Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κυπριακό. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κυπριακό. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 12 Ιανουαρίου 2017

ΑΡΑΓΕ ΕΝΔΙΑΦΕΡΕΤΑΙ ΚΑΝΕΙΣ ΓΙΑ ΛΥΣΗ ΣΤΟ ΚΥΠΡΙΑΚΟ;

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η διάσκεψη της Γενεύης οφείλεται σε δυο παράγοντες: στην πολιτική βούληση των Νίκου Αναστασιάδη και Μουσταφά Ακιντζί για μια βιώσιμη λύση στο Κυπριακό, χάριν της οποίας αποφάσισαν να διακυβεύσουν το πολιτικό τους κύρος, και στην ισχυρή υποστήριξη που τους παρέσχε η κυβέρνηση Ομπάμα.
Με τη Ρωσία και την Τουρκία αποφασισμένες να σαμποτάρουν με κάθε μέσο τις διαπραγματεύσεις, με τη νέα αμερικανική κυβέρνηση να είναι σε αναζήτηση στρατηγικής και ρόλου για τις ΗΠΑ και μια ισχυρή τάση στην Ευρωπαϊκή Ένωση «να ξανασκέφτεται» την υποστήριξή της στο εγχείρημα οι δυο ηγέτες κινδυνεύουν να  περάσουν στην Ιστορία ως τραγικές φιγούρες «αθεράπευτα ρομαντικές».


Σε ένα άρθρο μου πριν τρία χρόνια, όταν ο Νίκος Αναστασιάδης προσπαθούσε με τον προκάτοχο του Μουσταφά Ακιντζί  Ντερβίς Έρογλου να ξαναπιάσει το νήμα των διακοινωτικών συνομιλιών εκεί που είχε κοπεί, στην απόρριψη από τους Ελληνοκύπριους του Σχεδίου Ανάν, επισήμαινα ότι οι συνομιλίες ξεκινούσαν με πολύ δυσμενέστερους για την Ελληνοκυπριακή πλευρά και την Ελλάδα όρους (ΚΥΠΡΙΑΚΟ: ΣΥΝΟΜΙΛΙΕΣ ΧΑΜΗΛΩΝ ΠΡΟΣΔΟΚΙΩΝ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΕΛΛΗΝΟΚΥΠΡΙΟΥΣ ).
Στα τρία αυτά χρόνια η προσπάθεια του Ελληνοκύπριου Προέδρου Νίκου Αναστασιάδη ξεπέρασε κάθε προσδοκία. Στο κατεχόμενο βόρειο τμήμα του νησιού δημιουργήθηκε μια δυναμική που έφερε στην ηγεσία των Τουρκοκυπρίων το Μουσταφά Ακιντζί που κέρδισε τις εκλογές με σύνθημα μια βιώσιμη λύση στο Κυπριακό.
Αν συγκριθεί το υπό επεξεργασία σχέδιο λύσης με το απορριφθέν από τους Ελληνοκύπριους Σχέδιο Ανάν, διαπιστώνει κανείς ότι σε κάποια σημεία (επιστροφή προσφύγων) είναι θετικότερο ενώ σε άλλα (αποχώρηση των στρατευμάτων κατοχής) υπάρχει σαφής οπισθοδρόμηση.
Σε κάθε περίπτωση - και με την προϋπόθεση ότι θα υπάρξει συμφωνία μεταξύ Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων κι ότι αυτή θα επικυρωθεί και από την πολυμερή διάσκεψη - όπως και στην περίπτωση του Σχεδίου Ανάν η βιωσιμότητα της λύσης θα εξαρτηθεί από την πολιτική βούληση των δυο κοινοτήτων να επενδύσουν σε αυτήν, να βάλουν σε δεύτερη μοίρα το πρώτο συνθετικό της ταυτότητάς τους και να επιμείνουν στο δεύτερο: στην κυπριακή τους ταυτότητα.
Όμως ο δρόμος μέχρι τη συμφωνία μόνο με ροδοπέταλα δεν είναι στρωμένος.
 Η Ρωσία βλέπει σε αυτό το σχέδιο τη μετατροπή της Κύπρου σε ένα σταθερό αεροπλανοφόρο του ΝΑΤΟ. Για το λόγο αυτό θα χρησιμοποιήσει όλη της την επιρροή - η Κυπριακή Δημοκρατία είναι εδώ και 25 χρόνια το πλυντήριο του μαύρου χρήματος των Ρώσων ολιγαρχών - για να σαμποτάρει τη συμφωνία κι αν δεν το καταφέρει για να καταψηφιστεί το όποιο κείμενο συμφωνίας από τους Ελληνοκύπριους. Η εμπειρία από την τύχη του Σχεδίου Ανάν δείχνει ότι μπορεί να τα καταφέρει.
Στην Τουρκία ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν είχε υποστηρίξει το Σχέδιο Ανάν με όλες του τις δυνάμεις. Τότε όμως αγωνίζονταν να απελευθερώσει την τουρκική πολιτική ζωή από την επικυριαρχία του Στρατού, τώρα επιδιώκει να την ποδηγετήσει ο ίδιος πλήρως. Επιπλέον σε μια περίοδο που συσσωρεύει αποτυχίες σε όλα τα μέτωπα, όλα δείχνουν πως φλερτάρει με την ιδέα της προσάρτησης του κατεχόμενου βόρειου τμήματος του νησιού. Και για να ελπίζει σε αυτό η αποτυχία των συνομιλιών είναι μονόδρομος.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση ήταν βασικός υποστηρικτής του Σχεδίου Ανάν. Σήμερα παρακολουθεί απρόθυμα τις εξελίξεις, με το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα (ΕΛΚ) να κάνει δεύτερες σκέψεις και να εκτιμά ότι λύση στο Κυπριακό βάζει την Τουρκία στην ΕΕ από την πίσω πόρτα. Ανεξαρτήτως του πόσο βάσιμη είναι μια τέτοια εκτίμηση, οι φοβίες του ΕΛΚ είναι επαρκείς για να άρουν την ουσιαστική συμβολή της ΕΕ στην επιτυχία των συνομιλιών. Υπό αυτές τις συνθήκες η όποια συμμετοχή της ΕΕ στις συνομιλίες μόνο συμβολική - αν όχι διακοσμητική - θα είναι.
Ανάλογη με της ΕΕ αναμένεται να είναι και η στάση της Μεγάλης Βρετανίας, η οποία, αφ' ενός δεν έχει τίποτα να κερδίσει από την τυχόν βιώσιμη λύση του Κυπριακού, αφ' ετέρου είναι πλέον πολύ περισσότερο απασχολημένη με τη διαμόρφωση των ισορροπιών της με την ΕΕ για να ασχοληθεί σοβαρά με άλλα θέματα.
Στις ΗΠΑ η υπό συγκρότηση κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ  αναζητεί στρατηγική εσωτερικής και εξωτερικής πολιτικής. Επίσης διαπνέεται εχθρότητα προς τη γραφειοκρατία του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, η οποία και παίζει τον κυρίαρχο ρόλο στη διαμόρφωση της εκάστοτε Αμερικανικής πολιτικής - δύσπιστος έναντι της γραφειοκρατίας ήταν και ο Μπάρακ Ομπάμα, γι' αυτό κι οι στρατηγικές αποφάσεις λαμβάνονταν προσωπικά από αυτόν -, πράγμα που σημαίνει ότι θα περάσει αρκετός χρόνος έως ότου υπάρξει μια συνεκτική αμερικανική πολιτική. Πράγμα που σημαίνει ότι η μέχρι σήμερα πολιτική στήριξη των ΗΠΑ στις συνομιλίες θα διακοπεί στο πιο κρίσιμο σημείο.
Θα ήταν αφελές βεβαίως να ισχυριστεί κανείς ότι η ελληνική κυβέρνηση επιθυμεί διακαώς μια λύση του Κυπριακού. Σε μια εποχή όπου το κύρος της στην ελληνική κοινωνία έχει μηδενιστεί εξ αιτίας των απανωτών της ξεβρακωμάτων στους δανειστές της χώρας της είναι αδύνατο να αποδεχτεί μια λύση η οποία συγκρούεται με όλα ανεξαιρέτως τα στερεότυπα με τα οποία έχει γαλουχηθεί η ελληνική κοινωνία σε σχέση με το Κυπριακό (παραμονή των δυνάμεων κατοχής με νατοϊκό μανδύα, εκ περιτροπής Προεδρία, διατήρηση του καθεστώτος των εγγυητριών δυνάμεων).
Με τους πάντες εναντίον τους οι Νίκος Αναστασιάδης  και Μουσταφά Ακιντζί δίνουν ο καθένας έναν άνισο αγώνα στην κοινότητά του για την πείσει να μπει σε μια περιπέτεια (επανένωση της Κύπρου), όπου τίποτα δεν θα είναι εγγυημένο εκ προοιμίου κι όλα θα εξαρτώνται από τη βούληση της κάθε κοινότητας να σεβαστεί τους φόβους της άλλης για να χτίσουν έτσι τον αμοιβαίο σεβασμό, που με τη σειρά του θα γίνει το θεμέλιο μιας Κυπριακής ταυτότητας.
Στην πραγματικότητα καλούνται να πετύχουν το ακατόρθωτο ή να περάσουν στην Ιστορία ως δυο ρομαντικές μεν τραγικές δε φιγούρες, που προσπάθησαν να υπερβούν τις αγκυλώσεις του ελληνικού και του τουρκικού εθνικισμού.

Γιάννης Χρυσοβέργης



Πέμπτη 27 Νοεμβρίου 2014

ΣΥΝΝΕΦΑ ΠΟΛΕΜΟΥ ΜΕ ΟΣΜΗ ΥΔΡΟΓΟΝΑΝΘΡΑΚΩΝ

Στη διάρκεια των τελευταίων δυο ετών οι ελληνοτουρκικές σχέσεις κατρακύλησαν στην προ του καλοκαιριού του 1999 κατάσταση.
Το ενδεχόμενο ενός «θερμού επεισοδίου» γίνεται ολοένα μεγαλύτερο κι ο κίνδυνος να κακοφορμίσει και να εξελιχτεί σε πόλεμο διόλου αμελητέος.
Η ελληνική κι η κυπριακή κυβέρνηση εισπράττουν τα επίχειρα της υπερτίμησης του «όπλου των υδρογονανθράκων» και των μύθων με τους οποίους βαυκαλιζόμαστε, δεκαετίες τώρα, Έλληνες κι Ελληνοκύπριοι. 

Στο χθεσινό φύλλο της εφημερίδας FINANCIAL TIMES  δημοσιεύεται ένα ενδιαφέρον άρθρο, στο οποίο διατυπώνεται η εκτίμηση πως στην Ανατολική Μεσόγειο τείνει να διαμορφωθεί μια αντιτουρκική συμμαχία, με στόχο, σε πρώτη φάση, τον αποκλεισμό της Τουρκίας από την εκμετάλλευση των κοιτασμάτων υδρογονανθράκων.
Είναι γεγονός ότι τα τελευταία δυο χρόνια, τόσο η κυβέρνηση Σαμαρά, όσο και οι κυβερνήσεις Χριστόφια - Αναστασιάδη δεν έκρυψαν ούτε στιγμή την πρόθεσή τους, μέσω της προσέγγισης με το Ισραήλ, σε πρώτη φάση, και με την Αίγυπτο, μετά την πραξικοπηματική ανατροπή του εκλεγμένου προέδρου της χώρας από το Στρατό, στη συνέχεια, για αποκλεισμό της Τουρκίας από την εκμετάλλευση των κοιτασμάτων.
Η μεν κυβέρνηση Σαμαρά είδε σε αυτή τη στρατηγική  την ευκαιρία μιας ρεβάνς για την άτακτη ανάκρουση πρύμνας και την εγκατάλειψη σε μια νύχτα του «εθνικοπατριωτικού σχεδίου» για ανακήρυξη ΑΟΖ - χωρίς την παραμικρή προηγούμενη διαβούλευση με την Τουρκία - στο Αιγαίο, το Μάρτιο του 2013, όταν ο υφυπουργός εξωτερικών των ΗΠΑ ενημέρωσε τον Αλέξη Τσίπρα ότι τέτοια ενέργεια θα προκαλούσε «τη βίαιη αντίδραση της Τουρκίας».
Οι δε κυβερνήσεις των Χριστόφια - Αναστασιάδη είδαν σε αυτή τη στρατηγική τη χρυσή ευκαιρία να επιβάλουν στην Τουρκία μια λύση του Κυπριακού κομμένη και ραμμένη στα μέτρα των Ελληνοκυπρίων.
Κινούμενοι Έλληνες και Ελληνοκύπριοι σε αυτή την κατεύθυνση αγνόησαν προκλητικά, τόσο τα οικονομικά δεδομένα, όσο και τις προθέσεις της αμερικανικής διπλωματίας σχετικά με την εκμετάλλευση των επίμαχων κοιτασμάτων.
Επίσης αγνόησαν προκλητικά τις δυνατότητες αντίδρασης της Τουρκίας και το δυσμενή, πρωτίστως λόγω της χρεοκοπίας και των δυο χωρών, γι' αυτές στρατιωτικό συσχετισμό δυνάμεων καθώς, σε περίπτωση σύρραξης, το ενδεχόμενο να είναι καθηλωμένη στο έδαφος η μισή ελληνική πολεμική αεροπορία, ελλείψει καυσίμων, ανταλλακτικών και πυρομαχικών είναι παραπάνω από πιθανό (βλ. Η ΕΝΤΑΣΗ ΣΤΗΝ ΚΥΠΡΟ ΚΑΙ ΟΙ ΥΔΡΟΓΟΝΑΝΘΡΑΚΕΣ και ΚΥΠΡΙΑΚΟ: ΣΥΝΟΜΙΛΙΕΣ ΧΑΜΗΛΩΝ ΠΡΟΣΔΟΚΙΩΝ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΕΛΛΗΝΟΚΥΠΡΙΟΥΣ)
Ως προς τα οικονομικά δεδομένα ήταν εξ αρχής σαφές ότι η οικονομικότερη μεταφορά του αερίου της ανατολικής Μεσογείου στην Ευρώπη είναι με αγωγό στην ξηρά μέσω Τουρκίας. Και για το λόγο αυτό η προτιμότερη για τις εταιρείες που έχουν πάρει τα δικαιώματα εξόρυξης.
Αντ' αυτού η κυπριακή κυβέρνηση έδωσε προτεραιότητα στην κατασκευή σταθμού υγροποίησης στην Κύπρο, έως ότου, πριν δεκαπέντε μέρες, εκπρόσωπος της κοινοπραξίας που έχει αναλάβει τις έρευνες για τα κοιτάσματα φυσικού αερίου εξήγησε, στη Λευκωσία ότι οι γνωστές ποσότητες αερίου δεν επιτρέπουν μια τόσο ακριβή επένδυση
Έκτοτε Αθήνα και Λευκωσία επιδίδονται σε ασκήσεις επί χάρτου με παρανοϊκά σενάρια, είτε για κατασκευή υποθαλάσσιου αγωγού από την Κύπρο στην Κρήτη και από εκεί στην ηπειρωτική Ελλάδα, είτε για κατασκευή υποθαλάσσιου αγωγού μέχρι την Αίγυπτο, όπου υπάρχουν μονάδες υγροποίησης αερίου.
Ως προς τις προθέσεις της αμερικανικής διπλωματίας, η δήλωση του Αμερικανού αντιπροέδρου Τζο Μπάιντεν, που παραθέτει το σχετικό άρθρο της FINANCIAL TIMES είναι ενδεικτική: «Εμπεριέχει (το φυσικό αέριο) την υπόσχεση για ενίσχυση της σταθερότητας και της ευημερίας, μέσα από τη συνεργασία του Ισραήλ, της Τουρκίας, της Ελλάδας, της Κύπρου και, ελπίζουμε, μια μέρα, και του Λιβάνου...επίσης έχει τη δυνατότητα να ενισχύσει την ενεργειακή ασφάλεια της Ευρώπης». 
Σε αυτό το πλαίσιο είναι σαφές πως η μόνη πιθανή πολιτική αντίδραση των ΗΠΑ - και όχι μόνο - σε μια ελληνοτουρκική κρίση, θα είναι μια πολιτική ίσων αποστάσεων. Εξ ου και η σύμπνοια προς αυτή την κατεύθυνση, του ειδικού απεσταλμένου του ΟΗΕ, του γενικού γραμματέα του ΝΑΤΟ και, φυσικά, της Ευρωπαϊκής Ένωσης. 
Σε ό,τι δε αφορά στους στρατιωτικούς συσχετισμούς, η κατάσταση για τις ελληνικές ένοπλες δυνάμεις είναι γνωστή κι ανάλογη της κατάστασης των τουρκικών ενόπλων δυνάμεων το 2002, όταν χρεοκοπημένη ήταν η Τουρκία.
Υπό αυτές τις συνθήκες η προώθηση ενεργειών που μοιραία θα προκαλούσαν την έντονη αντίδραση της Τουρκίας, μηδέ των στρατιωτικών μέσων εξαιρουμένων, προσκρούει σε κάθε έννοια λογικής. 
Εκτός κι αν η ελληνική και η κυπριακή κυβέρνηση πιστεύουν ότι θα «καθαρίσουν» το Ισραήλ και η Αίγυπτος για πάρτη τους, πράγμα που, στην καλύτερη των περιπτώσεων, συνιστά αφέλεια. Διότι, μπορεί οι Αιγύπτιοι στρατοκράτες να έχουν ανοιχτούς λογαριασμούς με την Τουρκία, όμως η επιχειρησιακή ικανότητα των δυνάμεών τους περιορίζεται σε καθήκοντα εσωτερικής καταστολής. Όσο για το Ισραήλ, θέλει πολλή φαντασία για να πιστεύει κανείς ότι θα διαθέσει στρατιωτικές δυνάμεις σε μια ελληνοτουρκική σύγκρουση.

Τίποτα από όλα τα παραπάνω δεν ήταν άγνωστο. Όμως τόσο η ελληνική, όσο και η ελληνοκυπριακή κυβέρνηση, τα αγνόησαν επιδεικτικά, συμπεριφερόμενες ως υπερδυνάμεις. Ογκώδης άγνοια; Θηριώδης βλακεία; Ή μήπως συνδυασμός και των δυο εδραζόμενος στη βαθιά πεποίθηση της συντριπτικής πλειοψηφίας των Ελλήνων ότι είμαστε ο περιούσιος λαός του Θεού;
Σε αυτό το πλαίσιο ο κλονισμός της υγείας του Νίκου Αναστασιάδη, - ενός πολιτικού που, παρά τα σοβαρά του λάθη στο χειρισμό του εν λόγω ζητήματος, είναι μακράν ο σοβαρότερος Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας - και η προβλεπόμενη μακρά απουσία του για λόγους υγείας, δεν προοιωνίζει τίποτα το θετικό, μιας και αφήνει μοναδικό παίκτη τον Αντώνη Σαμαρά.
Ο οποίος, στη διάρκεια της πολιτικής του σταδιοδρομίας υπήρξε πάντα πρωταθλητής καρπαζοεισπράκτορας. Και όταν μεν πουλάει τζάμπα μαγκιά στην Τρόικα, μπορεί οι συνέπειες να είναι σοβαρές, είναι όμως ανατάξιμες. Αν όμως προκαλέσει πόλεμο, που είναι ικανός να το κάνει, μόνο και μόνο  επειδή θεωρεί εαυτόν σύγχρονο Ελευθέριο Βενιζέλο και για να παρατείνει την παραμονή του στην εξουσία, τα πράγματα γίνονται σοβαρά. Γιατί αυτή τη φορά το τίμημα δε θα είναι παραπάνω φόροι, αλλά νεκροί, πρόσφυγες και, πιθανότατα, σημαντικές εδαφικές απώλειες για την Ελλάδα (η Κυπριακή Δημοκρατία απλώς θα πάψει να υφίσταται).
Εδώ πρέπει να επισημανθεί και ο κίνδυνος η κρίση αυτή να σκάσει στα χέρια της επόμενης κυβέρνησης που, βάσει των δημοσκοπήσεων, θα έχει βασικό κορμό το ΣΥΡΙΖΑ.
Το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης θα κληθεί να διαχειριστεί, κατά πάσα πιθανότητα ένα δύσκολο διμέτωπο αγώνα. Και ο κίνδυνος να παρασυρθεί από τις βαθιά ριζωμένες πεποιθήσεις περί «περιούσιου λαού του θεού» είναι υπαρκτός, ιδίως στην περίπτωση που θα έχει ως σύμμαχο τους ΑΝΕΛ (πράγμα εξόχως απευκταίο για κάθε λογικό άνθρωπο, αλλά σε αυτές τις συνθήκες όλα γίνονται πιθανά).
Το ότι σε ερώτηση επί του θέματος ο εκπρόσωπος τύπου του ΣΥΡΙΖΑ Πάνος Σκουρλέτης απάντησε ότι  «απόλυτη προτεραιότητα είναι η αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης» είναι ενθαρρυντικό. Αλλά δε προσφέρεται και για βεβαιότητες, στους επόμενους πολύ ρευστούς μήνες.

Γιάννης Χρυσοβέργης

Δευτέρα 10 Νοεμβρίου 2014

Η ΕΝΤΑΣΗ ΣΤΗΝ ΚΥΠΡΟ ΚΑΙ ΟΙ ΥΔΡΟΓΟΝΑΝΘΡΑΚΕΣ

Εν μέσω κλιμακούμενης κρίσης στη Μέση Ανατολή, η Τουρκία επιλέγει την όξυνση στην Κύπρο, προκαλώντας έκδηλη ανησυχία σε ελληνική και κυπριακή κυβέρνηση.
Οι οποίες  αιφνιδιασμένες  αντιδρούν με τρόπο που δείχνει απουσία στόχων και στρατηγικής έναντι της Τουρκίας.

Η τουρκική βίαιη αντίδραση στην έναρξη των ερευνών της κυπριακής κυβέρνησης για υδρογονάνθρακες έπιασε στον ύπνο  τόσο την ελληνική όσο και την κυπριακή πλευρά.
Οι μέχρι τώρα αντιδράσεις των δυο κυβερνήσεων αποδεικνύουν ότι, σε μια περίοδο όπου τα δεδομένα μεταβάλλονται καθημερινά, η ελληνική και η κυπριακή κυβέρνηση είχαν βασίσει τη στρατηγική τους σε μια σειρά από λανθασμένες ή υπερεκτιμημένες παραδοχές και στην υποτίμηση της σημασίας της κρίσης στη Μέση Ανατολή.
Η πρώτη από αυτές ήταν πως αρκούσε η ανάθεση των ερευνών για τα κοιτάσματα των υδρογονανθράκων σε ισραηλινά και αμερικανικά συμφέροντα για την αποτροπή μιας βίαιης τουρκικής αντίδρασης.
Η δεύτερη αφορούσε στην πεποίθηση ότι, από τη στιγμή που τα κυπριακά κοιτάσματα υδρογονανθράκων, έμελλε να συνεισφέρουν σημαντικά  - πράγμα το οποίο μέχρι τώρα μάλλον δεν έχει αποδειχθεί με τρόπο μη αποδεχόμενο αμφισβήτηση - στην ενεργειακή ανεξαρτητοποίηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης από τη Ρωσία, τυχόν παρεμπόδιση της εκμετάλλευσής τους από την Τουρκία θα προκαλούσε την άμεση και έντονη αντίδραση σύσσωμης της Δύσης.
Με αυτές τις δυο παραδοχές η ελληνική και η κυπριακή κυβέρνηση πορεύτηκαν σε πλήρη μακαριότητα εδώ και δυο σχεδόν χρόνια, αγνοώντας προκλητικά όλες τις ενδείξεις.
Η ελληνική κυβέρνηση δεν έλαβε υπ' όψιν της ότι η κατηγορηματική άρνηση των ΗΠΑ να δεχτούν την μονομερή ανακήρυξη ελληνικής ΑΟΖ στο Αιγαίο - η οποία μάλιστα εκδηλώθηκε με τη μορφή «προειδοποίησης» του Αμερικανού υφυπουργού εξωτερικών προς τον Αλέξη Τσίπρα, στη διάρκεια εθιμοτυπικής τους συνάντησης, ότι «τυχόν μονομερής ανακήρυξη ελληνικής ΑΟΖ στο Αιγαίο θα προκαλέσει τη βίαιη αντίδραση της Τουρκίας» - θα μπορούσε να σημαίνει επίσης και την απροθυμία τους να ασκήσουν πίεση στην Τουρκία σε περίπτωση ανάλογης κρίσης στην Κύπρο.
Ακόμα η ελληνική, αλλά και οι κυπριακές κυβερνήσεις των Χριστόφια - Αναστασιάδη, υιοθέτησαν μια στατική άποψη για τις αμερικανοτουρκικές σχέσεις, που τις ήθελε «ψυχρές» λόγω της  «κρίσης των Τουρκοϊσραηλινών σχέσεων». 
Το ότι οι Αμερικανοί δεν χαίρονται για την πολιτική ανεξαρτησία του Ερντογάν δε χωράει αμφιβολία. Όμως από αυτό μέχρι το σημείο να μη βλέπει κανείς ότι ο Ερντογάν όλα αυτά τα χρόνια - με εξαίρεση της άρνησή του, το 2003,  να επιτρέψει τη διέλευση αμερικανικών χερσαίων δυνάμεων από τη χώρα του για να επιτεθούν στο Ιράκ από βορρά - ουδέποτε έχει συγκρουσθεί με τα στρατηγικά συμφέροντα των ΗΠΑ στην περιοχή, υπάρχει τεράστια απόσταση. Και είναι απορίας άξιο το γιατί, τόσο η ελληνική, όσο και οι κυπριακές κυβερνήσεις, βαυκαλίζονταν όλο αυτό το διάστημα με την πεποίθηση ότι «αν οι Τούρκοι κάνουν τους άγριους θα βρουν μπροστά τους το Ισραήλ και τις ΗΠΑ».
Πολύ χειρότερα δε, αγνόησαν προκλητικά την καταιγιστική κλιμάκωση της κρίσης στη Συρία και στο Ιράκ, με όλες τις ανακατατάξεις που αυτή θα μπορούσε να επιφέρει στη στρατηγική σημασία της μιας ή της άλλης χώρας.
Βρέθηκαν έτσι αμφότερες χωρίς ξεκάθαρη τακτική - για στρατηγική ούτε λόγος να γίνεται - απέναντι στην αποστολή του ερευνητικού σκάφους Barbaros, με τη συνοδεία πλοίων του στόλου στην κυπριακή ΑΟΖ. Τρέμουν ένα θερμό επεισόδιο, διότι αρχίζουν να αντιλαμβάνονται πως αυτό, αφ' ενός δεν είναι απίθανο, αφ' ετέρου υπάρχει κίνδυνος ουδείς να το αποτρέψει, αν και ουδείς στη Δύση το επιθυμεί. Και βεβαίως, με δεδομένη την οικονομική κατάσταση Ελλάδας και Κύπρου, η πολιτική έκβαση ενός θερμού επεισοδίου είναι προδιαγεγραμμένη.
Η θέση Ελλάδας και Κύπρου υπό αυτές τις συνθήκες είναι δεινή. Η αντίδραση του νέου γενικού γραμματέα του ΝΑΤΟ Γενς Στόλτενμπεργκ στις εκκλήσεις Βενιζέλου για «κατανόηση των ελληνικών θέσεων», μιας και η Ελλάδα «ακόμα και σε συνθήκες κρίσης δαπανά για την άμυνα πολύ παραπάνω από το 2% που ζητά από τα κράτη μέλη η Συμμαχία», ήταν μια παραίνεση  «προς όλα τα μέρη να επιδείξουν αυτοσυγκράτηση, διότι η Συμμαχία πρέπει να αντιμετωπίσει εξωτερικές απειλές, τη Ρωσία και το Ισλαμικό Κράτος, και πρέπει να είναι ενωμένη».
Στο ίδιο κλίμα, αν και πιο διπλωματικές, ήταν οι αντιδράσεις των ΗΠΑ και της ΕΕ στις ελληνικές και κυπριακές εκκλήσεις για πιέσεις προς την Τουρκία.
Σε αυτό το πλαίσιο γίνεται σαφές πως το δίλημμα που τίθεται για την ελληνική και την κυπριακή κυβέρνηση είναι αν θα υποχωρήσουν για να μη γίνει θερμό επεισόδιο ή αφότου γίνει θερμό επεισόδιο.
Είναι επίσης σαφές ότι τα περιβόητα κοιτάσματα της κυπριακής ΑΟΖ κινδυνεύουν να γίνουν από εργαλείο πίεσης προς την Τουρκία θηλειά στο λαιμό της ελληνικής και της κυπριακής κυβέρνησης (Βλ. ΚΥΠΡΙΑΚΟ: ΣΥΝΟΜΙΛΙΕΣ ΧΑΜΗΛΩΝ ΠΡΟΣΔΟΚΙΩΝ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΕΛΛΗΝΟΚΥΠΡΙΟΥΣ)
Σε αυτό ακριβώς το κλίμα και με την Τουρκία να θέτει ευθέως ζήτημα «είτε συνεκμετάλλευσης των κοιτασμάτων από Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους, είτε θεσμοθέτηση της διχοτόμησης του νησιού», Ελλάδα και Κύπρος καλούνται να προσδιορίσουν ποιο είναι το αποδεκτό όριο απωλειών και τι ακριβώς ανταλλάγματα, ποσοτικά και ποιοτικά, επιθυμούν, στη διαπραγμάτευση για το μέλλον της Κύπρου.
Καλό θα ήταν δε, με δεδομένο ότι η όποια λύση θα είναι πολύ χειρότερη για τους Ελληνοκύπριους από το Σχέδιο Ανάν, που μετά βδελυγμίας απέρριψαν πριν από δέκα χρόνια, να αρχίσει η συζήτηση μήπως η διχοτόμηση με κάποιους όρους, οι οποίοι πρέπει να προσδιοριστούν, είναι μια πιο αποδεκτή λύση.
Βεβαίως, στην περίπτωση της διχοτόμησης οι μεγάλοι χαμένοι θα είναι οι Τουρκοκύπριοι, μιας και, ανεπαισθήτως και παραδόξως, η Τουρκική Δημοκρατία της Βόρειας Κύπρου (που εμείς οι Έλληνες αποκαλούμε «ψευδοκράτος») έχει κατακτήσει περισσότερη και ποιοτικότερη Δημοκρατία από την Τουρκία. Αυτό όμως είναι άλλου παππά Ευαγγέλιο. Και το χειρότερο, μη εκμεταλλεύσιμο από την ελληνοκυπριακή πλευρά. Η «περήφανη απόρριψη» του Σχεδίου Ανάν έχει αφήσει κι εδώ το αποτύπωμά της.

