Δευτέρα 28 Μαρτίου 2016

ΓΙΑ ΤΗ ΜΑΝΤΗΛΑ ΡΕ ΓΑΜΩ ΤΟ!

Θέματα που άπτονται της ελευθερίας συνείδησης τό 'χουμε συνήθειο στην Ελλάδα να τα αντιμετωπίζουμε με τσιτάτα, τσιρίδες και συνωμοσιολογίες.
Η εμφάνιση μιας καταγόμενης από την Αίγυπτο μαθήτριας με μαντήλα στη μαθητική παρέλαση πριν τρεις μέρες δε μπορούσε να τύχει διαφορετικής αντιμετώπισης.


Δε θα σταθούμε βέβαια στο ότι ελάχιστοι αισθάνθηκαν την ανάγκη να καταγγείλουν την ίδια την τέλεση μαθητικών παρελάσεων, μια διαδικασία σύνθλιψης της προσωπικότητας του ατόμου και στρατιωτικοποίησης της κοινωνίας, που, πλέον, έχει μιμητές μόνο στη Βόρειο Κορέα. Άλλωστε, (βλ.φωτογραφία) η πρωταγωνίστρια των φετινών μαθητικών παρελάσεων και οι συμμαθητές της - ας είναι καλά τα παιδιά - φρόντισαν να ακυρώσουν στην πράξη τη στρατιωτική ομοιομορφία.

Ούτε και θα απαντήσουμε στις άναρθρες κραυγές της ακροδεξιάς, περί ισλαμοποίησης της χώρας. Είμαστε όμως υποχρεωμένοι να σταθούμε και να αντικρούσουμε το λόγο όλων όσοι κατήγγειλαν «ανοχή σε παραβίαση των δικαιωμάτων της γυναίκας», «την ήττα της ανεξιθρησκίας και την επίθεση στις ευρωπαϊκές αξίες», «άρνηση βούλησης για ένταξη στην ελληνική κοινωνία».
Ας ξεκινήσουμε λοιπόν από την περιβόητη «ανοχή στην παραβίαση των δικαιωμάτων της γυναίκας». Η διατύπωση της θέσης αυτής βασίζεται εκ προοιμίου σε ένα ρατσιστικό στερεότυπο: ότι η αμφίεση της μαθήτριας ήταν ΟΠΩΣΔΗΠΟΤΕ προϊόν καταναγκασμού.
Ουδείς από όσους - στις διάφορες αντιπαραθέσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης δεν είδα ΟΥΤΕ ΜΙΑ γυναίκα να υπερασπίζεται αυτή την άποψη - διατύπωσαν ως αξίωμα αυτή την άποψη έλαβε υπ' όψιν του ότι η αμφίεση μπορεί να ήταν προσωπική επιλογή της μαθήτριας. Ότι η ίδια, ούσα μουσουλμάνα, μπορεί αισθάνονταν άβολα αν παρέλαυνε φορώντας μια κοντή φούστα και είχε ακάλυπτα τα μαλλιά της. Ή ότι θέλησε με την ενέργειά της να τονίσει τη διαφορετικότητά της και να μας υπενθυμίσει ότι έχει δικαίωμα κι αυτή για μια θέση στον ήλιο.
Δε χωράει αμφιβολία ότι ουδείς μπορεί να αποκλείσει την περίπτωση του οικογενειακού πειθαναγκασμού ή ακόμα και του καταναγκασμού. Ακόμα και σε αυτή την περίπτωση όμως, η απάντηση δεν έπρεπε - και πολύ σωστά δεν έγινε έτσι - να είναι η άσκηση πιέσεων προς την οικογένεια. Αν υποθέσουμε ότι όντως η κοπέλα αυτή εμφανίστηκε ντυμένη με μαντήλα και μακρυά φούστα υπό το κράτος του οικογενειακού πειθαναγκασμού - καταναγκασμού, η άσκηση πιέσεων απλώς θα οδηγούσε στην απομάκρυνσή της από το Δημόσιο σχολείο. Και πιθανότατα θα κατέληγε σε κάποιο σχολείο θηλέων της πρεσβείας της Σαουδικής Αραβίας με προφανείς για το μέλλον της συνέπειες. Αντιθέτως, παραμένοντας στο δημόσιο σχολείο, μπορεί - αν η ίδια το επιθυμεί - κάποια στιγμή να συγκρουστεί με την οικογένειά της.
Και επειδή ουκ ολίγοι έσπευσαν να κινήσουν επιδεικτικά το μορμολύκειο της μπούρκας η απάντηση είναι απλή: παρέμβαση της σχολικής κοινότητας και πιέσεις προς την οικογένεια νοούνται τότε και μόνο τότε, όταν η ενδυμασία αποκρύπτει το πρόσωπο της μαθήτριας, οπότε τίθεται σε αμφισβήτηση το αν η εγγεγραμμένη στο σχολείο μαθήτρια είναι και αυτή που φοιτά. Όμως παρόμοια αντίδραση θα έπρεπε να υπάρξει κι αν ένα αγόρι εμφανίζονταν στο σχολείο με κουκούλα από αυτές που καλύπτουν πλήρως το πρόσωπο. 
Οι απόψεις περί «ήττας της ανεξιθρησκείας» χαρακτηρίζονται φαιδρές αν λάβει κανείς υπ' όψιν του ότι η εικόνα του εσταυρωμένου είναι σε περίοπτη θέση στη Βουλή, σε όλες τις δικαστικές αίθουσες, σε όλες τις σχολικές αίθουσες, σε κάθε δημόσιο κτίριο. Και φυσικά ουδείς από όσους διατύπωσαν τέτοιους ισχυρισμούς ενοχλείται από την αμφίεση των καλογριών και των παλιοημερολογητισσών.
Το ίδιο ισχύει και για την περιβόητη «επίθεση στις αξίες της ανοικτής ευρωπαϊκής κοινωνίας». Διότι η περιβόητη ανοικτή ευρωπαϊκή κοινωνία περιλαμβάνει και 45 εκατομμύρια μουσουλμάνων - το 9% του πληθυσμού της ΕΕ δηλαδή - οι οποίοι υποτίθεται πως έχουν ίσα δικαιώματα με τους χριστιανούς. Πρόκειται σε τελική ανάλυση για απόψεις βασισμένες στην πεποίθηση ότι οι Ευρωπαίοι, πολύ δε περισσότερο οι κάτοικοι της Ελλάδας, οφείλουν να είναι αποκλειστικά χριστιανοί. Ε, σίγουρα αυτή η αντίληψη της κοινωνίας μόνο ανοιχτή δεν είναι.
Απότοκο αυτών των ομολογημένων ή ανομολόγητων ισλαμοφοβικών και, σε τελική ανάλυση, ρατσιστικών αντιλήψεων είναι και ο ισχυρισμός περί «άρνησης να ενταχθεί η εν λόγω μαθήτρια στην ελληνική κοινωνία».
Το γεγονός ότι προϋπόθεση για να είναι η κοπέλα αυτή παραστάτης της σημαίας στην παρέλαση προϋπέθετε να είναι από τις πέντε καλύτερες μαθήτριες(ες) του σχολείου - τουλάχιστον οι τρεις από τους τέσσερις παραστάτες της σημαίας, όπως μας δείχνει η φωτογραφία, ήταν κοπέλες - σε συνδυασμό την άψογη ποιότητα των ελληνικών της δεν είπε τίποτα στους υποστηρικτές του ισχυρισμού. Να τους θυμίσει κανείς τον Ισοκράτη και το επίμαχο απόσπασμα από τον Πανηγυρικό του;* Είναι αμφίβολο αν είναι σε θέση να το κατανοήσουν.
Το θέμα της μαντήλας δεν είναι ελληνική πρωτοτυπία.Ο περί αυτού διάλογος ταλαιπωρεί εδώ και είκοσι χρόνια τη γαλλική κοινωνία, τη γερμανική άλλα τόσα. Κι όπως σε κάθε συνειδησιακό  ζήτημα - και ό,τι έχει σχέση με τη θρησκεία είναι πρωτίστως συνειδησιακό ζήτημα - είμαστε υποχρεωμένοι να θυμόμαστε ότι το ΣΥΝΤΑΓΜΑ της χώρας, η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΧΑΡΤΑ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΙΝΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ και η ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗ ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ ΤΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ θεσπίζουν την ελευθερία συνείδησης του ατόμου. Κι ότι όσο η συμπεριφορά που υπαγορεύεται από λόγους συνείδησης δεν θέτει σε αμφισβήτηση την ελευθερία του διπλανού μας, αυτή οφείλει να είναι σεβαστή.

