Τετάρτη 22 Απριλίου 2020

Η ΠΑΙΔΕΙΑ ΣΤΟΝ ΑΣΤΕΡΙΣΜΟ ΤΟΥ ΜΕΣΑΙΩΝΑ

Η υποβάθμιση του μαθήματος της Κοινωνιολογίας στο Λύκειο, στο νομοσχέδιο που το υπουργείο Παιδείας έδωσε σε δημόσια διαβούλευση, δικαιώνει το ακροδεξιό σκυλολόι που επί τρία χρόνια απαιτούσε την απόσυρση του εν λόγω μαθήματος, επειδή τάχατες  είναι «κομμουνιστική πλύση εγκεφάλου» στους μαθητές, και πάει το διάλογο για την επιστήμη στους σκοτεινούς χρόνους της Ιεράς Εξέτασης.

Προσωπικά δεν έχω τίποτα ενάντια στο μάθημα των Λατινικών. Αντιθέτως, πιστεύω ότι είναι απαραίτητο εφόδιο για όσους μαθητές του Λυκείου επιθυμούν να σπουδάσουν νομικά, φιλολογία ή γλωσσολογία. Όπως επίσης πιστεύω ότι τα μαθήματα της Κοινωνιολογίας και της Οικονομίας είναι απαραίτητα για όλους ανεξαίρετα τους μαθητές της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης όπως ακριβώς και τα Μαθηματικά, η Νέα ελληνική γλώσσα, η Φυσική, η Βιολογία, η Χημεία, η Ιστορία και η Γεωγραφία, ανεξαρτήτως του τι θα αποφασίσουν να πράξουν στη ζωή τους μετά την αποφοίτηση από το σχολείο.
Το ποια από αυτά θα πρέπει να εξετάζονται στους διαγωνισμούς για την εισαγωγή στα πανεπιστήμια, θα έπρεπε να καθορίζεται με γνώμονα τη συνάφειά τους με το αντικείμενο των σπουδών που επιθυμεί να ακολουθήσει ο κάθε υποψήφιος φοιτητής.
Αν δεχθούμε την παραπάνω φράση ως αξίωμα, τότε για τους υποψήφιους των ανθρωπιστικών σπουδών έχει νόημα να εξετάζονται τόσο στην κοινωνιολογία όσο και στα λατινικά και, σε κάθε περίπτωση, το αν δε θα εξετάζονταν στο ένα από τα δυο θα μπορούσε να είναι συνάρτηση του κλάδου των ανθρωπιστικών σπουδών που προτιμούν.

Η δαιμονοποίηση της Κοινωνιολογίας
Εντούτοις στη χώρα μας η εισαγωγή του μαθήματος της Κοινωνιολογίας στην εκπαίδευση αντιμετωπίστηκε εξ αρχής με εχθρότητα από τους συντηρητικούς κύκλους και, τα τελευταία χρόνια, έχει βρεθεί στο στόχαστρο της ακροδεξιάς, ως «κομμουνιστική επιστήμη».
Θα μπορούσε κανείς να κατανοήσει μια πολιτική κριτική από μέρους μερίδας πολιτών στο περιεχόμενο του σχετικού σχολικού εγχειριδίου. Όμως ο χαρακτηρισμός και μόνο μιας ολόκληρης επιστήμης -όχι του του Α  ή του Β επιστήμονα- ως «κομμουνιστικής» συνιστά την επιτομή της φαιδρότητας, και παραπέμπει στη σκοτεινή εποχή που η Ιερά Εξέταση αποφάσιζε τι είναι επιστήμη και τι μαγεία.
Ακόμα και στις πιο μαύρες μέρες για την επιστήμη στον 20ο αιώνα, όταν οι Ναζί -κι αργότερα η στρατιωτική δικτατορία της Αργεντινής (1976-1983)- έκαιγαν δημόσια τα μη αρεστά σε αυτούς βιβλία, στο στόχαστρο βρίσκονταν συγκεκριμένοι συγγραφείς, όχι επιστήμες ολόκληρες.
Οι φιλιππικοί του ακροδεξιού σκυλολογιού κατά της Κοινωνιολογίας θα ήταν χωρίς αμφιβολία  ανάξιοι σχολιασμού αν στην τελευταία πενταετία δεν τις είχε εγκολπωθεί επίσημα η ΝΕΑ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ.
Επιφανείς εκφραστές αυτής της σκοταδιστικής αντίληψης είναι ο αντιπρόεδρος της ΝΕΑΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Άδωνις Γεωργιάδης κι ο βουλευτής του κόμματος και, μέχρι πρότινος, στέλεχος του ΣΚΑΪ, Κωνσταντίνος Μπογδάνος.
Η διάταξη στο επίμαχο νομοσχέδιο με την οποία η Κοινωνιολογία παύει να είναι εξεταζόμενο μάθημα στις Πανελλαδικές εξετάσεις και αντικαθίσταται χωρίς καμία αιτιολόγηση από τα Λατινικά αποτελεί ικανοποίηση της πιο σκοταδιστικής δημαγωγίας που έχει δει η Ευρώπη από την εποχή του κυνηγιού των αιρετικών.

Μετά η σειρά της Φυσικής και της Βιολογίας;
Ποιο μάθημα έχει σειρά μετά άραγε; Διότι με την ίδια λογική που χαρακτηρίσθηκε η Κοινωνιολογία «κομμουνιστική επιστήμη», μπορεί να τύχουν του ίδιου χαρακτηρισμού και η Βιολογία και η Φυσική, καθ' όσον οι απόψεις της πρώτης για την εξέλιξη των ειδών και της δεύτερης για τη δημιουργία του σύμπαντος συγκρούονται με τη Γένεση της Παλαιάς Διαθήκης.
Για το λόγο αυτό άλλωστε τόσο η μια όσο και η άλλη έχουν βρεθεί εδώ και δεκαετίες στις Ηνωμένες Πολιτείες στο στόχαστρο του νεοσυντηρητισμού, που αποτελεί, τα τελευταία οκτώ χρόνια, την επίσημη ιδεολογία της ΝΕΑΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ.
Η οποία στην προσπάθειά της να ενσωματώσει στέρεα στην εκλογική της πελατεία την εγχώρια ακροδεξιά, δε διστάζει να υιοθετεί τις πιο ακραίες απόψεις των ακροδεξιών κύκλων.
Κι αν η στοχοποίηση της Βιολογίας και της Φυσικής φαντάζει ακραία σε πολλούς, καλό είναι να θυμόμαστε ότι στις μισές σχεδόν Πολιτείες των ΗΠΑ, η Γένεση διδάσκεται στο πλαίσιο του μαθήματος της Βιολογίας, τόσο στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, όσο και σε πολλά πανεπιστήμια.

Γιάννης Χρυσοβέργης

Τρίτη 21 Απριλίου 2020

21η ΑΠΡΙΛΙΟΥ: ΑΚΟΜΑ ΜΙΑ ΕΠΕΤΕΙΟΣ;

Ακόμα μια επέτειος λοιπόν; Ακόμα μια ευκαιρία για δεκάρικους υπέρ της Δημοκρατίας; Ακόμα μια ευκαιρία για βαθυστόχαστες -εντός κι εκτός εισαγωγικών- αναλύσεις, πολιτικές ομαφλοσκοπήσεις κι ιστορικές διερευνήσεις;
Ίσως κάποια απ' όλα τα παραπάνω να είναι χρήσιμα, όμως τίποτα απ' αυτά δεν έχω την πρόθεση να κάμω.
Είναι που η αποφράδα αυτή επέτειος μου φέρνει μνήμες έντονες, κι είναι που η φαιά πανούκλα του φασισμού απλώνεται και πάλι στην Ευρώπη.
Κι είναι που, για άλλη μια φορά, θέλω ν' αποτίσω φόρο τιμής στους λίγους που αντιστάθηκαν.