Γιάννης Χρυσοβέργης

Τρίτη 18 Φεβρουαρίου 2014

ΚΥΠΡΙΑΚΟ: ΣΥΝΟΜΙΛΙΕΣ ΧΑΜΗΛΩΝ ΠΡΟΣΔΟΚΙΩΝ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΕΛΛΗΝΟΚΥΠΡΙΟΥΣ

Το παράπλευρο σκίτσο αναπαριστά, καλύτερα από χίλιες αναλύσεις, τις συνθήκες υπό τις οποίες διεξάγεται, κάθε φορά που αρχίζει, ο διάλογος για μια «οριστική και βιώσιμη λύση του Κυπριακού».
Όμως οι συνομιλίες που ξεκίνησαν πρόσφατα, οι πρώτες σοβαρές μετά από την αποτυχία του Σχεδίου Ανάν, θα διεξαχθούν με την Ελλάδα και την Κύπρο σε εξαιρετικά δυσχερή διπλωματική θέση και τους διεθνείς παράγοντες αποφασισμένους, για πρώτη φορά, να ασκήσουν πιέσεις προς μία μόνο κατεύθυνση: την ελληνοκυπριακή - ελληνική.

Η πρόσφατη επίσκεψη - προοίμιο της επανέναρξης των συνομιλιών για το Κυπριακό - του Τούρκου υπουργού Εξωτερικών Αχμέτ Νταβούτογλου, αποκάλυψε την πλήρη διάσταση απόψεων της ελληνικής και της τουρκικής πλευράς ως προς το τι σημαίνει «οριστική και βιώσιμη λύση του Κυπριακού». Κάτι που βεβαίως δεν είναι καινούριο, αλλά που, σε κάθε περίπτωση, μας οδηγεί σε ένα σημείο εκκίνησης της προ του Σχεδίου Ανάν εποχής.
Γεγονός είναι βεβαίως, πως το αρχικό κοινό ανακοινωθέν των Αναστασιάδη - Έρογλου, διατηρεί δυο βασικά κεκτημένα του Σχεδίου Ανάν: την ενιαία διεθνή οντότητα και ιθαγένεια, όμως η προφανής διάσταση απόψεων Βενιζέλου - Νταβούτογλου επί του θέματος, κατά τις δηλώσεις που έκαναν μετά τη συνάντησή τους στην Αθήνα, δείχνει ότι ο δρόμος μόνο ανθόσπαρτος δεν είναι.
Πέραν αυτού, η καθυστέρηση του ίδιου του Βενιζέλου να επικροτήσει το κοινό ανακοινωθέν, που εντούτοις ήταν σαφώς πιο κοντά στις δικές του απόψεις από ό,τι στις απόψεις του Νταβούτογλου, η απουσία κάθε σχολιασμού από πλευράς Νέας Δημοκρατίας και οι κραυγές της αντιπολίτευσης για «νέο σχέδιο Ανάν», δεν είναι καθόλου ενθαρρυντικά στοιχεία γως προς τη βούληση της ελληνικής κοινωνίας να γίνει μέρος της λύσης.
Ακόμα πιο ανησυχητική είναι η κατάσταση στην Κύπρο, όπου ο κυβερνητικός εταίρος του Νίκου Αναστασιάδη, το  ΔΗΚΟ, συνοδευόμενο από τον αποτυχόντα υποψήφιο Γιώργο Λιλήκα κάνουν λόγο για «μειοδοσία».
Από την άλλη γεγονός είναι ότι οι παρούσες συνομιλίες γίνονται με πολύ δυσμενέστερους για την Ελλάδα και την Ελληνοκυπριακή πλευρά από αυτές του Σχεδίου Ανάν. Ας συνοψίσουμε:
Κατ' αρχή οι συνομιλίες ξεκινούν με την Κυπριακή Δημοκρατία και την Ελλάδα χρεοκοπημένες. Αυτό περιορίζει ουσιαστικά τη διαπραγματευτική τους ικανότητα.Το 2002, στην κατάσταση αυτή βρίσκονταν η Τουρκία. Αντιθέτως η Ελλάδα ήταν μέλος της Ευρωζώνης, η Κυπριακή Δημοκρατία είχε εξασφαλίσει την ένταξή της στην ΕΕ και το δέλεαρ του Ευρωπαϊκού διαβατηρίου ήταν αυτό που ώθησε την Τουρκοκυπριακή κοινότητα και σημαντικό αριθμό εποίκων να υπερνικήσουν τις αντιδράσεις του Ραούφ Ντενκτάς, ο οποίος θεωρούσε την αποδοχή του Σχεδίου Ανάν «εθνική μειοδοσία» (κατά διαβολική σύμπτωση το ίδιο πίστευε και ο Τάσος Παπαδόπουλος).
Επίσης, την εποχή των διαπραγματεύσεων επί του Σχεδίου Ανάν η ΕΕ είχε παίξει έναν ουσιαστικό διαμεσολαβητικό ρόλο. Αντιθέτως τώρα θα είναι πανταχού απούσα και οι μόνοι διεθνείς παίκτες είναι οι ΗΠΑ, το Ηνωμένο Βασίλειο και η Ρωσία.
Η Ρωσία θα κάνει, όπως έκανε και με το Σχέδιο Ανάν, κάθε δυνατή προσπάθεια να τορπιλίσει την όποια λύση, καθώς εκτιμά πως η οιαδήποτε λύση του Κυπριακού, θα ενδυναμώσει το ΝΑΤΟ στην Ανατολική Μεσόγειο, άρα θα καταστήσει ακόμα πιο επισφαλή τη δική της παρουσία. Και θα αντιδράσει τόσο πιο έντονα, όσο θα εκτιμά ότι υπάρχει κίνδυνος οι εξελίξεις στη Συρία να της αποστερήσουν την τελευταία της ναυτική βάση στη Μεσόγειο. 
Πέραν αυτού, τυχόν λύση του Κυπριακού, θα καταστήσει εφικτή την αξιοποίηση των Κυπριακών κοιτασμάτων φυσικού αερίου, πράγμα το οποίο σημαίνει μικρότερη εξάρτηση της Ευρώπης από το ρωσικό αέριο.
Το Ηνωμένο Βασίλειο θεωρεί την Κύπρο, όπως και κάθε άλλη πρώην κτίση της άλλοτε Μεγάλης Βρετανίας, χώρο επιρροής του, στον οποίο πρέπει να έχει πρωταρχικό ρόλο στον καθορισμό των πολιτικών εξελίξεων. Σε αυτή τη λογική δεν έχει κανένα συμφέρον να υποστηρίξει λύσεις που θα καταλήγουν σε μια λειτουργική κρατική οντότητα, όπως ήταν το Σχέδιο Ανάν. Αντιθέτως, θα κάνει ό,τι περνάει από το χέρι του για μια λύση τύπου Ζυρίχης, με ό,τι μπορεί αυτό να σημαίνει για το μέλλον.
Οι ΗΠΑ έχουν δυο στόχους. Ο πρώτος είναι η επαναπροσέγγιση των δυο παραδοσιακών τους συμμάχων στο χώρο της Μέσης Ανατολής, του Ισραήλ και της Τουρκίας.  Ο δεύτερος είναι να καταστούν το ταχύτερο δυνατόν εκμεταλλεύσιμα τα κοιτάσματα φυσικού αερίου της περιοχής, για τους λόγους που προαναφέραμε.
Αυτό σημαίνει όμως ότι, όσο κι αν δεν είναι της αρεσκείας τους ο Ερντογάν - ο οποίος ωστόσο έχει την ευστροφία να έχει προωθήσει ουσιαστικά όλες ανεξαιρέτως τις στρατηγικές επιλογές της κυβέρνησης Ομπάμα στη Μέση  Ανατολή - με τίποτα δε θα ενθαρρύνουν μια κατάσταση η οποία θα έφερνε το Ισραήλ αντιμέτωπο με την Τουρκία.
Κατά συνέπεια τα όνειρα Ελληνοκυπρίων και Ελλήνων «τουρκοφάγων», που ονειρεύονταν Τουρκοϊσραηλινό πόλεμο σε περίπτωση κρίσης στην Κύπρο, πλανώνται πλάνη οικτράν. Τα κοιτάσματα του φυσικού αερίου, από μοχλός πίεσης, όπως πιστεύουν πολλοί Έλληνες και Ελληνοκύπριοι προς την Τουρκία, θα μετατραπούν σε μοχλό πίεσης προς την ελληνοκυπριακή πλευρά.
Υπάρχει όμως και κάτι άλλο. Η ξαφνική, ανεξήγητη και προκλητική, απέναντι στους διεθνείς συνομιλητές του, αλλαγή στάσης του Τάσου Παπαδόπουλου, που συμφώνησε στο Σχέδιο Ανάν στη Λουκέρνη και κάλεσε τους Ελληνοκύπριους να το καταψηφίσουν 48 ώρες μετά από την Κύπρο, είχε εξαγριώσει πολλούς ανθρώπους των διεθνών ΜΜΕ, οι οποίοι επί 30 συναπτά έτη είχαν στηρίξει τις ελληνοκυπριακές θέσεις στο Κυπριακό και είχαν επενδύσει στο Σχέδιο Ανάν. Οι άνθρωποι αυτοί θα είναι σε κάθε βήμα της διαπραγμάτευσης αρνητικά προκατειλημμένοι κατά της ελληνοκυπριακής πλευράς. Και μπορεί αυτό να μην είναι καθοριστικό, θα παίξει όμως το ρόλο του.
Υπό αυτές τις συνθήκες οι Ελληνοκύπριοι πρέπει να ετοιμάζονται για μια πρόταση που θα τους προσφέρει πολύ λιγότερα από όσα τους προσέφερε το Σχέδιο Ανάν. Και είτε να ετοιμαστούν για έναν οδυνηρό και αμφίβολης αποτελεσματικότητας συμβιβασμό, είτε να ξεχάσουν τα όνειρα για έσοδα από την εκμετάλλευση του φυσικού αερίου. 
Εκτός κι αν είναι αποφασισμένοι αν αποδεχτούν μια επίσημη - και συμφωνημένη - διχοτόμηση του νησιού. Με δεδομένη την ανελαστικότητα της ελληνικής και της ελληνοκυπριακής προσέγγισης, ίσως μια συμφωνημένη επισημοποίηση της διχοτόμησης, με κάποια ανταλλάγματα για την ελληνοκυπριακή πλευρά, να είναι προτιμότερη από μια λύση τύπου Ζυρίχης.