Γιάννης Χρυσοβέργης



*«Τοσούτον δ’ απολέλοιπεν η πόλις ημών περί το φρονείν και λέγειν τους άλλους ανθρώπους, ώσθ’ οι ταύτης μαθηταί των άλλων διδάσκαλοι γεγόνασι και το των Ελλήνων όνομα πεποίηκε μηκέτι του γένους, αλλά της διανοίας δοκείν είναι, και μάλλον Έλληνας καλείσθαι τους της παιδεύσεως της ημετέρας, ή τους της κοινής φύσεως μετέχοντας».

Και η μετάφραση στα νεοελληνικά: Τόσο πολύ ξεπέρασε η πόλη μας (η Αθήνα) τους υπόλοιπους ανθρώπους στη σκέψη και στο λόγο, ώστε οι μαθητές της έγιναν δάσκαλοι των άλλων, και το όνομα των Ελλήνων το έχει κάνει να φανερώνει όχι πλέον τη φυλή αλλά τη διάνοια, με αποτέλεσμα περισσότερο να αποκαλούνται Έλληνες αυτοί που μετέχουν στη δική μας παιδεία παρά στην κοινή καταγωγή.
http://webcache.googleusercontent.com/search?q=cache:http://www.sarantakos.com/language/isocrat2.htm&gws_rd=cr&ei=KUH4VqTAJ8Ovad_0vPAP

Τρίτη 22 Μαρτίου 2016

ΝΑ ΜΗΝ ΑΦΗΣΟΥΜΕ ΤΟΝ ΤΡΟΜΟ ΝΑ ΚΥΡΙΑΡΧΗΣΕΙ

Ανήκω σε αυτούς που θεωρούν απόλυτα φυσιολογικό το φόβο απέναντι σε φρικαλεότητες σαν αυτές των Βρυξελλών σήμερα ή της 13ης Νοεμβρίου στο Παρίσι.
Θεωρώ όμως πρωταρχικής σημασίας να ελέγξουμε το φόβο μας και να θυμηθούμε πως, αν για να νικήσουμε το Ισλαμικό Κράτος και τους ομοίους του γίνουμε σαν αυτούς, οι νικητές θα είναι αυτοί και οι ηττημένοι εμείς.

Είμαι από αυτούς που εδώ και χρόνια είχαν καταγγείλει τους κάθε λογής τζιχαντιστές ως ισλαμική εκδοχή του ναζισμού.
Γι' αυτό και κατανοώ απόλυτα το φόβο των συμπολιτών μου, αλλά και των πολιτικών, που δηλώνουν ρητά πως είμαστε σε πόλεμο με το Ισλαμικό Κράτος (και με την ξεχασμένη Αλ-Κάιντα θα συμπλήρωνα και με πλήθος άλλων τζιχαντιστικών οργανώσεων δεξιά κι αριστερά σε Ασία, Αφρική, αλλά και μέσα στην Ευρώπη).
Θα ήμουν ψεύτης αν ισχυριζόμουν ότι δεν τρομάζω στην ιδέα πως μπορεί, από τη μια στιγμή στην άλλη, αγαπημένα μου πρόσωπα, να περάσουν από την ύπαρξη στην ανυπαρξία επειδή κάποιος πειραγμένος αποφάσισε να ανατιναχτεί μαζί τους (η ιδέα του να είμαι εγώ θύμα με τρομάζει πολύ λιγότερο).
Όμως ακόμα πιο πολύ με τρομάζει να βλέπω να αντιμετωπίζεται ένα πολιτικό πρόβλημα - οι τζιχαντιστές που σκορπούν το θάνατο στην Ευρώπη δε γεννήθηκαν στη Βαγδάτη, στο Αλγέρι ή στη Δαμασκό, αλλά στο Λονδίνο, στο Παρίσι και στις Βρυξέλλες - με στρατιωτικούς όρους.
Ακόμα πιο πολύ με τρομάζει να βλέπω μέχρι προχθές προοδευτικούς ανθρώπους να υποκύπτουν στο φόβο και να απαιτούν την έκπτωση από ατομικά και πολιτικά δικαιώματα «γιατί έχουμε πόλεμο».
Ακόμα πιο πολύ με τρομάζει να βλέπω τους ανθρώπους αυτούς, που μέχρι πριν λίγα χρόνια έδιναν μάχες για τη διεύρυνση της δημοκρατίας, σήμερανα χρησιμοποιούν τα ίδια ακριβώς επιχειρήματα με τη χριστιανική ακροδεξιά του Όρμπαν, του Καζύνσκι, της Λεπέν και όλων των ομοίων τους για να υπερασπιστούν την περιστολή της.
Ακόμα πιο πολύ με τρομάζει η ιδέα πως για να «νικήσουμε την τρομοκρατία των τζιχαντιστών», πρέπει να υποκύψουμε στην τρομοκρατία της χριστιανικής ακροδεξιάς, του «Πατρίς Θρησκεία Οικογένεια», του ρατσισμού και της ξενοφοβίας.
 Δε δήλωσα ποτέ «ειδικός» σε θέματα στρατηγικής, όμως το μικρό μου μυαλουδάκι λέει πως, τον «πόλεμο» δεν τον κερδίζουν ούτε αυτοί που έχουν άγνοια κινδύνου, ούτε οι τρομοκρατημένοι, αλλά αυτοί που κάτορθώνουν να ελέγξουν το φόβο τους.
Θυμάμαι τη φράση του Ζωρζ Κλεμανσώ «ο πόλεμος είναι πολύ σοβαρή υπόθεση για να τον αφήσουμε στους στρατιωτικούς» και βλέπω με τρομερή ανησυχία την ευρωπαϊκή πολιτική ηγεσία να σκέπτεται με στρατιωτική στενομυαλιά.
Πολύ περισσότερο που πρόκειται για την ίδια ακριβώς πολιτική ηγεσία η οποία, με το πρόσχημα της «περιστολής της σπατάλης των χρημάτων των φορολογουμένων» και της «βελτίωσης της ανταγωνιστηκότητας», δημιούργησε πολυπληθή γκέττο στις παρυφές των ευρωπαϊκών μεγαλουπόλεων, τα οποία γεννούν μουσουλμάνους και χριστιανούς ναζί σε μαζική παραγωγή. Εκεί όπου μοναδική προοπτική είναι η μακρόχρονη ανεργία κι ο κοινωνικός αποκλεισμός.
Ξέρω ότι τα γκέττο που χρειάστηκαν 25 συναπτά έτη για να δημιουργηθούν δε μπορούν να σβήσουν από το χάρτη δια μαγείας. Γιατί σε αυτά έχουν διαμορθωθεί εξουσίες οργανωμένου εγκλήματος που θα πολεμήσουν λυσσαλέα κάθε προσπάθεια κοινωνικής ένταξης των φτωχοδιάβολων που κατοικούν εκεί.
Ξέρω ότι γι' αυτό θα χρειαστούν, δυστυχώς, και στρατιωτικήςς φύσης μέτρα. Όμως ο πόλεμος θα είναι πολιτικός, θα είναι μακροχρόνιος και θα τελειώσει με νίκη ή με ήττα για πολλές δεκαετίες των αξιών της Ελευθερίας, της Δημοκρατίας και της Αλληλεγγύης στην Ευρώπη. Εκεί από όπου ξεκίνησε δηλαδή.

