ναυπηγηθεί το 1972, ήταν μονού κύτους και έφερε ελληνική σημαία, όπως διαβεβαιώνει το Γραφείο Τύπου του Λιμενικού Σώματος, άρα ίσχυε γι' αυτό ο Ευρωπαϊκός Κανονισμός 417/2002, βάσει του οποίου (άρθρο 4, παρ.1) έπρεπε να έχει αποσυρθεί από το 2003 (για του λόγου το αληθές βλ. http://eur-lex.europa.eu/legal-content/EL/TXT/PDF/?uri=CELEX:32002R0417&from=EL). Γιατί λοιπόν δεν είχε πάρει την άγουσα για τα διαλυτήρια;
-Το εν λόγω πλοίο για τον Διεθνή Οργανισμό Ναυσιπλοΐας φέρονταν παροπλισμένο ή βυθισμένο (http://www.marinetraffic.com/gr/ais/details/ships/shipid:213750/mmsi:240783000/imo:7126152/vessel:AGIA_ZONI_II ). Με ποιο «θαυματουργό τρόπο» αναστήθηκε;
-Το πλοίο είχε αποπλεύσει λίγες ώρες πριν από τα διυλιστήρια, έχοντας φορτώσει πετρέλαιο, με εντεκαμελές πλήρωμα. Τη στιγμή του ναυαγίου ΜΟΝΟ 2 μέλη του πληρώματος ήταν σε αυτό. Ποιος αξιωματικός του Λιμεναρχείου Ελευσίνας υπέγραψε την άδεια απόπλου; 
-Ο εν λόγω αξιωματικός έλεγξε τα έγγραφα του πλοίου; Έχει διαταχθεί έρευνα για τη διερεύνηση τυχόν ευθυνών του;
-Ποιος θα καταβάλει το οικονομικό κόστος της διάλυσης των πετρελαιοκηλίδων, του καθαρισμού των παραλιών από το μαζούτ, της απάντλησης του πετρελαίου από το κύτος του βυθισμένου πλοίου;

Γιάννης Χρυσοβέργης




Τρίτη 11 Ιουλίου 2017

ΦΟΡΟΣ ΤΙΜΗΣ ΣΤΟ ΝΙΚΟ ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΔΗ ΚΑΙ ΣΤΟ ΜΟΥΣΤΑΦΑ ΑΚΙΝΤΖΙ

Τίποτα δεν αποδίδει καλύτερα τα όσα διαδραματίστηκαν στις συνομιλίες Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων υπό την αιγίδα του ΟΗΕ, από το παρακείμενο σκίτσο του ECONOMIST.
Ανεξάρτητα από τις πικρίες που μοιραία γέννησε η αποτυχία ο Νίκος Αναστασιάδης κι ο Μουσταφά Ακιντζί τόλμησαν να δοκιμάσουν τις αντοχές της κοινότητάς του ο καθένας, αλλά, κάποιες φορές, και τις κόκκινες γραμμές που έθεταν αντιστοίχως Ελλάδα και Τουρκία.


