Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αιγαίο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αιγαίο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 13 Οκτωβρίου 2011

Η έννοια της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης και η ελληνική εξωτερική πολιτική

Αναδημοσιεύω από το Protagon.gr ένα πολύ ενδιαφέρον άρθρο του καθηγητή Χρήστου Ροζάκη για την ΑΟΖ. Και θέτω το ακόλουθο πολιτικό ερώτημα: Μήπως μια συμφωνία με την Τουρκία για το Αιγαίο, ακόμα και ετεροβαρής - υπέρ της Τουρκίας - κοστίζει πολύ λιγότερο από τον πακτωλό που ξοδεύεται κάθε χρόνο σε οπλικά συστήματα; Μήπως τα οφέλη της θα ήταν πολλάπλάσια αν μια τέτοια συμφωνία εμπεριείχε τη συνεκμετάλλευση με την Τουρκία του Αιγαίου, μέσω της ίδρυσης εταιρειών εκμετάλλευσης από κοινού; Κάποτε πρέπει να γίνει αυτή η συζήτηση. Σε λίγο κλείνουμε 200 χρόνια από την απόσχισή μας από την Οθωμανική Αυτοκρατορία και πρέπει ν' αρχίσουμε να ξεπερνάμε τα «παιδικά τραύματα του έθνους».