Γιάννης Χρυσοβέργης

Τρίτη 25 Αυγούστου 2015

ΣΚΕΨΕΙΣ ΚΙ ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΗΝ ΗΤΤΑ....

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η Ραχήλ Μακρή, η μεγαλύτερη πολιτική γυρολόγος της Μεταπολίτευσης (υποψήφια με τέσσερα διαφορετικά κόμματα στις πέντε τελευταίες εκλογικές αναμετρήσεις), πιστώνεται με τον πλέον εύστοχο πολιτικό παραλληλισμό της συμφωνίας της 13ης Ιουλίου: «η Βάρκιζα του ΣΥΡΙΖΑ».
Η εν λόγω συμφωνία πράγματι επισφράγισε μια στρατηγική ήττα της Αριστεράς στην Ελλάδα, της εμβέλειας ως προς τις πολιτικές επιπτώσεις, της Συμφωνίας της Βάρκιζας.
Κι ανεξαρτήτως του βαθμού συμπάθειας του καθενός προς το ΣΥΡΙΖΑ ή του βαθμού συμμετοχής του στο εγχείρημα «πρώτη φορά Αριστερά» επιβάλλεται ένας αναστοχασμός ως προς την ταυτότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τη στάση της Αριστεράς απέναντί της.

Τα όσα συνέβησαν στους επτά μήνες της πρώτης διακυβέρνησης της χώρας από την Αριστερά έκαναν ακόμα και τους τυφλούς να αντιληφθούν ότι στην Ευρωπαϊκή Ένωση υπάρχει ένα τερατώδες έλλειμμα Δημοκρατίας. Για την ακρίβεια ότι, «ανεπαισθήτως»,  έχει πλέον εδραιωθεί  μια αποκρουστική απολυταρχική εξουσία των γραφειοκρατών των Βρυξελλών και του Βερολίνου που μισεί κάθε μορφή Δημοκρατίας.
Εντελώς φυσιολογικά  η διαπίστωση αυτή σε συνδυασμό με το σοκ της ήττας οδήγησε σε δυο αποκλίνουσες στρατηγικές, οι οποίες και προκάλεσαν τη διάσπαση του ΣΥΡΙΖΑ. 
Η πρώτη, που συνοψίζεται στη φράση «μένουμε στην ΕΕ κι αγωνιζόμαστε για τον εκδημοκρατισμό της μαζί με όλες τις ευρωπαϊκές προοδευτικές δυνάμεις», είναι ο δρόμος που επέλεξαν ο Αλέξης Τσίπρας και οι συν αυτώ.
Η δεύτερη ,που  συνοψίζεται στη φράση «δε θα διστάσουμε να συγκρουστούμε με την Ευρωζώνη», έχει ως πλέον αυθεντικό εκπρόσωπο τον Κώστα Λαπαβίτσα.
Τόσο η πρώτη όσο κι η δεύτερη στρατηγική βασίζονται σε σειρά αδιαμφισβήτητων παραδοχών, όμως θέτουν ταυτόχρονα μια σειρά από αμείλικτα ερωτήματα.
Όσοι επιλέγουν την παραμονή στην ΕΕ και τη δημιουργία συμμαχιών για τον εκδημοκρατισμό της, έχουν αναμφίβολα δίκιο όταν απαντούν πως στις 12 Ιουλίου είχαν εξαντληθεί όλα τα περιθώρια αντίστασης κι ότι τυχόν μη υποχώρηση στον εκβιασμό των πιστωτών θα οδηγούσε σε άτακτη χρεοκοπία (δεν είναι της παρούσης να ασχοληθούμε με το αν η εξέλιξη αυτή ήταν αναπόφευκτη ή με την αποφυγή μιας σειράς λαθών θα είχε αποφευχθεί).
Είναι επίσης εύλογο το επιχείρημά τους περί ανάγκης προστασίας των εργαζομένων ανέργων και λοιπών οικονομικά αδύναμων από την αδηφαγία των πιστωτών κι ο ισχυρισμός τους ότι με ισοδύναμα κοινωνικά δίκαια μέτρα μπορούν να περιοριστούν στο ελάχιστο οι αρνητικές συνέπειες του τρίτου Μνημονίου.
Είναι τέλος εύλογο το επιχείρημά τους ότι η επτάμηνη προσπάθεια αυτής της κυβέρνησης ανέδειξε το δημοκρατικό έλλειμμα της ΕΕ, ότι κινητοποίησε υπέρ του ελληνικού λαού εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπων στην Ευρώπη, κι ότι αυτό είναι μια παρακαταθήκη για νέους αγώνες. 
 Το πρώτο ερώτημα που τίθεται είναι το ακόλουθο: Μέχρι ποιο σημείο οι υποχωρήσεις μιας Αριστερής κυβέρνησης στις αξιώσεις των πιστωτών δεν την αναιρούν; Μέχρι ποιο σημείο η «προσπάθεια προστασίας του πληθυσμού» έχει νόημα; Πώς θα αντιδράσει ο ΣΥΡΙΖΑ, εφ' όσον είναι ακόμα κυβέρνηση αν - που είναι και το πιθανότερο - δεν επιτευχθούν οι εισπρακτικοί στόχοι του νέου Μνημονίου και οι δανειστές προβάλλουν νέες αξιώσεις για υφεσιακά μέτρα;
Το δεύτερο ερώτημα, άμεσα συνυφασμένο με το πρώτο, αφορά τον στόχο για «κοινωνικά δίκαια ισοδύναμα μέτρα». Προϋπόθεση της επιτυχίας του στόχου αυτού είναι η έντιμη στάση από πλευράς πιστωτών. Που όμως δεν υπήρξε ούτε μια στιγμή στη διάρκεια της επτάμηνης διαπραγμάτευσης. Πώς αντιμετωπίζεται η μη τήρηση των δεσμεύσεων από πλευράς δανειστών;
Το τρίτο ερώτημα αφορά την πολιτική επιλογή για «δημιουργία συμμαχιών για προοδευτικές αλλαγές στην Ευρώπη». Ο ΣΥΡΙΖΑ σε αυτή την προσπάθεια μπορεί να ελπίζει στη στήριξη του κόμματος της Ευρωπαϊκής Αριστεράς, της πλειοψηφίας (όχι όλου) του Ευρωπαϊκού Πράσινου Κόμματος και μιας ελάχιστης μειοψηφίας της Σοσιαλδημοκρατίας (Αυστριακοί σοσιαλδημοκράτες). Όλοι μαζί αυτοί μας δίνουν με το ζόρι το 15% των Ευρωπαίων πολιτών.
