Δευτέρα, 9 Απριλίου 2018

ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΟΤΟΥΡΚΙΚΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ

Ποτέ, εδώ κι ένα περίπου αιώνα, ο κίνδυνος ενός ελληνοτουρκικού πολέμου δεν ήταν τόσο μεγάλος. Και, μολονότι τόσο στην Αθήνα όσο και στην Άγκυρα ουδείς τον επιθυμεί, τουλάχιστον στο άμεσο μέλλον, εάν ξεσπάσει ένα πράγμα είναι σχεδόν βέβαιο: ότι δεν θα είναι σύντομης διάρκειας.
Η σύλληψη και φυλάκιση των δυο Ελλήνων στρατιωτικών τον περασμένο μήνα αποτέλεσε σημείο καμπής στην κρίση των ελληνοτουρκικών σχέσεων, που ξέσπασε με αφορμή -και δευτερευόντως αιτία- την απόφαση του Αρείου Πάγου, το Γενάρη του 2017, να μην εκδώσει στην Τουρκία τους οκτώ φερόμενους ως πραξικοπηματίες, που ζήτησαν καταφύγιο στην Ελλάδα.
Αυτό που άλλαξε ήταν η συμπεριφορά της ελληνικής κυβέρνησης, η οποία εγκατέλειψε την τακτική των χαμηλών τόνων, με αποτέλεσμα μια ολοένα κλιμακούμενη φραστική αντιπαράθεση στο πιο ψηλό πολιτικό επίπεδο, και απάντησε στη σύλληψη των δυο στρατιωτικών με ενίσχυση των μονάδων στην ελληνοτουρκική μεθόριο και συνεχή γυμνάσια.
Το επίπεδο της φραστικής αντιπαράθεσης παραπέμπει σε εποχές που προηγήθηκαν της κορύφωσης προηγούμενων κρίσεων στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, το 1974, το 1987 και το 1996, ενώ η ένταση στη μεθόριο αυξάνει εκθετικά τον κίνδυνο ενός θερμού επεισοδίου.
Το οποίο θερμό επεισόδιο, ούτε η Αθήνα, ούτε η Άγκυρα επιθυμούν, η κάθε μια για τους δικούς της λόγους. Η μεν Αθήνα, διότι γνωρίζει πως κάτι τέτοιο θα είχε βαρύτατες επιπτώσεις στον ελληνικό - και στον τουρκικό- τουρισμό, ο οποίος είναι στην παρούσα φάση η ατμομηχανή της οικονομίας. Η δε Άγκυρα διότι, με το σκηνικό στη Συρία εντελώς ρευστό -παρά τις πρόσφατες στρατιωτικές της επιτυχίες- έχει σοβαρούς λόγους να μην επιθυμεί την εμπλοκή της σε ένα δεύτερο μέτωπο.
Το γεγονός όμως ότι ουδείς επιθυμεί ένα θερμό επεισόδιο στο Αιγαίο, ως μέσο για την προώθηση των πολιτικών του επιλογών, δε συμβαίνει ότι δε μπορεί αυτό να συμβεί από ατύχημα.
Μόνο που σε αυτή την περίπτωση, κανένας από τους άτυπους διμερείς μηχανισμούς διαχείρισης τέτοιων κρίσεων -διότι τέτοιου είδους «ατυχήματα» συνέβησαν στην ήρεμη περίοδο 2000-2017- δε θα είναι σε θέση να αποκλιμακώσει την ένταση στη γένεσή της.
Επιπλέον, κανένας από τους παράγοντες οι οποίοι στις προηγούμενες κρίσεις επενέβησαν πυροσβεστικά και απέτρεψαν την εξέλιξή τους σε γενικευμένη πολεμική σύρραξη δεν είναι σε θέση να παρέμβει.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση -στην υποθετική και εξόχως απίθανη περίπτωση που θα ενδιαφέρονταν να αποτρέψει ένα ελληνοτουρκικό πόλεμο- δεν έχει καμιά δυνατότητα παρέμβασης καθώς, εδώ και χρόνια, έχει καταστήσει στην Τουρκία σαφές ότι δεν υπάρχει γι' αυτήν «ευρωπαϊκή προοπτική». Επιπλέον οι σχέσεις της Τουρκίας με τη Γερμανία βρίσκονται στο χειρότερο σημείο των τελευταίων δεκαετιών, ενώ οι γαλλοτουρκικές σχέσεις δοκιμάζονται στη Συρία, όπου οι βλέψεις των δυο χωρών είναι εκ διαμέτρου αντίθετες.
Η ανοιχτή αντιπαράθεση των ΗΠΑ με την Τουρκία στη Συρία, στερεί επίσης από τις Ηνωμένες Πολιτείες κάθε δυνατότητα αποτρεπτικής παρέμβασης, ανάλογης με αυτή του προέδρου Κλίντον, που απέτρεψε το 1996 έναν ελληνοτουρκικό πόλεμο.
Η αδυναμία των ΗΠΑ και των μεγάλων ευρωπαϊκών χωρών να παρέμβουν πυροσβεστικά στην ελληνοτουρκική κρίση, καθιστά και το ΝΑΤΟ, εκ των πραγμάτων, ανίσχυρο για οποιαδήποτε παρέμβαση, ενώ η Ρωσία δεν΄έχει το παραμικρό συμφέρον να αποτρέψει μια πολεμική σύρραξη η οποία θα κάνει τους δυτικούς αντιπάλους της άνω-κάτω και θα της επιτρέψει να προωθήσει τα δικά της σχέδια απρόσκοπτα.