Γιάννης Χρυσοβέργης

 

Σάββατο 30 Μαρτίου 2013

ΟΙ ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΤΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΧΡΕΟΚΟΠΙΑΣ


Η καταστροφή του κυπριακού τραπεζικού συστήματος και η μακρόχρονη βαθιά ύφεση, που μπορεί να αποδειχθεί και πολύ πιο βίαιη από την ελληνική, είναι μέρος μόνο των επιπτώσεων της κυπριακής χρεοκοπίας. 
Εξ ίσου, αν όχι πιο σοβαρές, είναι οι γεωπολιτικές επιπτώσεις, τις οποίες οι Ελληνοκύπριοι πολιτικοί ήδη διαισθάνονται, δεν τολμούν όμως να τις αναφέρουν.

Η, με θεαματικούς ρυθμούς, επαναπροσέγγιση της Τουρκίας με το Ισραήλ και οι πρόσφατες δηλώσεις του Τούρκου υπουργού Εξωτερικών Αχμέτ Νταβούτογλου, που για άλλη μια φορά προκάλεσαν «ιερή οργή» σε Δεξιά κι Αριστερά σε Ελλάδα και Κύπρο, δείχνουν ξεκάθαρα ότι οι οικονομικές συνέπειες της κατάρρευσης του κυπριακού τραπεζικού συστήματος μπορεί να αποδειχθούν αστείες μπροστά στα υπαρξιακά ερωτήματα, στα οποία θα κληθεί να απαντήσει, σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα,  η Κυπριακή Δημοκρατία.
Το εσπευσμένο ταξίδι στο Ισραήλ, του Προέδρου Νίκου Αναστασιάδη, αποδεικνύει ότι, αυτός τουλάχιστον, έχει πλήρη συναίσθηση της επερχόμενης καταιγίδας.
Τα τελευταία τρία χρόνια η ελληνοκυπριακή πολιτική ηγεσία επαίρονταν, αρχής γενομένης από τον τ. Πρόεδρο Δημήτρη Χριστόφια, ότι χάρη στη συνεκμετάλλευση των κοιτασμάτων φυσικού αερίου σε συνεργασία με το Ισραήλ, αφ' ενός μετά από λίγα χρόνια οι Ελληνοκύπριοι θα έτρωγαν με χρυσά κουτάλια, αφ' ετέρου η Τουρκία δε θα είχε καμιά δυνατότητα στρατιωτικής παρέμβασης, καθ' όσον κάτι τέτοιο θα την έφερνε σε ευθεία αντιπαράθεση με το Ισραήλ.
Όσο για την επίλυση του Κυπριακού, αυτή θα μπορούσε να περιμένει σε βάθος χρόνου, όταν η Τουρκία θα βρίσκονταν σε δεινή οικονομική θέση και η πλούσια, πλέον, Κυπριακή Δημοκρατία, θα επέβαλλε τους όρους της.
Το σχέδιο βραχυπρόθεσμα αποδείχτηκε ευφυές, ως προς το σκέλος της εξουδετέρωσης των αντιδράσεων της Τουρκίας στις έρευνες για την αξιολόγηση των κοιτασμάτων τουλάχιστον.
Η ελληνοκυπριακή πολιτική ηγεσία όμως δεν έλαβε υπ' όψιν της μια σειρά παραμέτρων. 
Η πρώτη ήταν ότι η Τουρκία επέλεξε στις αρχές του 2010 την ευθεία αντιπαράθεση με το Ισραήλ για να ανοίξει στο μεταποιητικό της τομέα τις αραβικές αγορές, κερδίζοντας τις καρδιές των αραβικών κοινωνιών. Πράγμα το οποίο πέτυχε.
Η δεύτερη ήταν οι επιπτώσεις της αραβικής άνοιξης στο σχεδιασμό της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ, ιδίως από τη στιγμή που η Τουρκία κατοχυρώθηκε, στα μάτια της μεσαίας αστικής τάξης των αραβικών κρατών, ως η χώρα πρότυπο που παντρεύει το ισλάμ με την κοινοβουλευτική Δημοκρατία.
Η τρίτη παράμετρος ήταν η προτεραιότητα που η κυβέρνηση Ομπάμα δίνει στον περιορισμό της επέκτασης της κινεζικής επιρροής, η οποία αυτόματα μεταφέρει το στρατιωτικό ενδιαφέρον των ΗΠΑ στον Ειρηνικό.
Υπό τις συνθήκες αυτές η εξυπηρέτηση των στρατηγικών συμφερόντων των ΗΠΑ στην Ανατολική Μεσόγειο, λαμβανομένης υπ' όψιν και της καταφανούς αδυναμίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης να παίξει τον οιονδήποτε ουσιαστικό ρόλο εξ αιτίας της κρίσης της Ευρωζώνης, υποχρεωτικά περνούσε από τις συνέργειες με περιφερειακές δυνάμεις της περιοχής.
Από τη στιγμή δε που η Τουρκία έθεσε το κύρος της στην περιοχή στη διάθεση της προώθησης των αμερικανικών συμφερόντων στη συριακή κρίση, ήταν προφανές πως οι ΗΠΑ θα εργάζονταν εντατικά για την επαναπροσέγγιση Τουρκίας και Ισραήλ. Κατά μείζονα λόγο που, οι δυο αυτές χώρες έχουν και ίδια συμφέροντα να συνεργαστούν, μιας και ο εμφύλιος στη Συρία που διαιωνίζεται είναι εν δυνα΄μει πηγή κινδύνων και για τις δυο.
Η συγνώμη λοιπόν του Ισραήλ για την επίθεση στο Μαβί Μαρμαρά και η επαναπροσέγγιση των δυο χωρών στη σκιά της επίσκεψης του Προέδρου Ομπάμα στο Ισραήλ μόνο κεραυνός εν αιθρία δεν ήταν.
Οι δυνατότητες ελιγμών της κυπριακής κυβέρνησης απέναντι σε αυτή την εξέλιξη είναι - και θα ήταν ακόμα και αν δεν ήταν η Κυπριακή Δημοκρατία σε κατάσταση χρεοκοπίας - μηδαμηνές, εξ αιτίας του άλλου ανοιχτού μετώπου της, του Κυπριακού.
Και εδώ η ελληνοκυπριακή ηγεσία πληρώνει την κουτοπόνηρη και αλαζονική της απόρριψη του Σχεδίου Ανάν το 2004 (ο σημερινός Πρόεδρος Νίκος Αναστασιάδης ήταν μια φωτεινή αλλά μοναχική εξαίρεση).
Το Σχέδιο Ανάν ήταν μια πρόταση του ΟΗΕ, στο πλαίσιο του οποίου ανέκαθεν διακήρυττε η ελληνοκυπριακή πλευρά την επίλυση του Κυπριακού, είχε την υποστήριξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της οποίας προσφάτως είχε γίνει  μέλος η Κυπριακή Δημοκρατία, των ΗΠΑ και του Ηνωμένου Βασιλείου και το είχε αποδεχθεί, θέλοντας και μη, η χρεοκοπημένη Τουρκία. Μόνο η Ρωσία δεν το επιθυμούσε, διότι συγκρούονταν με τα γεωστρατηγικά της συμφέροντα. 
Ως προς τις προβλέψεις του ήταν, μακράν, λειτουργικότερο της Συμφωνίας της Ζυρίχης - κατά την άποψη του υπογράφοντος, ο οποίος καταλογίζει μεγάλο μέρος της ευθύνης για την Κυπριακή κρίση στον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο και την ελληνοκυπριακή ηγεσία της δεκαετίας του '60 ήταν επιπροσθέτως δίκαιο, αλλά αυτό είναι μια άλλη συζήτηση - και, με την προϋπόθεση ότι οι πλειοψηφίες των Ελληνοκυπρίων και των Τουρκοκυπρίων θα πίστευαν σε αυτό, είχε όλες τις προοπτικές να πετύχει και να διορθωθούν, μέσα σε βάθος χρόνου 10-15 χρόνων, όλες οι ατέλειές του. 
Οι Ελληνοκύπριοι με έναν μόνο τρόπο θα μπορούσαν να κερδίσουν περισσότερα: κηρύσσοντας τον πόλεμο στην Τουρκία και κερδίζοντάς τον.
Η μεταστροφή της τελευταίας στιγμής σύσσωμης σχεδόν της ελληνοκυπριακής ηγεσίας κατά του Σχεδίου Ανάν προκάλεσε  την οργή όλων στη Δύση όσοι, επί τριάντα ολόκληρα χρόνια στήριζαν την ελληνική και την ελληνοκυπριακή θέση στο πλαίσιο του ΟΗΕ. Και οι οποίοι, στην τωρινή κρίση χρεοκοπίας του τραπεζικού συστήματος, ήταν οι πρώτοι που έκαναν εκστρατεία «για να μην πληρώσουν οι Ευρωπαίοι φορολογούμενοι τις κυπριακές τράπεζες που ξέπλεναν μαύρο χρήμα».  
Σε αυτό το πλαίσιο απόλυτης διεθνούς απομόνωσης για να μπορέσει η Κυπριακή Δημοκρατία να εντάξει στο Ταμείο Εθνικής Αλληλεγγύης  τα όποια μελλοντικά έσοδα από τα κοιτάσματα των υδρογονανθράκων, πράγμα απαραίτητο για να γίνει το εν λόγω ταμείο εργαλείο ανασυγκρότησης της κυπριακής οικονομίας έχει δυο επιλογές: είτε να αποδεχθεί τους τουρκικούς όρους για την επίλυση του κυπριακού, οι οποίοι θα είναι απείρως πιο δυσβάσταχτοι από τους όρους του Σχεδίου Ανάν και θα καταλήγουν σε ένα μόρφωμα ακόμα πιο δυσλειτουργικό από τη Συμφωνία της Ζυρίχης, είτε να αποδεχθεί τη νομιμοποίηση της τουρκικής στρατιωτικής επέμβασης του 1974 και τη διεθνή αναγνώριση του τουρκοκυπριακού Κράτους.
Άλλωστε το δρόμο για τη νομιμοποίηση της διχοτόμησης τον άνοιξε ο Πρόεδρος Τάσος Παπαδόπουλος, στο διάγγελμά του με το οποίο καλούσε τους ελληνοκύπριους να καταψηφίσουν το Σχέδιο Ανάν. «Παρέλαβα Κράτος και δε θα παραδώσω Κοινότητα», είχε δηλώσει, ξεχνώντας ότι και η Συμφωνία της Ζυρίχης Κοινότητα προέβλεπε για τους Ελληνοκύπριους, όχι Κράτος.