Αντιθέτως, όλες οι σχετικές δημοσκοπήσεις που έγιναν σε ευρωπαϊκές χώρες - συμπτωματικά (;) δεν έγιιναν στις εν μέρει ή εν όλω ομοιοπαθείς Ιταλία, Ισπανία, Πορτογαλία και Ιρλανδία -  δείχνουν πως μια ευρύτατη πλειοψηφία των Ευρωπαίων πολιτών θεωρεί αυτονόητο να μην έχουν δικαίωμα σε ελεύθερες συλλογικές διαπραγματεύσεις οι έλληνες εργαζόμενοι, να μην έχουν δικαίωμα στην ιατρικη περίθαλψη και στη νοσηλεία οι φτωχοί στην Ελλάδα, να μην υφίστανται οι υλικές προϋποθέσεις για παιδεία ποιότητας στην Ελλάδα, να μην ισχύει στην Ελλάδα η ευρωπαϊκή νομοθεσία προστασίας περιβάλλοντος.
Και το ερώτημα που καλείται να απαντήσει η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ είναι το ακόλουθο: σε τι βάθος χρόνου βλέπει τον αγώνα για εκδημοκρατισμό της ΕΕ; Με ποιους βραχυπρόθεσμους, μεσοπρόθεσμους και μακροπρόθεσμους στόχους; Και τι κάνει την ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ να πιστεύει ότι οι επιφανείς ηγέτες της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας όπως ο Γερούν Ντάισεμπλουμ, ο Ζιγκμαρ Γκάμπριελ και ο Μάρτιν Σουλτς, που επί επτά μήνες, πρωταγωνίστησαν στην επίθεση του ευρωπαϊκού κατεστημένου κατά της ελληνικής κυβέρνησης, τη στιγμή που Ρέντσι και Ολάντ σφύριζαν αδιάφορα, θα μεταμορφωθούν ως δια μαγείας  σε αγωνιστές του εκδημοκρατισμού της ΕΕ ;
Η Λαϊκή Ενότητα εύλογα θέτει μεν το ζήτημα  των ανάξιων μιας αριστερής κυβέρνησης παραδοχών και προβλέψεων του τρίτου Μνημονίου, όμως η ανάδειξη του εθνικού νομίσματος σε πανάκεια για την επίλυση όλων των δεινών της ελληνικής κοινωνίας, επίσης δεν απαντά σε σειρά κρίσμων ερωτημάτων.
Το πρώτο από αυτά είναι τεχνικής φύσης μεν, βαθύτατα πολιτικό δε.  Σε ποια συναλλαγματικά αποθέματα και αποθέματα πολύτιμων μετάλλων θα στηριχτεί η νέα δραχμή για να έχει κάποιο ουσιαστικό αντίκρισμα στις αγορές συναλλάγματος;
Η απάντηση στο ερώτημα αυτό θέτει αυτόματα μια σειρά προαπαιτούμενων πολιτικών και οικονομικών προϋποθέσεων χωρίς τις οποίες η επιστροφή σε εθνικό νόμισμα έχει όλες τις πιθανότητες να εξελιχτεί σε όλεθρο. Γεγονός που θέτει άμεσα το ζήτημα της εκπόνησης γραμμών άμυνας όσο οι παραπάνω προϋποθέσεις δεν υφίστανται.
Το δεύτερο ερώτημα είναι επίσης βαθύτατα πολιτικό. Έχει νόημα η παραμονή στην ΕΕ σε περίπτωση ρήξης με την Ευρωζώνη; (εδώ οφείλουμε να υπενθυμίσουμε ότι βάσει των ευρωπαϊκών συνθηκών κάθε Κράτος - μέλος της ΕΕ, πλην αυτών που υπέγραψαν τις συνθήκες με τη ρητή επιφύλαξη της διατήρησης των εθνικών τους νομισμάτων, δηλαδη του Ηνωμένου βασιλείου, της Δανίας και της Σουηδίας, πρέπει σε βάθος χρόνου να ενταχθεί στην Ευρωζώνη). Αν η απάντηση στο προηγούμενο ερώτημα είναι όχι τότε τίθεται το ερώτημα της σχέσης της Ελλάδας με την ΕΕ. 
Το τρίτο ερώτημα είναι αυτό που θέτει τη Λαϊκή Ενότητα προ των πολιτικών της ευθυνών. Η παραμονή στην Ευρωζώνη είναι τελικά οικονομικό ή πολιτικό ζήτημα; Διαβάζοντας τις δηλώσεις επιφανών στελεχών της Λαϊκής Ενότητας επί του θέματος αποκομίζει κανείς την εντύπωση πως στην υποθετική περίπτωση που η Ευρωζώνη, με τις ίδιες αντιδημοκρατικές διαδικασίες που ποδοπάτησε τη βούληση του ελληνικού λαού την αποδέχονταν (για τους όποιους λόγους βραχυπρόθεσμων συμφερόντων κάποιων Κρατών - μελών) δεν θα υφίστατο το παραμικρό ζήτημα. Αν αυτό δεν ισχύει τότε γιατί δεν προβάλλεται ως κυρίαρχη αντιπαράθεση η κατάλυση κάθε έννοιας Δημοκρατίας στην ΕΕ, μέσω της εκχώρησης εθνικής κυριαρχίας χωρίς αυτή να αντικαθίσταται από ισότιμη λαϊκή κυριαρχία σε υπερεθνικό επίπεδο;
Και  σε τελική ανάλυση, με δεδομένο ότι η πλειοψηφία των Ευρωπαίων πολιτών δεν θέλει να έχουν ίσα δικαιώματα με αυτούς οι έλληνες πολίτες, έχει νόημα να επιθυμούμε την παραμονή μας στην ΕΕ; 
Και πώς η όποια προσπάθεια απεμπλοκής από την ΕΕ θα γίνει με τρόπο που να μην προσβάλει τις εκατοντάδες χιλιάδες των Ευρωπαίων πολιτών, που ήταν μειοψηφία, αλλά δεν κόλωσαν να συγκρουστούν με τις εθνικές τους πλειοψηφίες, διεκδικώντας για τους έλληνες πολίτες ισότητα δικαιωμάτων με τους υπόλοιπους Ευρωπαίους;
 Τελευταίο, αλλά όχι ελάχιστο σε σημασία,  τίθεται το ερώτημα της πορείας της χώρας μετα την ενδεχόμενη αποχώρηση από την ΕΕ. Τι πολιτικές και κοινωνικές δομές θα αναπτύξει; Θα είναι προτεραιότητά της η διατήρηση του ευρωπαϊκού κοινωνικού και περιβαλλοντικού κεκτημένου, ή μαζί με τα νερά θα πεταχτεί και το μωρό; 
Ερωτήματα βασανιστικά, ερωτήματα που απαιτούν πολύ συζήτηση,  και στα οποία, ας μη γελιόμαστε, κανείς δεν είναι έτοιμος να δώσει απαντήσεις με βεβαιότητα. Ούτε και θα μπορέσει να τις δώσει κανείς στο άμεσο μέλλον.

Γιάννης Χρυσοβέργης 
 

Τρίτη 14 Ιουλίου 2015

ΣΥΝΘΗΚΟΛΟΓΗΣΗ ΧΩΡΙΣ ΟΡΟΥΣ

Ο πόλεμος ήταν πολύ σύντομος και η έκβασή του ανάλογη του συσχετισμού δυνάμεων: οδηγηθήκαμε σε συνθηκολόγηση χωρίς όρους. 
Τον πόλεμο αυτόν δεν τον επιλέξαμε, ούτε και ειχαμε τη δυνατότητα να τον αποφύγουμε, εκτός κι αν απεμπολούσαμε το δικαίωμά μας να αποφασίζουμε ελεύθερα για την κυβέρνησή μας.
Τώρα πρέπει να μαζέψουμε τα κομμάτια μας, να διαχειριστούμε την πίκρα μας για να μην της επιτρέψουμε να γίνει αυτοκαταστροφική  και να ξεκινήσουμε έναν μακρύ απελευθερωτικό αγώνα.
Για τη Δημοκρατία και για τον απεγκλωβισμό μας από την Ευρωπαϊκή Ένωση.

«Όταν ένας λαός απορρίπτει ένα τελεσίγραφο του κηρύσσεται ολοκληρωτικός πόλεμος», είχα γράψει την επαύριο του δημοψηφίσματος. Ο πόλεμος αυτός ήταν αναπόφευκτος. Η κήρυξή του είχε αποφασιστεί πριν ακόμα από τις εκλογές της 25ης Ιανουαρίου, όταν σύσσωμοι οι εκπρόσωποι των ευρωπαϊκών θεσμών μας κουνούσαν το δάχτυλο απειλητικά και απαιτούσαν να «μην ψηφίσουμε λαϊκιστές». Οι μάσκες έπεσαν την επαύριο των εκλογών  όταν δρομολογήθηκε η ανατροπή της κυβέρνησης που ανέδειξε η ψήφος μας.
Θα μπορούσε να είχε καλύτερη έκβαση αυτή η σύγκρουση; Κατά την άποψή μου ναι, αν από τον πρώτο κιόλας μήνα η νέα κυβέρνηση είχε επιβάλει έλεγχο κεφαλαίων για την αντιμετώπιση της οργανωμένης μαζικής απόσυρσης καταθέσεων. 
Επίσης κατά την άποψή μου, η κυβέρνηση επέδειξε προκλητικά καλή πίστη και αντιμετώπισε το Βερολίνο και τις Βρυξέλλες ως εταίρους και όχι ως εχθρούς, όπως θα όφειλε να είχε διδαχτεί από τα παθήματα και την πραξικοπηματική ανατροπή του Γιώργου Παπανδρέου. 
Όμως δεν έκανα εγώ τη διαπραγμάτευση, δεν ήμουν εγώ μόνος μου εναντίον δεκαοκτώ και γι αυτό, ο κάθε ένας σαν εμένα, που έχει κάποιες ενστάσεις, καλό είναι να τις διατυπώνει σε χαμηλούς τόνους.
Γιατί τα τακτικά λάθη οφείλονταν πρωτίστως στην παραδοχή ότι «πρέπει να αγωνιστούμε για να αλλάξει η Ευρώπη», παραδοχή που για τον Αλέξη Τσίπρα και την πλειοψηφία της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ είναι αξίωμα.
Η κυβέρνηση δε μπόρεσε να διακρίνει ότι πλεον, με αφορμή την ελληνική κρίση, έχει εδραιωθεί στην Ευρώπη μια απολυταρχική εξουσία των γραφειοκρατών των Βρυξελλών και του Βερολίνου που μισεί κάθε μορφή Δημοκρατίας.
Απέναντι σε αυτή τη δικτατορία έχουμε καθήκον να αντισταθούμε, να επιδοθούμε σε ένα μακροχρόνιο απελευθερωτικό αγώνα, αφού πρώτα χτίσουμε ένα δημοκρατικό όραμα έξω από την ΕΕ και ενάντια σε αυτήν.
 Το όραμα αυτό θα το χτίσουμε μέρα με τη μέρα, μήνα με το μήνα, χρόνο με το χρόνο, με τη δράση μας σε επιτροπές αλληλεγγύης και αλληλοβοήθειας στις συνοικίες, σε κοινωνικά ιατρεία για τους ανασφάλιστους, στην οργάνωση συσσιτίων.
 Είναι εντελώς φυσιολογικό τα παιδιά που μεγάλωσαν με το ERASMUS και την ελευθερία κίνησης στην Ευρώπη να τρομάζουν στην ιδέα μιας αποχώρησης από την ΕΕ. 
Πρέπει όμως να τους δείξουμε ότι ακριβώς οι ίδιοι που έχουν επιβάλει, με πρόσχημα κάποιες μεταρρυθμίσεις για τις οποίες ουδέποτε ενδιαφέρθηκαν, μια μαζική φτωχοποίηση της κοινωνίας, αξιώνουν ταυτόχρονα περιορισμούς στην ελευθερία μετακίνησης των πολιτών με πρόσχημα τους «λαθρομετανάστες».
Πρέπει να τους θυμήσουμε επίσης ότι για να ταξιδέψεις, πρέπει να σου επιτρέπεται να έχεις τα χρήματα για να το κάνεις.
