Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ελληνοτουρκικές σχέσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ελληνοτουρκικές σχέσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 15 Ιουλίου 2020

Η ΑΓΙΑ ΣΟΦΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΑΔΙΕΞΟΔΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΕΝΑΝΤΙ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΑΣ

Η αναμενόμενη απόφαση του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν να μετατρέψει το Μουσείο της Αγίας Σοφίας σε τέμενος προκάλεσε πλήθος αντιδράσεων στην Ελλάδα. 
Αμήχανες κάποιες από αυτές, οργισμένες οι πιο πολλές, όλες όμως εκτός τόπου και χρόνου κι όλες ενδεικτικές του ότι η ελληνική πολιτική έναντι της Τουρκίας καθορίζεται από ένα κουβάρι μεταφυσικών φόβων και κρίσεων μεγαλείου.

Οι αντιδράσεις της ελληνικής Κυβέρνησης, των κομμάτων, των «επαϊόντων» γύρω από την Τουρκία, των ΜΜΕ, όλων όσοι διαμορφώνουν την ελληνική εξωτερική πολιτική τέλος πάντων, στην απόφαση του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν να μετατρέψει την Αγία Σοφία σε τέμενος θα έπρεπε να διέπονται από την απάντηση σε ένα απλό ερώτημα: «Ποια συμφέροντα του ελληνικού Κράτους επηρεάζει και σε τι βαθμό το αν θα είναι μουσείο ή τέμενος η Αγία Σοφία;»
Η μόνη ειλικρινής απάντηση στο ερώτημα αυτό είναι ότι κανένα συμφέρον δεν θίγεται ούτε στο ελάχιστο. Προς τι λοιπόν η τόση φασαρία από κυβέρνηση κι αντιπολίτευση;
Οι μύθοι της ελληνικής κοινωνίας για την Τουρκία
Για να κατανοήσει κανείς τον παραλογισμό αυτό θα χρειαστεί να κάνει μια αναδρομή της επανάστασης του 1821, της γέννησης του ελληνικού Κράτους, του τρόπου επέκτασής του σε βάρος της οθωμανικής Αυτοκρατορίας και του ρόλου των τρίτων δυνάμεων σε αυτή τη διαδικασία. 
Ο προσεκτικός αναγνώστης της Ιστορίας του ελληνικού Κράτους -οποιασδήποτε άλλης πλην των σχολικών εγχειριδίων, ακόμα και αυτής του Κωνσταντίνου Παπαρρηγόπουλου- θα διαπιστώσει ότι ιδρύθηκε ενώ η επανάσταση του 1821 έπνεε τα λοίσθια, με απόφαση των τριών μεγάλων Ευρωπαϊκών δυνάμεων (Αγγλία, Γαλλία, Ρωσία), προτεκτοράτο των οποίων υπήρξε ως το 1862.
Θα διαπιστώσει επίσης ότι η επέκτασή του σε βάρος της οθωμανικής Αυτοκρατορίας ως το 1912,  οφείλονταν πάντα σε αποφάσεις των τριών ευρωπαϊκών δυνάμεων και όχι σε δικές του πολιτικές. Αντιθέτως, τη μία και μοναδική φορά που το Βασίλειο της Ελλάδος αποφάσισε να κηρύξει τον πόλεμο στην οθωμανική Αυτοκρατορία (1897) παρά λίγο να εξαφανιστεί από προσώπου γης αν δεν παρενέβαιναν οι ευρωπαϊκές δυνάμεις. 
Απόρροια όλων αυτών είναι ένας παράλογος φόβος της Τουρκίας, την οποία οι πάντες, από τον απλό πολίτη μέχρι τους εκάστοτε κυβερνήτες αυτής της χώρας αντιμετωπίζουν με αδικαιολόγητο δέος, το οποίο ενισχύθηκε περισσότερο μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή και το χαμένο πόλεμο του 1974.
Αντιστοίχως, η  μοναδική φορά που το ελληνικό Κράτος εκμεταλλεύθηκε τη βαθιά εσωτερική -οικονομική, πολιτική, και κοινωνική- κρίση της οθωμανικής Αυτοκρατορίας και, κάνοντας τις «σωστές» συμμαχίες βρέθηκε με την πλευρά των νικητών (1912-1918) δημιούργησε ένα  εξ ίσου αδικαιολόγητο αίσθημα αλαζονείας.