Ετοιμαζόμουν να φύγω για το σχολείο, μπροστά στον πάγκο του θυρωρού της πολυκατοικίας μας γινόταν έντονη συζήτηση. Βγήκε η μάνα μου κι έμαθε από τις γειτόνισσες ότι είχε γίνει δικτατορία. Λίγο μετά ήρθε στο σπίτι κι ο πατέρας μου, που δεν είχε καταφέρει να πάει στη δουλειά του, ο στρατός είχε αποκλείσει τους δρόμους. Με πήραν κι οι δυο παράμερα και μου είπαν ότι πια δεν πρέπει να μιλάμε πολιτικά στο δρόμο, γιατί θα μας βάλουν φυλακή. Τα τηλέφωνα είχαν κοπεί κι όλοι, συγγενείς και γείτονες, ανησυχούσαν για κάποιο γνωστό τους: είναι καλά; μήπως τους έπιασαν; Τη μέρα εκείνη, λίγες μέρες πριν κλείσω τα οκτώ μου χρόνια, έμαθα να μισώ τους δικτάτορες.
Στα μανάβικα και στα μπακάλικα είχαν σχηματιστεί ατέλειωτες ουρές. Στις γωνιές των δρόμων υπήρχαν στρατιώτες με εφ' όπλου λόγχη, που εμπόδιζαν την κυκλοφορία πεζών και οχημάτων και δημιουργούσαν ένα απερίγραπτο χάος. Και το ραδιόφωνο έπαιζε μόνο δημοτικά τραγούδια και πότε-πότε μετέδιδε ένα ακατάληπτο ανακοινωθέν της «Εθνικής Κυβερνήσεως».
Τις επόμενες ημέρες οι κακές ειδήσεις, για γνωστούς και γείτονες που τους είχαν πιάσει και τους είχαν στείλει στη Γυάρο έπεφταν βροχή. «Πιάσανε τον Παπανδρέου», μου είπε μια μέρα ένας φίλος μου δυο χρόνια μικρότερος από εμένα ενώ παίζαμε. «Σουτ, θα πάνε οι γονείς μας φυλακή αν σ' ακούσουν», του απάντησα πριν προλάβει η μάνα του να τον ανακαλέσει στην τάξη.
Ήταν ένα χειμωνιάτικο απόγευμα, έπαιζα με φίλους στο σπίτι της γιαγιάς μου στον προσφυγικό συνοικισμό των Κουντουριώτικων. Ξαφνικά μια είδηση κυκλοφόρησε σαν αστραπή: «αποφυλακίζουν τον Ανδρέα Παπανδρέου». Ούτε που το κατάλαβα πώς, παιδιά, νέοι, γέροι, άνδρες και γυναίκες, όσοι βρίσκονταν στο συνοικισμό εκείνη την ώρα τέλος πάντων, τρέξαμε στις φυλακές Αβέρωφ. Θυμάμαι μια ξανθιά γυναίκα στην είσοδο των φυλακών, κι άκουσα τους μεγάλους να λένε πως ήταν η Μαργαρίτα Παπανδρέου. Οι χωροφύλακες -υπεύθυνη για την εξωτερική φρούρηση των φυλακών ήταν η Χωροφυλακή κι όχι η Αστυνομία Πόλεων- δεν ήξεραν τι να κάνουν. Περιμέναμε ώρα πολλή, ώσπου βαρεθήκαμε και φύγαμε. Η παρουσία μας μπροστά στις φυλακές καθυστέρησε την απελευθέρωση για μερικές ώρες.
Σιγά-σιγά, άρχισαν να μπαίνουν στη ζωή μας οι ελληνικές εκπομπές των ξένων ραδιοφωνικών σταθμών: το BBC, το Παρίσι, η Ντώυτσε Βέλλε και, για κάποιους άλλους η Φωνή της Αλήθειας κι η Μόσχα.
Τα βράδια στις παρέες, όταν είχε ρεύσει το κρασί, σε κάποια σπίτια έβαζαν, προσεχτικά για να μην ακούσουν οι γείτονες, δίσκους του Μίκη Θεοδωράκη. Τα αντικαθεστωτικά ανέκδοτα γυρνούσαν από στόμα σε στόμα. Η Χούντα όμως καλά κρατούσε.
Όχι πως δεν υπήρχαν αντιστασιακές οργανώσεις. Κάθε λίγο και λιγάκι ο ελεγχόμενος τύπος μας ενημέρωνε για την εξάρθρωση κάποιας «κομμουνιστικής οργανώσεως». Πέντε συλλήψεις τη μια, είκοσι την άλλη, δέκα με δεκαπέντε την τρίτη. 
Όμως πλήθη λαού αποθέωναν τους συνταγματάρχες στο Παναθηναϊκό Στάδιο κι οι Πειραιώτες ήταν υπερήφανοι που ο ανεκδιήγητος δήμαρχός τους είχε ντύσει τους οδοκαθαριστές με λευκές στολές σαν να ήταν παγωτατζήδες κι είχε αντικαταστήσει στις πλατείες τα λουλούδια με πλαστικά.
Η αντίσταση στη Χούντα των συνταγματαρχών υπήρξε πράγματι μεγαλειώδης. Όχι όμως για τη μαζικότητά της, ούτε για την αποτελεσματικότητά της. Αλλά για την απελπιστική μοναξιά αυτών που αντιστάθηκαν.
Αν εξαιρέσει κανείς την πάνδημη συμμετοχή στην κηδεία του Γεωργίου Παπανδρέου, χρειάστηκε να περάσουν έξι ολόκληρα χρόνια για να δούμε την πρώτη άξια λόγου, από άποψη μαζικότητας, αντιδικτατορική διαμαρτυρία, με την κατάληψη της Νομικής. Ύστερα, ήρθε το μνημόσυνο του Γεωργίου Παπανδρέου και λίγες μέρες μετά το Πολυτεχνείο.
Κι όταν, εξ αιτίας της γεωπολιτικής κρίσης που από δική τους αλαζονεία δημιούργησαν, με το πραξικόπημα στην Κύπρο και την αναμενόμενη τουρκική στρατιωτική επέμβαση, οι συνταγματάρχες κατέρρευσαν, ο τόπος γέμισε από «αντιστασιακούς». Τόσους που αναρωτιόταν κανείς, πώς άντεξε η Χούντα τόσα χρόνια. 
Τα χρόνια πέρασαν, κι οι βρυκόλακες του απριλιανού καθεστώτος αισθάνονται, μετά από χρόνια αιδήμονος σιωπής και ανακύκλωσης στο μεταπολιτευτικό πολιτικό σύστημα -ο χαμαιλεοντισμός είναι μια από τις αρετές τους- και πάλι πως μπορούν να επαίρονται για την επταετία της φρίκης. 
Άλλωστε, όπως και στα χρόνια που προηγήθηκαν της δικτατορίας, -όταν επιφανείς αρθρογράφοι του «εθνικώς σκεπτόμενου» τύπου αναζητούσαν «ένα λοχία»  «δια να προστατεύση το έθνος εκ της κομμουνιστικής οχλοκρατίας»- και πάλι «επιφανείς» σχολιαστές των δημοκρατικώς και ευρωπαϊκώς και μεταρρυθμιστικώς σκεπτομένων» ΜΜΕ, προβάλλουν αναίσχυντα την περιστολή -οι πιο ακομπλεξάριστοι και την κατάργηση- των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων και πλέκουν το εγκώμιο των ενόπλων συμμοριών ατάκτων, που περιφέρονται στον Έβρο και στα νησιά του Αιγαίου, δέρνοντας -πιθανότατα και δολοφονώντας, δεν έχει ξεκαθαρίσει αν η δολοφονία των δυο προσφύγων στον Έβρο το Μάρτιο ήταν έργο στρατιωτικών η παραστρατιωτικών- πρόσφυγες, δημοσιογράφους κι όποιον άλλον τολμάει να ορθώσει το ανάστημά του.

Γιάννης Χρυσοβέργης

Υ.Γ. Παραθέτω τρία τραγούδια που κατά την ταπεινή μου γνώμη είναι ενδεικτικά της μοναξιάς των ανθρώπων που αντιστάθηκαν. Ακούστε τα

Δευτέρα 30 Μαρτίου 2020

ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ ΣΤΟ ΜΑΝΩΛΗ ΓΛΕΖΟ


Διάβασα σήμερα πολλά αποχαιρετιστήρια κείμενα για το Μανώλη Γλέζο, σχεδόν όλα τους συγκινητικά, πολλά από αυτά θα μπορούσα να τα έχω προσυπογράψει.
Ένας ακόμα αποχαιρετισμός λοιπόν; Τι έχει να μας πει παραπάνω;
Είναι όμως που ο Μανώλης Γλέζος για τον καθένα μας, είτε είχαμε την τύχη να τον γνωρίσουμε προσωπικά είτε όχι, ήταν μ' έναν ξεχωριστό τρόπο «δικός μας άνθρωπος».
Γι' αυτό και κανένας αποχαιρετισμός του δεν είναι «ένας ακόμα αποχαιρετισμός».

Ήμουν παιδί, μαθητής του δημοτικού, όταν άκουσα από τη γιαγιά μου να μιλάει για το Μανώλη Γλέζο. Κάπου σε κάποιο περιοδικό -μάλλον στο ΡΟΜΑΝΤΣΟ πρέπει να ήταν- είχα διαβάσει ένα κείμενο για το κατέβασμα της γερμανικής σημαίας από την Ακρόπολη, χωρίς αναφορά φυσικά σε αυτόν ή στο Λάκη Σάντα, δικτατορία γαρ. «Ο Γλέζος το έκανε. Ένας αριστερός», μου είπε μέσα από τα δόντια της η γιαγιά.
Ύστερα ήρθε η Μεταπολίτευση, η πολιτικοποίηση, η εικόνα του Μανώλη Γλέζου μου έγινε οικεία, συνήθισα να τον βλέπω, δίπλα στον Ηλία Ηλιού και στον Ανδρέα Λεντάκη, να προσπαθούν να ανασυγκροτήσουν την Ενιαία Δημοκρατική Αριστερά (ΕΔΑ), μια ΕΔΑ, που όμως είχε χάσει το λόγο ύπαρξής της από τη νομιμοποίηση του ΚΚΕ -και του ΚΚΕ εσωτερικού- αφ' ενός, και τη δημιουργία του ΠΑΣΟΚ αφ' ετέρου.
Ο Μανώλης Γλέζος άρχισε να τραβάει την προσοχή μου στα τέλη της δεκαετίας του '70, όταν μια σειρά από «καινά δαιμόνια» είχαν αρχίσει να παρεισφρέουν στην ελληνική Αριστερά -φεμινισμός, οικολογία, αντιμιλιταρισμός, αυτονομία, άμεση δημοκρατία κ.λ.π.- και στα οποία οι πολιτικοί, τόσο των παραδοσιακών κομμάτων της Αριστεράς όσο και του ΠΑΣΟΚ, επιδείκνυαν μια εκπληκτική δυσανεξία. 
Όλοι εκτός από το Μανώλη Γλέζο, ο οποίος, από τις στήλες μιας βραχύβιας εφημερίδας -νομίζω ότι ήταν των αδελφών Κουρή, αλλά δεν είμαι σίγουρος, δε θυμάμαι καν το όνομά της- της οποίας είχε αναλάβει τη διεύθυνση υπερασπίζονταν με θέρμη αυτά τα καινά δαιμόνια», στα οποία έβλεπε το μέλλον της Αριστεράς.

Λίγο μετά, το 1980, έπεισε τους συνομηλίκους συντρόφους του στην ΕΔΑ να διατηρήσουν με το αρκτικόλεξο του κόμματος μεν, όμως το όνομα του κόμματος ν' αλλάξει και να γίνει ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗ ΑΡΙΣΤΕΡΑ, με τη φιλοδοξία, που δεν ευοδώθηκε, να γίνει το κόμμα η πολιτική ομπρέλα των νέων αυτών ιδεών.
Πολύ σύντομα κατάλαβα ότι τα καινά αυτά δαιμόνια ο Μανώλης Γλέζος τα αντιλαμβάνονταν με έναν πολύ προσωπικό τρόπο, πολύ περισσότερο συναισθηματικό και βιωματικό, παρά πολιτικό.
Για το λόγο αυτό και, την πρώτη φορά που ψήφισα, ήμουν ένας από τους 64.000 ψηφοφόρους που τον ανέδειξαν -προσωπικά τον ψήφισα με μονοσταυρία- πρώτο σε ψήφους βουλευτή στην Α' εκλογική περιφέρεια Αθηνών, όπου ήταν υποψήφιος ως συνεργαζόμενος με το ΠΑΣΟΚ, στις εκλογές του 1981. Ήταν ο τρόπος μου να πω στο ΠΑΣΟΚ ότι  ψηφίζω, αλλά δεν είμαι δεδομένος ψηφοφόρος του (άλλωστε τέσσερα χρόνια νωρίτερα είχα αποχωρήσει από την οργάνωση Νεολαίας του).
Αυτή τον ιδιαίτερο τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνονταν τα καινά δαιμόνια τον έδειξε όταν εξελέγη, το 1986, Πρόεδρος της Κοινότητας Απειράνθου. Τότε το Κοινοτικό Συμβούλιο απλώς επικύρωνε τις αποφάσεις που λαμβάνονταν από τη γενική συνέλευση των κατοίκων. Τότε προώθησε κι ένα φιλόδοξο κι επιτυχημένο εν πολλοίς πρόγραμμα ανασυγκρότησης της τοπικής αγροτικής οικονομίας.
Όλα τα επόμενα χρόνια ο λόγος του έμελλε να είναι εκτός κανόνων και, συμφωνούσες δε συμφωνούσες, για ένα πράγμα ήσουν πάντα σίγουρος: έλεγε αυτό που πίστευε χωρίς δεύτερες σκέψεις.
Είχα την τύχη να τον γνωρίσω το 2014, όταν μαζί με το συνάδελφο και φίλο Andrés Mourenza πήγαμε στο σπίτι του για μια συνέντευξη για το Ισπανικό Πρακτορείο Ειδήσεων, λίγο μετά την εκλογή του στο Ευρωκοινοβούλιο με 428.000 ψήφους σχεδόν. Μια συνέντευξη ποταμός που κράτησε πάνω από μιάμιση ώρα και μ' έκανε να αισθανθώ σαν να τον γνώριζα από χρόνια πολλά.
«Θα μείνω ένα χρόνο στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο», μας είπε. «Θέλω να κάνω ευρωπαϊκό θέμα το ζήτημα των γερμανικών αποζημιώσεων». 
Αργότερα, ενώ πηγαίναμε με το αυτοκίνητό του προς το κέντρο της Αθήνας μου είπε: «Όταν τελειώσω τα βιβλία που δουλεύω θεωρώ ότι μπορώ να πεθάνω». «Πόσα γράφετε;», τον ρώτησα. «18», ήταν η απάντησή του. Τουλάχιστον τέσσερα από αυτά τα βιβλία έχουν ήδη εκδοθεί.
Αν θα 'πρεπε να αποχαιρετήσω το Μανώλη Γλέζο με κάποιους στίχους νομίζω ότι οι παρακάτω στίχοι από τους Γερόντους, του Γιάννη Ρίτσου (μελοποιήθηκε από το Θάνο Μικρούτσικο και το τραγούδησε η Μαρία Δημητριάδη ΚΑΝΤΑΤΑ ΓΙΑ ΤΗ ΜΑΚΡΟΝΗΣΟ) τον περιγράφουν τέλεια.
Δίπλα στα μάτια τους έχουν ένα δεντράκι καλοσύνη, 
ανάμεσα στα φρύδια τους ένα γεράκι δύναμη, 
κι ένα μουλάρι από θυμό μες στην καρδιά τους 
που δε σηκώνει τ’ άδικο.
Καλό ταξίδι Μανώλη

Γιάννης Χρυσοβέργης





Δευτέρα 23 Μαρτίου 2020

ΣΤΟΥ ΚΟΡΩΝΟΪΟΥ ΤΟΝ ΚΑΙΡΟ...