Είναι εντελώς φυσιολογικό οι άνθρωποι που γνώρισαν την προ της Συνθήκης του Μάαστριχτ ΕΟΚ, όταν η λέξη Ευρώπη ήταν συνώνυμη της ευημερίας για όλους, να τρομάζουν στην ιδέα της αποχώρησης από την ΕΕ.
Πρέπει σε όλους αυτούς να θυμίσουμε ότι μια χώρα που δυο φορές με δημοψήφισμα απέρριψε την ένταξή της στην ΕΕ, η Νορβηγία, έχει κατορθώσει να εξασφαλίσει για τους πολίτες της όλα τα δημοκρατικά πλεονεκτήματα, όλη την ευημερία, όλη την κοινωνική συνοχή που στερούνται όλο  και περισσότερα Κράτη-μέλη της ΕΕ. 
Μέσα από αυτή την πολύπλευρη δραστηριότητα θα δώσουμε έμπρακτη απάντηση στην τρομοκρατία της προπαγάνδας την εγχώριας ολιγαρχίας και των Βρυξελλών, τα παπαγαλάκια των οποίων έσπευσαν να χαιρετήσουν τη «δυσπιστία» των εταίρων προς την ικανότητα της κυβέρνησης «να εφαρμόσει μεταρρυθμίσεις» και ζητούν «την απομάκρυνση των εξτρεμιστών από την κυβέρνηση» και την αντικατάστασή τους από «μετριοπαθείς πολιτικούς», με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που στη δεκαετία του '60 «μετριοπαθείς πολιτικοί» και «έγκριτοι δημοσιογράφοι» αναζητούσαν «ένα λοχία» για να σώσει τη χώρα «από τον ερυθρό δαίμονα του Καστρίου», το Γεώργιο Παπανδρέου δηλαδή.Το ότι όλοι εκείνοι πρωτοστάτησαν στην Απόστασία, χειροκρότησαν τη σκευωρία της υπόθεσης Ασπίδα και, κάποιοι από αυτούς, έγιναν υπουργοί της Χούντας είναι απλώς ενδεικτικό του τι είναι ικανοί να κάνουν οι δικοί μας «μετριοπαθείς πολιτικοί» και «έγκριτοι δημοσιογράφοι».
Είναι τέλος σημαντικό σε όλη αυτή την προσπάθεια να μη  εμπλακούμε σε όσους ακόμα πιστεύουν καλόπιστα - για το ΣΥΡΙΖΑ και κάσποιους αποπροσανατολισμένους Οικολόγους ο λόγος - ότι μπορούν  να εκδημοκρατίσουν την ΕΕ.
Είμαστε στην ίδια βάρκα κι έχουμε τον ίδιο σκοπό, την αξιοπρέπεια και την ευημερία αυτής της χώρας, δεν υπάρχει λόγος να κοπανάμε τα κουπιά μας οι μεν στα κεφάλια των δε. Δεν είναι μονάχα αντιπαραγωγικό, είναι αυτό που θα μας αποστερήσει την υποστήριξη των εκατοντάδων χιλιάδων Ευρωπαίων πολιτών που πλημμύρισαν τους δρόμους και τις πλατείες της Ευρώπης για να μας συμπαρασταθούν αυτούς τους έξι τρομερούς μήνες. Η δράση μας πρέπει να βοηθήσει τη δική τους, κι η δική υτους τη δική μας. Μονάχα έτσι, με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο θα βγει κάτι καλό.
 Το Δημοψήφισμα αποκάλυψε πως περίπου οι μισοί ψηφοφόροι του ΟΧΙ είχαμε δώσει ψήφο ενάντια στη δικτατορία της ΕΕ. Είναι μια καλή αρχή. Όμως για να γίνει το ρεύμα αυτό πλειοψηφικό έχουμε πολλή δουλειά.
Ο χρόνος πιέζει. Δεν έχουμε την πολυτέλεια καθυστερήσεων. Η κοινωνική οργή θα αρχίσει να φουντώνει σύντομα, καθώς οι εισπρακτικοί στόχοι των μέτρων της «συμφωνίας» είναι ανέφικτοι, με αποτέλεσμα την επιβολή νέων οριζόντιων περικοπών και φόρων. Κι αν δεν είμαστε εκεί, τότε αυτής της οργής θα επωφεληθεί μονάχα η Χρυσή Αυγή.

Γιάννης Χρυσοβέργης




Τρίτη 23 Ιουνίου 2015

REQUIEM

Τα όσα συνέβησαν στη διάρκεια της τελευταίας πενταετίας δοκίμασαν σε ακραίο βαθμό την προσωπική μου πίστη στην αναγκαιότητα μιας Ευρωπαϊκής πολιτικής ομοσπονδίας, μια επιλογή που επί 35 σχεδόν χρόνια είχα υπερασπιστεί με πάθος. 
Απόψε είμαι πεπεισμένος ότι είχα λαθέψει. Αυτό για το οποίο είχα αγωνιστεί εξελίχθηκε σε μια στυγνή δικτατορία της γραφειοκρατίας των Βρυξελλών και της γερμανικής πολιτικής ελίτ.
Σε αυτή την Ευρώπη είμαι εχθρός. 

 Πέντε χρόνια τώρα έχω βαρεθεί να ακούω Ευρωπαίους πολιτικούς να αξιώνουν από τις ελληνικές κυβερνήσεις τη λήψη μέτρων που παραβιάζουν ασύστολα την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, για να βελτιωθεί η ανταγωνιστικότητα της χώρας.
Πέντε χρόνια τώρα έχω βαρεθεί να ακούω δημοσιογράφους περισσότερο ή λιγότερο «έγκριτων» ΜΜΕ να θεωρούν αυτονόητο πως πρέπει να έχω λιγότερα δικαιώματα από τους υπόλοιπους Ευρωπαίους πολίτες.
Πέντε χρόνια τώρα έχω βαρεθεί να βλέπω την πλειοψηφία των πολιτών σε όλες ανεξαιρέτως τις χώρες της Ευρωζώνης να θεωρούν επίσης αυτονόητο πως δεν πρέπει να έχω τα ίδια δικαιώματα με αυτούς.
Πέντε χρόνια τώρα έχω βαρεθεί να βλέπω μια δράκα χορτασμένων γραφειοκρατών να αποφασίζουν τι πρέπει να κάνω και τι όχι, στο απυρόβλητο κάθε ελέγχου από τα θεσμικά ευρωπαϊκά όργανα.
Πέντε χρόνια τώρα έχω βαρεθεί να ακούω γραφειοκράτες των Βρυξελλών με πενταψήφιους μηνιαίους μισθούς να μου λένε ότι «είμαι τεμπέλης» κι ας μην έχουν δουλέψει ούτε μια μέρα στη ζωή τους με τους ρυθμούς που εργάζομαι από τη μέρα που μπήκα στην αγορά εργασίας.
Πέντε χρόνια τώρα έχω βαρεθεί να ακούω τα ντόπια τους παπαγαλάκια, με τα κουστούμια και τα συνολάκια που αγοράστηκαν με τρεις έως πέντε μηνιαίους μισθούς μου να μου λένε ότι «είμαι διεφθαρμένος» κι ότι «κερδίζω πολλά χρήματα».
Πέντε χρόνια τώρα έχω βαρεθεί να ακούω ανθρώπους που ποτέ τους δεν έψαξαν για δουλειά να αξιώνουν απελευθέρωση των απολύσεων.
Πέντε χρόνια τώρα έχω βαρεθεί να ακούω να βαφτίζεται «μεταρρύθμιση» η αξίωση για περικοπή συντάξεων των 300 ευρώ, το κλείσιμο σχολείων και νοσοκομείων. 
Τρία χρόνια τώρα έχω βαρεθεί να ακούω τις «νουθεσίες» και τις απροκάλυπτες απειλές όλων των παραπάνω, να μην «παρασυρθώ από τους επικίνδυνους λαϊκιστές» και να ψηφίσω τους πειθήνιους εκτελεστές των εντολών τους.
Πέντε μήνες τώρα έχω βαρεθεί να τους βλέπω να εργάζονται ανοιχτά για την ανατροπή της κυβέρνησης που ψήφισα, να αξιώνουν ευθέως καθαιρέσεις υπουργών, μέσω «διαρροών σε έγκριτα ΜΜΕ».
Αυτή η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν έχει τίποτα κοινό με την δημοκρατική Ευρώπη την οποία οραματίστηκα και υπερασπίστηκα με πάθος για περισσότερα από 30 χρόνια.
Ακόμα κι αν υποθέσουμε ότι αύριο μεθαύριο η κυβέρνηση αυτή δε θα υποχρεωθεί  σε χωρίς όρους συνθηκολόγηση, όπως είναι το πιο πιθανό, αλλά ότι θα πετύχει τη βέλτιστη δυνατή συμφωνία, αυτή τη Ευρώπη  και πάλι δε θα είναι η Ευρώπη που οραματίστηκα.
Δε θα είναι η Ευρώπη που οραματίστηκα γιατί το αποτέλεσμα της διαπραγμάτευσης θα είναι προϊόν μιας διμερούς συμφωνίας της Γερμανίδας Καγκελαρίου με τον Έλληνα Πρωθυπουργό. Όλοι οι υπόλοιποι ευρωπαϊκοί θεσμικοί παράγοντες, σε όλη αυτή τη διαδικασία, επέλεξαν είτε, στην καλύτερη περίπτωση, το ρόλο του αγγελιοφόρου ένθεν κακείθεν, είτε, στη χειρότερη περίπτωση,  το ρόλο του τραμπούκου του αφεντικού (της Γερμανίδας Καγκελαρίου δηλαδή) ή του γελωτοποιού του.
Κι ενώ η συμφωνία θα επικυρωθεί από σημαντικό αριθμό εθνικών κοινοβουλίων, η γνώμη του μοναδικού άμεσα νομιμοποιημένου από τη λαϊκή κυριαρχία ευρωπαϊκού θεσμού, του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου,  ούτε καν θα ζητηθεί.
Στη Σύνοδο Κορυφής της προσεχούς Πέμπτης θα προταθεί από τους εκπροσώπους των «ευρωπαϊκών θεσμών» η δημιουργία θέσης «υπουργού οικονομικών της Ευρωζώνης», ο οποίος θα είναι ο απόλυτος κυρίαρχος της οικονομικής πολιτικής, μιας και η πρόταση δεν προβλέπει την εκλογή του - ούτε βεβαίως τη λογοδοσία του - από κάποιο όργανο νομιμοποιημένο από τη λαϊκή κυριαρχία  
Όχι, αυτή η Ευρώπη σίγουρα δεν είναι η δική μου Ευρώπη. Και δεν έχω αμφιβολία ότι αυτό το τέρας που δημιουργήθηκε δε μεταρρυθμίζεται. 
Είναι γεγονός, πως δεν έχω εναλλακτική πρόταση να προτείνω. Δεν ξέρω πώς να απαλύνω τους φόβους του συμπολίτη μου που με ρωτάει «άντε και ξεμπερδέψαμε με δαύτους, μετά τι κάνουμε;». Ούτε και πιστεύω ότι υπάρχει άνθρωπος που έχει έτοιμες λύσεις.
Πιστεύω όμως ότι πρέπει να εργαστώ για την απεμπλοκή της χώρας της οποίας έτυχε να είμαι πολίτης από τα νύχια του. Γιατί, σε κάθε περίπτωση, δεν είναι δυνατό να αφήσουμε αυτό το τόσο σοβαρό ζήτημα, γιατί για ζήτημα Δημοκρατίας πρόκειται, στα νύχια των νεοναζί της ΧΡΥΣΗΣ ΑΥΓΗΣ.
Το κείμενό μου αυτό ήταν το πρώτο μετά από μήνες σιωπής. Θα είναι και το τελευταίο για απροσδιόριστο χρονικό διάστημα. Έχω ανάγκη από περισυλλογή, ανάγκη να χτίσω ένα νέο προσωπικό όραμα, να δώσω απαντήσεις πρώτα στον εαυτό μου και μετά σε όσους με ρωτάνε.
Κι εδώ υπεισέρχεται ένα ακόμα προσωπικό στοίχημα. Να μπορέσω να διατηρήσω εγκάρδιες, ή έστω πολιτισμένες, σχέσεις με πρόσωπα που είμασταν μαζί όλα αυτά τα χρόνια, αλλά που ανάμεσα στη Δημοκρατία και στην Ευρώπη, για δικούς τους προσωπικούς λόγους και συμφέροντα, προέταξαν τη δεύτερη. Γιατί θα με βρίσκουν απέναντί τους σε κάθε τους προσπάθεια να επιβάλουν τη βούληση της Ευρώπης ενάντια σε κάθε έννοια Δημοκρατίας.
Κλείνοντας αυτό το μακροσκελές κείμενο θέλω να ευχαριστήσω - κι ας μην το μάθουν ποτέ οι ενδιαφερόμενοι - την κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, γιατί αυτούς τους πέντε μήνες, με τις προσπάθειές της, μου επέτρεψε να δώσω μια τελευταία ευκαιρία σε ένα κουρελιασμένο όραμα.
Κι ακόμα τις εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπων σε όλη την Ευρώπη, που δε χάνουν την ευκαιρία να διαδηλώνουν τη συμπαράστασή τους στον ελληνικό λαό. 