Το ψηφιδωτό των παραλογισμών και των μύθων συμπληρώνεται από αυτόν που θέλει το Αιγαίο να είναι ελληνική θάλασσα, απλά και μόνο επειδή τα κατοικούμενα νησιά του κατοικούνται από Έλληνες, μια πεποίθηση την οποία ούτε το διεθνές δίκαιο συμμερίζεται, ούτε βεβαίως τα λοιπά ενδιαφερόμενα Κράτη (Τουρκία, Ρωσία, ΗΠΑ).
Αυτός ο συνδυασμός δέους αλαζονείας και παραμυθιάσματος, αποτελούν πλέον κομμάτι του γενετικού κώδικα αυτής της κοινωνίας και την οδηγούν σε μια παραμορφωτική εικόνα των ελληνοτουρκικών σχέσεων.
Η ελληνική επιθετικότητα έναντι της Τουρκίας
Σε μια εκδήλωση του ΕΛΙΑΜΕΠ, στις αρχές Μαρτίου, για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις ο καθηγητής Χρήστος Ροζάκης τόλμησε να πει ότι εξ ίσου μαξιμαλιστικές σχέσεις με την Τουρκία έχει και η Ελλάδα. 
Ανέφερε δε δυο παραδείγματα: την ελληνική αξίωση για εναέριο χώρο μεγαλύτερο της αιγιαλίτιδας ζώνης της χώρας -που πουθενά στον κόσμο δεν ισχύει- και την ελληνική ερμηνεία του διεθνούς θαλασσίου Δικαίου, βάσει της οποίας η Τουρκία δεν δικαιούται ΑΟΖ στην ανατολική Μεσόγειο.
Η διατύπωση της άποψης αυτής ήταν αρκετή για να του κολλήσει τη ρετσινιά του «προδότη» ή του «μειοδότη». Και φυσικά, στις εναντίον του επιθέσεις πρωτοστάτησαν, εκτός από την επίσημη, πατριδοκάπηλη άκρα δεξιά, και στελέχη της ΝΕΑΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, και του ΚΙΝΑΛ. Ανάλογες απόψεις επικρατούν δυστυχώς και στην Αριστερά. 
Το ΚΚΕ καταγγέλλει την πατριδοκαπηλία της δεξιάς, την ίδια στιγμή όμως θεωρεί «εθνική μειοδοσία» οποιαδήποτε συζήτηση για από κοινού με την Τουρκία οικονομική εκμετάλλευση του Αιγαίου.
Ο ΣΥΡΙΖΑ, ομνύει στον ελληνοτουρκικό διάλογο, όμως οι προϋποθέσεις που θέτει γεννούν εύλογα ερωτηματικά για το αν έχει συναίσθηση ότι οδηγούν σε ένα διάλογο κουφών.
Μοναδική πολιτική δύναμη με κοινοβουλευτική εκπροσώπηση που διατηρεί μια πιο ψύχραιμη στάση στα ελληνοτουρκικά είναι προς το παρόν το ΜΕΡΑ25, το οποίο σαφώς αποστασιοποιείται από τις πολιτικές πίεσης προς την Τουρκία που υιοθετούν τα υπόλοιπα κόμματα, δεν έχει όμως μέχρι στιγμής αρθρώσει μια εναλλακτική πρόταση.
Ο τουρκικός αναθεωρητισμός... 
Η σημερινή Τουρκία έχει πληθυσμό 80 εκατομμυρίων, έχει μια ισχυρή οικονομία, η οποία ναι μεν είναι σε κρίση, όμως η χώρα δεν είναι στο χείλος του γκρεμού. 
Επίσης, στον περίγυρό της εξελίσσονται μια σειρά από κρίσεις, στις οποίες οι παραδοσιακές μεγάλες δυνάμεις είτε δεν ενδιαφέρονται να επέμβουν αποφασιστικά, είτε δεν έχουν πλέον τα μέσα να το πράξουν.
Κάτω από αυτές τις συνθήκες θεωρεί -και αυτή θα ήταν η θεώρησή της όποια κι αν ήταν η κυβέρνηση της χώρας- ότι μπορεί να παίξει αποφασιστικό ρόλο στην περιοχή, ο οποίος θα της προσδώσει τα χαρακτηριστικά της περιφερειακής δύναμης.
Αυτός είναι και ο λόγος που, επίσημα πλέον, αξιώνει την αναθεώρηση της Συνθήκης της Λωζάνης, η οποία, μεταξύ πολλών άλλων,  όρισε τα ελληνοτουρκικά σύνορα το 1923.
Για το λόγο αυτό και δεν πρόκειται με τίποτα να αποδεχτεί ως τετελεσμένα τις συμφωνίες της ελληνικές και της κυπριακής κυβέρνησης με το Ισραήλ και την Αίγυπτο, που την θέτουν εκτός του παιγνιδιού της εκμετάλλευσης των όποιων κοιτασμάτων υδρογονανθράκων υπάρχουν στην ανατολική Μεσόγειο. Ακόμα και αν χρειαστεί να κάνει πόλεμο.
...και οι μετέωρες φιλοδοξίες της ελληνικής και ελληνοκυπριακής ελίτ
Από την άλλη η ελληνική και η ελληνοκυπριακή ελίτ δεν κρύβουν τις φιλοδοξίες τους να «κόψουν τα πόδια» της Τουρκίας  αποκλείοντάς την από την εκμετάλλευση των κοιτασμάτων υδρογονανθράκων της ανατολικής Μεσογείου.
Κι επειδή έχουν επίγνωση της στρατιωτικής υπεροχής της Τουρκίας, φρόντισαν να μοιράσουν τα συμβόλαια εξόρυξης σε γαλλικές αμερικανικές και ιταλικές εταιρείες και να προχωρήσουν σε στρατιωτική συνεργασία με την Αίγυπτο και το Ισραήλ δυο χώρες οι σχέσεις των οποίων με την Τουρκία είναι τεταμένες, λόγω του ότι έχει μπει σε χωράφια που θεωρούν «δικά τους».
Η μέχρι στιγμής πρόοδος των συνεργασιών αυτών δεν έχει καταλήξει σε κάτι χειροπιαστό. Πολύ περισσότερο που, στην επίδικη ζώνη, δεν διακυβεύονται μείζονα οικονομικά ή γεωπολιτικά συμφέροντα, ούτε της μιας, ούτε της άλλης.
Και φυσικά, ούτε οι ΗΠΑ, ούτε το ΝΑΤΟ, παρά τη δυσφορία τους για τις πρωτοβουλίες της Τουρκίας, δεν πρόκειται να κινηθούν εναντίον της Τουρκίας. Ουδείς επιθυμεί να χάσει η Ατλαντική Συμμαχία τον δεύτερο σε μέγεθος στρατό της, ο οποίος επιπροσθέτως βρίσκεται στην πρώτη γραμμή σε περίπτωση αντιπαράθεσης με τη Ρωσία.
Ενδεικτική επ' αυτού είναι και η δήλωση, ριν μερικούς μήνες, του τ. πρεσβευτή των ΗΠΑ στην Ελλάδα Νίκλας Μπερνς: «αν γίνει ελληνοτουρκικός πόλεμος η Ελλάδα θα είναι μόνη της»
Ο «αναπόφευκτος» πόλεμος;
Είναι βέβαιο ότι ουδείς, ούτε στην Ελλάδα ούτε στην Τουρκία, επιθυμεί έναν ελληνοτουρκικό πόλεμο. Κι αν ξεσπάσει  θα οφείλεται σε ατύχημα.
Όμως δεν είναι λίγοι αυτοί που, στην Ελλάδα τουλάχιστον, βαυκαλίζονται πως ένας τέτοιος πόλεμος δε θα είναι παραπάνω από ένα θερμό επεισόδιο, το οποίο θα επιτρέψει στις δυο πλευρές να προχωρήσουν  σε αυτό το οποίο ισχυρίζονται ότι αποκηρύσσουν μετά βδελυγμίας: μια εφ' όλης της ύλης ουσιαστική διαπραγμάτευση.
Εντούτοις, προϋπόθεση για να λήξουν όλα με ένα θερμό επεισόδιο είναι να υπάρχουν τρίτες δυνάμεις, με ισχύ και κύρος, που θα επιβάλουν λήξη των εχθροπραξιών (όπως στην περίπτωση των Ιμίων όταν οι ΗΠΑ δεν επέτρεψαν καν την έναρξή τους). 
Όμως οι ΗΠΑ  δεν διαθέτουν τέτοιο κύρος και η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι ανίκανη να επωμισθεί ένα τέτοιο ρόλο. Η δε Ρωσία, μόνο όφελος μπορεί να έχει από ένα μακροχρόνιο πόλεμο φθοράς μεταξύ δυο μελών του ΝΑΤΟ.
Η ελληνική κοινωνία ενώπιον αποφάσεων
Ένας άλλος παράγοντας που συνηγορεί στο ότι ένας πόλεμος μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας δύσκολα θα περιοριστεί σε ένα θερμό επεισόδιο είναι ο συσχετισμός δυνάμεων.
Εφ' όσον σε ένα τέτοιο επεισόδιο κερδίσει πλεονέκτημα η Τουρκία, αν αυτό δεν είναι συντριπτικό, η Ελλάδα εύκολα θα εξαναγκαστεί  να συρθεί σε δυσμενείς γι' αυτήν διαπραγματεύσεις.
Αντιθέτως, αν η Ελλάδα κερδίσει ένα τέτοιο πλεονέκτημα η Τουρκία δεν έχει κανένα λόγο να συρθεί σε διαπραγματεύσεις. Έχει πολύ μεγαλύτερο πληθυσμό, πολυαριθμότερο στρατό, άρα μεγαλύτερες αντοχές  σε ένα μακράς διαρκείας πόλεμο φθοράς.
Οπότε το δίλημμα που τίθεται για την ελληνική κοινωνία είναι απλό και φριχτό: Είναι έτοιμη να θυσιάσει έως και το ένα τρίτο της νεολαίας της σε ένα πόλεμο μακράς διαρκείας, ο οποίος το μόνο που εξασφαλίζει εκ των προτέρων είναι την οικονομική καταστροφή;
Αν όχι, πρέπει να ξεχάσει τα «παραμύθια της γιαγιάς» και να συζητήσει τι είναι έτοιμη να διαπραγματευτεί με την Τουρκία και τι όχι. 

Γιάννης Χρυσοβέργης







Δευτέρα 9 Απριλίου 2018

ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΟΤΟΥΡΚΙΚΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ

Ποτέ, εδώ κι ένα περίπου αιώνα, ο κίνδυνος ενός ελληνοτουρκικού πολέμου δεν ήταν τόσο μεγάλος. Και, μολονότι τόσο στην Αθήνα όσο και στην Άγκυρα ουδείς τον επιθυμεί, τουλάχιστον στο άμεσο μέλλον, εάν ξεσπάσει ένα πράγμα είναι σχεδόν βέβαιο: ότι δεν θα είναι σύντομης διάρκειας.
Η σύλληψη και φυλάκιση των δυο Ελλήνων στρατιωτικών τον περασμένο μήνα αποτέλεσε σημείο καμπής στην κρίση των ελληνοτουρκικών σχέσεων, που ξέσπασε με αφορμή -και δευτερευόντως αιτία- την απόφαση του Αρείου Πάγου, το Γενάρη του 2017, να μην εκδώσει στην Τουρκία τους οκτώ φερόμενους ως πραξικοπηματίες, που ζήτησαν καταφύγιο στην Ελλάδα.
Αυτό που άλλαξε ήταν η συμπεριφορά της ελληνικής κυβέρνησης, η οποία εγκατέλειψε την τακτική των χαμηλών τόνων, με αποτέλεσμα μια ολοένα κλιμακούμενη φραστική αντιπαράθεση στο πιο ψηλό πολιτικό επίπεδο, και απάντησε στη σύλληψη των δυο στρατιωτικών με ενίσχυση των μονάδων στην ελληνοτουρκική μεθόριο και συνεχή γυμνάσια.
Το επίπεδο της φραστικής αντιπαράθεσης παραπέμπει σε εποχές που προηγήθηκαν της κορύφωσης προηγούμενων κρίσεων στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, το 1974, το 1987 και το 1996, ενώ η ένταση στη μεθόριο αυξάνει εκθετικά τον κίνδυνο ενός θερμού επεισοδίου.
Το οποίο θερμό επεισόδιο, ούτε η Αθήνα, ούτε η Άγκυρα επιθυμούν, η κάθε μια για τους δικούς της λόγους. Η μεν Αθήνα, διότι γνωρίζει πως κάτι τέτοιο θα είχε βαρύτατες επιπτώσεις στον ελληνικό - και στον τουρκικό- τουρισμό, ο οποίος είναι στην παρούσα φάση η ατμομηχανή της οικονομίας. Η δε Άγκυρα διότι, με το σκηνικό στη Συρία εντελώς ρευστό -παρά τις πρόσφατες στρατιωτικές της επιτυχίες- έχει σοβαρούς λόγους να μην επιθυμεί την εμπλοκή της σε ένα δεύτερο μέτωπο.
Το γεγονός όμως ότι ουδείς επιθυμεί ένα θερμό επεισόδιο στο Αιγαίο, ως μέσο για την προώθηση των πολιτικών του επιλογών, δε συμβαίνει ότι δε μπορεί αυτό να συμβεί από ατύχημα.
Μόνο που σε αυτή την περίπτωση, κανένας από τους άτυπους διμερείς μηχανισμούς διαχείρισης τέτοιων κρίσεων -διότι τέτοιου είδους «ατυχήματα» συνέβησαν στην ήρεμη περίοδο 2000-2017- δε θα είναι σε θέση να αποκλιμακώσει την ένταση στη γένεσή της.
Επιπλέον, κανένας από τους παράγοντες οι οποίοι στις προηγούμενες κρίσεις επενέβησαν πυροσβεστικά και απέτρεψαν την εξέλιξή τους σε γενικευμένη πολεμική σύρραξη δεν είναι σε θέση να παρέμβει.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση -στην υποθετική και εξόχως απίθανη περίπτωση που θα ενδιαφέρονταν να αποτρέψει ένα ελληνοτουρκικό πόλεμο- δεν έχει καμιά δυνατότητα παρέμβασης καθώς, εδώ και χρόνια, έχει καταστήσει στην Τουρκία σαφές ότι δεν υπάρχει γι' αυτήν «ευρωπαϊκή προοπτική». Επιπλέον οι σχέσεις της Τουρκίας με τη Γερμανία βρίσκονται στο χειρότερο σημείο των τελευταίων δεκαετιών, ενώ οι γαλλοτουρκικές σχέσεις δοκιμάζονται στη Συρία, όπου οι βλέψεις των δυο χωρών είναι εκ διαμέτρου αντίθετες.
Η ανοιχτή αντιπαράθεση των ΗΠΑ με την Τουρκία στη Συρία, στερεί επίσης από τις Ηνωμένες Πολιτείες κάθε δυνατότητα αποτρεπτικής παρέμβασης, ανάλογης με αυτή του προέδρου Κλίντον, που απέτρεψε το 1996 έναν ελληνοτουρκικό πόλεμο.
Η αδυναμία των ΗΠΑ και των μεγάλων ευρωπαϊκών χωρών να παρέμβουν πυροσβεστικά στην ελληνοτουρκική κρίση, καθιστά και το ΝΑΤΟ, εκ των πραγμάτων, ανίσχυρο για οποιαδήποτε παρέμβαση, ενώ η Ρωσία δεν΄έχει το παραμικρό συμφέρον να αποτρέψει μια πολεμική σύρραξη η οποία θα κάνει τους δυτικούς αντιπάλους της άνω-κάτω και θα της επιτρέψει να προωθήσει τα δικά της σχέδια απρόσκοπτα.
Κάτω από αυτές τις συνθήκες ένα τυχαίο ατυχές περιστατικό μπορεί να γίνει το έναυσμα ενός γενικευμένου ελληνοτουρκικού πολέμου, ο οποίος σε μια και μόνη περίπτωση -που δεν είναι και ιδιαίτερα πιθανή- θα είναι σύντομος: αν καταρρεύσει με συνοπτικές διαδικασίες ο ελληνικός στρατός.
Σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση οι δυο χώρες θα εμπλακούν σε ένα μακροχρόνιο πόλεμο φθοράς. Στο -επίσης ελάχιστα πιθανό- ενδεχόμενο που ο ελληνικός στρατός «παίρνει την Πόλη και την Αγιά Σοφιά» η Τουρκία δεν υπάρχει περίπτωση να καθίσει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, μιας και διαθέτει πολύ περισσότερο κιμά για κανόνια από την Ελλάδα. Τέλος, σε όλες τις ενδιάμεσες -και πιθανότερες- εκδοχές όπου κανένας από τους δυο στρατούς δεν θα κατορθώνει να επιτύχει ένα στρατηγικό πλεονέκτημα, οι δυο κυβερνήσεις θα παραμένουν δέσμιες της χίμαιρας της «νίκης».
Διότι οι αιτίες της κρίσης είναι πολύ πιο βαθιές από το «ινάτι του Ερντογάν» για τους οκτώ στρατιωτικούς, αν και η εν λόγω υπόθεση σαφώς και έπαιξε το ρόλο της, από τη στιγμή που ο Τούρκος πρόεδρος τη θεώρησε «προσωπική προσβολή».
Με όχημα την ισχυρή ανάπτυξη της οικονομίας, που από την άνοδο του Ερντογάν στην εξουσία τρέχει με ρυθμούς 4%-7% ετησίως, ο Τούρκος πρόεδρος θέλησε να ξανακάνει την Τουρκία αυτό που ήταν μέχρι το τέλος του Α' Παγκόσμιου Πολέμου: μια ισχυρή περιφερειακή δύναμη. 
Στόχο που, με εξαίρεση το Κουρδικό Κόμμα της Δημοκρατίας των Λαών και κάποιες περιθωριακές δυνάμεις της τουρκικής Αριστεράς, αποδέχεται όλο το πολιτικό σύστημα της χώρας. 
Σε αυτό το πλαίσιο εγκαινιάστηκε μια πολιτική άμεσης παρέμβασης στη Μέση Ανατολή, με στόχο να καταστεί η Τουρκία ηγέτιδα του σουνιτικού ισλάμ, κάτι που την έφερε σε ευθεία σύγκρουση με την Αίγυπτο και τη Σαουδική Αραβία.
Σε αυτό το πλαίσιο επίσης είναι «αδιανόητο» να υπάρχουν ενεργειακές οδοί στην Ανατολική Μεσόγειο που θα παρακάμπτουν την Τουρκία. 
Σε θεσμικό και συμβολικό επίπεδο δε επιβάλλεται η αναθεώρηση της Συνθήκης της Λωζάνης, η οποία καθορίζει τα σύνορα της Τουρκίας από το 1923 και μετά.
Από το 2013 και μετά η Ελλάδα και η Κύπρος ασκούν από την πλευρά τους μια επιθετική ενεργειακή πολιτική, η οποία αποκόπτει την Τουρκία από τα εκτιμώμενα ως πλούσια κοιτάσματα φυσικού αερίου της Ανατολικής Μεσογείου και σχεδιάζουν, μαζί με το Ισραήλ και την Αίγυπτο, οδούς μεταφοράς του αερίου οι οποίες -ενάντια σε κάθε οικονομική λογική-παρακάμπτουν την Τουρκία.
Τα σχέδια αυτά  η Τουρκία τα εκλαμβάνει ως απόπειρες περικύκλωσής της και γι' αυτό είναι αποφασισμένη -και υποχρεωμένη αν θέλει να τα αποτρέψει- να αντιδράσει δυναμικά, πράγμα που καθιστά αναγκαστική τη σύγκρουσή της, στο άμεσο ή στο απώτερο μέλλον, με την Ελλάδα και την Κύπρο.
Το εκρηκτικό σκηνικό ολοκληρώνεται από την «εικόνα του άλλου» στο συλλογικό ασυνείδητο των εμπλεκόμενων λαών. Κι όπως στο συλλογικό ασυνείδητο των Ελλήνων ο Τούρκος είναι η προσωποποίηση του «κακού δράκου», έτσι και στο συλλογικό ασυνείδητο των Τούρκων ο Έλληνας είναι «το όργανο της Δύσης στα σκοτεινά σχέδια που απεργάζεται κατά της Τουρκίας».
Και, με δεδομένο ότι οι φωνές της λογικής, τόσο στο πλαίσιο του πολιτικού συστήματος των δυο χωρών, όσο και εκτός αυτού, είναι πολύ λίγες αριθμητικά και περιθωριοποιημένες, το έργο της προπαγάνδας των εμπόρων του πολέμου γίνεται απείρως ευκολότερο.