Αντιμέτωποι με μια πρωτοφανή -για την Ελλάδα- κατάσταση, περιτριγυρισμένοι από στρατιές πανικόβλητων κι ανεύθυνων, που είναι εξ ίσου επικίνδυνοι, εκτεθειμένοι σε κάθε λογής θεωρίες συνωμοσίας και στην παραπληροφόρηση, προσπαθούμε όλες και όλοι να οργανώσουμε την επιβίωσή μας  σε συνθήκες κατ' οίκον κράτησης.
Κι αν οι προβλέψεις των ειδημόνων για τις οικονομικές επιπτώσεις αυτής της κατάστασης προς το παρόν ελάχιστα διαφέρουν από αυτές των αστρολόγων και συναφών επαγγελμάτων, εξ ίσου άγνωστες είναι οι ουλές που θα αφήσει στις κοινωνικές μας συμπεριφορές, στο σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των πολιτικών ελευθεριών.

Σε κατ' οίκον κράτηση και σε πλήρη σύγχυση το σύνολο του πληθυσμού λοιπόν, τρεις εβδομάδες και κάτι μέρες αφ' ότου ο COVID-19 ή κορωνοϊός επισκέφθηκε και τη χώρα μας εν μέσω παγκόσμιας πανδημίας.
Δεν υπάρχει η παραμικρή αμφιβολία, ότι οι μέρες που ζούμε είναι η χαρά του κάθε υποχόνδριου, του κάθε φασίστα, του κάθε εθισμένου σε θεωρίες συνωμοσίας.
Δεν υπάρχει η παραμικρή αμφιβολία ότι, στο όνομα του Δημοσίου συμφέροντος, έχουμε απεμπολήσει όλες ανεξαιρέτως τις ατομικές και πολιτικές μας ελευθερίες.
Δεν υπάρχει η παραμικρή αμφιβολία ότι η πολιτική αντιπαράθεση -αυτή η στοιχειώδης προϋπόθεση για να υπάρχει, έστω και κατ' όνομα, Δημοκρατία- έχει εκλείψει. Αψευδής μάρτυς τα δελτία ειδήσεων στις τηλεοράσεις που άλλο θέμα δεν έχουν εκτός από την εξέλιξη της επιδημίας. 
Ακόμα πιο κραυγαλέα είναι η απουσία επιστημονικού διαλόγου, ως προς το αν η στρατηγική αντιμετώπισης της επιδημίας είναι η ενδεδειγμένη ή όχι. Όλοι οι καθ' ύλην αρμόδιοι επιστήμονες έχουν συνταχθεί με τη στρατηγική που επέλεξε η κυβέρνηση. Αν μη τι άλλο, σε άλλες χώρες αυτός ο διάλογος υπάρχει και σε αυτόν εμπλέκονται όλοι όσοι μπορούν να τον παρακολουθήσουν.
Θα  μπορούσε εύλογα κάποιος να παρατηρήσει ότι, έτσι κι αλλιώς, η στρατηγική που επελέγη είναι η μόνη που θα επιτρέψει στο καθημαγμένο από την οικονομική κρίση και τις νεοσυντηρητικές ιδεοληψίες Εθνικό Σύστημα Υγείας να αντιμετωπίσει την κρίση κι ότι, προς ώρας, καμιά άλλη στρατηγική δεν έχει αποδειχτεί καλύτερη. Όμως αυτό το συμπέρασμα, δεν είναι προϊόν διαλόγου, δεν έχει διατυπωθεί καν, μονάχα το ψελλίζουν δεξιά κι αριστερά κάποιοι δημοσιογράφοι, κι αυτό είναι πρόβλημα.
«ΕΧΟΥΜΕ ΠΟΛΕΜΟ»
Πόσες φορές δεν ακούστηκε η φράση αυτή τις τελευταίες μέρες, από τα στόματα αρμοδίων και μη, αρχής γενομένης του πρωθυπουργού της χώρας;
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι από προπαγανδιστική άποψη η φράση είναι πετυχημένη, κατάφερε να τρομοκρατήσει τον πληθυσμό. Άλλωστε την έχουν χρησιμοποιήσει και σε άλλες χώρες.
Πόσο σωστό είναι όμως να συγχέει κανείς τον πόλεμο -την οργανωμένη βία μεταξύ κρατών ή, σε περίπτωση εμφυλίου, μεταξύ διαφορετικών εθνικών, θρησκευτικών ή κοινωνικών ομάδων-  με μια επιδημία, έναν καταστροφικό σεισμό ή μια φονική πυρκαγιά;
Ο πόλεμος απαιτεί να «καταστρέψεις τον εχθρό», ποιος είναι ο εχθρός όμως σε μια επιδημία, σε ένα σεισμό, σε μια πυρκαγιά; Τα θύματα; Αυτοί τους οποίους πρέπει να περιθάλψεις και να τους βοηθήσεις να ορθοποδήσουν;
Και στην περίπτωση της επιδημίας, αν την αντιμετωπίσεις με όρους πολέμου, τα θύματα μετατρέπονται αυτόματα σε «εχθρούς». Ο ασθενής στο νοσοκομείο, ο συγγενής του στην καραντίνα, γίνονται αυτόματα «επικίνδυνοι για την επιβίωσή μας».
Και τι θα συμβεί αν παρ' όλες τις προσπάθειες η επιδημία ξεφύγει από κάθε έλεγχο; Ποιος θα αποτρέψει το λιντσάρισμα θυμάτων; Όσοι νομίζουν ότι «αυτά δε γίνονται», καλό θα ήταν να μελετήσουν αυτή την παράπλευρη πτυχή των επιδημιών του παρελθόντος.
«ΜΕΝΟΥΜΕ ΣΠΙΤΙ»
Μένουμε λοιπόν στα σπίτια μας κλεισμένοι, αντιμέτωποι με μια τηλεόραση  -δημόσια και ιδιωτική- που μας βομβαρδίζει με ειδήσεις τρόμου, αριθμούς νεκρών και κρουσμάτων, οδηγίες χρήσιμες και μη, χωρίς να τολμάμε ν' αγκαλιάσουμε και να φιλήσουμε τ' αγαπημένα μας πρόσωπα, με τα οποία μοιραζόμαστε την ίδια στέγη.
«Ας γίνει αυτός ο εγκλεισμός μια ευκαιρία να συσφίξουμε και πάλι τις σχέσεις των μελών της οικογένειας», μας προτρέπουν κάποιοι επαγγελματίες της ψυχικής υγείας.
Πώς όμως να συσφίξεις τις σχέσεις σου με το σύντροφό σου, με τα παιδιά σου, όταν από παντού βομβαρδίζεσαι από την εντολή: «κρατάτε απόσταση ασφαλείας ενάμισι μέτρου»; Πώς να ανοίξεις στον άλλον την καρδιά σου αν «πρέπει να κρατάς απόσταση ασφαλείας»;
Ναι, είναι ευκαιρία να δεθεί η συντροφική σχέση περισσότερο, προϋπόθεση όμως γι' αυτό είναι να κλείσουμε τ' αυτιά μας στο φόβο. Ν' αποφασίσουμε πως ό,τι γίνει θα το περάσουμε μαζί, και να αφήσουμε κατά μέρος τις «αποστάσεις ασφαλείας», της καθημερινότητας και του μυαλού μας.
Η ΕΠΟΜΕΝΗ ΜΕΡΑ
Άραγε πώς θα είναι η επόμενη μέρα; θα βγούμε όλοι από τα σπίτια μας να γιορτάσουμε την ελευθερία που ανακτήσαμε, θ' αγκαλιάσουμε και φιλήσουμε φίλους γνωστούς και γείτονες, θα στήσουμε γιορτές στις πλατείες; 
Ή θα μιλάμε στους ανθρώπους από απόσταση, χωρίς να τολμάμε καν να τους σφίξουμε το χέρι, χωρίς να τολμάμε να τους κοιτάξουμε στα μάτια; Και πόσο καιρό θα μας μείνουν αυτά τα κουσούρια; Δύσκολο να το προβλέψει κανείς.
ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ
Αν στα χωριά, ό,τι κι αν γίνει οι πόρτες των σπιτιών είναι πάντα ανοιχτές, στα αστικά κέντρα δε χρειάζονται επιδημίες. Ήτανε προ πολλού ερμητικά κλειστές. Οι πόρτες αυτές πρέπει να ξανανοίξουν. Να δώσουμε ένα χέρι βοήθειας στο γείτονα που είναι μόνος του, που μπορεί να είναι άρρωστος αλλά κανείς να μην το ξέρει, που μπορεί να έχει χίλια δυο άλλα προβλήματα.
Το τέλος της επιδημίας πρέπει να μας βρει να ζούμε σε γειτονιές αλληλεγγύης. Έτοιμους να στήσουμε γιορτές, να ξεφαντώσουμε, όπως θα κάναμε στο καρναβάλι.
Μόνο έτσι θα μπορέσουμε να διεκδικήσουμε πίσω τα ατομικά, πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα που μας αφαιρέθηκαν για, υπαρκτούς είναι η αλήθεια,  λόγους δημοσίου συμφέροντος.
Γιατί η εξουσία κι η ολιγαρχία θα έχουν γλυκαθεί και θα μετέλθουν όλων των μέσων για να μην ανακτήσουμε τα δικαιώματά μας.

Γιάννης Χρυσοβέργης

Δευτέρα 2 Μαρτίου 2020

ΕΝΑΣ ΠΟΛΕΜΟΣ ΜΕ ΑΝΘΡΩΠΙΝΑ ΠΥΡΟΜΑΧΙΚΑ

Δυο εκλεγμένες μεν προκλητικά αντιδημοκρατικές δε κυβερνήσεις έχουν ξεκινήσει ένα πρωτοφανή πόλεμο με ανθρώπινα πυρομαχικά.
Με τη βοήθεια των ΜΜΕ, που σε Ελλάδα και Τουρκία ανήκουν, σχεδόν καθ' ολοκληρία, σε φιλικούς προς τις δυο κυβερνήσεις ολιγάρχες, μια από χυδαιότερες προσβολές στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια από την εποχή των ναζί, επικροτείται από την περίτρομη κι αποπροσανατολισμένη πλειοψηφία της κοινής γνώμης και στις δυο χώρες.
Το επίδικο της κόντρας μεταξύ της τουρκικής ολιγαρχίας από τη μια και της ελληνικής και ελληνοκυπριακής από την άλλη είναι γνωστό: οι υδρογονάνθρακες της Ανατολικής Μεσογείου. Κι ο πόλεμος, με πραγματικά πυρά αυτή τη φορά, έρχεται κάθε μέρα πιο κοντά.

Τα όσα συμβαίνουν εδώ και τρεις μέρες στα χερσαία και θαλάσσια ελληνοτουρκικά σύνορα δεν τα χωράει ανθρώπου νους. Στρατός κι Αστυνομία προσπαθούν με χημικά και πυροβολισμούς -στον αέρα προς το παρόν*- να απωθήσουν πλήθη εξαθλιωμένων, ανδρών γυναικών και παιδιών που προσπαθούν να περάσουν στην Ευρώπη.
Η κυβέρνηση της ΧΡΥΣΗΣ ΑΥΓΗΣ -το πρόγραμμά της στη διαχείριση του προσφυγικού ζητήματος ήταν εξ αρχής ήταν ταυτόσημο με αυτό της ΧΡΥΣΗΣ ΑΥΓΗΣ, οπότε μάλλον τίτλο τιμής συνιστά αυτό για τον Κυριακούλη Μητσοτάκη και την παρέα του μιας και επιτέλους κάνουν κάτι σωστά- δράττεται της ευκαιρίας να καταργήσει την πρόσβαση στο άσυλο, με το πρόσχημα ότι οι εξαθλιωμένοι πρόσφυγες συνιστούν «απειλή για την εθνική ασφάλεια».
Στα νησιά του Αιγαίου -στων οποίων τις δομές υποδοχής προσφύγων προσπαθούν να επιβιώσουν υποσιτιζόμενοι, με καλοκαιρινά αντίσκηνα για κατάλυμα, χωρίς ντουζιέρες και τουαλέτες, επτά φορές περισσότεροι άνθρωποι από τις διαθέσιμες θέσεις- οι κάτοικοι βλέπουν με τρόμο να επαναλαμβάνεται το 2015, μόνο που αυτή τη φορά η μόνη προοπτική είναι να μετατραπούν τα νησιά τους σε φυλακές.
Στα ίδια νησιά, η Αστυνομία καμώνεται πως δε βλέπει τους φασίστες όταν δέρνουν δημοσιογράφους -ντόπιους και ξένους, δεν κάνουν διάκριση- ή προσωπικό των ΜΚΟ που προσπαθούν να συνδράμουν τους πρόσφυγες και παρεμποδίζουν την αποβίβαση των τελευταίων. 
Ταυτόχρονα, εξ όσων φαίνεται από κάποια βίντεο που κυκλοφορούν, το Λιμενικό Σώμα έχει λάβει εντολές να παρεμποδίζει τις βάρκες να φθάσουν στα νησιά και σε όλες τις ακτές γίνονται σε 24ωρη βάση στρατιωτικές ασκήσεις με πραγματικά πυρά.
Ακόμα κι έτσι, στις τελευταίες 24 ώρες πάνω από 1.200 άνθρωποι έφθασαν στα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου, όπως ανακοίνωσε η Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες, πράγμα που αποδεικνύει το μέγεθος της ανοησίας όσων πιστεύουν ότι με αυτό τον τρόπο θα εμποδίσουν τις στρατιές αυτών που δεν έχουν τίποτα να χάσουν.
Τα ΜΜΕ παράτησαν τα Εξάρχεια στην ησυχία τους -το πολύ το Κύριε ελέησον το βαριέται κι ο παππάς- και βρήκαν ένα καινούριο παιγνιδάκι για να πείσουν τον  «φιλήσυχο πολίτη» ότι «απειλείται».
Όπως και στο 1984 του George Orwell ο εχθρός είναι πάντα κάπου μακριά, κανείς δεν ξέρει πού ακριβώς γίνονται οι μάχες, όμως όλοι είναι σίγουροι ότι απειλούνται.
Κι όμως ο πόλεμος είναι για τους υδρογονάνθρακες
Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι το καθεστώς του Ερντογάν προκάλεσε αυτή την κρίση επειδή τα πράγματα δε βαίνουν κατά το δοκούν γι' αυτό στη Συρία. Όμως δεν επελέγη τυχαία η Ελλάδα γι' αυτό το επικοινωνιακό, από μέρους του, παιγνίδι. Δεν έχει μόνο με την Ελλάδα ευρωπαϊκά σύνορα η Τουρκία. Έχει και με τη Βουλγαρία. Αν ο μοναδικός του στόχος ήταν να εκβιάσει μια υποστήριξη της ΕΕ στα σχέδιά του για τη Συρία το κύμα των προσφύγων θα κατευθύνονταν και προς τη Βουλγαρία.
Είναι προφανές ότι ο στόχος του Ερντογάν, ο οποίος έχει δεδομένο πως ουδείς θα δώσει χείρα βοηθείας στην Αθήνα -πράγμα που, αν εξαιρέσει κανείς κάποιες κενές περιεχομένου δηλώσεις, συμβαίνει πανηγυρικά- είναι να πιέσει την ελληνική κυβέρνηση στο μείζον ζήτημα ελληνοτουρκικής αντιπαράθεσης, τον έλεγχο των θρυλούμενων ως σημαντικών κοιτασμάτων υδρογονανθράκων της Ανατολικής Μεσογείου.
Μετά τον πόλεμο δι' αντιπροσώπων στη Λιβύη, Αθήνα και Άγκυρα αντιπαρατίθενται, για πρώτη φορά από το 1996, κατά μήκος της μεθορίου τους, σε ένα αποκρουστικό, απάνθρωπο παιγνίδι με θύματα δεκάδες χιλιάδες εξαθλιωμένων προσφύγων.
Το πρώτο ανθρώπινο θύμα ήδη είναι εδώ, ένα παιδάκι που πνίγηκε το πρωί όταν η βάρκα που το έφερνε ανατράπηκε μόλις βρέθηκε σε ελληνικά νερά -οι εξηγήσεις του Λιμενικού περί συνήθους πρακτικής των προσφύγων για να γίνει διάσωση ελάχιστα πειστικές είναι, αν δει κανείς τη φρίκη και τον τρόμο που είναι ζωγραφισμένα στα πρόσωπα αυτών των ανθρώπων όταν πατούν το πόδι τους στη στεριά-.
Τα θύματα θα γίνουν πολύ περισσότερα αν δεν πάψουμε να καταπίνουμε αμάσητη την προπαγάνδα των ΜΜΕ, αν δεν αξιώσουμε το σεβασμό των δικαιωμάτων των προσφύγων και την αποσυμφόρηση των νησιών, αν δεν ορθώσουμε ανάστημα στις αυταρχικές πρακτικές που -όπως περίτρανα έδειξαν οι προσαγωγές δεκατετράχρονων επειδή έβλεπαν το JOKER, τα δημόσια ξεβρακώματα παιδιών καλών οικογενειών επειδή κυκλοφορούσαν στα Εξάρχεια και η εισβολή της Αστυνομίας στο σπίτι της οικογένειας Ινδαρέ- στρέφονται εναντίον και των«φιλήσυχων πολιτών».
Όσο για την ελληνοτουρκική μεθόριο, όσο θα συνεχίζεται το αποκρουστικό παιγνίδι προπαγάνδας των κυβερνήσεων Ερντογάν-Μητσοτάκη, σε πρώτη φάση θα γεμίσει με κουφάρια προσφύγων.
Πολύ σύντομα όμως θα γεμίσει και με κουφάρια Ελλήνων και Τούρκων νέων, που θα νομίζουν οι οικογένειές τους  ότι «έπεσαν για την πατρίδα», ενώ θα έχουν πέσει, υπέρ των κερδών των πετρελαιάδων.

Γιάννης Χρυσοβέργης

*Πληροφορίες από την τουρκική κυβέρνηση ότι ένας σύριος πρόσφυγας σκοτώθηκε σήμερα από πυρά του ελληνικού στρατού δεν έχουν επιβεβαιωθεί ακόμα από ανεξάρτητες πηγές. Και όπως σε κάθε πόλεμο, η προπαγάνδα των εμπλεκομένων βασίζεται σε «ειδήσεις» που κανείς δε μπορεί να επιβεβαιώσει.

Παρασκευή 28 Φεβρουαρίου 2020

ΑΣ ΜΙΛΗΣΟΥΜΕ ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΣΦΥΓΙΚΗ ΚΡΙΣΗ

Έχοντας επενδύσει, εδώ και χρόνια, στον ακραίο ρατσιστικό λόγο και στον κουτοπόνηρο κυνισμό η κυβέρνηση του Κυριακούλη Μητσοτάκη εισπράττει, στα νησιά του Αιγαίου, τα επίχειρα της πολιτικής της.
Όμως η προσφυγική κρίση , ακόμα κι αν -ως δια μαγείας- αύριο σταματήσει ο πόλεμος στη Συρία, θα συνεχιστεί, γιατί είναι πολλοί οι πόλεμοι σε εξέλιξη και γιατί δίπλα στα θύματα των πολέμων θα καταφθάνουν στην Ευρώπη ολοένα περισσότερα θύματα της κλιματικής αλλαγής.
Είναι καιρός λοιπόν να μιλήσουμε για αυτήν και, κυρίως, να πάψουμε να τη βλέπουμε ως πρόβλημα.

Τα όσα διαδραματίζονται αυτές τις ημέρες στη Λέσβο και στη Χίο σηματοδοτούν, με τον πιο πανηγυρικό τρόπο, την παταγώδη αποτυχία της κυβερνητικής πολιτικής στη διαχείριση της προσφυγικής κρίσης.
Το κυβερνών κόμμα υιοθέτησε ασμένως το ρατσιστικό λόγο των νεοναζί όσο ήταν στην αντιπολίτευση, σε σημείο που ήταν αδύνατο να ξεχωρίσεις τους πολιτευτές της ΝΕΑΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ  από αυτούς της ΧΡΥΣΗΣ ΑΥΓΗΣ όλα αυτά τα χρόνια.
Πρωτοστάτησε  στις πιο ακραίες ξενοφοβικές εκδηλώσεις σε κάθε γωνιά της Ελλάδας, υποσχόμενο στις τοπικές κοινωνίες ότι «δε θα έρθουν βρωμιάρηδες» όπου δεν υπήρχαν δομές φιλοξενίας προσφύγων κι ότι «θα φύγουν οι βρωμιάρηδες» όπου υπήρχαν.
Κι η πολιτική αυτή, με τη βοήθεια της προπαγάνδας των ΜΜΕ, δικαιώθηκε. Πάνω από 250 Δήμαρχοι, επί συνόλου 332, ανήκουν στο χώρο της ΝΕΑΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, όπως επίσης και οι 12 από τους 13 Περιφερειάρχες. 
Έχοντας όμως υποσχεθεί στους πάντες ότι «δε θα έχουν βρωμιάρηδες» στον τόπο τους βρέθηκε μπροστά σε δύσκολες επιλογές όταν ήρθε η ώρα να κυβερνήσει.
Η αποσυμφόρηση των νησιών, την οποία υποτίθεται ότι θα ολοκλήρωνε σε μερικές μόλις εβδομάδες, προϋπέθετε ότι χιλιάδες προσφύγων θα μεταφέρονταν στις, ήδη υπερπλήρεις, δομές της ενδοχώρας.
Κι εκεί πρυτάνευσε για άλλη μια φορά ο κουτοπόνηρος κυνισμός. Κι αποφάσισε ότι προτιμάει να μη βρουν ούτε τη δική τους ψήφο στην κάλπη -οψέποτε γίνουν εκλογές- οι τρεις βουλευτές της, οι πέντε Δήμαρχοι κι ο «σαρξ εκ της σαρκός» της Περιφερειάρχης Βορείου Αιγαίου, παρά να χαθούν 500.000 ψήφοι στο σύνολο της Επικράτειας.
Αναμενόμενη ήταν λοιπόν η καθολική έκρηξη οργής των κατοίκων της Λέσβου, της Χίου και της Σάμου, όταν ανακοινώθηκε η επίταξη των περιουσιών τους για να χτιστούν τα νέα «κλειστά», όπως ψευδώς ισχυρίζεται η κυβέρνηση, στρατόπεδα προσφύγων.
Όπως αναμενόμενο ήταν και ότι η αστυνομική βία θα γιγάντωνε αυτή την οργή, σε σημείο που η κυβέρνηση κλήθηκε να επιλέξει μεταξύ δυο επιλογών: της ντροπιαστικής γι' αυτήν απόσυρσης των ΜΑΤ και της επιβολής στρατιωτικού νόμου στα νησιά. Ευτυχώς για όλους επέλεξε το πρώτο, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι ανέκτησε την πρωτοβουλία των κινήσεων. Χρόνο κέρδισε, σε μια προσπάθεια να μετριάσει την πολιτική ζημιά.
Στρατόπεδα προσφύγων σε ακατοίκητες βραχονησίδες
Εδώ και ένα μήνα έκανε την εμφάνισή του κι ένα «εναλλακτικό» σχέδιο: η κατασκευή στρατοπέδων συγκέντρωσης για τους πρόσφυγες σε ακατοίκητες βραχονησίδες.
Αυτή η απάνθρωπη και γι αυτό αποκρουστική πρόταση θα είχε πολύ σοβαρές πιθανότητες υλοποίησης αν δεν προσέκρουε σε δυο εμπόδια.
Το πρώτο από αυτά είναι ότι η χρηματοδότηση της κατασκευής τέτοιων στρατοπέδων δεν προβλέπεται από τα υφιστάμενα κονδύλια της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη διαχείριση της προσφυγικής κρίσης (οι δαπάνες για τη στέγαση και διατροφή των προσφύγων βαρύνουν 100% τον κοινοτικό προϋπολογισμό).
Το δεύτερο είναι πως η κατασκευή τέτοιων στρατοπέδων θα προκαλέσει την άμεση και βίαιη αντίδραση της Τουρκίας, καθ' όσον με την κατασκευή στρατοπέδων συγκέντρωσης σε ακατοίκητες νησίδες, αυτές αυτομάτως αποκτούν αιγιαλίτιδα ζώνη, με δυο λόγια η Ελλάδα αυξάνει την επικράτειά της σε βάρος των διεθνών υδάτων του Αιγαίου και, σε μερικές περιπτώσεις, σε βάρος της Τουρκίας.
Το πρόβλημα των νησιών
Ο προσφυγικός πληθυσμός  αυτή τη στιγμή στην Ελλάδα ανέρχεται, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, μεταξύ 100.000 και 130.000 ανθρώπων, δηλαδή  0,8%-1,15% του πληθυσμού.
Δεν ισχύει το ίδιο όμως για τα πέντε νησιά που στεγάζουν στρατόπεδα προσφύγων και ιδίως για τη Λέσβο (20,4 % του πληθυσμού), τη Χίο (14,5% του πληθυσμού) και τη Σάμο (22,1% του πληθυσμού).
Ακόμα χειρότερα, στο Βαθύ της Σάμου, ο πληθυσμός των προσφύγων που διαμένουν στο εκεί στρατόπεδο  (7.300 περίπου σε μια εγκατάσταση για 780 ανθρώπους) υπερβαίνει τον πληθυσμό της πόλης, ενώ το στρατόπεδο της Μόριας έχει μεταβληθεί σε μια παραγκούπολη 19.500 κατοίκων, σε απόσταση μόλις πέντε χιλιομέτρων από την πόλη της Μυτιλήνης (27.500 κάτοικοι).
Ο υπερπληθυσμός των στρατοπέδων, έχει ως συνέπεια οι υπάρχουσες υποδομές υγιεινής να είναι το λιγότερο ανεπαρκείς, ενώ τα ευρωπαϊκά κονδύλια για τη σίτιση όλων αυτών των ανθρώπων που περιμένουν ατέλειωτους μήνες να κληθούν σε συνέντευξη για την εξέταση του αιτήματός τους για άσυλο, είναι επίσης ανεπαρκέστατα, με αποτέλεσμα να υποσιτίζονται.
Εύλογη είναι είναι λοιπόν η δυσφορία του ντόπιου πληθυσμού κι επίσης εύλογα μεταφράζεται σε οργή, όταν γίνεται σαφές ότι η κυβέρνηση δεν επιθυμεί να μεταφέρει πρόσφυγες στην ηπειρωτική χώρα.
Και είναι εντελώς φυσιολογικό, στα θολά νερά αυτής της οργής να ψαρεύουν οι κάθε λογής ακροδεξιοί.
Όπως φυσιολογικό είναι η οργή αυτή να συμπυκνώνεται στο παράλογο αίτημα: «δε θέλουμε ούτε ανοιχτά, ούτε κλειστά κέντρα στα νησιά μας». Παράλογο, γιατί τα συγκεκριμένα νησιά θα παραμείνουν πύλες εισόδου προσφύγων στην Ελλάδα για πολλά-πολλά χρόνια.
Η δυσεπίλυτη εξίσωση της προσφυγικής κρίσης
Ο πρόσφυγας, όπως κι ο μετανάστης, ουδέποτε ήταν καλοδεχούμενος από την πλειοψηφία του πληθυσμού στη γη που κατέφθανε ικέτης. Η διαφορετικότητά του τρόμαζε, τρομάζει και θα τρομάζει. Για το λόγο αυτό άλλωστε, στην καθ' ημάς Ανατολή από τους αρχαίους χρόνους οι πολιτισμοί έθεταν επιτακτικά το ηθικό καθήκον της προστασίας  του: από τον Ξένιο Δία, ως τις χριστιανικές επιταγές αλληλεγγύης. Στην εποχή μας το καθήκον αυτό απορρέει από την Οικουμενική Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.
Ακριβώς λόγω του φόβου και της δυσπιστίας  με την οποία αντιμετωπίζεται από τις κοινωνίες ο ξένος -πολύ δε περισσότερο ο ικέτης- αλλά και επειδή η προσφυγική κρίση δεν μπορεί να περιμένει να αλλάξουν νοοτροπία οι κοινωνίες, η διαχείρισή της με όρους σεβασμού στα ανθρώπινα δικαιώματα είναι ένα εξαιρετικά δυσεπίλυτο πρόβλημα.
Προκειμένου να εξετάζονται τα αιτήματα ασύλου με απόλυτο σεβασμό στα δικαιώματα των αιτούντων απαιτείται χρόνος, γεγονός που μαθηματικά δημιουργεί προβλήματα υπερπληθυσμού στις δομές φιλοξενίας, το οποίο με τη σειρά του συνεπάγεται μη αποδεκτές συνθήκες διαβίωσης.
Η προσπάθεια επιτάχυνσης των διαδικασιών εξέτασης των αιτημάτων ασύλου από την άλλη, οδηγεί, ηθελημένα ή αθέλητα, σε βιαστικές αποφάσεις, με θύματα τους αιτούντες διεθνή προστασία.
Είναι προφανές ότι για την παρούσα κυβέρνηση οι προβληματισμοί αυτοί είναι ανύπαρκτοι κι ότι το μόνο της πρόβλημα είναι πως δεν έχει το θάρρος να εφαρμόσει τις πολιτικές του, ομόσταβλού της στο Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα, Βίκτορ Όρμπαν.
 Σαφές είναι επίσης ότι πίσω από την φαινομενική αδυναμία της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ να βρει μια ισορροπία ανάμεσα στις αποδεκτές συνθήκες διαβίωσης στα κέντρα υποδοχής και στην ταχεία διεκπεραίωση των αιτημάτων ασύλου, κρύβονταν η προσπάθεια να ισορροπήσει μεταξύ της απάνθρωπης συμφωνίας ΕΕ-Τουρκίας και των αξιών των ψηφοφόρων του.
Μήπως η άφιξη των προσφύγων είναι μια ευκαιρία;
Κι ενώ η συντριπτική πλειοψηφία των συμπολιτών μας είναι πεπεισμένη ότι οι πρόσφυγες είναι μείζον πρόβλημα της κοινωνίας μας, ότι απομυζούν «τους λιγοστούς πόρους σε περίοδο κρίσης», ότι «απειλούν την εθνική μας υπόσταση» και πάει λέγοντας, η πραγματικότητα είναι εντελώς διαφορετική.
Το ελληνικό Κράτος δεν ξοδεύει ούτε ένα ευρώ για τη στέγαση και σίτιση των προσφύγων, οι οποίες χρηματοδοτούνται αποκλειστικά από Ευρωπαϊκούς πόρους.
Αντιθέτως, δεκάδες χιλιάδες θέσεων εργασίας δημιουργήθηκαν  στις ΜΚΟ, που εμπλέκονται στη διαχείριση της προσφυγικής κρίσης -και μάλιστα με αξιοπρεπείς αμοιβές-, στην Υπηρεσία Ασύλου,  στις εταιρείες παρασκευής γευμάτων και τις λοιπές γηγενείς εταιρείες, που κλήθηκαν να παράσχουν προϊόντα και υπηρεσίες στις δομές φιλοξενίας των προσφύγων.
Είναι σαφές λοιπόν ότι οι ισχυρισμοί που συνοψίζονται στη φράση «δεν αντέχει άλλους πρόσφυγες η Ελλάδα», είναι πέρα για πέρα ιδεοληπτικοί και εξωπραγματικοί.
Πέρα από αυτό όμως, είναι σαφές ότι η Ελλάδα είναι μια χώρα ο πληθυσμός της οποίας μειώνεται σταθερά εδώ και μια δεκαετία, τάση η οποία θα είχε αρχίσει ήδη από την αρχή της δεκαετίας του '90, αν τότε δεν είχαν εγκατασταθεί στη χώρα μερικές εκατοντάδες χιλιάδες μεταναστών από την Αλβανία και την Ανατολική Ευρώπη. 
Οι άνθρωποι αυτοί εργάζονται στην Ελλάδα, μεγάλωσαν τα παιδιά τους που μιλούν ελληνικά και εξασφάλισαν, με τις ασφαλιστικές τους εισφορές, είκοσι περίπου χρόνια βιωσιμότητας στο συνταξιοδοτικό σύστημα.
Το οποίο συνταξιοδοτικό σύστημα είναι σήμερα αντιμέτωπο και πάλι με το κάθε άλλο παρά πλαστό δίλημμα: υπερβολικά υψηλές ασφαλιστικές εισφορές ή συντάξεις πείνας;
Η εγκατάσταση στη χώρα μερικών εκατοντάδων χιλιάδων μεταναστών θα μπορέσει να δώσει μια μεσοπρόθεσμη λύση σε αυτό το πρόβλημα. Αρκεί βεβαίως να υπάρχουν επιθεωρητές εργασίας.