Γιάννης Χρυσοβέργης   

Τετάρτη 6 Μαρτίου 2013

Ο ΣΑΜΑΡΑΣ ΣΤΗΝ ΤΟΥΡΚΙΑ: ΤΑ ΔΥΟ ΠΡΟΣΩΠΑ ΤΟΥ ΙΑΝΟΥ

Οι 25 συμφωνίες συνεργασίας, σε επιχειρηματικούς κυρίως τομείς, που υπογράφτηκαν κατά την επίσκεψη Σαμαρά στην Κωνσταντινούπολη είναι αναμφισβήτητα πολύ θετικές.
Όμως για να αποδώσουν καρπούς, πρέπει να μην υλοποιήσει ο Έλληνας Πρωθυπουργός την απειλή του για μονομερή κήρυξη ΑΟΖ,  στα τέλη Μαρτίου, στο Αιγαίο. Πράγμα, δυστυχώς, καθόλου βέβαιο, αν λάβουμε υπ' όψιν την παγερή υποδοχή που επιφύλαξε η ελληνική πλευρά στην, επί της αρχής, ορθή πρόταση του Ερντογάν, για λύση στο Αιγαίο προς όφελος των δυο χωρών.

Η ελληνοτουρκική σύνοδος στην Κωνσταντινούπολη υπήρξε, σε επίπεδο εμπορικών και επιχειρηματικών συμφωνιών, πολύ παραγωγική. Οι συμφωνίες που υπογράφτηκαν, στοχεύουν στο να καταστήσουν τις τουριστικές βιομηχανίες των δυο χωρών από ανταγωνιστικές συμπληρωματικές και να ανοίξουν περισσότερο, ένθεν κακείθεν, τις αγορές των δυο χωρών στα μεταποιητικά προϊόντα της γείτονος.
Δεν υπάρχει η παραμικρή αμφιβολία ότι οι εν λόγω συμφωνίες, εφ' όσον τεθούν σε εφαρμογήθα συμβάλουν καθοριστικά, μεσοπρόθεσμα,  στην ουσιαστική βελτίωση των σχέσεων των δυο χωρών, οι οποίες, από καταβολής ελληνικού κράτους, είναι εξαιρετικά ευμετάβλητες και, κατά κανόνα, τεταμένες.
Αυτή είναι η θετική πλευρά της ελληνοτουρκικής συνόδου, για την επιτυχία της οποίας τα υπουργεία εξωτερικών των δυο χωρών, είχαν κάνει δουλειά μυρμηγκιού τα τελευταία χρόνια.
Υπό φυσιολογικές συνθήκες η υπογραφή αυτού του πακέτου συμφωνιών θα σήμαινε τον άτυπο ενταφιασμό της τυχοδιωκτικής πολιτικής, που έχει εκπονηθεί από τους Ηρακληδείς του Αντώνη Σαμαρά, το Χρύσανθο Λαζαρίδη και το Φαήλο Κρανιδιώτη, και έχει ανακοινωθεί, παρά την έντονη αντίδραση του υπουργείου Εξωτερικών,  από τον ίδιο τον Πρωθυπουργό: τη μονομερή ανακήρυξη ΑΟΖ στο Αιγαίο. 
Δυστυχώς για τον Αντώνη Σαμαρά η εξωτερική πολιτική είναι αυτό ακριβώς που ήταν για τον Ανδρέα Παπανδρέου και για τον Κώστα Καραμανλή: μια πασαρέλα στην οποία μπορεί ο εκάστοτε Πρωθυπουργός να επιδίδεται σε φτηνιάρικα επικοινωνιακά τεχνάσματα προς χάριν βραχυπρόθεσμων στόχων εσωτερικής πολιτικής. Και στην οποία επιτρέπεται να λέει και να ξελέει δυο φορές το μήνα.  
Και η παγερή υποδοχή που επιφύλαξε η ελληνική πλευρά σε δυο, επί της αρχής ορθότατες, προτάσεις του Ερντογάν δεν επιτρέπει μεγάλα περιθώρια αισιοδοξίας. Η πρώτη από αυτές  αφορούσε το ζήτημα της οριοθέτησης του Αιγαίου. Η δεύτερη το Κυπριακό.
 Η πρόταση του Τούρκου πρωθυπουργού, για αναζήτηση λύσης στο Αιγαίο με κερδισμένες και τις δυο χώρες έχει ώς σύμμαχο την κοινή λογική. Η εξεύρεση τέτοιας λύσης προϋποθέτει ότι και τα δυο μέρη ξέρουν τι επιθυμούν, έχουν συναίσθηση του συσχετισμού δυνάμεων, έχουν μια σαφή στρατηγική για τους στόχους τους και είναι αποφασισμένα για συμβιβασμούς. Η επίτευξη μιας λύσης με κερδισμένες και τις δυο χώρες δεν είναι εύκολη και σίγουρα θα απαιτήσει μακροχρόνιες διαπραγματεύσεις. 
Το πρόβλημα είναι ότι στην Ελλάδα, θεωρούμε - ιδεοληπτικά, διότι από πουθενά δεν προκύπτει κάτι τέτοιο - το Αιγαίο ελληνική θάλασσα και, κατά συνέπεια, οποιαδήποτε λύση δεν περιέχει αυτή την παραδοχή εκλαμβάνεται ως οδυνηρή ήττα. Αυτό το γνωρίζει πολύ καλά ο Αντώνης Σαμαράς και είναι αποφασισμένος να το εκμεταλλευτεί στο έπακρο για εσωτερική κατανάλωση.
Ορθή, επί της αρχής, ήταν και η τοποθέτηση του Τούρκου Πρωθυπουργού ότι για την επίλυση του Κυπριακού προϋποτίθεται η κατ' αρχή συμφωνία της Ελλάδας και της Τουρκίας. Κι αυτό όχι μόνο γιατί θεσμικά, οι δυο χώρες, ως εγγυήτριες δυνάμεις μαζί με το Ηνωμένο Βασίλειο της Κυπριακής Δημοκρατίας, έχουν βαρύνοντα λόγο αν αποφασίσουν να γίνουν από μέρος του προβλήματος μέρος της λύσης, αλλά και γιατί οι δυο χώρες, τα τελευταία 60 χρόνια, κατέστησαν την ελληνοκυπριακή και τουρκοκυπριακή κοινότητα αντιστοίχως σημαιοφόρους των αντίστοιχων εθνικισμών και επεκτατισμών.
Το πρόβλημα, και πάλι για την Ελλάδα είναι ότι η παραδοχή ισότιμου ρόλου στους Τουρκοκύπριους εκλαμβάνεται από εμάς ως εθνική καταστροφή
Και στο ζήτημα του Αιγαίου και στο Κυπριακό οι ελληνικές απόψεις είναι εντελώς ανελαστικές  και γι' αυτό στερούνται διεθνούς πολιτικού ερείσματος. Είναι όμως απόψεις της μεγάλης πλειοψηφίας της ελληνικής κοινωνίας κι αυτό ακριβώς επιδιώκει να εκμεταλλευτεί ο Αντώνης Σαμαράς προκειμένου να συγκαλύψει την απόλυτη αποτυχία του στο εσωτερικό μέτωπο.  
Στις επόμενες εβδομάδες η ελληνική κυβέρνηση θα κληθεί να απολύσει άμεσα 12.500 δημόσιους υπαλλήλους και να μειώσει και πάλι το βασικό μισθό στον ιδιωτικό τομέα. Μέτρα τα οποία, είτε κανείς συμφωνεί είτε διαφωνεί με αυτά είναι σαφές ότι θα προκαλέσουν κοινωνική αναταραχή, που μόνο μέσα σε συνθήκες ελληνοτουρκικής κρίσης μπορεί να αποφευχθεί.
Για όλους αυτούς τους λόγους  υπάρχει σοβαρός κίνδυνος οι πολύ χρήσιμες, από οικονομική άποψη ελληνοτουρκικές συμφωνίες της Κωνσταντινούπολης να μείνουν κενό γράμμα. Δε θα είναι η πρώτη φορά άλλωστε που κάποια ελληνοτουρκική συμφωνία έχει αυτή την τύχη.