«Δεν πρόκειται πλέον να γίνει άλλη σοβαρή προσπάθεια για λύση του Κυπριακού από πολιτικούς της δικής μας γενιάς», δήλωσε επιγραμματικά μετά από τη διαπίστωση του ναυαγίου στο Κρανς Μοντανά ο Μουσταφά Ακιντζί. Αν λάβουμε υπ' όψιν ότι πρόκειται για τη δεύτερη αποτυχία μέσα σε δεκαπέντε χρόνια μάλλον έχει δίκιο.
Οι δυο Κύπριοι ηγέτες εργάστηκαν για περισσότερο από ένα χρόνο για μια βιώσιμη λύση του Κυπριακού μόνοι τους κι ενάντια σε όλους (βλ. ΑΡΑΓΕ ΕΝΔΙΑΦΕΡΕΤΑΙ ΚΑΝΕΙΣ ΓΙΑ ΛΥΣΗ ΣΤΟ ΚΥΠΡΙΑΚΟ; ).
Οι συνομιλίες σημείωσαν απίστευτη πρόοδο σε θέματα που ακόμα και στο πλαίσιο του Σχεδίου Ανάν - της διαπραγμάτευσης η οποία αναμφίβολα είχε προχωρήσει περισσότερο από κάθε προηγούμενη- ήταν ταμπού και είχαν παραπεμφθεί σε μετέπειτα συμφωνίες (π.χ. περιουσιακό). 
Όταν όμως ήρθε η συζήτηση στο θέμα της Ασφάλειας και των εγγυήσεων, θέματα στα οποία εμπλέκονταν άμεσα ή έμμεσα όχι μόνο η Αθήνα και η Άγκυρα αλλά και όλοι οι ενδιαφερόμενοι διεθνείς παίκτες εκεί τα πράγματα σκόνταψαν.
Ο λόγος ήταν ότι, πέρα από τα αντίθετα προς τη λύση συμφέροντα του καθενός από τους εξωκυπριακούς παράγοντες, τα δυο αυτά ζητήματα άπτονταν των φόβων της κάθε κοινότητας.
Είναι αδύνατο να νιώσουν ασφαλείς οι Ελληνοκύπριοι με θεσμοθετημένη την παρουσία των τουρκικών στρατιωτικών δυνάμεων στο νησί.
Είναι αδύνατο να νιώσουν ασφαλείς οι Τουρκοκύπριοι χωρίς παρουσία τουρκικών στρατιωτικών δυνάμεων στο νησί.
Η επίλυση αυτού του προβλήματος θα μπορούσε να καταστεί εφικτή μόνο αν η Αθήνα και η Άγκυρα επιθυμούσαν μια λύση κι αν ο διαμεσολαβητής του ΟΗΕ αντί να προσπαθεί να εκβιάσει καταστάσεις επιδείκνυε περισσότερη φαντασία.
Η δήλωση του αντιπροέδρου της τουρκικής κυβέρνησης Τογρούλ Τουρκές σε ΜΜΕ της χώρας του την παραμονή της έναρξης των συνομιλιών στην Ελβετία («η τουρκική κυβέρνηση συμμετέχει στις διαπραγματεύσεις αυτές επειδή βρέθηκε με το πιστόλι στον κρόταφο») αλλά και οι έντονες αντιδράσεις του Νίκου Κοτζιά στις πιεστικές προσπάθειες του εκπροσώπου του ΟΗΕ να κουβαλήσει τους δυο πρωθυπουργούς στις διαπραγματεύσεις, είναι ενδεικτικές του πόσο ζορίστηκαν οι κυβερνήσεις Ελλάδας και Τουρκίας.
Διότι μόνο κυβερνήσεις που θα αισθάνονταν σίγουρες για την ικανότητά τους να πείσουν την κοινωνία τους θα μπορούσαν να υπερβούν πάγιες μαξιμαλιστικές τους θέσεις τεσσάρων και πλέον δεκαετιών. 