Γιανης Χρυσοβέργης


Τρίτη 11 Φεβρουαρίου 2020

ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΟΥΤΣΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΣΤΗΝ ΑΝΕΛΕΥΘΕΡΙΑ

Με όχημα την αύξηση των προσφυγικών ροών και την κρίση που εκούσια δημιούργησε στα νησιά του Αιγαίου η κυβέρνηση Μητσοτάκη επαναφέρει στους δρόμους τα τάγματα εφόδου της ΧΡΥΣΗΣ ΑΥΓΗΣ, ως «αγανακτισμένους πολίτες» αυτή τη φορά.
Είναι ένα ακόμα βήμα στην επαναφορά της θεσμοθετημένης τρομοκρατίας  της περιόδου 1946-1974.
Όμως πολύ πιο ανησυχητικό κι από την υποτονικότητα των αντιδράσεων είναι η ελαφρότητα κι η αποσπασματικότητα με την οποία αντιμετωπίζουν το θέμα αυτοί που θα έπρεπε να έχουν ήδη ανησυχήσει.

Τα όσα διαδραματίστηκαν στη Λέσβο πριν από μερικές μέρες, όπου μια μηχανοκίνητη συμμορία επί 48 ώρες έδερνε πρόσφυγες, μέλη ΜΚΟ κι αλληλέγγυους, έκαιγε ακατοίκητα κτήρια κι έσπαγε αυτοκίνητα, με την ανοιχτή υποστήριξη Περιφερειάρχη, Δημάρχου και Αστυνομίας, απολαμβάνοντας ταυτόχρονα την πλήρη υποστήριξη της συντριπτικής πλειονότητας ντόπιων κι εθνικής εμβέλειας ΜΜΕ, τα οποία παρουσίαζαν τους συμμορίτες ως «αγανακτισμένους πολίτες», δεν είναι απλώς αναβίωση ενός μακρινού παρελθόντος: είναι πρωτίστως εικόνα ενός πολύ προσεχούς μέλλοντος.
Όταν τον Αύγουστο του 2018 ο Μάκης Βορίδης δήλωνε ότι «Ο Κ. Μητσοτάκης πρέπει να κάνει παρεμβάσεις στο κράτος και στους θεσμούς για να μην ξαναέρθει η Αριστερά στην εξουσία, γιατί οι ιδέες της είναι ελαττωματικές», ουδείς το θεώρησε άξιο σχολιασμού.
Εντούτοις η δήλωση αυτή συμπύκνωνε  σε μια φράση το πολιτικό πρόγραμμα της ΝΕΑΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ. Ένα πρόγραμμα που ήδη από την πρώτη μέρα της κυβέρνησης Μητσοτάκη έχει τεθεί σε εφαρμογή και τα πρώτα του αποτελέσματα φάνηκαν με την εισβολή της Αστυνομίας στο σπίτι της οικογένειας Ινδαρέ και τον ανηλεή ξυλοδαρμό και σύλληψη των μελών της, επειδή «είχαν το θράσος» να ρωτήσουν ευγενικά «τα όργανα της Τάξεως» αν διαθέτουν το απαραίτητο για κάθε στοιχειωδώς δημοκρατική χώρα εισαγγελικό ένταλμα.
Το θεσμικό οπλοστάσιο
Πριν καλά-καλά συμπληρώσουν ένα μήνα στη διακυβέρνηση με μια εκπρόθεσμη τροπολογία σε ένα άσχετο νομοσχέδιο του υπουργείου Μεταφορών, εισήγαγε τη συγκρότηση κλιμακίων της ΕΥΠ σε φορείς του Δημοσίου με απόρρητο περιεχόμενο αρμοδιοτήτων. Η ίδια τροπολογία καταργούσε την υποχρέωση του διοικητή της ΕΥΠ να έχει πτυχίο από αναγνωρισμένο Πανεπιστήμιο.
Και βεβαίως, το συνδικαλιστικό όργανο των Δημοσίων Υπαλλήλων, η ΑΔΕΔΥ, οι ανακοινώσεις της οποίας στα προηγούμενα χρόνια θύμιζαν ως προς τη φρασεολογία τους δελτία τύπου οργάνωσης της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς η οποία φλερτάρει -φραστικά τουλάχιστον- με την ένοπλη πάλη, δε βρήκε ούτε μια λέξη για να καταδικάσει αυτό το τερατούργημα.
Είναι προφανές ότι με τη διάταξη αυτή οργανώνεται πρωτίστως ο χαφιεδισμός σε κάθε δημόσια υπηρεσία και δρομολογούνται κάθε λογής διώξεις όσων δημοσίων λειτουργών δεν συμμορφώνονται «προς τα υποδείξεις».
Ακολούθησε η εισαγωγή σειράς διατάξεων στον Ποινικό Κώδικα που, αναλόγως των κοινωνικών εντάσεων στα επόμενα χρόνια, θα χρησιμοποιηθούν για τη φυλάκιση πολιτικών αντιπάλων της κυβέρνησης, συνδικαλιστών, ακτιβιστών κάθε λογής. Ενδεικτικά:
1. Προβλέπεται ποινή φυλάκισης έως τρία έτη σε όποιον «δημόσια με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσω του διαδικτύου απειλεί με τέλεση τρομοκρατικής πράξης ή προκαλεί ή διεγείρει σε διάπραξή της και έτσι εκθέτει σε κίνδυνο τη δημόσια τάξη».
Η οποιαδήποτε έκκληση σε αντίσταση στα έργα του Κρατικού Μηχανισμού μπορεί να μετατραπεί -και είναι προφανές ότι αυτός είναι ο σκοπός της κυβέρνησης διότι αλλιώς δε θα εισήγαγε τέτοια διάταξη- σε «διέγερση διάπραξης τρομοκρατικής ενέργειας».
2. Με την ίδια ποινή φυλάκισης (έως τρία έτη) τιμωρείται όποιος πραγματοποιεί ταξίδια «με σκοπό να τελέσει ή να συμβάλει στην τέλεση τρομοκρατικού εγκλήματος, να συμμετάσχει στις δραστηριότητες τρομοκρατικής ομάδας, με επίγνωση του γεγονότος ότι η εν λόγω συμμετοχή θα συμβάλλει στις εγκληματικές δραστηριότητες αυτές της ομάδας ή με σκοπό να προσφέρει ή να παρακολουθήσει εκπαίδευση για τέλεση τρομοκρατικών πράξεων».
Είναι και πάλι προφανές ότι πίσω από τον αόριστο όρο «τέλεση τρομοκρατικού εγκλήματος» οποιαδήποτε μετακίνηση έξω από τον τόπο κατοικίας ενός πολίτη μη αρεστού στην Κυβέρνηση τιμωρείται με τριετή φυλάκιση. Είναι δε ενδεικτικό ότι δεν προσδιορίζεται καν όρος «ταξίδι».
3. Με φυλάκιση έως τρία (3) έτη θα τιμωρείται όποιος παράνομα εισέρχεται και παραμένει σε δημόσια κτήρια (νοσοκομεία, πρεσβείες, δικαστήρια, επιχειρήσεις κοινής ωφελείας ΔΕΗ κ.ά.) και «προκαλεί έτσι διακοπή ή σοβαρή διατάραξη της ομαλής διεξαγωγής της υπηρεσίας».
Η επόμενη επικίνδυνη διάταξη ήταν η πρόβλεψη απόρρητων κονδυλίων για λογαριασμό της υπηρεσίας Πολιτικής Προστασίας. Είναι προφανές ότι τα εν λόγω κονδύλια είναι παντελώς άχρηστα για την Πολιτική Προστασία, σκοπός της οποίας είναι η αντιμετώπιση φυσικών καταστροφών, είναι όμως εξόχως χρήσιμα για να εισπράττουν το κάτι τις τους οι κάθε λογής χαφιέδες.
Το θεσμικό πλαίσιο συμπληρώθηκε με δυο ταυτόσημες διατάξεις από τις οποίες η μεν πρώτη, που αφορούσε στη συγκρότηση υποχρεωτικού ηλεκτρονικού μητρώου όλων των συνδικαλιστικών οργανώσεων,  πέρασε εντελώς απαρατήρητη -με την εξαίρεση κάποιων χλιαρών διαμαρτυριών για την τιμή των όπλων από πλευράς ΚΚΕ- η δε δεύτερη, που αφορούσε στο φακέλωμα όλων των μελών, των εργαζομένων και των εξωτερικών συνεργατών των ΜΚΟ που δραστηριοποιούνται στην προσφυγική κρίση, προκάλεσε τις έντονες αντιδράσεις μονάχα του Γιώργου Καμίνη στη Βουλή.
Αστυνομοκρατία
Οι παρεμβάσεις αυτές σε θεσμικό επίπεδο συμπληρώνονται από μια πρωτόγνωρη κι απροσχημάτιστη αστυνομική βία, που την έχουν σημαδέψει οι παράνομες προσαγωγές ανηλίκων επειδή έβλεπαν «ακατάλληλη ταινία»,  η εισβολή της αστυνομίας σε κατοικίες χωρίς ένταλμα έρευνας, ο ξυλοδαρμός των κατοίκων τους όταν αυτοί επιμένουν να δουν το ένταλμα και η σύλληψή τους με ανυπόστατες κατηγορίες -βλέπε εισβολή στην κατοικία της οικογένειας Ινδαρέ-, οι ξυλοδαρμοί νέων στους δρόμους γιατί έχουν μακριά μαλλιά ή φοράνε περίεργα» ρούχα, οι βιαιοπραγίες και οι απειλές κατά δημοσιογράφων.
Όλα αυτά με τα ΜΜΕ να επαινούν το «έργο» της Αστυνομίας και τα συνδικαλιστικά όργανα των δημοσιογράφων άφωνα απέναντι στη συστηματική διαστρέβλωση της πραγματικότητας.
Η επιστροφή του Παρακράτους
Το σκηνικό της εκτροπής ολοκληρώνει η επανεμφάνιση των ταγμάτων εφόδου της ΧΡΥΣΗΣ ΑΥΓΗΣ, αυτή τη φορά όμως ως επικουρικές δυνάμεις της Αστυνομίας και των εκπροσώπων του Κράτους.
Το φαινόμενο αυτό είδαμε τις προηγούμενες ημέρες στη Λέσβο. Με αφορμή μια ειρηνική διαδήλωση μερικών εκατοντάδων Αφγανών προσφύγων, μηχανοκίνητες ομάδες Χρυσαυγτών, περιβεβλημένοι με το μανδύα του «αγανακτισμένου πολίτη», έδερναν - και συνεχίζουν το έργο τους- με την ανοχή του Περιφερειάρχη, του Δημάρχου Μυτιλήνης και της Αστυνομίας πρόσφυγες και μέλη του προσωπικού των ΜΚΟ που δραστηριοποιούνται στη Λέσβο, έκαιγαν ακατοίκητα οικήματα και ισχυρίζονταν ότι τα έκαψαν οι πρόσφυγες, κατέστρεφαν οχήματα των ΜΚΟ.
Το έργο αυτό θα το ξαναδούμε σε κάθε μορφή κινητοποίησης. Οι «αγανακτισμένοι πολίτες» θα λειτουργούν, όχι πλέον ως τάγματα εφόδου της ΧΡΥΣΗΣ ΑΥΓΗΣ, αλλά ως ειδικός μηχανισμός καταστολής επιφορτισμένος με τη «βρώμικη δουλειά».
Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και η οργανωμένη προσπάθεια να βγει λάδι η ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ και η αγόρευση της εισαγγελέως στη δίκη της εν λόγω τρομοκρατικής οργάνωσης μόνο τυχαία δεν ήταν.
Αφασία και απουσία δημοκρατικών αντανακλαστικών
Η ελληνική Δημοκρατία στα χρόνια που υπήρξε (1974-2011) ήταν κουτσή, διακρίνονταν από απουσία πολιτικού διαλόγου κι αδιαφορία των πολιτών για τα κοινά, με εξαίρεση βεβαίως τις εκλογές. Εσχάτως κι οι εκλογές, αυτή η ελάχιστη δημοκρατική έκφραση, αφήνουν όλο και περισσότερο αδιάφορους τους πολίτες. Σε αυτή την αδιαφορία ποντάρει άλλωστε η κυβέρνηση για να δρομολογήσει το πέρασμα από την κουτσή Δημοκρατία στην ανελευθερία.
Πιότερο όμως κι από τις διαθέσεις της κυβέρνησης τρομάζει η αφασία με την οποία αντιμετωπίζουν την κατάσταση αυτοί που θα έπρεπε να βρίσκονται στα κάγκελα.
Υποτονικές κι αποσπασματικές αντιδράσεις, που περιορίζονται αυστηρά στους τέσσερις τοίχους της Βουλής, για την αστυνομική τρομοκρατία, τις θεσμικές εκτροπές, και τη δράση των «αγανακτισμένων πολιτών», κι αδυναμία κατανόησης της σωρευτικής σημασίας όλων αυτών διακρίνουν τόσο το ΣΥΡΙΖΑ όσο και το ΜΕΡΑ25, τις σημαντικότερες πολιτικές εκφράσεις της δημοκρατικής αντιπολίτευσης.
Κι αυτό είναι πιο επικίνδυνο και από τα πιο εφιαλτικά κυβερνητικά σχέδια.