Κάτω από αυτές τις συνθήκες ένα τυχαίο ατυχές περιστατικό μπορεί να γίνει το έναυσμα ενός γενικευμένου ελληνοτουρκικού πολέμου, ο οποίος σε μια και μόνη περίπτωση -που δεν είναι και ιδιαίτερα πιθανή- θα είναι σύντομος: αν καταρρεύσει με συνοπτικές διαδικασίες ο ελληνικός στρατός.
Σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση οι δυο χώρες θα εμπλακούν σε ένα μακροχρόνιο πόλεμο φθοράς. Στο -επίσης ελάχιστα πιθανό- ενδεχόμενο που ο ελληνικός στρατός «παίρνει την Πόλη και την Αγιά Σοφιά» η Τουρκία δεν υπάρχει περίπτωση να καθίσει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, μιας και διαθέτει πολύ περισσότερο κιμά για κανόνια από την Ελλάδα. Τέλος, σε όλες τις ενδιάμεσες -και πιθανότερες- εκδοχές όπου κανένας από τους δυο στρατούς δεν θα κατορθώνει να επιτύχει ένα στρατηγικό πλεονέκτημα, οι δυο κυβερνήσεις θα παραμένουν δέσμιες της χίμαιρας της «νίκης».
Διότι οι αιτίες της κρίσης είναι πολύ πιο βαθιές από το «ινάτι του Ερντογάν» για τους οκτώ στρατιωτικούς, αν και η εν λόγω υπόθεση σαφώς και έπαιξε το ρόλο της, από τη στιγμή που ο Τούρκος πρόεδρος τη θεώρησε «προσωπική προσβολή».
Με όχημα την ισχυρή ανάπτυξη της οικονομίας, που από την άνοδο του Ερντογάν στην εξουσία τρέχει με ρυθμούς 4%-7% ετησίως, ο Τούρκος πρόεδρος θέλησε να ξανακάνει την Τουρκία αυτό που ήταν μέχρι το τέλος του Α' Παγκόσμιου Πολέμου: μια ισχυρή περιφερειακή δύναμη. 
Στόχο που, με εξαίρεση το Κουρδικό Κόμμα της Δημοκρατίας των Λαών και κάποιες περιθωριακές δυνάμεις της τουρκικής Αριστεράς, αποδέχεται όλο το πολιτικό σύστημα της χώρας. 
Σε αυτό το πλαίσιο εγκαινιάστηκε μια πολιτική άμεσης παρέμβασης στη Μέση Ανατολή, με στόχο να καταστεί η Τουρκία ηγέτιδα του σουνιτικού ισλάμ, κάτι που την έφερε σε ευθεία σύγκρουση με την Αίγυπτο και τη Σαουδική Αραβία.
Σε αυτό το πλαίσιο επίσης είναι «αδιανόητο» να υπάρχουν ενεργειακές οδοί στην Ανατολική Μεσόγειο που θα παρακάμπτουν την Τουρκία. 
Σε θεσμικό και συμβολικό επίπεδο δε επιβάλλεται η αναθεώρηση της Συνθήκης της Λωζάνης, η οποία καθορίζει τα σύνορα της Τουρκίας από το 1923 και μετά.
Από το 2013 και μετά η Ελλάδα και η Κύπρος ασκούν από την πλευρά τους μια επιθετική ενεργειακή πολιτική, η οποία αποκόπτει την Τουρκία από τα εκτιμώμενα ως πλούσια κοιτάσματα φυσικού αερίου της Ανατολικής Μεσογείου και σχεδιάζουν, μαζί με το Ισραήλ και την Αίγυπτο, οδούς μεταφοράς του αερίου οι οποίες -ενάντια σε κάθε οικονομική λογική-παρακάμπτουν την Τουρκία.
Τα σχέδια αυτά  η Τουρκία τα εκλαμβάνει ως απόπειρες περικύκλωσής της και γι' αυτό είναι αποφασισμένη -και υποχρεωμένη αν θέλει να τα αποτρέψει- να αντιδράσει δυναμικά, πράγμα που καθιστά αναγκαστική τη σύγκρουσή της, στο άμεσο ή στο απώτερο μέλλον, με την Ελλάδα και την Κύπρο.
Το εκρηκτικό σκηνικό ολοκληρώνεται από την «εικόνα του άλλου» στο συλλογικό ασυνείδητο των εμπλεκόμενων λαών. Κι όπως στο συλλογικό ασυνείδητο των Ελλήνων ο Τούρκος είναι η προσωποποίηση του «κακού δράκου», έτσι και στο συλλογικό ασυνείδητο των Τούρκων ο Έλληνας είναι «το όργανο της Δύσης στα σκοτεινά σχέδια που απεργάζεται κατά της Τουρκίας».
Και, με δεδομένο ότι οι φωνές της λογικής, τόσο στο πλαίσιο του πολιτικού συστήματος των δυο χωρών, όσο και εκτός αυτού, είναι πολύ λίγες αριθμητικά και περιθωριοποιημένες, το έργο της προπαγάνδας των εμπόρων του πολέμου γίνεται απείρως ευκολότερο.

Γιάννης Χρυσοβέργης




Δεν υπάρχουν σχόλια: