Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κυπριακή ΑΟΖ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κυπριακή ΑΟΖ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 8 Σεπτεμβρίου 2011

Η ΣΚΟΤΕΙΝΗ ΠΛΕΥΡΑ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΟΪΣΡΑΗΛΙΝΗΣ ΚΡΙΣΗΣ

Η ξαφνική όξυνση της κρίσης στις σχέσεις Τουρκίας - Ισραήλ, προκαλεί ρίγη αγαλίασης στους εξ επαγγέλματος Τουρκοφάγους της «ανάδελφης» αυτής χώρας, που ονειρεύονται τη στρατιωτική ταπείνωση των «Τουρκαλάδων»... από τον ισραηλινό στρατό φυσικά. Τα πράγματα όμως είναι πολύ πιο περίπλοκα και τόσο τα ρίγη ενθουσιασμού των «Τουρκοφάγων» όσο κι ο πανικός με τον οποίο αντιδρά η ελληνική κυβέρνηση δε δικαιολογούνται. 

Η κρίση στις τουρκοϊσραηλινές σχέσεις ούτε πρόσφατη είναι, ούτε και ξεκίνησε στις 31 Μαΐου 2010, με τη φονική επίθεση των Ισραηλινών καταδρομέων στο πλοίο Mavi Marmara, που μετέφερε ανθρωπιστική βοήθεια στην αποκλεισμένη Γάζα.
Από την πρώτη στιγμή της ανάληψης της Πρωθυπουργίας ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν κατέστησε σαφές ότι προτίθεται να διαφοροποιηθεί από την πάγια πολιτική του στρατιωτικού κατεστημένου, που ασκούσε περιφερειακή εξωτερική πολιτική ως χωροφύλακας των αμερικανονατοΪκών συμφερόντων. Και η πρώτη διαφοροποίηση ήρθε όταν αρνήθηκε να επιτρέψει τη μεταφορά χερσαίων δυνάμεων των ΗΠΑ κατά την εισβολή στο Ιράκ, το 2003. Απόφαση που υπαγορεύονταν από το πολιτικό όραμα του Ερντογάν να ξαναδώσει στην Τουρκία την αίγλη και την πολιτική επιρροή που είχε στην Ανατολική Μεσόγειο η Οθωμανική αυτοκρατορία μέχρι τις αρχές του 18ου αιώνα. Όραμα που, για πρώτη φορά είχε διατυπώσει - ή μάλλον ψελλίσει - ο Τουργκούτ Οζάλ, που όμως πέθανε κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες (η οικογένειά του ποτέ δε δέχθηκε την επίσημε εκδοχή περί ανακοπής καρδιάς).
Το όραμα αυτό ενστερνίστηκε από την πρώτη στιγμή η νέα αστική τάξη, που έχει αποκτήσει πλούτο χάρη στον τουρισμό και την ελεφρά βιομηχανία και η οποία είδε σε αυτό, την ευκαιρία που εδώ και δεκαετίες κλωτσάει το Ισραήλ: να κατακλύσει με τα προϊόντα της τις αραβικές αγορές. 
Ο στόχος αυτός προϋπέθετε να κερδίσει η Τουρκία τις καρδιές των αραβικών κοινωνιών. Εξ ου και η σθεναρή άρνηση της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας του Κόμματος της Δικαιοσύνης και της Ανάπτυξης (ΑΚΡ) να επιτρέψει τη διέλευση αμερικανικών δυνάμεων κατά την εισβολή στο Ιράκ.
Για τον ίδιο λόγο, σε μια εποχή που κανείς δεν ασχολούνταν με τους Παλαιστίνους, το ΑΚΡ και ο Ερντογάν προσωπικά, αγκάλιασαν την υπόθεση των Παλαιστινίων, μη διστάζοντας να τινάξουν στον αέρα τη στρατιωτική συνεργασία δεκαετιών με το Ισραήλ. 
Όσο κι αν αυτό φαίνεται περίεργο, η πολιτική αυτή δε συγκρούεται με την αμερικανική πολιτική στην περιοχή. Γνωρίζοντας ο Πρόεδρος Ομπάμα ότι δε μπορεί  - ή δεν επιθυμεί - να ασκήσει στο Ισραήλ εξ ίσου ισχυρές πιέσεις με αυτές που είχε ασκήσει στη δεκαετία του '70 ο Πρόεδρος Κάρτερ προκειμένου να πετύχει την Ισραηλοαιγυπτιακή συνθήκη ειρήνης, αλλα και επιθυμώντάς να διατηρήσει ένα δίαυλο επικοινωνίας με τις ευρισκόμενες σε αναβρασμό αραβικές κοινωνίες, βλέπει στο πρόσωπο του Τούρκου Πρωθυπουργού τον ιδανικό διαμεσολαβητή ανάμεσα σε αυτές και τις ΗΠΑ.
Ο δεύτερος πυλώνας του πολιτικού οράματος του Ερντογάν είναι η ενεργειακή πολιτική. Όλα αυτά τα χρόνια εργάστηκε ακούραστα, και σε σημαντικό βαθμό το έχει επιτύχει, να καταστήσει την Τουρκία κόμβο μεταφοράς ενέργειας από τους τόπους παραγωγής της στην Ευρώπη. Επιπλέον επιδιώκει να καταστήσει, σε πρώτη φάση, την Τουρκία ενεργειακά αυτόνομη και, σε επόμενο στάδιο, χώρα που εξάγει ενέργεια. γι αυτό και επενδύει μαζικά στην κατασκευή σειράς πυρηνικών σταθμών παραγωγής ενέργειας ρωσικής τεχνολογίας.
Το διακύβευμα της πρόσφατης κρίσης με το Ισραήλ είναι, με μια πρώτη ματιά, η επιθυμία της Τουρκίας να μη μείνει έξω από την εκμετάλλευση των κοιτασμάτων της ΑΟΖ της Κύπρου, τα οποία η τελευταία έχει εκχωρήσει σε μια ισραηλινών συμφερώντων αμερικανική εταιρεία. Οι πραγματικοί όμως στόχοι του Ερντογάν είναι άλλοι.  
Κατ' αρχήν κερδίζει κι άλλα εύσημα από τις αραβικές κοινωνίες, απαραίτητα για την περαιτέρω ενίσχυση της πολιτικής επιρροής της Τουρκίας στην περιοχή, αλλά και για την περαιτέρω ανάπτυξη της τουρκικής βιομηχανίας. 
Ταυτόχρονα, στο εσωτερικό, η επίδειξη πολιτικής πυγμής εξουδετερώνει τις όποιες προσπάθειες του ηττημένου στρατιωτικού κατεστημένου να αμφισβητήσει την πολιτική του κυριαρχία.
Οι στόχοι αυτοί όμως, θέτουν και τα όρια στο μέχρι ποιο σημείο μπορεί να ανεβάσει τον πήχυ της έντασης. Ο Ερντογάν δεν μπορεί να προκαλέσει «θερμό επεισόδιο» στην ΑΟΖ της Κύπρου για στρατιωτικούς και πολιτικούς λόγους.  
Οι στρατιωτικοί λόγοι είναι προφανείς. Σε περίπτωση όποιας εμπλοκής τα ισραηλινά αεροδρόμια είναι πολύ πιο κοντά στη επίμαχη περιοχή από τα τουρκικά, οπότε και το αποτέλεσμα του επισοδείου είναι προδιαγεγραμμένο.
Εξ ίσου σαφείς όμως είναι και οι πολιτικοί λόγοι που απαγορεύουν ένα θερμό επεισόδιο. Στην περίπτωση αυτή, ιδίως αν το επεισόδιο συνέβαινε σε βάρος της Κυπριακής Δημοκρατίας, θα ενίσχυε το κύρος του στρατιωτικού κατεστημένου κι αυτό δεν έχει κανένα λόγο να το επιδιώξει.
Μένει βεβαίως το ενδεχόμενο οργανωμένης προβοκάτσιας από πλευράς της στρατιωτικής ηγεσίας σε βάρος του Ερντογάν, με ένα θερμό επεισόδιο. Το ενδεχόμενο αυτό δε μπορεί να αποκλειστεί ως πιθανότητα. Αν όμως ληφθεί υπ' όψιν  η απελπισία με την οποία οργανώθηκε το αποτυχόν πραξικόπημα της «βαριοπούλας», οι πιθανότητες να συμβεί κάτι τέτοιο γίνονται απελπιστικά λίγες. Και αν στην πρόσφατη τουρκική επίδειξη ισχύος σε βάρος της Κυπριακής Δημοκρατίας είδαμε την ασυνήθιστα έντονη αντίδραση της αμερικανικής πολιτικής ηγεσίας, αυτή δεν απευθύνονταν τόσο στον Ερντογάν, αλλά στους μέχρι χθες χωροφύλακες της αμερικανικής πολιτικής στην περιοχή: τα υπολείμματα του κεμαλικού κατεστημένου.


Γιάννης Χρυσοβέργης