Γιάννης Χρυσοβέργης



Δευτέρα 27 Ιανουαρίου 2020

ΜΟΙΡΑΙΟΙ ΚΙ ΑΒΟΥΛΟΙ ΑΝΤΑΜΑ... ΠΡΟΣΜΕΝΟΝΤΑΣ ΙΣΩΣ ΚΑΠΟΙΟ ΘΑΜΑ;

Δέσμιες των αμοιβαίων στερεοτύπων, εμπρηστικών δηλώσεων για εσωτερική κατανάλωση αλλά και γεωστρατηγικών σχεδιασμών οι οποίοι υποτιμούν τις δυνατότητες αντίδρασης του αντιπάλου, οι κυβερνήσεις Ελλάδας και Τουρκίας οδηγούν τις δυο χώρες σε ένα καταστροφικό πόλεμο.

Τα τελευταία τρία χρόνια είμαστε καθημερινά μάρτυρες μιας οξυνόμενης έντασης στις ελληνοτουρκικές σχέσεις λόγω του ανταγωνισμού των δυο χωρών, με επίδικο τον έλεγχο των ενεργειακών διαύλων που διασχίζουν την Ανατολική Μεσόγειο και των, υποθετικών προς το παρόν, κοιτασμάτων φυσικού αερίου σε αυτήν.
Αν κάτι διαφοροποιεί την κατάσταση από παλαιότερες περιόδους όχι καλών σχέσεων των δυο χωρών είναι ότι η αντιπαράθεση δεν περιορίζεται σε λεκτικούς διαξιφισμούς πολιτικών αξιωματούχων, αλλά έχει ήδη πάρει τη μορφή επιθετικών ενεργειών ένθεν κακείθεν, οι οποίες κλιμακώνονται και οδηγούν με μαθηματική ακρίβεια, όχι σε θερμό επεισόδιο, αλλά σε πόλεμο.
Γιατί, αντίθετα από ό,τι συνέβη το 1996, όταν και πάλι οι δυο χώρες έφθασαν στα πρόθυρα του πολέμου για το αν θα είναι ελληνικές ή τουρκικές οι τράτες που θα ψαρεύουν την τσιπούρα γύρω από τα Ίμια, τώρα δεν υπάρχει διεθνής παράγων ο οποίος θα παρέμβει με την αποφασιστικότητα με την οποία παρενέβη ο τότε Αμερικανός Πρόεδρος Κλίντον προκειμένου το θερμό επεισόδιο να μην εξελιχθεί σε πόλεμο.
Εκτός του ότι οι ΗΠΑ δεν διαθέτουν πλέον το κύρος που διέθεταν το 1996, ο Πρόεδρος Τραμπ δεν είναι σε θέση να  κατανοήσει τη σημασία των επιπτώσεων για τη Δύση ενός ελληνοτουρκικού πολέμου, ενώ για τη Γερμανία, στην παρούσα φάση προέχει να σταματήσουν να καταφθάνουν πρόσφυγες από τη Μέση Ανατολή στο έδαφός της κι όλα υποτάσσονται σε αυτή την προτεραιότητα.
Δυο συγκρουόμενες  επεκτατικές πολιτικές
Η κατάρρευση του Σοβιετικού μπλοκ άλλαξε ριζικά τα δεδομένα στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, τις οποίες από τα μέσα της δεκαετίας του '50 δηλητηρίαζε το Κυπριακό. Και οι δυο χώρες, επωφελούμενες του κενού εξουσίας που προκάλεσε η κατάρρευση της ΕΣΣΔ είδαν ευκαιρίες επέκτασης επιρροής τους.
Για μεν την Ελλάδα, ως «ζώνη επιρροής» ή «ζωτικού χώρου» -όπως το ονομάζουν οι προπαγανδιστές των εθνικισμών- ορίσθηκαν τα Βαλκάνια, όπου όμως η αλαζονική κι αλλοπρόσαλλη πολιτική της στο Μακεδονικό ως το 2017 δεν της επέτρεψε κάποια σοβαρή επιτυχία. Κι αυτό παρά τη σημαντική διείσδυση Ελλήνων επιχειρηματιών στις βαλκανικές χώρες.
Ένας δεύτερος άξονας του ελληνικού επεκτατισμού, ο οποίος αναδείχθηκε όταν πλέον ήταν προφανής η παταγώδης αποτυχία δημιουργίας ζώνης επιρροής στα Βαλκάνια, ήταν «να καταστεί η χώρα ενεργειακός κόμβος», πράγμα που, εφ' όσον ευοδωθεί, θα της προσδώσει μεγαλύτερο πολιτικό βάρος στα τεκταινόμενα στην Ανατολική Μεσόγειο.
Η πολιτική αυτή, την οποία ασπάζεται το σύνολο σχεδόν του πολιτικού κόσμου -με την εξαίρεση του ΜΕΡΑ25 και εν μέρει και του ΚΚΕ, το οποίο όμως αυτοακυρώνεται με την εμμονή του περί «τουρκικής επιθετικότητας»- είχε κορυφαία στιγμή τη συμφωνία μεταξύ Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ για τη μελλοντική κατασκευή του East Med -ενός αγωγού υψηλού κόστους κατασκευής, αμφίβολης οικονομικής βιωσιμότητας και υψηλού περιβαλλοντικού κινδύνου, καθώς θα κινείται κατά μήκος της επαφής της αφρικανικής με την ευρωπαϊκή πλάκα, μια ζώνη υψηλής σεισμικότητας-.Η οποία συμφωνία σηματοδότησε την πρόθεση των τριών χωρών, μαζί με την Αίγυπτο, να αποκλείσουν την Τουρκία -αλλά και το Λίβανο και τη Συρία- από την εκμετάλλευση των υδρογονανθράκων της Ανατολικής Μεσογείου.
Η Τουρκία από την πλευρά της, στην ίδια περίοδο έθεσε στρατηγική της προτεραιότητα να καταστεί περιφερειακή δύναμη με βαρύνοντα, αν όχι πρωτεύοντα, λόγο σε όλο το χώρο που έλεγχε η Οθωμανική Αυτοκρατορία στο απόγειο της δόξας της, στα τέλη του 16ου αιώνα.
Μια πολιτική που την έφερε σε σύγκρουση με τη Σαουδική Αραβία και, δευτερευόντως την Αίγυπτο, για την ηγεσία του σουνιτικού Ισλάμ, αλλά και με το Ισραήλ, καθώς οι τουρκικές πρωτοβουλίες στη Μέση Ανατολή αντετίθεντο στα .ισραηλινά συμφέροντα.
Σε αυτό το πλαίσιο, ο αποκλεισμός της από την εκμετάλλευση των υδρογονανθράκων της Ανατολικής Μεσογείου, με ελληνική και κυπριακή πρωτοβουλία, συνιστά casus belli.
Ένα επικίνδυνο κρεσέντο
Μπορεί τα γεγονότα που ακολούθησαν την υπογραφή της συμφωνίας για την κατασκευή του East Med να σηματοδότησαν μια πρώτη νίκη της Τουρκίας -αποκλεισμός, κατ' απαίτησή της της Ελλάδας από τη Διαδικασία του Βερολίνου- όμως η νίκη αυτή δεν είναι επαρκής για  να καθίσουν οι δυο χώρες στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων.
Η τουρκική κυβέρνηση είναι υποχρεωμένη να κεφαλαιοποιήσει τη νίκη της προχωρώντας σε γεωτρήσεις σε περιοχές που η Ελλάδα θεωρεί δική της Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη (ΑΟΖ) και, στην περίπτωση αυτή, η ελληνική οφείλει να αντιδράσει δυναμικά. Ούτε η μια ούτε η άλλη έχουν διαφορετική επιλογή, δέσμιες και οι δυο της εμπρηστικής ρητορικής που έχουν αναπτύξει.
Τα αμοιβαία στερεότυπα και τα ΜΜΕ
Μπορεί από τη μέρα που γεννήθηκε το ελληνικό Κράτος να επεκτείνονταν επί έναν ολόκληρο αιώνα σε βάρος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, το γεγονός όμως ότι αυτό συνέβαινε -με εξαίρεση την περίοδο 1912-1922- με την παρέμβαση ξένων δυνάμεων και μόνο, ο φόβος του Τούρκου «που θα έρθει να μας σφάξει» έχει γίνει για την ελληνική κοινωνία κάτι ανάλογο με το φόβο για τα φίδια.
Κατ' αναλογία, για την τουρκική κοινωνία, ο Έλληνας είναι «πράκτορας των ξένων (δυτικών) που θέλουν να μας αφανίσουν».
Σε αυτό το πλαίσιο, οποιοσδήποτε, ένθεν κακείθεν, αφίσταται της επίσημης κρατικής πολιτικής είναι αυτομάτως «προδότης» 
Τα στερεότυπα αυτά αναπαράγονται και ενισχύονται από τα ΜΜΕ και των δύο χωρών που πρωτοστατούν στο στιγματισμό των «προδοτών».
Δεν πρέπει λοιπόν, υπό αυτές τις συνθήκες να μας ξενίζει το ότι στη μεν Τουρκία, όσοι αμφισβητούν την ολοένα πιο επιθετική εξωτερική της πολιτική βρίσκονται αντιμέτωποι με τις κατηγορίες της «κατασκοπίας» (περίπτωση δημοσιογράφων της Cumhürriyet) ή της «τρομοκρατίας» (αν είναι Κούρδοι).
Ούτε πρέπει να μας ξενίζει το ότι στην Ελλάδα όσοι τολμούν να επισημάνουν πως η εξωτερική πολιτική της χώρας έχει εγκλωβιστεί σε ένα επικίνδυνο αδιέξοδο που οδηγεί σε ελληνοτουρκικό πόλεμο, ανεξαρτήτως του πολιτικού χώρου από τον οποίο προέρχονται -βλ. αντιδράσεις σε πρόσφατη αρθρογραφία των Κώστα Σημίτη και Θάνου Ντόκου- λοιδορούνται ως «ενδοτικοί»στην καλύτερη περίπτωση, ως «προδότες της πατρίδας» το πιο συχνό. 
Αυτή η περιρρέουσα ατμόσφαιρα στις δυο χώρες, αποτέλεσμα ενός συνδυασμού βαθιά ριζωμένων στερεοτύπων στο συλλογικό ασυνείδητο των δυο λαών, ανευθυνότητας πολιτικολογούντων και λαϊκισμού των κυρίαρχων ΜΜΕ, οδηγεί τις πολιτικές ηγεσίες σε ενέργειες που φέρνουν τον πόλεμο πιο κοντά. Το ερώτημα δεν είναι αν θα γίνει ελληνοτουρκικός πόλεμος. Το ερώτημα είναι πότε.