Γιάννης Χρυσοβέργης




Σάββατο 12 Ιανουαρίου 2013

ΕΠΙΘΕΣΗ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΤΟΥΡΚΟΥ ΠΡΟΞΕΝΟΥ: ΟΤΑΝ ΤΟ ΠΑΡΑΚΡΑΤΟΣ ΑΣΚΕΙ ΕΞΩΤΕΡΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Η επίθεση από γνωστή ακροδεξιά ομάδα στον νέο Τούρκο Γενικό Πρόξενο στην Κομοτηνή, μπορεί να αποδειχθεί πολύ σοβαρή υπόθεση.  
Πολύ περισσότερο που η Αστυνομία αρνήθηκε να προστατέψει το διπλωμάτη της γειτονικής χώρας και ο αρμόδιος Εισαγγελέας θεώρησε ότι δεν συντρέχει λόγος να ασκηθεί δίωξη κατά των απολύτως γνωστών δραστών.
 
Η επίθεση από 15 - 40 μέλη της πασίγνωστης στην Καβάλα Πατριωτικής Ένωσης Πολιτών δεν ήταν έκπληξη. Εδώ και περισσότερο από ένα μήνα ακροδεξιά blogs της Ανατολικής Μακεδονίας και της Θράκης διαμόρφωναν ήδη το σχετικό κλίμα, προβάλλοντας «εκτιμήσεις» για επικείμενες απελάσεις Τούρκων διπλωματών.
Το θέμα κρίθηκε ανάξιο της προσοχής των ΜΜΕ. Τα καθ' όλα «έγκυρα» τηλεοπτικά ΜΜΕ, αυτά που πριν λίγο καιρό είχαν αφιερώσει επί τρεις ημέρες το μισό κεντρικό τους δελτίο στην επίθεση σε βάρος του Γερμανού Προξένου στη Θεσσαλονίκη - και καλά έκαναν τότε - δε θεώρησαν σκόπιμο να αφιερώσουν, έστω και ένα λεπτό, στην εξ ίσου άνανδρη επίθεση εναντίον του Τούρκου Προξένου.
Η κυβέρνηση, όλα τα μέλη της οποίας είχαν θεωρήσει υποχρέωσή τους να καταδικάσουν απερίφραστα την επίθεση κατά του Γερμανού Προξένου της Θεσσαλονίκης, τήρησε εκκωφαντική σιωπή, μηδέ του καθ' ύλην αρμόδιου Υπουργού Εξωτερικών εξαιρουμένου, ο οποίος, σε κάθε περίπτωση, ήταν υποχρεωμένος να καταδικάσει την επίθεση. 
Η Αστυνομία που είχε προσπαθήσει με δρακόντεια μέτρα - ανεπιτυχώς βέβαια, αλλά αυτό είναι πρόβλημα διοικητικών ικανοτήτων του επί κεφαλής αξιωματικού - να προστατέψει το Γερμανό Πρόξενο στη Θεσσαλονίκη, ήταν πανταχού απούσα από την εκδήλωση στην Καβάλα.  Δε θέωρησε ότι συνέτρεχε λόγος να παρευρίσκεται στην εκδήλωση και συνακόλουθα άφησε έναν ξένο διπλωμάτη απροστάτευτο.
Ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών της Καβάλας, δε θεώρησε ότι η επίθεση κατά του Τούρκου διπλωμάτη συνιστά αδίκημα, και δε διέταξε καμιά ανάκριση σαν να επρόκειτο για καυγά μεταξύ πιτσιρικάδων που έπαιζαν μπάλα. 
Ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δε θεώρησε σκόπιμο να επέμβει στην ύποπτη αδράνεια του υφισταμένου του και να παραγγείλει αυτός δικαστική έρευνα. Άλλωστε ο διπλωμάτης ήταν Τούρκος, όχι πολιτισμένος Ευρωπαίος  κι ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών της Καβάλας δεν άσκησε σε προσωπικό blog κριτική στην κυβέρνηση.
Όμως οι ύποπτες  αυτές αμέλειες και σιωπές διοικητικών αρχών, δικαστικής εξουσίας και ΜΜΕ είναι επικίνδυνες. Η επίθεση σε διπλωμάτη οιασδήποτε χώρας θέτει αυτόματα σε δοκιμασία τις διμερείς σχέσεις. Όταν πρόκειται διπλωμάτη της Τουρκίαςοι σχέσεις με την οποία είναι λεπτές ακόμα και σε περιόδους που είναι καλές, η αποτελεσματική του προστασία και η άμεση δικαστική έρευνα κατά των δραστών είναι επιβεβλημένες.
Όμως για άλλη μια φορά εκτελεστική και δικαστική εξουσία, συνεπικουρούμενες από τα ΜΜΕ, κάνουν τα στραβά μάτια στη βία του ακροδεξιού παρακράτους, αδιαφορώντας για το ότι η υπόθεση αφορά τις διεθνείς σχέσεις της χώρας.
Η συμπεριφορά αυτή θα μπορούσε να εντάσσεται στη στρατηγική αύξησης της έντασης με την Τουρκία που, αργά αλλά σταθερά,  προωθεί η κυβέρνηση Σαμαρά. Ενδέχεται επίσης, στο πλαίσιο αυτής της στρατηγικής , η κυβέρνηση να μην επιθυμεί να ενοχλήσει τους Ελληναράδες, ακριβώς για να τους χαϊδέψει τ' αυτιά, αλλά και για να προετοιμάσει την ελληνική κοινωνία για το τέλος μιας σχετικά μακράς περιόδου ήρεμων ελληνοτουρκικών σχέσεων, τη μακρότερη από το 1955 και μετά.
 Παρ' όλα αυτά είναι αμφίβολο αν πράγματι υπάρχει τέτοια πρόθεση. Και εδώ υπεισέρχεται ένας άλλος κίνδυνος. Η ένταση με την Τουρκία να μην προκληθεί για το αγαπημένο θέμα του Σαμαρά και των συνεργατών του, την ΑΟΖ, αλλά για ένα άσχετο θέμα, αν έτσι αποφασίσει η Τουρκία.  
Οι ελάχιστα συγκαλυμμένες προειδοποιήσεις του Τούρκου Υπουργού Εξωτερικών για την  περίπτωση που η Ελλάδα προκηρύσσει μονομερώς ΑΟΖ δε φαίνεται να έχουν ληφθεί υπ' όψιν, και όλα δείχνουν πως η κυβέρνηση βαυκαλίζεται με το σενάριο περί «αδυναμίας της Τουρκίας να ασκήσει στρατιωτική πίεση, λόγω της κατάστασης στη Συρία».
Σε κάθε περίπτωση, ακόμα και αν η κυβέρνηση λέει όσα λέει για εσωτερική και μόνο κατανάλωση, χωρίς καμιά πρόθεση να έρθει σε αντιπαράθεση, έστω και φραστική, με την Τουρκία, εκχωρεί στο ακροδεξιό παρακράτος αρμοδιότητες εξωτερικής πολιτικής. Και πρέπει να τις μαζέψει όσο νωρίτερα γίνεται, γιατί και τον πόλεμο του 1897 ξεσαλωμένοι Ελληναράδες, που παλάτι και κυβέρνηση άφηναν ασύδοτους, τον προκάλεσαν. Με τις γνωστές συνέπειες, που το ελληνικό Κράτος πλήρωνε μέχρι το 1985.
 
Γιάννης Χρυσοβέργης 
 
 
    

Πέμπτη 8 Σεπτεμβρίου 2011

Η ΣΚΟΤΕΙΝΗ ΠΛΕΥΡΑ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΟΪΣΡΑΗΛΙΝΗΣ ΚΡΙΣΗΣ

Η ξαφνική όξυνση της κρίσης στις σχέσεις Τουρκίας - Ισραήλ, προκαλεί ρίγη αγαλίασης στους εξ επαγγέλματος Τουρκοφάγους της «ανάδελφης» αυτής χώρας, που ονειρεύονται τη στρατιωτική ταπείνωση των «Τουρκαλάδων»... από τον ισραηλινό στρατό φυσικά. Τα πράγματα όμως είναι πολύ πιο περίπλοκα και τόσο τα ρίγη ενθουσιασμού των «Τουρκοφάγων» όσο κι ο πανικός με τον οποίο αντιδρά η ελληνική κυβέρνηση δε δικαιολογούνται. 

Η κρίση στις τουρκοϊσραηλινές σχέσεις ούτε πρόσφατη είναι, ούτε και ξεκίνησε στις 31 Μαΐου 2010, με τη φονική επίθεση των Ισραηλινών καταδρομέων στο πλοίο Mavi Marmara, που μετέφερε ανθρωπιστική βοήθεια στην αποκλεισμένη Γάζα.
Από την πρώτη στιγμή της ανάληψης της Πρωθυπουργίας ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν κατέστησε σαφές ότι προτίθεται να διαφοροποιηθεί από την πάγια πολιτική του στρατιωτικού κατεστημένου, που ασκούσε περιφερειακή εξωτερική πολιτική ως χωροφύλακας των αμερικανονατοΪκών συμφερόντων. Και η πρώτη διαφοροποίηση ήρθε όταν αρνήθηκε να επιτρέψει τη μεταφορά χερσαίων δυνάμεων των ΗΠΑ κατά την εισβολή στο Ιράκ, το 2003. Απόφαση που υπαγορεύονταν από το πολιτικό όραμα του Ερντογάν να ξαναδώσει στην Τουρκία την αίγλη και την πολιτική επιρροή που είχε στην Ανατολική Μεσόγειο η Οθωμανική αυτοκρατορία μέχρι τις αρχές του 18ου αιώνα. Όραμα που, για πρώτη φορά είχε διατυπώσει - ή μάλλον ψελλίσει - ο Τουργκούτ Οζάλ, που όμως πέθανε κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες (η οικογένειά του ποτέ δε δέχθηκε την επίσημε εκδοχή περί ανακοπής καρδιάς).
Το όραμα αυτό ενστερνίστηκε από την πρώτη στιγμή η νέα αστική τάξη, που έχει αποκτήσει πλούτο χάρη στον τουρισμό και την ελεφρά βιομηχανία και η οποία είδε σε αυτό, την ευκαιρία που εδώ και δεκαετίες κλωτσάει το Ισραήλ: να κατακλύσει με τα προϊόντα της τις αραβικές αγορές. 
Ο στόχος αυτός προϋπέθετε να κερδίσει η Τουρκία τις καρδιές των αραβικών κοινωνιών. Εξ ου και η σθεναρή άρνηση της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας του Κόμματος της Δικαιοσύνης και της Ανάπτυξης (ΑΚΡ) να επιτρέψει τη διέλευση αμερικανικών δυνάμεων κατά την εισβολή στο Ιράκ.
Για τον ίδιο λόγο, σε μια εποχή που κανείς δεν ασχολούνταν με τους Παλαιστίνους, το ΑΚΡ και ο Ερντογάν προσωπικά, αγκάλιασαν την υπόθεση των Παλαιστινίων, μη διστάζοντας να τινάξουν στον αέρα τη στρατιωτική συνεργασία δεκαετιών με το Ισραήλ. 
Όσο κι αν αυτό φαίνεται περίεργο, η πολιτική αυτή δε συγκρούεται με την αμερικανική πολιτική στην περιοχή. Γνωρίζοντας ο Πρόεδρος Ομπάμα ότι δε μπορεί  - ή δεν επιθυμεί - να ασκήσει στο Ισραήλ εξ ίσου ισχυρές πιέσεις με αυτές που είχε ασκήσει στη δεκαετία του '70 ο Πρόεδρος Κάρτερ προκειμένου να πετύχει την Ισραηλοαιγυπτιακή συνθήκη ειρήνης, αλλα και επιθυμώντάς να διατηρήσει ένα δίαυλο επικοινωνίας με τις ευρισκόμενες σε αναβρασμό αραβικές κοινωνίες, βλέπει στο πρόσωπο του Τούρκου Πρωθυπουργού τον ιδανικό διαμεσολαβητή ανάμεσα σε αυτές και τις ΗΠΑ.