Γιάννης Χρυσοβέργης

Σημ: Οι μόνες μεταπολλιτευτικές ελληνικές κυβερνήσεις που είχαν αυτοτελή εξωτερική πολιτική ήταν αυτές του Κωνσταντίνου Καραμανλή και του Κώστα Σημίτη. Η πρώτη πέτυχε την ένταξη της Ελλάδας στην ΕΟΚ, κι η δεύτερη την ένταξη της χώρας στην Ευρωζώνη. Και το πρώτο και, κυρίως, το δεύτερο, ήταν αιτήματα της μεγάλης πλειοψηφίας της ελληνικής κοινωνίας. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη, αν και προσπάθησε να ασκήσει αυτοτελή εξωτερική πολιτκή, υποχώρησε κάτω από την πίεση της αντιπολίτευσης των Ανδρέα Παπανδρέου και Αντώνη Σαμαρά. Όσο για τις κυβερνήσεις Γιώργου Παπανδρέου και Γιώργου Ράλλη, απλώς δεν άσκησαν εξωτερική πολιτική.
  
 

Κυριακή 25 Ιουλίου 2010

ΑΠΟ ΤΟ ΚΟΣΟΒΟ ΩΣ ΤΗΝ ΚΥΠΡΟ ΕΝΑ ΤΣΙΓΑΡΟ ΔΡΟΜΟΣ


Η προχθεσινή απόφαση του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης σχετικά με τη νομιμότητα της μονομερούς ανακήρυξης της ανεξαρτησίας του Κοσσυφοπεδίου, μολονότι είναι αυστηρά γνωμοδοτικής φύσης, αλλάζει ριζικά τα πολιτικά δεδομένα στην Ευρώπη. Οποιαδήποτε περιοχή πλέον, μπορεί να προχωρήσει σε απόσχιση από την κρατική οντότητα στην οποία ανήκει και η ενέργειά της να θεωρηθεί απολύτως νόμιμη. Και είναι πολλές οι υποψήφιες περιοχές. Αρχής γενομένης από τα "Κατεχόμενα" της Κύπρου όπως τα αποκαλούμε οι Έλληνες και οι Ελληνοκύπριοι ή τη "Βόρεια Κύπρο", όπως την αποκαλούν, ανεπισήμως, όλες ανεξαιρέτως οι υπόλοιπες χώρες.

Οι εξελίξεις σηματοδοτούν την οριστική χρεοκοπία της ελληνικής και ελληνοκυπριακής πολιτικής στη διάρκεια της τελευταίας τριακονταπενταετίας. Τόσο η ελληνική όσο και η ελληνοκυπριακή πλευρά από την πρώτη στιγμή της ανακωχής τον Αύγουστο του 1974, αρνήθηκαν να αποδεχθούν την πραγματικότητα: Ότι στην Κύπρο είχε διεξαχθεί ένας πόλεμος μεταξύ ελλάδας και Ελληνοκυπρίων από τη μια μεριά και Τουρκίοας και Τουρκοκυπρίων από την άλλη. Και ότι τον πόλεμο αυτό η Ελλάδα και οι Ελληνοκύπριοι τον είχαν χάσει πανηγυρικά.
Η άρνηση της αποδοχής αυτής της πραγματικότητας είχε ως συνακόλουθο αποτέλεσμα την αδυναμία χάραξης μιας συνεκτικής πολιτικής με σαφείς στόχους. Διότι διαπραγματεύσεις που διεξάγονται μετά από πόλεμο λαμβάνουν υπ' όψιν, πριν από οτιδήποτε άλλο, την κατάσταση που διαμορφώθηκε στο πολεμικό μέτωπο. άρα είτε ετοιμάζεσαι για να ανακτήσεις, με νέο πόλεμο, όσα έχασες στον προηγούμενο, είτε αποδέχεσαι ότι ο νικητής θα διατηρήσει μέρος τουλάχιστον των πλεονεκτημάτων που απέκτησε με πόλεμο.
Το ότι ουδείς στην Ελλάδα και στο ελεγχόμενο από τους Ελληνοκύπριους κομμάτι της Κύπρου πίστεψε σοβαρά στην αναγκαιότητα της επίλυσης του Κυπριακού μέσω ενός νέου πολέμου - αψευδής απόδειξη της διάθεσης των κοινωνιών ήταν ο διαρκώς αυξανόμενος αριθμός νέων που, με διάφορα τεχνάσματα (για δήλωση αντίρρησης συνείδησης ούτε σκέψη), απέφευγαν τη στράτευση - μόνο ως θετικό μπορεί να θεωρηθεί. Παρά τις υπερβολικές αμυντικές δαπάνες, που επέτρεψαν και συνεχίζουν να επιτρέπουν σε κάποιους να θησαυρίζουν από τον ιδρώτα των φορολογουμένων, κανείς δεν επιθυμούσε έναν νέο πόλεμο.
Από την άλλη, η απουσία παραδοχής της στρατιωτικής ήττας είχε ως αποτέλεσμα την αδυναμία χάραξης πολιτικής παραχωρήσεων προς την τουρκική και την τουρκοκυπριακή πλευρά ικανών να οδηγήσουν σε μια επίλυση του Κυπριακού. Αντιθέτως, Ελλάδα και Ελληνοκύπριοι είχαν την απαίτηση, επί τριάντα πέντε χρόνια, η διεθνής κοινότητα να επιβάλει (με τα όπλα άραγε;) στους Τούρκους και τους Τουρκοκύπριους την επιστροφή στην πρότερη δυσμενή γι αυτούς κατάσταση.
Αποκορύφωμα της σχιζοφρενικής αυτής πολιτικής της τζάμπα μαγκιάς ήταν η στάση της ελληνικής και της ελληνοκυπριακής κοινωνίας έναντι του Σχεδίου Ανάν. Αφού επί τριάντα συναπτά έτη διεκδικούσαμε "διαπραγματεύσεις στο πλαίσιο του ΟΗΕ", όταν ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών ανέλαβε πρωτοβουλία επίλυσης του Κυπριακού και η τουρκική κυβέρνηση, υπό την πίεση της χρεοκοπίας στην οποία βρίσκονταν η χώρα, υποχρεώθηκε να αποδεχθεί τις διαπραγματεύσεις στο πλαίσιο του ΟΗΕ, Έλληνες και Ελληνοκύπριοι έκαναν ό,τι περνούσε από το χέρι τους για να σαμποτάρουν τις διαπραγματεύσεις. Στην Ελλάδα, με εξαίρεση το Γ, Παπανδρέου, τον Κ. Σημίτη, το Δίκτυο για τα Κοινωνικά και Πολιτικά Δικαιώματα και το ΣΥΝ (με οριακή πλειοψηφία στην Κεντρική Πολιτική Επιτροπή - κανείς δε γνωρίζει ποιο θα ήταν το αποτέλεσμα σε περίπτωση ενδοκομματικού δημοψηφίσματος) όλοι κατήγγειλαν την ἑθνική μειοδοσία". Στην Κύπρο το 75% του ΟΧΙ των Ελληνοκυπρίων, σε χτυπητή αντίθεση με το 57% του ΝΑΙ των Τουρκοκυπρίων, τα λέει όλα.
Κι ενώ οι απανταχού Ελληνάρες πανηγύριζαν κάποιοι "εθνοπροδότες" διατύπωναν τους φόβους ότι η τελευταία ελπίδα για τη λύση του Κυπριακού είχε χάθεί και ότι πλέον όλα όδευαν προς την αναγνώριση του "Ψευδοκράτους" των Τουρκοκυπρίων.
Στους επόμενους μήνες η νέα τουρκοκυπριακή ηγεσία θα αποσυρθεί από τις συνομιλίοες με τους Ελληνοκύπριους. Και τότε, οι αναγνωρίσεις του "Ψευδοκρτάτους" θ' αρχίσουν να έρχονται βροχή. Θα πρόκειται για το ηχηρότερο χαστούκι που θα έχει δεχθεί η εθνική μας ιδεολογία της τζάμπα μαγκιάς από το 1974. Με ένα και μοναδικό ζητούμενο: θα γίνει το χαστούκι αυτό απαρχή για μια ανασυγκρότηση της ελληνικής κοινωνίας ή θα συνεχίσουμε σαν αν μην είχε συμβεί τίποτε;

Γιάννης Χρυσοβέργης

Πέμπτη 3 Ιουνίου 2010

Ο ΝΕΟΘΩΜΑΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΕΡΝΤΟΓΑΝ ΚΑΙ ΟΙ «ΕΛΛΟΧΕΥΟΝΤΕΣ ΚΙΝΔΥΝΟΙ» ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ


Από την ημέρα της ανάληψης των καθηκόντων του Αχμέτ Νταβούτογλου, ως Υπουργού Εξωτερικών της Τουρκίας, οι γνωστοί «ανησυχούντες Ηρακλειδείς των εθνικών δικαίων», δημοσιεύουν συχνά -πυκνά «βαθυστόχαστες» αναλύσεις για τους «κινδύνους που υποκρύπτει για τον Ελληνισμό ο νεοθωμανισμός του Ερντογάν».
Το ότι, ανεπαισθήτως, μέσα σε επτά χρόνια, έχουν γίνει ριζικές αλλαγές στον προσανατολισμό της τουρκικής διπλωματίας είναι, μετά από τα προχθεσινά γεγονότα στα ανοιχτά του Ισραήλ, πασιφανές. Το ζητούμενο είναι αν το νέο διπλωματικό δόγμα της Τουρκίας, που με πολλή δόση τουρκοφοβικής προπαγάνδας αποκαλείται «νεοθωμανισμός» προσφέρει ευκαιρίες για ένα μακροχρόνιο κλείσιμο των ελληνοτουρκικών διαφορών, ή συνιστά, όπως θέλουν να μας πείσουν οι «ανησυχούντες», κίνδυνο για την υπόσταση της Ελλάδας.
Το νέο δόγμα βασίστηκε σε μια σειρά από απλές παραδοχές:
  1. Ο στρατιωτικός ρόλος της Τουρκίας ως συμπληρωματικού προς το Ισραήλ τοποτηρητή της Δύσης στην Εγγύς Ανατολή είναι ήσσονος σημασίας λόγω της κατάρρευσης της Σοβιετικής Ένωσης.
  2. Η Τουρκία δε θα γίνει μέλος της ΕΕ, διότι δεν το επιθυμούν οι Ευρωπαίοι πολίτες.
  3. Στη συνεχώς οξυνόμενη κρίση μεταξύ Δύσης και Ισλάμ είναι εμφανής η απουσία ενός αξιόπιστου διαμεσολαβητή. Και το ρόλο αυτό μπορεί να τον παίξει η Τουρκία ως μέλος του ΝΑΤΟ, αλλά και μέρος του ισλαμικού κόσμου.
Για να πετύχει η Τουρκία σε αυτό το ρόλο της έπρεπε να «κερδίσει τις καρδιές των απανταχού Μουσουλμάνων», χωρίς όμως να προκαλέσει τη Δύση. Έτσι, έγινε το μοναδικό μέλος του ΝΑΤΟ που διαφοροποιήθηκε στην πράξη από τους Αμερικανούς, απαγορεύοντάς τους με απόφαση της Βουλής, να χρησιμοποιήσουν τις Νατοϊκές βάσεις στο έδαφός της κατά την εισβολή στο Ιράκ το 2003. Ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν κατήγγειλε από το Νταβός, παρουσία του Ισραηλινού Προέδρου, τη σφαγή των αμάχων στη Γάζα, προκαλώντας διεθνές διπλωματικό σκάνδαλο. Και, φυσικά, ανακάλεσε τον πρεσβευτή της από το Ισραήλ μετά τη σφαγή της περασμένης Δευτέρας, ζητώντας παράλληλα τη σύγληση του Συμβουλίου Ασφαλείας και έκτακτη σύνοδο του ΝΑΤΟ.
Την ίδια στιγμή στο εσωτερικό της χώρας προωθούνται, με ταχείς ρυθμούς, τα μέτρα εκδημοκρατισμού των θεσμών που απαιτεί η Ευρωπαϊκή Ένωση, ακολουθείται μια πολύ πιο προσεκτική πολιτική έναντι των μειονοτήτων και ανοίγει απ' ευθείας πολιτικός διάλογος με την Αρμενία.
Ο στόχος που έχει θέσει, δια γραφίδος του Υπουργού Εξωτερικών της Αχμέτ Νταβούτογλου είναι: μηδενικά προβλήματα με όλες τις όμορες χώρες και, μέσω διαμεσολαβητικών παρεμβάσεων, δημιουργία μιας ζώνης επιρροής που θα εκτείονεται από την Αδριατική μέχρι τις τουρκόφωνες δημοκρατίες της Κεντρικής Ασίας. Ο στόχος αυτός είναι που έχει προκαλέσει ρίγη ιερής οργής στους «Ελληναράδες».
Σε αυτό το στόχο όμως ενυπάρχουν σημαντικές ευκαιρίες για τη διευθέτηση των ελληνοτουρκικών σχέσεων με τρόπο που, αν απρόβλεπτα ακραία πολιτικά και κοινωνικά φαινόμενα δεν αλλάξουν το ρου της Ιστορίας, θα εξασφαλίζει την Ειρήνη στο Αιγαίο για μια, ίσως και δυο γενιές. Και υπό ευνοϊκές συνθήκες για περισσότερες.
Η λογική των μηδενικών προβλημάτων σημαίνει ότι, με την προϋπόθεση μιας κατ' αρχή συμφωνίας μεταξύ των δυο χωρών, μπορούμε να παραπέμψουμε ΤΟ ΣΥΝΟΛΟ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΟΤΟΥΡΚΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης.
Προϋπόθεση όμως γι αυτό είναι η Ελλάδα να εγκαταλείψει το άγονο δόγμα του «μια είναι η ελληνοτουρκική διαφορά:ο καθορισμός της υφαλοκρηπίδας». Ζητήματα υπάρχουν πολλά.
Ενδεικτικά μονάχα αναφέρω μερικά από αυτά που ΔΕΝ ΕΓΕΙΡΕΙ ως ώφειλε, το ελληνικό Κράτος: η επιστροφή στους ιδιοκτήτες τους ή στους νόμιμους κληρονόμους τους των περιουσιών των Ρωμιών της Κωνσταντινούπολης, το δικαίωμά τους να έχουν διπλή ιθαγένεια, το δικαίωμα επιστροφής χωρίς όρους όσων εξαναγκάστηκαν να φύγουν και η αναγνώριση της Οικουμενικότητας του Πατριαρχείου της Κωνσταντινούπολης.
Και βεβαίως είναι τα θέματα που έχει εγείρει η Τουρκία: το καθεστώς που διέπει μια σειρά από ακατοίκητες βραχονησίδες του Αιγαίου, και τα ζητήματα της μειονότητας της Θράκης. Τα οποία συνοψίζονται στα εξής δυο:στο δικαίωμα του αυτοπροσδιορισμού της μειονότητας - είναι περισσότερες από δέκα οι καταδίκες του ελληνικού Κράτους από το Ευρωπαϊοκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων γιατί δεν επιτρέπεται στους μειονοτικούς να αυτοπροσδιορίζονται ως Τούρκοι - και το δικαίωμα εκλογής των Μουσουλμάνων θρησκευτικών ηγετών από τους ίδιους τους πιστούς τους. Επ' αυτού η Τουρκία, σε ένα ουσιαστικό διάλογο, ενδέχεται να αξιώσει την επιστροφή των περιουσιών και της ιθαγένειας όσων μειονοτικών την έχουν απωλέσει με διοικητικές πράξεις, που, ειρήσθω εν παρόδω, είναι ανάξιες μιας Δημοκρατικής κοινωνίας.
Ένα θέμα σχετικό με την τουρκική μειονότητα που οφείλει να θέσει επίσης η Ελλάδα είναι να παύσει το αίσχος της εφαρμογής της Σαρία σε ό,τι αφορά τα ζητήματα κληρονομιάς και διαζυγίου της τουρκικής μειονότητας.
Ελληνοτουρκικό ζήτημα είναι σε τελική ανάλυση και το καρκίονωμα του Κυπριακού, διότι, αφ'ενός Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι έχουν εδώ και εξήντα χρόνια καταστήσει εαυτούς προφυλακές των πιο ακραίων εθνικιστικών τάσεων σε Ελλάδα και Τουρκία και, αφ' ετέρου, διότι, ακόμα και τώρα, η Ελλάδα και η Τουρκία ΜΠΟΡΟΥΝ ΑΝ ΘΕΛΟΥΝ να επιβάλουν μια λύση στις δυο κοινότητες της Κύπρου.
Τέλος, έχουμε δυστυχώς, ήδη ένα πρώτο δείγμα γραφής της ελληνικής ανικανότητας να αδράξει την ευκαιρία που παρουσιάζεται. Η πρόταση του Τούρκου Πρωθυπουργού για αμοιβαία μείωση των εξοπλισμών έμεινε, σε πρώτο χρόνο, χωρίς απάντηση και απορρίφθηκε πραξικοπηματικά σε δεύτερο χρόνο από μια κοινή δήλωση των Ευάγγελου Βενιζέλου και Αντώνη Σαμαρά. Οι οποίοι αποφάνθηκαν ότι ΟΙ ΠΕΡΙΚΟΠΕΣ ΔΑΠΑΝΩΝ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΘΝΙΚΗΣ ΑΜΥΝΑΣ ΔΕ ΘΑ ΑΓΓΙΞΟΥΝ ΤΑ ΕΞΟΠΛΙΣΤΙΚΑ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΑ. Σε μια εποχή που μειώνονται κατά 25% οι αμοιβές των Δημοσίων Υπαλλήλων για την εξοικονόμηση 1 δισεκατομμυρίου ευρώ ετησίως και αυξάνεται ο ΦΠΑ κατά 20% για την αβέβαιη διασφάλιση άλλου 1 δισεκατομμυρίου περίπου εσόδων είναι προσβολή στην κοινή λογική να μην ακυρώνονται αγορές οπλικών συστημάτων - δεν αναφέρομαι σε αναλώσιμα και πυρομαχικά των ήδη αγορασμένων - κόστους 4 δισεκατομμυρίων -δια στόματος Υπουργού Εθνικής Αμυνας - ετησίως.
Υπάρχει βεβαίως το ερώτημα του κατά πόσο θα επιβιώσει το νέο δόγμα της τουρκικής διπλωματίας της απόσυρσης του Ερντογάν από την πολιτική σκηνή, που κάποια στιγμή, εντός της επόμενης δεκαετίας θα έλθει. Επ'αυτού ουδείς μπορεί να είναι βέβαιος. Γι αυτό και η ελληνική κυβέρνηση πρέπει ΤΩΡΑ να αδράξει την ευκαιρία. Και να δρομνόληγήσει τη συνολική διευθέτηση των ελληνοτουρκικών σχέσεων πριον τις τουρκικές εκλογές του 2011.

Γιάννης Χρυσοβέργης