Γιάννης Χρυσοβέργης

Παρασκευή 17 Ιανουαρίου 2020

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ ΑΤΑΚΤΟΥ ΛΟΓΟΥ

Απαντήσεις στα αγωνιώδη ερωτήματα που πριν πέντε περίπου χρόνια με οδήγησαν στην απόφαση να σιωπήσω δεν έχω δώσει.
Νέες απειλές όμως για τη Δημοκρατία, η διολίσθηση της χώρας με σταθερά βήματα προς ένα πόλεμο με την Τουρκία κι η αφασία με την οποία το πολιτικό προσωπικό αντιμετωπίζει την κλιματική αλλαγή έχουν γεννήσει νέες αγωνίες, τις οποίες επιθυμώ να μοιραστώ μαζί σας.
Αυτές τις αγωνίες μου θα μοιραστώ μαζί σας, θα τις εκθέσω στην κριτική σας, θα τους δώσω την ευκαιρία να γίνουν εφαλτήριο δικής σας δημιουργικής σκέψης ή και δράσης.


Απαντήσεις στα αγωνιώδη ερωτήματα που με οδήγησαν στο REQUIEM πριν τεσσεράμισι χρόνια και στη σιωπή μου στο διάστημα που μεσολάβησε δεν έχω δώσει. 
Εξακολουθώ να πιστεύω ότι ο αγώνας για Δημοκρατία εμπεριέχει υποχρεωτικά την αποχώρηση από την Ευρωπαϊκή Ένωση κι εξακολουθώ να μην έχω μια ολοκληρωμένη πρόταση γι' αυτό.
Στο διάστημα που μεσολάβησε οι αναρτήσεις μου στον ΑΤΑΚΤΟ ΛΟΓΟ ήταν ελάχιστες και σχεδόν όλες είχαν ως θέμα την κλιμακούμενη ελληνοτουρκική κρίση, μετά από 17 ολόκληρα χρόνια ήρεμων σχέσεων μεταξύ των δυο χωρών.
Τον τελευταίο χρόνο η φραστική αντιπαράθεση των δυο πλευρών βαίνει κλιμακούμενη, συνοδευόμενη όμως και από σαφείς επιθετικές ενέργειες ένθεν-κακείθεν.
Η συμφωνία μεταξύ Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ για τη μελλοντική κατασκευή του East Med -ενός αγωγού υψηλού κόστους κατασκευής, αμφίβολης οικονομικής βιωσιμότητας και υψηλού περιβαλλοντικού κινδύνου, καθώς θα κινείται κατά μήκος της επαφής της αφρικανικής με την ευρωπαϊκή πλάκα, μια ζώνη υψηλής σεισμικότητας- σηματοδότησε τον αποκλεισμό της Τουρκίας από την εκμετάλλευση των υδρογονανθράκων της Ανατολικής Μεσογείου.
Η Τουρκία από την πλευρά της υπέγραψε ένα μνημόνιο διευθέτησης ΑΟΖ με τη διεθνώς αναγνωρισμένη κυβέρνηση της Λιβύης του Φαγέζ Αλ Σαράτζ, αγνοώντας τα όποια ελληνικά δικαιώματα και αποστέλλει Σύρους μισθοφόρους υπό τη διοίκηση Τούρκων αξιωματικών για να προστατεύσουν την κυβέρνηση του τελευταίου από τη στρατιωτική κατάρρευση.
Σε αυτό το εύφλεκτο σκηνικό το ερώτημα δεν είναι αν θα ανάψει μια σπίθα που θα γίνει φωτιά, αλλά πότε θα ανάψει.
Κι ενώ οι καταστροφικές πυρκαγιές στον Αμαζόνιο και στην Αυστραλία, αλλά και οι δικές μας στο Μάτι, μας θυμίζουν ότι η κλιματική αλλαγή είναι εδώ με ολοένα πιο τρομακτική μορφή, είναι προφανές ότι στην Ελλάδα περί άλλα τυρβάζουμε.
Η μεν Αριστερά διακατέχεται, σχεδόν στο σύνολό της, από έναν πρωτοφανή οικολογικό αυτισμό, η δε Δεξιά, αντιμετωπίζει τη βιώσιμη ανάπτυξη ως κότα που γεννάει χρυσά αυγά, με αποτέλεσμα οι όποιες πρωτοβουλίες της να έχουν βαρύτερο οικολογικό αποτύπωμα από αυτό που, θεωρητικά μιλώντας, υποτίθεται ότι επιδίωκαν να μειώσουν.
Και μέσα σ' όλα αυτά πολιτική έκφραση των Οικολόγων δεν υπάρχει, αποκλειστικά από δική τους υπαιτιότητα. Ούτε και είναι εφικτό να υπάρξει, διότι -πράγμα πρωτοφανές πολιτικά- η ελληνική κοινωνία έδωσε στους Οικολόγους όχι μια, αλλά δυο ευκαιρίες. Και τις κλότσησαν. Κι αυτή τη στιγμή, ο μόνος πολιτικός φορέας που εκφέρει κάποια στοιχεία οικολογικού λόγου είναι το νεόκοπο ΜΕΡΑ25, του Γιάνη Βαρουφάκη. Ας ελπίσουμε ότι προϊόντος του χρόνου δε θα προσβληθεί από τον ιό της οικολογικής αφασίας, από τον οποίο πάσχει ανίατα η υπόλοιπη Αριστερά.
Η δεκαετία που πέρασε σημαδεύτηκε επίσης - όχι μονάχα στην Ελλάδα δυστυχώς- από την επιστροφή στο προσκήνιο του ρατσισμού, της μισαλλοδοξίας, του μισογυνισμού. Τα κάθε λογής κοινωνικά αποβράσματα μπορούν χωρίς κόμπλεξ να φτύνουν το φαρμάκι τους, να επιβάλλουν την ατζέντα τους στα ΜΜΕ «διότι πουλάνε», να υπερασπίζονται δημόσια βιασμούς και δολοφονίες γυναικών, να επιβάλουν  ένα σκοταδιστικό θρησκευτικό λόγο στη δημόσια ζωή.
Η εκστρατεία κατασυκοφάντησης της δολοφονημένης Ελένης Τοπαλούδη, η σκανδαλώδης αγόρευση της εισαγγελέως στη δίκη της ΧΡΥΣΗΣ ΑΥΓΗΣ κι η εξ ίσου σκανδαλώδη απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας για το μάθημα των θρησκευτικών στα σχολεία  ή στην κατάπτυστη εκστρατεία κατά του δικαιώματος στην άμβλωση, δεν είναι παρά δείγματα της ελληνικής έκφρασης του αυγού του φιδιού.
Κι όλα αυτά με μια κυβέρνηση μέλη της οποίας υπερασπίζονται δημόσια όλες αυτές τις αθλιότητες και η οποία δεν περιορίζεται σε μια ακραία αυταρχική πολιτική: αναζητά μεθόδους, θεσμικές και εξωθεσμικές, «που θα αποτρέψουν στο μέλλον μια νέα κυβέρνηση Αριστεράς» (Γεωργιάδης, Βορίδης, Σαμαράς και λοιπές δημοκρατικές δυνάμεις, συνεπικουρούμενες από δυο μαφιόζους που έχουν κυρίαρχο ρόλο μεταξύ της εγχώριας ολιγαρχίας).
Όχι πως δεν συνέβησαν κι άλλα σημαντικά γεγονότα. Η Συμφωνία των Πρεσπών υπήρξε μια υπέροχη στιγμή μέσα σε αυτό το ζοφερό κλίμα, καθώς κάτι χιλιάδες λαμόγια που πλούτιζαν επί τριάντα σχεδόν χρόνια πουλώντας πατριωτισμό και Μεγαλέξανδρο ένθεν-κακείθεν των ελληνομακεδονικών συνόρων έχασαν την κότα με τα χρυσά αυγά.
Θετική ήταν επίσης ολοκλήρωση της μετάβασης του ΣΥΡΙΖΑ από την Αριστερά στην Κεντροαριστερά εν μέσω του τρίτου Μνημονίου.  Η κοινωνία έχει ανάγκη από ένα αξιοπρεπές κεντροαριστερό κόμμα. 
Σημειωτέον ότι η διαχείριση από μέρους του της χωρίς όρους συνθηκολόγησης του Ιουλίου του 2015 ξεπέρασε κάθε προσδοκία, ως προς το ότι σε αρκετά θέματα (χαμηλές συντάξεις, εργασιακές σχέσεις, ακραία φτώχεια) περιορίστηκαν σημαντικά οι ζημιές του τρίτου Μνημονίου. 
Στα θετικά είναι αναμφίβολα και η γέννηση ενός νέου κόμματος της Αριστεράς, του ΜΕΡΑ25, το οποίο έρχεται να καλύψει το πολιτικό κενό που άφησε στα Αριστερά του ο ΣΥΡΙΖΑ και, αν κρίνουμε από την παρουσία της κοινοβουλευτικής του ομάδας μέχρι τώρα, το καλύπτει μια χαρά.
Τις σκέψεις και τις αγωνίες μου για τέτοια θέματα θα μοιράζομαι μαζί σας και θα τις εκθέτω στην κριτική σας.

Γιάννης Χρυσοβέργης