Πώς όμως η ελληνική κυβέρνηση η οποία κάθε έξι μήνες αποδέχεται τα νέα εξωφρενικά μέτρα λιτότητας, που κατά παράβαση των προηγουμένως συμφωνηθέντων αξιώνουν οι δανειστές της χώρας, θα συγκρουστεί με την εδραιωμένη πεποίθηση της ελληνικής κοινωνίας ότι «δίκαιη λύση» του Κυπριακού είναι μονάχα αυτή που περιορίζει τους Τουρκοκύπριους σε ρόλο μειονότητας με περιορισμένα δικαιώματα;
Πώς η τουρκική κυβέρνηση, που συμπεριφέρεται σαν παγιδευμένο θηρίο, βλέπει παντού ίντριγκες και συνωμοσίες και εισπράττει απανωτές αποτυχίες στην εξωτερική της πολιτική, κυρίως για το κουρδικό ζήτημα, θα συγκρουστεί με την εδραιωμένη πεποίθηση της τουρκικής κοινωνίας ότι το Κυπριακό «λύθηκε» το 1974;
Στην Κύπρο εδώ κι εξήντα τουλάχιστον χρόνια συγκρούονται ο ελληνικός κι ο τουρκικός εθνικισμός και, σε αυτή τη σύγκρουση, Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι έγιναν εμπροσθοφυλακές των δυο εθνικισμών.
Ο στόχος της ένωσης της Κύπρου με την Ελλάδα ήταν σαφής σε ευρύ τμήμα του ελληνικού πολιτικού φάσματος, συμπεριλαμβανομένης και της Αριστεράς,η οποία είχε πρωτοστατήσει στην Ελλάδα στην υποστήριξη  της ένοπλης δράσης της αντικομμουνιστικής ΕΟΚΑ, μέχρι το 1967, οπότε, εν μέσω των αναταράξεων που έχει δημιουργήσει ο πόλεμος των Έξι Ημερών* ο Μακάριος, ο οποίος ήδη από το 1961 είχε παίξει ουσιαστικό ρόλο στη δημιουργία του Κινήματος των Αδεσμεύτων** αλλάζει αιφνίδια πολιτική γραμμή, μετατρέπεται σε υπέρμαχο της ανεξαρτησίας της Κύπρου και προσεγγίζει τη Μόσχα.
Η αποτροπή της ένωσης της Κύπρου με την Ελλάδα ήταν εξ αρχής ζωτικής σημασίας στόχος για την Τουρκία που στις αρχές της δεκαετίας του 1950 ασφυκτιούσε από την ελληνική περικύκλωση, μετά την παραχώρηση της Δωδεκανήσου στο ελληνικό Κράτος.
Αν σε αυτό προστεθεί η επιτηδευμένη τόνωση των αντιθέσεων Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων στη διάρκεια της βρετανικής αποικιακής διοίκησης έχουμε ένα κουβάρι που μοιάζει κάθε μέρα περισσότερο με γόρδιο δεσμό.
Αυτό το κουβάρι προσπάθησαν να ξετυλίξουν οι Νίκος Αναστασιάδης και Μουσταφά Ακιντζί και συγκρούστηκαν με εθνικές εμμονές ένθεν κακείθεν. Γι αυτό κι αξίζουν το σεβασμό όλων των ανθρώπων σε Ελλάδα, Κύπρο και Τουρκία, που ονειρεύονται ένα μέλλον χωρίς το φόβο του πολέμου με το γείτονα.

Γιάννης Χρυσοβέργης

Σημειώσεις για νεώτερους
*Πόλεμος των Έξι Ημερών:Στις 5 Ιουνίου 1967 το Ισραήλ εξαπέλυσε αιφνιδιαστική επίθεση εναντίον των αεροπορικών δυνάμεων της Αιγύπτου, φοβούμενο, όπως υποστήριξε, άμεση εισβολή από την Αίγυπτο. Η υπεροχή στον αέρα (κατέστρεψε τα περισσότερα αιγυπτιακά αεροσκάφη) υπήρξε το καθοριστικό ισραηλινό όπλο. Σε απάντηση η Ιορδανία επιτέθηκε στη δυτική Ιερουσαλήμ και τη Νετάνια, αλλά η ισραηλινή απάντηση ήταν άμεση. Στο τέλος του πολέμου το Ισραήλ είχε κερδίσει τον έλεγχο της ανατολικής Ιερουσαλήμ, της Λωρίδας της Γάζας, της Δυτικής Όχθης, των υψιπέδων του Γκολάν και της χερσονήσου του Σινά.
**Κίνημα των Αδεσμεύτων: Ιδρύθηκε από τους ηγέτες της Γιουγκοσλαβίας Γιοσίπ Μπροζ (Τίτο), τον αρχιεπίσκοπο Μακάριο, της Ινδίας Γιαβαχαρλάλ Νεχρού και της Αιγύπτου Γκαμάλ Αμπντέλ Νάσερ. Σκοπός του κινήματος, σύμφωνα με τη διακήρυξη της Αβάνας (1978) είναι να διασφαλίσει «την εθνική ανεξαρτησία, την εδαφική ακεραιότητα και την ασφάλεια των αδέσμευτων χωρών στον αγώνα τους ενάντια στον ιμπεριαλισμό, την αποικιοκρατία, το ρατσισμό και όλες τις μορφές ξένης επιθετικότητας, κατοχής, κυριαρχίας, ανάμειξης ή ηγεμονίας, καθως και εναντίον των μεγάλων δυνάμεων και των συνασπισμών ισχύος. Μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1970 έπαιξε σημαντικό διεθνή ρόλο.


Πέμπτη 6 Ιουλίου 2017

Ο ΑΡΚΑΣ, ΤΟ ΘΗΡΙΟ ΚΙ ΟΙ «ΠΑΡΑΙΤΗΘΕΙΤΕ»

Η απόφαση του ΑΡΚΑ να καταστήσει εαυτόν δημόσια φωνή του γνωστού - άγνωστου νεοφιλελεύθερου «κινήματος» ΠΑΡΑΙΤΗΘΕΙΤΕ, προκάλεσε ποικίλες αντιδράσεις, χαράς οι πιο λίγες, οργής κι απογοήτευσης οι πιο πολλές.
Κι επειδή πολλές από αυτές κατά το κοινώς λεγόμενο «ξεφεύγουν» είναι ίσως σκόπιμο να υπενθυμίσουμε ότι οι όποιες πολιτικές απόψεις ενός καλλιτέχνη δεν είναι δυνατόν να ακυρώνουν την καλλιτεχνική του αξία.

Πολλά έχουν γραφτεί τις τελευταίες μέρες για την απόφαση του γνωστού και αγαπητού σε όλους ΑΡΚΑ να γίνει ο προπαγανδιστής του «κινήματος» ΠΑΡΑΙΤΗΘΕΙΤΕ, που μια φορά το χρόνο, κατά τα τέλη του Ιούνη, διοργανώνει μια αποτυχημένη διαδήλωση στην Πλατεία Συντάγματος αξιώνοντας την παραίτηση της κυβέρνησης.
Πιο εμβληματικό, καθώς προκάλεσε πλήθος δευτερογενών αντιδράσεων -πιθανώς και λόγω του ονόματος της συντάκτριας -  ήταν αυτό της Έλενας Ακρίτα στην εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ στις 1 Ιουλίου (παραθέτω την αναπαραγωγή του από τον τοίχο του Παναγιώτη Δημητρά  https://www.facebook.com/panayote/posts/10154985200377968 ).
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα νέα σκίτσα του ΑΡΚΑ, μαυρόασπρα όσα έχω δει, πράγμα που ενδεχομένως να έχει και τη δική του σημειολογική σημασία, δεν έχουν τη σπιρτάδα του λόγου των πρωταγωνιστών του που δεκαετίες τώρα συντροφεύουν τη ζωή μας. Όμως αυτό είναι δικό του πρόβλημα, όχι δικό μας.
Όλα αυτά τα χρόνια ο ΑΡΚΑΣ είχε καθιερωθεί ως ένας σκιτσογράφος - φιλόσοφος, που μέσω των μη συμβατικών πρωταγωνιστών του σχολιάζει επιγραμματικά μικρές και μεγάλες καθημερινές στιγμές του μέσου ανθρώπου, με διαχρονικό χαρακτήρα. Και σε αυτό ήταν και είναι απαράμιλλος. 
Τα δηκτικά σχόλια των πρωταγωνιστών του, υποστηριζόμενα από ένα δουλεμένο σκίτσο, μένουν αξέχαστα στον αναγνώστη και γίνονται με τη σειρά τους τροφή για σκέψη.
Η πολιτική γελοιογραφία ποτέ μέχρι τώρα δεν τον είχε προσελκύσει, δικαίως πιθανότατα αν κρίνουμε από τα πρώτα δείγματα γραφής του σε αυτό τον τομέα.
Η πολιτική γελοιογραφία ασχολείται με το εφήμερο κι ο στόχος της είναι να προκαλέσει το αυθόρμητο γέλιο του αναγνώστη. Αν δε συμβεί αυτό είναι αποτυχημένη.
Πέντε χρόνια μετά είναι ακατανόητη αν δε συνοδεύεται από μια επεξηγηματική παράγραφο του τι, του πώς και του γιατί, σε αντίθεση με τα μέχρι τώρα σκίτσα του ΑΡΚΑ που διαβάζονται με την ίδια ευχαρίστηση από τρεις διαδοχικές γενιές.
Στον ρόλο του πολιτικού γελοιογράφου ο ΑΡΚΑΣ είναι εντελώς αποτυχημένος. Το σκίτσο του δε βγάζει γέλιο το κείμενο αφήνει το πρόσωπο ανέκφραστο. Κι ο λόγος είναι ότι στερείται παντελώς φαντασίας, ή, για να είμαστε ακριβέστεροι, διαθέτει λιγότερη φαντασία από τη ντουντούκα του Σωματείου Οικοδόμων και Συναφών Επαγγελμάτων.
Όμως αυτό απλώς σηματοδοτεί μια καλλιτεχνική αποτυχία του ΑΡΚΑ σε ένα είδος που ποτέ μέχρι τώρα δεν είχε δοκιμάσει κι απ' ό,τι δείχνει η μέχρι τώρα δουλειά του σε αυτό είχε απόλυτο δίκιο.
Σε τελική ανάλυση ο άλλος ΑΡΚΑΣ, αυτός που τόσα χρόνια είχαμε συνηθίσει, ποτέ δε μας είχε μιλήσει για τις απόψεις του για την πολιτική, πλην πιθανώς ενός στενού κύκλου προσωπικών του φίλων.
Το ότι εξαίφνης εμφανίζεται ως νεοφιλελεύθερος ταλιμπάν δε σημαίνει ότι δεν ήταν πάντα τέτοιος ή ότι δεν έγινε με την πάροδο του χρόνου (όπως πολλοί «σκληροπυρηνικοί αριστεροί» έπραξαν άλλωστε στις τελευταίες δεκαετίες).
Και το μείζον ερώτημα είναι: Θα μας άρεσε λιγότερο όλα αυτά τα χρόνια ο ΑΡΚΑΣ αν ξέραμε πως ήταν πάντοτε - ή επρόκειτο να γίνει - ένας ταλιμπάν του νεοφιλελευθερισμού; Νομίζω πως στην ερώτηση αυτή οι περισσότεροι από εμάς θα απαντούσαμε όχι.
Για τον ίδιο λόγο που οι λάτρεις του κινηματογράφου δεν έπαψαν να εκτιμούν τη Λένι Ρήφενστααλ παρά το γεγονός ότι ουδέποτε απαρνήθηκε το ναζισμό, για τον ίδιο λόγο που οι λάτρεις του ποιοτικού τραγουδιού συνέχισαν να ακούν Εντίτ Πιαφφ και μετά τη γερμανική κατοχή, παρά τις αμφιλεγόμενες σχέσεις της με Γερμανούς.
Με την έννοια αυτή θεωρώ υπερβολικά τα σχόλια της μορφής «ο Αρκάς μας πρόδωσε». Δε μας πρόδωσε γιατί ποτέ δεν είχε ταυτιστεί με μια ιδεολογία.
Είναι δικαίωμα του ΑΡΚΑ να ψηφίζει ό,τι θέλει και να προπαγανδίζει την ψήφο του. Όμως ο ΑΡΚΑΣ πολιτικός γελοιογράφος θα ξεχαστεί πριν καλά-καλά το καταλάβει κι ο ίδιος. Ο άλλος, ο ΑΡΚΑΣ ο σκιτσογράφος-φιλόσοφος είναι διαχρονικός.

Γιάννης Χρυσοβέργης