Γιάννης Χρυσοβέργης
Θα ξεκινήσω την αναλυση μου με μια σύντομη ιστορική αναδρομή, η οποία, πιστεύω, ότι βοηθάει στην καλύτερη κατανόηση των λόγων που οδήγησαν τη διεθνή κοινότητα στην σχετικά πρόσφατη καθιέρωση της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης (ΑΟΖ). Σε ένα γενικότερο επίπεδο, το τέλος του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου σηματοδοτεί την εγκατάλειψη της κυρίαρχης προπολεμικής –και διαχρονικά κραταιής- αντίληψης ότι η βασική χρήση των θαλασσών συμπίπτει με τη ναυσιπλοΐα, και δευτερευόντως με την αλιεία. Μια τέτοια αντίληψη είχε δώσει προτεραιότητα στην αρχή της ελευθερίας των θαλασσών, περιορίζοντας τα παράκτια κράτη σε περιορισμένες ζώνες αιγιαλίτιδας, μέσα στις οποίες και ασκούσαν κυριαρχία, σχεδόν ισοδύναμη με αυτήν του χερσαίου εδάφους, κι εξυπηρετούσαν, έτσι, βασικά μελήματά τους, κυρίως αυτό της ασφάλειας.  Η διαπίστωση, όμως, μέσα από τις επιστημονικές εξελίξεις, ότι η θάλασσα κρύβει πλουτοπαραγωγικούς πόρους στο βυθό και το υπέδαφός της, σε συνδυασμό με τις τεχνολογικές προόδους που κατέστησαν δυνατή την εκμετάλλευσή τους, οδήγησαν, βαθμιαία σε μια αναθεωρηση αυτής την σχετικά μοναδικής προτεραιότητας, και στη δημιουργία νέων νομικών καθεστώτων στο Δίκαιο της θάλασσας. Καθεστώτα, τα οποία διευρύνουν τη δικαιοδοσία των κρατών στη θάλασσα, πέρα από την αιγιαλίτιδα, παρέχοντας δυνατότητες στα κράτη, κι αργότερα στην ίδια τη διεθνή κοινότητα να νομιμοποιήσει την αποκλειστική εκμετάλλευση των πλουτοπαραγωγικών πόρων του βυθού και του υπεδάφους του –όπως και σε άλλες θαλάσσιες περιοχές-, αλλά και τα οποία επιχειρούν να συμβιβάσουν τη διατήρηση της ελεύθερης ναυσιπλοΐας με τα νέα δικαιώματα χρήσης των θαλασσών. Η πρώτη ζώνη που διαμορφώνεται με αυτές τις νέες αντιλήψεις είναι, βέβαια, η ηπειρωτική υφαλοκρηπίδα.
Στο ειδικότερο επίπεδο, τώρα, της ανάλυσής μας για την ΑΟΖ, η αυτή ζώνη έλκει την καταγωγή της σε έμπνευση λατινοαμερικανικών κρατών. Η συστηματική, οργανωμένη βιομηχανικά αλιεία των ΗΠΑ σε περιοχές του Ειρηνικού Ωκεανού, εκτός της αιγιαλίτιδας ζώνης των προσκείμενων κρατών της Νότιας Αμερικής, είχε αποστερήσει τα παράκτια κράτη από πολύτιμα αλιευτικά αποθέματα, αλλά είχε οδηγήσει και σε αλλοιώσεις του οικοσυστήματος της περιοχής, με σύνθετες –ακόμα και οικονομικές επιπτώσεις- για τα παράκτια κράτη. Η διαπίστωση αυτών των επιπτώσεων συνάσπισε τα κράτη αυτά, και τα οδήγησε σε μία κοινή στάση και στην πρόταση για μια νέα θαλάσσια ζώνη δικαιοδοσίας σε μια μεγάλη έκταση από τις ακτές, που απέδιδε αποκλειστικά δικαιώματα αλιείας στα παράκτια αυτά κράτη. Σύντομα την πρωτοβουλία τους ενστερνίστηκαν και κράτη εκτός της Λατινικής Αμερικής, με αποτέλεσμα η Τρίτη Συνδιάσκεψη για το δίκαιο της θάλασσας, που οδήγησε στη νέα Σύμβαση του 1982, να βρει ώριμη τη διεθνή κοινότητα για μια πρόβλεψη μιας νέας θαλάσσιας ζώνης, αυτήν που η Σύμβαση καθιέρωσε ως ΑΟΖ.
Η Σύμβαση του 1982 αφιερώνει ένα τμήμα της (το Τμήμα V) στην ΑΟΖ. Σε αυτό καθορίζεται η νομική φυσιογνωμία της ζώνης, οι λειτουργίες της και τα όρια της δικαιοδοσίας των κρατών. Σύμφωνα με τα Άρθρα του Τμήματος V, η ΑΟΖ είναι μια θαλάσσια ζώνη πέρα, αλλά παρακείμενη, της αιγιαλίτιδας ζώνης, η οποία περιλαμβάνει το βυθό, το υπέδαφός του, τη θαλάσσια ‘κολώνα’, και την επιφάνεια της θάλασσας, ως μια απόσταση διακοσίων μιλίων από την ακτή –μειωμένη, όμως, ανάλογα με το εύρος της παρακείμενης αιγιαλίτιδας ζώνης. Σε αυτή τη ζώνη το παράκτιο κράτος ασκεί κυριαρχικά δικαιώματα με σκοπό την εξερεύνηση, την εκμετάλλευση, τη διατήρηση και τη διαχείριση των θαλασσίων πόρων, ζωντανών ή άλλων, της περιοχής, όπως, επίσης, και τις άλλες δραστηριότητες που αφορούν την οικονομική εξερεύνηση και εκμετάλλευση της ζώνης, όπως είναι η παραγωγή ενέργειας από το νερό, τα ρεύματα και τους ανέμους. Η δικαιοδοσία του παράκτιου κράτους επεκτείνεται, επίσης, στη δυνατότητά του να κατασκευάζει και να χρησιμοποιεί τεχνητά νησιά, εγκαταστάσεις και κατασκευές (για την εξυπηρέτηση των χρήσεων της ζώνης), να κάνει επιστημονική έρευνα, και να προστατεύει και διατηρεί το θαλάσσιο περιβάλλον. Τα δικαιώματα αυτά είναι λειτουργικά, δεν συνιστούν εδαφική κυριαρχία, και πρέπει να ασκούνται με τρόπο που να λαμβάνει υπόψη του τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των άλλων κρατών που κάνουν χρήση της θαλάσσιας περιοχής. Ιδιαίτερα, βέβαια, όταν ασκούν το δικαίωμά τους της ελεύθερης ναυσιπλοΐας. Εδώ θα πρέπει να τονιστεί ότι για τα δικαιώματα που δεν προκύπτουν ρητά ότι ανήκουν στο καθεστώς της ΑΟΖ, η θαλάσσια περιοχή της διέπεται από το καθεστώς της ελευθερίας των θαλασσών.
Η προσθήκη της νέας ζώνης στη δικαιοδοσία των κρατών στις θάλασσες, πέρα από την αιγιαλίτιδα, παρέχει μια προστιθέμενη αξία στην ήδη υπάρχουσα δυνατότητα του παράκτιου κράτους να εκμεταλλεύεται το θαλάσσια πλούτο των βυθών και του υπεδάφους του, μέσα από το θεσμό της υφαλοκρηπίδας, με την προσθήκη της θαλάσσιας κολώνας και της επιφάνειας της θάλασσας. Οι νέες, κατά συνέπεια, χρήσεις της αφορούν κυρίως την αλιεία, και την εκμετάλλευση της φυσικής, ήπιας ενέργειας που προκύπτει από την κίνηση του νερού και των ανέμων. Όσον αφορά τώρα το βυθό και το υπέδαφος, αυτή η περιοχή εξακολουθεί να διέπεται από τις νομικές ρυθμίσεις της υφαλοκρηπίδας –κάτι που ρητά προσδιορίζεται από την παράγραφο 3 του Άρθρου 56 της Σύμβασης. Ο θεσμός, κατά συνέπεια, της ηπειρωτικής υφαλοκρηπίδας, όχι μόνο δεν απορροφάται από την ΑΟΖ, αλλά παραμένει ζωντανός, και καθορίζει, με τις νομικές ρυθμίσεις του, τον τρόπο χρήσης των βυθών από τα παράκτια κράτη.
Θα πρέπει επίσης να υπογραμμιστεί ότι τα δικαιώματα του παράκτιου κράτους στην παρακείμενη ΑΟΖ υπόκεινται στους γενικότερος περιορισμούς που προκύπτουν από τον ‘κοινωνικό’ χαρακτήρα που διέπει συνολικά τη Σύμβαση του 1982. Πράγματι, για πρώτη φορά στην ιστορία του Δικαίου της Θάλασσας, η διεθνής κοινότητα αποδίδει τόση σημασία στα δικαιώματα τρίτων κρατών, αλλά και στα δικαιώματα της ίδιας της κοινότητας απέναντι στα δικαιώματα των παράκτιων κρατών. Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα είναι βέβαια η υιοθεσία του νέου καθεστώτος της ‘κοινής κληρονομιάς της ανθρωπότητας’, των βυθών πέρα από τις εθνικές δικαιοδοσίες, όπου η ίδια η διεθνής κοινότητα απολαμβάνει, σύμφωνα με τη Σύμβαση, των καρπών τους, με ένα πνεύμα διανεμητικής δικαιοσύνης εις όφελος των οικονομικά ασθενέστερων μελών της. Στο ίδιο πνεύμα, η Σύμβαση προβλέπει ότι στην ΑΟΖ ενός κράτους τα κράτη τα γειτονικά προς αυτό έχουν το δικαίωμα της συμμετοχής στους ζωντανούς πόρους της θαλάσσιας αυτής περιοχής, εφόσον χαρακτηρίζονται ως ‘γεωγραφικά μειονεκτούντα κράτη’. Το Άρθρο 70 της Σύμβασης προσδιορίζει την έννοια του ‘γεωγραφικά μειονεκτούντος κράτους’, όπως και τους όρους της άσκησης των δικαιωμάτων του στην ΑΟΖ.
Έρχομαι τώρα στο θέμα της καθιέρωσης της ΑΟΖ από ένα παράκτιο κράτος. Σε αντίθεση με την υφαλοκρηπίδα, η οποία υφίσταται ως ‘φυσικό δικαίωμα’, ανεξάρτητα από την έκφραση βούλησης του παράκτιου κράτους, στην περίπτωση της ΑΟΖ το κράτος πρέπει να εκδηλώσει τη διάθεσή του να αποκτήσει τη ζώνη, μέσα από μια διακήρυξή του. Από τη στιγμή αυτή που το κράτος εκφράζει αυτή τη βούληση αποκτά όλα τα δικαιώματα που το Διεθνές Δίκαιο του απονέμει σε μια περιοχή που εκτείνεται ως τα διακόσια μίλια από την ακτή. Με την προϋπόθεση, βέβαια, ότι το εύρος της θαλάσσης του στην περιοχή παρέχει μια τέτοια δυνατότητα.
Στην περίπτωση, όμως, που υπάρχει γεωγραφική στενότητα, και υπάρχουν ‘αντικείμενα’ κράτη σε απόσταση μικρότερη από τα τετρακόσια μίλια (200+200), τότε θα πρέπει να υπάρξει, σύμφωνα με τη Σύμβαση, οριοθέτηση της ΑΟΖ. Το Άρθρο 74 της Σύμβασης του ’82 ορίζει ότι ‘[η] οριοθέτηση της αποκλειστικής οικονομικής ζώνης ανάμεσα σε κράτη με αντικείμενες ή γειτονικές ακτές θα πραγματοποιείται με συμφωνία στη βάση του Διεθνούς Δικαίου, όπως αναφέρεται στο Άρθρο 38 του Καταστατικού του Διεθνούς Δικαστηρίου, με σκοπό την επίτευξη μιας ευθύδικης λύσης’. Σύμφωνα με τη δεύτερη παράγραφο του ιδίου άρθρου ‘αν δεν είναι δυνατόν να επιτευχθεί συμφωνία μέσα σε ένα εύλογο χρονικό διάστημα, τα ενδιαφερόμενα κράτη θα προσφεύγουν στις διαδικασίες που προβλέπει το Τμήμα XV (της Σύμβασης)’. Εξυπακούεται ότι οι διαδικασίες αυτές, που αφορούν γενικότερα κράτη που διαφωνούν σε σχέση με την ερμηνεία και την εφαρμογή των διατάξεων της Σύμβασης, υποχρεωτικά ακολουθούνται στις περιπτώσεις που και τα δύο μέρη που επιδιώκουν οριοθέτηση είναι μέρη της Σύμβασης. Στην περίπτωση που δύο κράτη δεν είναι μέρη της Σύμβασης, και στην περίπτωση που το ένα από αυτά δεν την έχει επικυρώσει τότε, φυσικά, η υποχρέωση της παραγράφου 2 αίρεται. Παραμένει, όμως, η μέθοδος οριοθέτησης που προβλέπει το Άρθρο 74, παρ. 1, ως υποχρέωση για κάθε κράτος, ανεξαρτήτως συμμετοχής του στη Σύμβαση, γιατί η διάταξη αυτή έχει μέσα από μακρά πρακτική οριοθετήσεων, αποκτήσει εθιμικό χαρακτήρα, και δεσμεύει ως έθιμο.
Στο σημείο αυτό θα πρέπει να επισημανθεί ότι οι βασικές, ουσιαστικές διατάξεις της Σύμβασης για την ΑΟΖ, όπως και ο ίδιος ο θεσμός της ΑΟΖ, έχουν αποκτήσει εθιμικό χαρακτήρα, και κάθε κράτος μπορεί να τις επικαλεστεί προκειμένου να καθιερώσει ΑΟΖ, και να ασκήσει τα δικαιώματα που προβλέπονται μέσα σε αυτήν.
Έρχομαι, τώρα, στο δεύτερο μέρος της αναλυσης μου που αφορά την ελληνική περίπτωση. Το τελευταίο διάστημα έχει αναπτυχθεί μια συζήτηση, που  έχει ξεφύγει από τις στενές επιστημονικές ανταλλαγές, και έχει πάρει ευρύτερες διαστάσεις δημοσιότητας. Αυτό θα πρέπει να οφείλεται και στο γεγονός ότι υπάρχουν πληροφορίες τις οποίες δεν μπορώ προσωπικά να διαψεύσω ή να επιβεβαιώσω ότι η Τουρκία αντιτίθεται στην καθιέρωση ΑΟΖ στο Αιγαίο Πέλαγος, ενώ είναι διατεθειμένη να ζητήσει την καθιέρωση ΑΟΖ στην περιοχή της Ανατολικής Λεκάνης της Μεσογείου. 
Αν είναι έτσι τα πράγματα, η διάκριση που πραγματοποιεί η Τουρκία είναι τεχνητή. Γιατί βασίζεται σε μια γεωγραφική διαφοροποίηση η οποία και αδόκιμη είναι, και μας απομακρύνει από την συνολική λύση, η οποία συνήθως συνοδεύει μια απόφαση δύο χωρών να οριοθετήσουν τις θαλάσσιες ζώνες τους. Αδόκιμη είναι γιατί θεωρεί ότι η Ανατολική Μεσόγειος δεν περιλαμβάνει το Αιγαίο και κατά συνέπεια πρόκειται για δύο θάλασσες που δικαιολογούν χωριστές οριοθετήσεις. Η επιστήμη, όμως, δεν συμφωνεί πάντοτε μαζί τους, καθώς υπάρχουν πολλοί έγκριτοι γεωγράφοι και (γεω)φυσικοί, οι οποίοι θεωρούν ότι η Ανατολική Μεσόγειος –σε σχέση με τη Δυτική- προσδιορίζεται δυτικά από μια νοητή γραμμή που ξεκινά από τα ιταλικά παράλια και καταλήγει στη Λιβύη, εγκλωβίζοντας μέσα σε αυτή τόσο την Αδριατική, όσο και το Αιγαίο.
Αλλά και στην περίπτωση που δεν δεχτούμε αυτή τη σχολή, και θεωρήσουμε ότι η Ανατολική Μεσόγειος εκκινεί από μια νοητή γραμμή ανατολικά των Δωδεκανήσων και της Κρήτης, και πάλι το ερώτημα παραμένει σε τι εξυπηρετεί αυτή η γεωγραφική διάκριση στην περίπτωση που αποφασίζεται η οριοθέτηση της ΑΟΖ ανάμεσα σε δύο κράτη τα οποία επιδιώκουν να οριστικοποιήσουν επιλύσεις που αφορούν τις θαλάσσιες ζώνες τους σε μια περιοχή υδάτινης συνέχειας, που δεν διακόπτεται από οποιοδήποτε φυσικό εμπόδιο.
Νομίζω ότι η διάκριση που επιδιώκει η Τουρκία –αν πράγματι οι πληροφορίες μας είναι σωστές- θα πρέπει να οφείλεται στην αδιαθεσία της να αποδεχτεί ότι η Ελλάδα θα αποκτήσει, μέσω της ΑΟΖ, κυριαρχικά δικαιώματα σε μεγάλα θαλάσσια τμήματα του Αιγαίου, που θα περιλαμβάνουν την κολώνα του νερού, και την επιφάνεια, κάτι που επαναφέρει, κατά την Τουρκία, στο προσκήνιο τη λογική της ‘ελληνικής λίμνης’, που θέλει με κάθε τρόπο να ματαιώσει. Καθώς αυτή η λογική περιορίζει την Τουρκία στις δυνατότητες που διαφορετικά προσφέρει η ελευθερία των θαλασσών, και μειώνει την ικανότητά της να ‘συμμερίζεται’ μαζί με την Ελλάδα τη χρήση του Αιγαίου. Ειδικότερα, μάλιστα, αν λάβουμε υπόψη μας ότι σε περίπτωση καθιέρωσης ελληνικής ΑΟΖ, η χώρα αποκτά δικαιώματα στην επιφάνεια της θάλασσας –τεχνητές νησίδες, εγκαταστάσεις εκμετάλλευσης ήπιας ενέργειας- που μπορεί να έχουν σημαντικές επιπτώσεις στην ελευθερία των θαλασσών. Αντίθετα γι’ αυτό που η Τουρκία ονομάζει Ανατολική Λεκάνη της Μεσογείου, οι ευνοϊκότερες οριοθετικές συνθήκες για την Τουρκία, της παρέχουν την πολυτέλεια να αποδεχτεί την ύπαρξη ελληνικής ΑΟΖ, και να μη μας φέρει αντιρρήσεις στην καθιέρωσή της –αν και βέβαια ακούγεται ότι εκεί η Τουρκία πιστεύει η Ελλάδα δεν έχει μεγάλα περιθώρια διεκδίκησης. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η ύπαρξη του Καστελορίζου, αλλά και της Ρόδου, της Καρπάθου και της Κρήτης προσφέρουν τις γραμμές βάσης οι οποίες προσδιορίζουν τις σχετικές ζώνες, και οι οποίες ‘νομιμοποιούν’ την ύπαρξή τους. Διαφορετικό είναι το ζήτημα της ‘επήρειάς’ τους, δηλαδή της έκτασης των ζωνών που δικαιούνται, ως νησιά και όχι ως ηπειρωτικά εδάφη, στη συνολικότερη κατανομή της υφαλοκρηπίδας και την ΑΟΖ. Ο ρόλος τους εκεί μπορεί να είναι διαφορετικός από αυτόν των ηπειρωτικών ακτών, αλλά αυτό δε σημαίνει  ότι αυτή η γενικά αποδεκτή διαφορά τα στερεί παντελώς από τη απόλαυση θαλασσίων ζωνών. Ειδικότερα, μάλιστα, για το Αιγαίο Πέλαγος, όπου η αλυσίδα των ελληνικών νησιών συνεχίζεται με τα ηπειρωτικά εδάφη του, η έκταση των δικαιωμάτων τους –ως ένα ενιαίο όλο- αναμφίβολα κλίνει την πλάστιγγα προς την ελληνική πλευρά, σε σχέση με τα δικαιώματα που αντλούνται από τις (κυρίως) ηπειρωτικές ακτές της Τουρκίας στην ίδια περιοχή. Όσον αφορά, τώρα, την περιοχή του Καστελόριζου, επαναλαμβάνω, στις ακτές του θα πρέπει να προστεθούν και οι ανατολικές ακτές της Ρόδου, της Καρπάθου, και θα έλεγα και της Κρήτης, των οποίων προβολή προς ανατολάς θα είναι το τμήμα της υφαλοκρηπίδας και της ΑΟΖ που αναλογεί στην Ελλάδα στην εν λόγω περιοχή. Βέβαια, σε μια ενδεχόμενη οριοθέτηση αυτές οι ακτές θα προσμετρηθούν, αλλά και θα αναμετρηθούν με τις τουρκικές ηπειρωτικές ακτές, βασικό κριτήριο οριοθέτησης, ανάμεσα σε άλλα, και θα ήταν επιπόλαιο να επιχειρήσω σήμερα μια απάντηση αναφορικά με την έκταση των ελληνικών δικαιωμάτων στην περιοχή, καθώς αυτή θα προσδιοριστεί από μια σειρά δυσχερώς σταθμητών παραγόντων, που θα κριθούν στις διμερείς διαπραγματεύσεις, ή, σε περίπτωση διαπραγματευτικού αδιεξόδου, από ένα διεθνές δικαιοδοτικό όργανο.
Η τουρκική άποψη ότι το Καστελόριζο δεν δικαιούται ούτε υφαλοκρηπίδα, ούτε ΑΟΖ, εκτός του ότι απομονώνει το Καστελόριζο από τα υπόλοιπα ελληνικά γειτονικά νησιά, των οποίων οι ακτές συνιστούν γραμμές βάσης, αγνοώντας τη σωρευτική επίδρασή τους στη διαμόρφωση μιας οριοθετικής γραμμής ανάμεσα στις χώρες στην Ανατολική Λεκάνη, στηρίζεται, κατά τα φαινόμενα σε μια εσφαλμένη ερμηνεία του Διεθνούς Δικαίου της Θάλασσας. Θα πρέπει να προέρχεται από μια ατυχή μεταγωγή των διδαγμάτων τηε διαιτητικής απόφασης των Νησιών της Μάγχης (Ηνωμένο Βασίλειο-Γαλλία, 1971), τα οποία αφορούσαν την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας ανάμεσα στο Ηνωμένο Βασίλειο και στη Γαλλία. Στην υπόθεση εκείνη τα βρετανικά νησιά της Μάγχης, που βρίσκονται πλησιέστατα στις γαλλικές ηπειρωτικές ακτές δεν μετέβαλαν, με την παρουσία τους, την εφαρμογή της μέσης γραμμής/ γραμμής ίσης απόστασης, που καθορίζεται από τις ηπειρωτικές ακτές των δύο κρατών. Στα νησιά αυτά, που κατά το διαιτητικό δικαστήριο, βρίσκονται στη ‘λάθος πλευρά’, δόθηκε απλά μια ζώνη 12 μιλίων από τις ακτές τους, για όλες τις χρήσεις.
Η περίπτωση, όμως, του Καστελόριζου είναι διαφορετική. Σε αντίθεση με τα νησιά της Μάγχης, το Καστελόριζο δεν βρίσκεται στη «λάθος πλευρά», αφού στην περιοχή δεν υπάρχει απέναντι από τις τουρκικές ακτές, ελληνικό έδαφος που θα δικαιολογούσε μια χάραξη μέσης γραμμής ανάμεσα στις ηπειρωτικές ακτές, και θα έθετε το δίλημμα για τη θέση αυτών των νησιών στην οριοθέτηση. Το Καστελόριζο είναι το μόνο ελληνικό έδαφος απέναντι από τις τουρκικές ακτές, και η μόνη ομοιότητά του με τα βρετανικά νησιά είναι ότι βρίσκεται κοντά στο τουρκικό ηπειρωτικό έδαφος. Αλλά αυτό το δεδομένο δεν το στερεί από το δικαίωμα να απολαμβάνει τις θαλάσσιες ζώνες που δικαιούνται τα νησιά από το Διεθνές Δίκαιο. Κατά συνέπεια στην οριοθετική διαδικασία θα πρέπει να υπολογιστεί. Ποιο είναι, τώρα, το μερίδιό του στην κατανομή των ζωνών είναι άλλο θέμα, που συνδέεται με την επήρεια που το Καστελόριζο έχει στην απόδοση της υφαλοκρηπίδας και της ΑΟΖ στην περιοχή.
Σε κάθε περίπτωση, η υπάρχουσα διεθνής νομολογία δεν μας βοηθάει ιδιαίτερα στο να δώσουμε μια σαφή απάντηση της έκτασης των δικαιωμάτων του Καστελόριζου σε μια οριοθετική διαδικασία. Γιατί ούτε η υπόθεση Λιβύης-Τυνησίας (υπόθεση του Διεθνούς Δικαστηρίου), ούτε η πιο πρόσφατη υπόθεση Ρουμανίας-Ουκρανίας (πάλι απόφαση του Διεθνούς Δικαστηρίου), είναι ιδιαίτερα επιβοηθητικές, γιατί οι πραγματικές συνθήκες διαφέρουν και στις δύο σημαντικά, σε σχέση με τις πραγματικές συνθήκες στην περιοχή του Καστελόριζου. Στην μεν πρώτη περίπτωση τα ‘επίμαχα’ νησιά βρίσκονται πολύ κοντά στις ακτές του ιδίου κράτους στο οποίο ανήκουν (Τυνησία), ενώ στη δεύτερη το νησί των Όφεων δεν έχει δική του οικονομική ζώνη.
Θα τελειώσω με το ερώτημα: είναι σημαντικό για την Ελλάδα να θεσπίσει ΑΟΖ; Η απάντηση δεν μπορεί να είναι απόλυτη. Αν το ενδιαφέρον της Ελλάδας εστιάζεται στην εξερεύνηση και την εκμετάλλευση των πλουτοπαραγωγικών πόρων του βυθού και του υπεδάφους των παρακείμενων θαλασσών, τότε ο θεσμός της υφαλοκρηπίδας εξυπηρετεί αποτελεσματικά τον στόχο αυτό. Αν επιδιώκει, ως προστιθέμενη αξία, όπως έχω ήδη τονίσει, να αποκτήσει και αποκλειστικά δικαιώματα αλιείας, και εκμετάλλευσης των ήπιων μορφών ενέργειας που προσφέρουν τα κύματα και οι άνεμοι της θάλασσας, τότε η ΑΟΖ καθίσταται απαραίτητη. Ειδικότερα, όμως, για το Αιγαίο θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι και η Τουρκία έχει σχετικά δικαιώματα, κι ότι θα πρέπει να υπάρξει οριοθέτηση των δύο ΑΟΖ με συμφωνία, ή, σε κάθε περίπτωση, με την παρέμβαση τρίτου δικαιοδοτικού οργάνου. Είναι πολιτική απόφαση αυτή, και εναπόκειται στην πολιτική ηγεσία να προσμετρήσει τα θετικά και τα αρνητικά μιας τέτοιας πρωτοβουλίας.

Κυριακή 6 Ιουνίου 2010

Η ''Ποζίσιονελ'' κίνηση των Τούρκων και το αναγκαστικό ''Τσούγκτσβανγκ'' των Ελλήνων.

Παρότι ασχολούμε όταν βρίσκω χρόνο - και αντίπαλο - με το σκάκι, ζήτησα τη βοήθεια του γιού μου για τις σκακιστικές ορολογίες, τις οποίες για να είμαι ειλικρινής, τις είχα ξεχάσει.
Ετσι, το ''Ποζίσιονελ'' είναι το στίλ του παιχνιδιού που βασίζεται στη μακροπρόθεσμη συσσόρευση πλεονεκτημάτων και το ''Τσούγκτσβανγκ'' είναι η υποχρέωση να κινηθείς και αναφέρεται σε μια κατάσταση που ο ένας παίκτης οποιαδήποτε κίνηση κι' αν κάνει οδηγείται αναπόφευκτα σε επιδείνωση της θέσης του.
Πριν λοιπόν εκφράσω τις απόψεις μου για τον εξ-ευρωπαισμό της Τουρκίας και προκειμένου να μην θεωρηθώ ''Ελληναράς'' θα πω ένα στίχο του συντροφου Αναρχικού Πλωτίνου Ροδοκανάκη.
Κοσμοπολίτες της καρδιάς, είμαστε πολίτες των χωρών όλων,
πατρίδα μας είναι ολόκληρος ο κόσμος
και οι άνθρωποι παντού αδέλφια μας.
Η γη είναι κοινή κληρονομιά των θνητών,
και το ανθρώπινο γένος θα ευτυχίσει
όταν δεν υπάρχουν πια ούτε σύνορα ούτε τείχη.
Αλλά.....
Οσο κι' αν θέλω να δεχθώ τον εξ-ευρωπαισμό της Τουρκίας, πιστεύω οτι ακόμα είναι ενα συμπαγές στρατιωτικό κατεστημένο με απολυταρχικές αντιλήψεις το οποίο έχει καταφέρει - διαχρονικά - να χειραφετηθεί απ' τους πολιτικούς και δυστυχώς να έχει απήχηση στην Τούρκικη κοινωνία. Μιά κοινωνία η οποία βρίσκει στο στρατό και στους κατασταλτικούς παρακρατικούς μηχανισμούς του( κορουτζού), την πραγματική της έκφραση.
Ενδεικτικό της φύσης αυτής της κοινωνίας, είναι ο έντονος εθνικιστικός και θρησκευτικός φανατισμός, που καλλιεργείται συστηματικά απ' το '' Βαθύ Κράτος''.
Οι κυρίαρχες επεκτατικές βλέψεις του κράτους αυτόύ έχουν εκφραστεί άλλωστε πολύ πρόσφατα , απ' τον Υπουργό Εξωτερικών της γείτονας χώρας Αχμετ Νταβούτογλου, ο οποίος τον περσινό Οκτώβριο σε διεθνές συνέδριο, μίλησε για μιά νέα Οθωμανική αυτοκρατορία η οποία μπορεί να εγγυηθεί τη σταθερότητα, την ανάπτυξη και την ασφάλεια, απ΄τα Βαλκάνια και τον Καύκασο, μέχρι τη Μ . Ανατολή και την Ασία.
Ωστόσο , παρότι η κυβέρνηση Ερτογάν προσπαθεί να αποποιηθεί το δόγμα << ένας λαός, ένα κράτος , μιά γλώσσα>> και να κάνει άνοιγμα στις διεθνείς αγορές μιλώντας για εξ-ευρωπαισμό και εκσυγχρονισμό της Τουρκίας, προβάλει μιά ιδιαίτερη αδιαλλαξία σε θέματα θρησκευτικών και κοινωνικών μειονοτήτων.
Αυτός ο αμετροεπείς Νοοθωμανικός κηδεμονισμός των Τούρκων, ο οποίος προβάλλεται με μιά ιδιαίτερη δυναμική απ΄την κυβέρνηση Ερτογάν και το συντηρητικό κατεστημένο, δεν είχε ποτέ μετριοπαθή εκδοχή. Μήπως ξεχνάμε την επίσημη θέση της Τουρκίας σχετικά με τα νησιά του Αιγαίου (ανάρπαστα έχουν γίνει τελευταία) και την υφαλοκρηπίδα, που ισχυρίζοναι οτι λόγω των γεωλογικών ασυνεχιών στο βυθό του Αιγαίου τα νησιά μας αποτελούν προέκταση της ηπειρωτικής ακτής της Μ.Ασίας, ως εκ τούτου δεν διαθέτουν υφαλοκρηπίδα αφού αυτή ανήκει γεωλογικά στην Τουρκία.
Η επεκτατική πολιτική των Τούρκων όμως δεν σταματά μόνο στα νησια του Αιγαίου, αλλά παρουσιάζει ένα διαρκές αυξανόμενο ενδιαφέρον για τη Θράκη λόγω των ενεργειακών κοιτασμάτων της Κασπίας, καθώς επίσης και λόγω του έργου κατασκευής αγωγού Μπουργάς-Αλεξανδρούπολη.
Φανταστείτε τις ολέθριες συνέπειες που θα είχαμε υποστεί, όχι μόνο εμείς (θράκη, Αιγαίο) αλλά και ολόκληρη η Ευρώπη και ενδεχομένως η Ασία, εάν η μιλιταριστική συμπεριφορά των Τούρκων δεν προσέκρουε σ΄ένα πολύ μεγάλο εμπόδιο που λεγόταν Στάλιν, ο οποίος τους έδιωξε απ' την ευρύτερη Υπερκαυκάσια περιοχή (Αζερμπαιζαν, Αρμενία, Απχαζία, Γεωργία) άλλοτε επικράτια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
Σήμερα λοιπόν, ειδικά μετά τη διάλυση της πρώην ΕΣΣΔ, με δεδομένο οτι πολλές απ' αυτές τις μουσουλμανικές εθνότητες θα έτρεφαν καλές σχέσεις με την Τουρκία, μιας που αφενός είναι Τουρκόφωνες και αφετέρου επι πρωθυπουργίας Τανσού Τσιλέρ είχαν ενισχυθεί οικονομικά, θα ήταν καθολική η επικράτηση της Τουρκίας, όπως διακαώς επιχειρείται και σήμερα, μόνο που σήμερα προσπαθούν να σφυρηλατήσουν ένα διαφορετικό Νεοθωμανικό πρόσωπο , ένα πρόσωπο της εκσυχρονισμένης πλέον Τουρκίας που προσπαθεί να μας πείσει οτι έχει αποβάλει τις κακιές συνήθειες .
Αλίμονό μας........
Χαράλαμπος Κουκάκης

Πέμπτη 3 Ιουνίου 2010

Ο ΝΕΟΘΩΜΑΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΕΡΝΤΟΓΑΝ ΚΑΙ ΟΙ «ΕΛΛΟΧΕΥΟΝΤΕΣ ΚΙΝΔΥΝΟΙ» ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ


Από την ημέρα της ανάληψης των καθηκόντων του Αχμέτ Νταβούτογλου, ως Υπουργού Εξωτερικών της Τουρκίας, οι γνωστοί «ανησυχούντες Ηρακλειδείς των εθνικών δικαίων», δημοσιεύουν συχνά -πυκνά «βαθυστόχαστες» αναλύσεις για τους «κινδύνους που υποκρύπτει για τον Ελληνισμό ο νεοθωμανισμός του Ερντογάν».
Το ότι, ανεπαισθήτως, μέσα σε επτά χρόνια, έχουν γίνει ριζικές αλλαγές στον προσανατολισμό της τουρκικής διπλωματίας είναι, μετά από τα προχθεσινά γεγονότα στα ανοιχτά του Ισραήλ, πασιφανές. Το ζητούμενο είναι αν το νέο διπλωματικό δόγμα της Τουρκίας, που με πολλή δόση τουρκοφοβικής προπαγάνδας αποκαλείται «νεοθωμανισμός» προσφέρει ευκαιρίες για ένα μακροχρόνιο κλείσιμο των ελληνοτουρκικών διαφορών, ή συνιστά, όπως θέλουν να μας πείσουν οι «ανησυχούντες», κίνδυνο για την υπόσταση της Ελλάδας.
Το νέο δόγμα βασίστηκε σε μια σειρά από απλές παραδοχές:
  1. Ο στρατιωτικός ρόλος της Τουρκίας ως συμπληρωματικού προς το Ισραήλ τοποτηρητή της Δύσης στην Εγγύς Ανατολή είναι ήσσονος σημασίας λόγω της κατάρρευσης της Σοβιετικής Ένωσης.
  2. Η Τουρκία δε θα γίνει μέλος της ΕΕ, διότι δεν το επιθυμούν οι Ευρωπαίοι πολίτες.
  3. Στη συνεχώς οξυνόμενη κρίση μεταξύ Δύσης και Ισλάμ είναι εμφανής η απουσία ενός αξιόπιστου διαμεσολαβητή. Και το ρόλο αυτό μπορεί να τον παίξει η Τουρκία ως μέλος του ΝΑΤΟ, αλλά και μέρος του ισλαμικού κόσμου.
Για να πετύχει η Τουρκία σε αυτό το ρόλο της έπρεπε να «κερδίσει τις καρδιές των απανταχού Μουσουλμάνων», χωρίς όμως να προκαλέσει τη Δύση. Έτσι, έγινε το μοναδικό μέλος του ΝΑΤΟ που διαφοροποιήθηκε στην πράξη από τους Αμερικανούς, απαγορεύοντάς τους με απόφαση της Βουλής, να χρησιμοποιήσουν τις Νατοϊκές βάσεις στο έδαφός της κατά την εισβολή στο Ιράκ το 2003. Ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν κατήγγειλε από το Νταβός, παρουσία του Ισραηλινού Προέδρου, τη σφαγή των αμάχων στη Γάζα, προκαλώντας διεθνές διπλωματικό σκάνδαλο. Και, φυσικά, ανακάλεσε τον πρεσβευτή της από το Ισραήλ μετά τη σφαγή της περασμένης Δευτέρας, ζητώντας παράλληλα τη σύγληση του Συμβουλίου Ασφαλείας και έκτακτη σύνοδο του ΝΑΤΟ.
Την ίδια στιγμή στο εσωτερικό της χώρας προωθούνται, με ταχείς ρυθμούς, τα μέτρα εκδημοκρατισμού των θεσμών που απαιτεί η Ευρωπαϊκή Ένωση, ακολουθείται μια πολύ πιο προσεκτική πολιτική έναντι των μειονοτήτων και ανοίγει απ' ευθείας πολιτικός διάλογος με την Αρμενία.
Ο στόχος που έχει θέσει, δια γραφίδος του Υπουργού Εξωτερικών της Αχμέτ Νταβούτογλου είναι: μηδενικά προβλήματα με όλες τις όμορες χώρες και, μέσω διαμεσολαβητικών παρεμβάσεων, δημιουργία μιας ζώνης επιρροής που θα εκτείονεται από την Αδριατική μέχρι τις τουρκόφωνες δημοκρατίες της Κεντρικής Ασίας. Ο στόχος αυτός είναι που έχει προκαλέσει ρίγη ιερής οργής στους «Ελληναράδες».
Σε αυτό το στόχο όμως ενυπάρχουν σημαντικές ευκαιρίες για τη διευθέτηση των ελληνοτουρκικών σχέσεων με τρόπο που, αν απρόβλεπτα ακραία πολιτικά και κοινωνικά φαινόμενα δεν αλλάξουν το ρου της Ιστορίας, θα εξασφαλίζει την Ειρήνη στο Αιγαίο για μια, ίσως και δυο γενιές. Και υπό ευνοϊκές συνθήκες για περισσότερες.
Η λογική των μηδενικών προβλημάτων σημαίνει ότι, με την προϋπόθεση μιας κατ' αρχή συμφωνίας μεταξύ των δυο χωρών, μπορούμε να παραπέμψουμε ΤΟ ΣΥΝΟΛΟ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΟΤΟΥΡΚΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης.
Προϋπόθεση όμως γι αυτό είναι η Ελλάδα να εγκαταλείψει το άγονο δόγμα του «μια είναι η ελληνοτουρκική διαφορά:ο καθορισμός της υφαλοκρηπίδας». Ζητήματα υπάρχουν πολλά.
Ενδεικτικά μονάχα αναφέρω μερικά από αυτά που ΔΕΝ ΕΓΕΙΡΕΙ ως ώφειλε, το ελληνικό Κράτος: η επιστροφή στους ιδιοκτήτες τους ή στους νόμιμους κληρονόμους τους των περιουσιών των Ρωμιών της Κωνσταντινούπολης, το δικαίωμά τους να έχουν διπλή ιθαγένεια, το δικαίωμα επιστροφής χωρίς όρους όσων εξαναγκάστηκαν να φύγουν και η αναγνώριση της Οικουμενικότητας του Πατριαρχείου της Κωνσταντινούπολης.
Και βεβαίως είναι τα θέματα που έχει εγείρει η Τουρκία: το καθεστώς που διέπει μια σειρά από ακατοίκητες βραχονησίδες του Αιγαίου, και τα ζητήματα της μειονότητας της Θράκης. Τα οποία συνοψίζονται στα εξής δυο:στο δικαίωμα του αυτοπροσδιορισμού της μειονότητας - είναι περισσότερες από δέκα οι καταδίκες του ελληνικού Κράτους από το Ευρωπαϊοκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων γιατί δεν επιτρέπεται στους μειονοτικούς να αυτοπροσδιορίζονται ως Τούρκοι - και το δικαίωμα εκλογής των Μουσουλμάνων θρησκευτικών ηγετών από τους ίδιους τους πιστούς τους. Επ' αυτού η Τουρκία, σε ένα ουσιαστικό διάλογο, ενδέχεται να αξιώσει την επιστροφή των περιουσιών και της ιθαγένειας όσων μειονοτικών την έχουν απωλέσει με διοικητικές πράξεις, που, ειρήσθω εν παρόδω, είναι ανάξιες μιας Δημοκρατικής κοινωνίας.
Ένα θέμα σχετικό με την τουρκική μειονότητα που οφείλει να θέσει επίσης η Ελλάδα είναι να παύσει το αίσχος της εφαρμογής της Σαρία σε ό,τι αφορά τα ζητήματα κληρονομιάς και διαζυγίου της τουρκικής μειονότητας.
Ελληνοτουρκικό ζήτημα είναι σε τελική ανάλυση και το καρκίονωμα του Κυπριακού, διότι, αφ'ενός Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι έχουν εδώ και εξήντα χρόνια καταστήσει εαυτούς προφυλακές των πιο ακραίων εθνικιστικών τάσεων σε Ελλάδα και Τουρκία και, αφ' ετέρου, διότι, ακόμα και τώρα, η Ελλάδα και η Τουρκία ΜΠΟΡΟΥΝ ΑΝ ΘΕΛΟΥΝ να επιβάλουν μια λύση στις δυο κοινότητες της Κύπρου.
Τέλος, έχουμε δυστυχώς, ήδη ένα πρώτο δείγμα γραφής της ελληνικής ανικανότητας να αδράξει την ευκαιρία που παρουσιάζεται. Η πρόταση του Τούρκου Πρωθυπουργού για αμοιβαία μείωση των εξοπλισμών έμεινε, σε πρώτο χρόνο, χωρίς απάντηση και απορρίφθηκε πραξικοπηματικά σε δεύτερο χρόνο από μια κοινή δήλωση των Ευάγγελου Βενιζέλου και Αντώνη Σαμαρά. Οι οποίοι αποφάνθηκαν ότι ΟΙ ΠΕΡΙΚΟΠΕΣ ΔΑΠΑΝΩΝ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΘΝΙΚΗΣ ΑΜΥΝΑΣ ΔΕ ΘΑ ΑΓΓΙΞΟΥΝ ΤΑ ΕΞΟΠΛΙΣΤΙΚΑ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΑ. Σε μια εποχή που μειώνονται κατά 25% οι αμοιβές των Δημοσίων Υπαλλήλων για την εξοικονόμηση 1 δισεκατομμυρίου ευρώ ετησίως και αυξάνεται ο ΦΠΑ κατά 20% για την αβέβαιη διασφάλιση άλλου 1 δισεκατομμυρίου περίπου εσόδων είναι προσβολή στην κοινή λογική να μην ακυρώνονται αγορές οπλικών συστημάτων - δεν αναφέρομαι σε αναλώσιμα και πυρομαχικά των ήδη αγορασμένων - κόστους 4 δισεκατομμυρίων -δια στόματος Υπουργού Εθνικής Αμυνας - ετησίως.
Υπάρχει βεβαίως το ερώτημα του κατά πόσο θα επιβιώσει το νέο δόγμα της τουρκικής διπλωματίας της απόσυρσης του Ερντογάν από την πολιτική σκηνή, που κάποια στιγμή, εντός της επόμενης δεκαετίας θα έλθει. Επ'αυτού ουδείς μπορεί να είναι βέβαιος. Γι αυτό και η ελληνική κυβέρνηση πρέπει ΤΩΡΑ να αδράξει την ευκαιρία. Και να δρομνόληγήσει τη συνολική διευθέτηση των ελληνοτουρκικών σχέσεων πριον τις τουρκικές εκλογές του 2011.