Ο δεύτερος πυλώνας του πολιτικού οράματος του Ερντογάν είναι η ενεργειακή πολιτική. Όλα αυτά τα χρόνια εργάστηκε ακούραστα, και σε σημαντικό βαθμό το έχει επιτύχει, να καταστήσει την Τουρκία κόμβο μεταφοράς ενέργειας από τους τόπους παραγωγής της στην Ευρώπη. Επιπλέον επιδιώκει να καταστήσει, σε πρώτη φάση, την Τουρκία ενεργειακά αυτόνομη και, σε επόμενο στάδιο, χώρα που εξάγει ενέργεια. γι αυτό και επενδύει μαζικά στην κατασκευή σειράς πυρηνικών σταθμών παραγωγής ενέργειας ρωσικής τεχνολογίας.
Το διακύβευμα της πρόσφατης κρίσης με το Ισραήλ είναι, με μια πρώτη ματιά, η επιθυμία της Τουρκίας να μη μείνει έξω από την εκμετάλλευση των κοιτασμάτων της ΑΟΖ της Κύπρου, τα οποία η τελευταία έχει εκχωρήσει σε μια ισραηλινών συμφερώντων αμερικανική εταιρεία. Οι πραγματικοί όμως στόχοι του Ερντογάν είναι άλλοι.  
Κατ' αρχήν κερδίζει κι άλλα εύσημα από τις αραβικές κοινωνίες, απαραίτητα για την περαιτέρω ενίσχυση της πολιτικής επιρροής της Τουρκίας στην περιοχή, αλλά και για την περαιτέρω ανάπτυξη της τουρκικής βιομηχανίας. 
Ταυτόχρονα, στο εσωτερικό, η επίδειξη πολιτικής πυγμής εξουδετερώνει τις όποιες προσπάθειες του ηττημένου στρατιωτικού κατεστημένου να αμφισβητήσει την πολιτική του κυριαρχία.
Οι στόχοι αυτοί όμως, θέτουν και τα όρια στο μέχρι ποιο σημείο μπορεί να ανεβάσει τον πήχυ της έντασης. Ο Ερντογάν δεν μπορεί να προκαλέσει «θερμό επεισόδιο» στην ΑΟΖ της Κύπρου για στρατιωτικούς και πολιτικούς λόγους.  
Οι στρατιωτικοί λόγοι είναι προφανείς. Σε περίπτωση όποιας εμπλοκής τα ισραηλινά αεροδρόμια είναι πολύ πιο κοντά στη επίμαχη περιοχή από τα τουρκικά, οπότε και το αποτέλεσμα του επισοδείου είναι προδιαγεγραμμένο.
Εξ ίσου σαφείς όμως είναι και οι πολιτικοί λόγοι που απαγορεύουν ένα θερμό επεισόδιο. Στην περίπτωση αυτή, ιδίως αν το επεισόδιο συνέβαινε σε βάρος της Κυπριακής Δημοκρατίας, θα ενίσχυε το κύρος του στρατιωτικού κατεστημένου κι αυτό δεν έχει κανένα λόγο να το επιδιώξει.
Μένει βεβαίως το ενδεχόμενο οργανωμένης προβοκάτσιας από πλευράς της στρατιωτικής ηγεσίας σε βάρος του Ερντογάν, με ένα θερμό επεισόδιο. Το ενδεχόμενο αυτό δε μπορεί να αποκλειστεί ως πιθανότητα. Αν όμως ληφθεί υπ' όψιν  η απελπισία με την οποία οργανώθηκε το αποτυχόν πραξικόπημα της «βαριοπούλας», οι πιθανότητες να συμβεί κάτι τέτοιο γίνονται απελπιστικά λίγες. Και αν στην πρόσφατη τουρκική επίδειξη ισχύος σε βάρος της Κυπριακής Δημοκρατίας είδαμε την ασυνήθιστα έντονη αντίδραση της αμερικανικής πολιτικής ηγεσίας, αυτή δεν απευθύνονταν τόσο στον Ερντογάν, αλλά στους μέχρι χθες χωροφύλακες της αμερικανικής πολιτικής στην περιοχή: τα υπολείμματα του κεμαλικού κατεστημένου.


Γιάννης Χρυσοβέργης