Γιάννης Χρυσοβέργης

Παρασκευή 28 Μαΐου 2010

Επίσκεψη Ερντογάν: Τι απαντά η Αριστερά;



Αναρτώ το εξαιρετικό άρθρο του στελέχους του ΣΥΡΙΖΑ Αντώνη Νταβανέλλου, που δημοσιεύτηκε στο χθεσινό φύλλο της Τουρκικής μειονοτικής εφημερίδας του Αμπντουλχαλήμ Ντεντέ TRAKYANIN SESİ

Και μόνο από την εισαγωγή μου γίνεται σαφές ότι το προσυπογράφω.

Γιάννης Χρυσοβέργης


Η επίσκεψη Ερντογάν στην Αθήνα γίνεται μέσα στις κρίσιμες συνθήκες της «επιτήρησης» από ΕΕ και ΔΝΤ. Το ζήτημα των εξοπλισμών είναι γνωστό ότι αποτελεί βραχνά για την οικονομία τόσο της Ελλάδας όσο και της Τουρκίας.
Η αμηχανία της Αριστεράς μπροστά σε αυτό το δίλημμα είναι εντυπωσιακή. Στην πραγματικότητα πρόκειται για τον εγκλωβισμό της στις εθνικιστικές ιδέες που κυριάρχησαν και στις δύο χώρες μετά το καλοκαίρι του 1974, όταν έφτασαν στα πρόθυρα του πολέμου.
Ως «φύλο συκής» για να κρύψουν αυτή την υποταγή, τα ηγετικά επιτελεία παριστάνουν ότι ο εν γένει «αντι-τουρκισμός» είναι μια κάποια εκδοχή αντι-ιμπεριαλισμού, με την υπόθεση ότι οι ΗΠΑ στην περιοχή «κρύβονται» πίσω από την Τουρκία. Η υπόθεση αυτή είναι σε πλήρη αντίθεση με τις πραγματικές εξελίξεις.
Αντιτουρκισμός
Η ελληνική κυρίαρχη τάξη και η διπλωματία της ευθυγραμμίστηκαν πλήρως με τις ΗΠΑ σε όλα τα κρίσιμα ζητήματα: «διευκόλυναν» τον πόλεμο κατά της Γιουγκοσλαβίας, η Σούδα ήταν μια κορυφαία βάση στάθμευσης-ανεφοδιασμού κατά την επίθεση στο Ιράκ, ο ελληνικός στρατός συμμετέχει στην επιδρομή στο Αφγανιστάν, η ελληνική προεδρία στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ δεν δημιούργησε κανένα πρόβλημα στους Αμερικάνους…
Αντίθετα η πολιτική Ερντογάν δεν διευκόλυνε τη χρήση των μεγάλων βάσεων των ΗΠΑ στο τουρκικό έδαφος στον πόλεμο κατά του Ιράκ, δεν ενέκρινε την εισβολή του Ισραήλ στο Λίβανο και τη Γάζα, συγκρότησε σχέσεις με τη Χαμάς και δεν συναινεί στην κλιμάκωση της επιθετικότητας κατά του Ιράν… Αποδεικνύεται, λοιπόν, ότι η πραγματική κίνηση των δύο κυρίαρχων τάξεων είναι πιο περίπλοκη από το δίλημμα εάν είναι ή όχι «αμερικανόδουλες».
ΝΑΤΟ
Η νεότερη εκδοχή του –τάχα– «αντι-ιμπεριαλιστικού» αντιτουρκισμού είναι ο ισχυρισμός ότι δίνει μάχη κατά της «νατοποίησης του Αιγαίου». Το Γραφείο Τύπου του ΚΚΕ δηλώνει: «Ειδικά αυτή την περίοδο, που είναι επιδίωξη του ΝΑΤΟ να θέσει υπό τον πλήρη έλεγχό του όλο το Αιγαίο, η επίσπευση της επίσκεψης Ερντογάν πρέπει να ανησυχήσει και τους δύο λαούς». Πρόκειται για υποκρισία. Ο τουρκικός στρατός και στόλος δεν είναι οι μόνες Νατοϊκές δυνάμεις στην περιοχή. Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και με τον ελληνικό στρατό και στόλο και κατά συνέπεια «όλο το Αιγαίο» είναι υπό τον έλεγχο του ΝΑΤΟ εδώ και πολλές δεκαετίες. Αυτό που θέλει να μας πει το ΚΚΕ –αλλά δεν τολμά να το κάνει ανοιχτά– είναι ότι διεκδικεί ελληνικό έλεγχο σε «όλο το Αιγαίο», προσεγγίζοντας επικίνδυνα το παραδοσιακό σύνθημα της ακροδεξιάς: «Αιγαίο: κλειστή ελληνική λίμνη» (παρ’ όλο που και σ’ αυτή την εκδοχή το Αιγαίο θα παραμείνει υπό πλήρη Νατοϊκό έλεγχο…).
Η κυβέρνηση Ερντογάν πρότεινε δημόσια την «αμοιβαία μείωση» των εξοπλισμών και των δύο χωρών. Ήταν και είναι μια σπάνια ευκαιρία για την Αριστερά να πιέσει ασφυκτικά τον Παπανδρέου ο οποίος, την ώρα που επιβάλλει αιματηρές θυσίες στο λαό, συνεχίζει με φρενήρη ρυθμό τους εξοπλισμούς.
Μείωση εξοπλισμών
Όμως η ηγεσία του ΣΥΝ δεν τολμά να «σηκώσει» το θέμα αυτό (παρ’ όλο που περιλαμβάνεται στις διακηρύξεις του ΣΥΡΙΖΑ).
Το ΚΚΕ πάει πιο μακριά, εξορίζοντας ακόμα και το αίτημα σε ένα απώτερο, ιστορικό μέλλον: «Μείωση των εξοπλισμών και των τεράστιων δαπανών δεν μπορεί να γίνει, όσο η χώρα συμμετέχει στο ΝΑΤΟ» (Γραφείο Τύπου του ΚΚΕ).
Και όμως, η μείωση των εξοπλισμών θα μπορούσε να είναι μια κρίσιμη οικονομική βοήθεια και στους δύο λαούς, αλλά ταυτόχρονα και ένα μέτρο συγκεκριμένης μείωσης της «εξάρτησής» τους από τα οικονομικά, αλλά και τα διπλωματικά-στρατιωτικά «δίκτυα» των μεγάλων δυνάμεων. Όμως μια τέτοια πολιτική προϋποθέτει μια Αριστερά με αντικαπιταλιστική στρατηγική, που δεν θα διστάζει να αντιπαρατεθεί στην κυρίαρχη τάξη στη «δική της χώρα» και κατά συνέπεια να μπορεί να είναι πραγματικά αντι-ιμπεριαλιστική.
«Πατριωτική» Αριστερά
Η Αλέκα Παπαρήγα, τη μέρα της μεγάλης απεργίας στις 5/5, κάλεσε τους εργαζόμενους σε «πατριωτικό αγώνα για να μη χρεοκοπήσει ο λαός. Πατριωτικό αγώνα για να μην υπογραφεί η συμφωνία Παπανδρέου-Ερντογάν»! Τέτοιες δηλώσεις δεν έχουν καμία σχέση με το προφίλ της –τάχα– «ιδεολογικής καθαρότητας» που θέλει να οικοδομήσει το ΚΚΕ. Παλιότερα, τέτοιες δηλώσεις εξασφάλιζαν το «σεβασμό» του Καρατζαφέρη και όλου του συρφετού των ακροδεξιών εντύπων και sites προς το σοβαρό, συνεπές κ.λπ. «πατριωτικό» ΚΚΕ. Σήμερα όμως αυτά δεν ισχύουν. Οι επιθέσεις του ΛΑΟΣ κατά του ΚΚΕ, στη Βουλή, αποδεικνύουν –πέρα από το βαθιά καθεστωτικό ρόλο του Καρατζαφέρη– την επιλογή της ακροδεξιάς να διεκδικήσει ξανά την «πατριωτική» πολιτική με κέντρο τον εαυτό της. Σε συνθήκες κοινωνικής κρίσης το παιχνίδι του ΚΚΕ με τον «πατριωτισμό» γίνεται παιχνίδι με τη φωτιά.
Η δεξιόστροφη τάση του «πατριωτικού αντιτουρκισμού» θα αποδειχθεί με τον καλύτερο τρόπο στις διαδηλώσεις «αντίστασης στο νέο-οθωμανισμό». Που οργανώνονται μεν από τους παραδοσιακούς του «χώρου» (ΔΗΚΚΙ, Ρήξη κ.ά.), αλλά όπου ήδη καλούν και οι ρατσιστικές και φασιστικές οργανώσεις. Συγκροτείται έτσι ένας απαράδεκτος «αχταρμάς» που είναι επικίνδυνος: Σε συνθήκες κρίσης, σε κάθε ρεύμα αναδεικνύονται ως ισχυρότερες οι πιο σκληρές και «καθαρές» τάσεις. Η «πατριωτική Αριστερά» κινδυνεύει να αποδειχθεί ως προπομπός της ακροδεξιάς.

http://www.trakyaninsesi.com (αρ/φυλλου:1042/27-05-2010)

Αντώνης Νταβανέλλος