Καληνύχτα και καλή τύχη

Γιάννης Χρυσοβέργης

 

Τετάρτη 1 Απριλίου 2015

ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΙΜ. ΣΚΙΑΝΗΣ (1960-2015)

Ο ΑΤΑΚΤΟΣ ΛΟΓΟΣ είναι  από το βράδυ της Δευτέρας 30 Μαρτίου 2015 φτωχότερος.
Ο Γιώργος Αιμ. Σκιάνης, μετά από μια μάχη δυόμισι χρόνων με τον καρκίνο, δεν είναι πια κοντά μας.
Έφυγε σεμνά κι αθόρυβα, όπως είχε επιλέξει να ζει.
Όσοι είχαμε την τύχη να τον γνωρίσουμε χάσαμε έναν υπέροχο φίλο και σύντροφο.
Οι γραμμές που ακολουθούν είναι σκόρπιες προσωπικές αναμνήσεις από στιγμες μαζί του.

Με το Γιώργο γνωριζόμασταν ήδη από το σχολείο. Ήταν μια τάξη κάτω από εμένα, αλλά παρέα αρχίσαμε να κάνουμε όταν τελειώσαμε το σχολείο.
Πάντα λιγομίλητος και φαινομενικά αφηρημένος, όμως σε εξέπλησσε με την οξυδέρκεια των παρατηρήσεών του όταν αποφάσιζε πως άξιζε τον κόπο να πει κάτι. Θυμάμαι ένα βράδυ στου Γκύζη, κατά τα τέλη της δεκαετίας του '70. Μια παρέα τεσσάρων ανθρώπων υποτίθεται ότι χωρίζαμε για να πάμε στα σπίτια μας ενώ συζητούσαμε με πάθος τις πολιτικές εξελίξεις στην Ιταλία. Το επίπεδο της συζήτησης κάτι μεταξύ «βαθυστόχαστης» πολιτικής ανάλυσης και χαβαλέ. Ο μόνος που δεν είχε μιλήσει στο εικοσάλεπτο εκείνο ήταν ο Γιώργος. «Μου φαίνεται ότι ώρες - ώρες γινόμαστε γελοίοι», σχολίασε όταν απομείναμε δυο κι αυτός πήγαινε για το σπίτι του ενώ εγώ πήγαινα για τη στάση του λεωφορείου που θα με οδηγούσε στο δικό μου.
Βρεθήκαμε μαζί στην προσπάθεια - ιδέα του συνονόματου με αυτόν ξαδέλφου του - δημιουργίας ενός ελεύθερου ραδιοφωνικού σταθμού στα τέλη του 1981 (για τους νεότερους τότε υπήρχε μονάχα κρατική ραδιοφωνία), το «Ράδιο του Δρόμου», όπως είχαμε ονομάσει το σταθμό μας. Ο Γιώργος ήταν πάντα εκεί για να προτείνει πρακτικές λύσεις τις στιγμές που κάποιοι μεγαλεπήβολοι οραματιστές της ομάδας πνίγονταν σε μια κουταλιά νερό. 
Τον Αύγουστο του 1982, πήγαμε μαζί στο πανεπιστήμιο της Σαλαμάνκα, για μαθήματα γλώσσας. Ένας μήνας γεμάτος από τρελό διάβασμα κι αναρίθμητα μπεκρουλιάσματα στις πιο φτηνιάρικες ταβέρνες της πόλης, με παρέες διαφορετικής σύνθεσης κάθε βράδυ. 
Είχαν πια τελειώσει τα μαθήματα και, το τελευταίο βράδυ της παραμονής μας στη Σαλαμάνκα, ένα ετερόκλητο πλήθος μαθητών των θερινών μαθημάτων, άλλοι μισομεθυσμένοι, άλλοι ντίρλα, οχλαγωγούσαμε σε μια κεντρική πλατεία, με τους Πολιτοφύλακες να μην ξέρουν τι να μας κάνουν και πώς να μας στείλουν να κοιμηθούμε επιτέλους. «Δε θα κάνω μεταπτυχιακά στη Φυσική», γύρισε και μου είπε ξαφνικά. «Θα σπουδάσω Ιστορία Τέχνης». Δε μου εξήγησε εκείνη την απόφασή του, ούτε και γιατί τελικά δεν την υλοποίησε.
Στα χρόνια που σπούδαζα στο Παρίσι κάθε φορά που ερχόμουν στην Ελλάδα ο Γιώργος ήταν ένας από τους ανθρώπους που οπωσδήποτε θα συναντούσα. Ήταν η εποχή που κάθε μας συζήτηση, ακόμα και για το πιο τετριμμένο θέμα, μπορούσε να καταλήξει σε ουσιαστική φιλοσοφική συζήτηση. Συνήθεια που την κρατήσαμε μέχρι που η αρρώστεια άρχισε να τον καταβάλλει.
Δε θα ξεχάσω τη χαρά του, στο μήνυμα που άφησε στον τηλεφωνητή μου, σε απάντηση μηνύματος που είχα αφήσει στο εργαστήριο του Πανεπιστημίου Complutense, όπου έκανε μια μεταδιδακτορική έρευνα στα μέσα της δεκαετίας του '90, με το οποίο τον ενημέρωνα ότι τα είχαμε καταφέρει και η Νίλντα η σύντροφος της ζωής του, είχε αποκτήσει άδεια παραμονής στην Ελλάδα.
Όπως και δε θα ξεχάσω τις συζητήσεις μας για τα ζόρια που τράβαγε στο πανεπιστήμιο, όπου, ενάντια σε μύρια εμπόδια, είχε εκελεγεί λέκτορας το 2000. Εμπόδια που έμελλε να τα βρίσκει μπροστά του για μια δεκαετία σχεδόν.
Όταν μια παρέα τεσσάρων ανθρώπων φτιάξαμε τον ΑΤΑΚΤΟ ΛΟΓΟ, τα κείμενα του Γιώργου ήταν για εμένα πάντα τροφή σκέψης. Ανάμεσά τους  το κείμενο για τη σκέψη του Καρλ Πόππερ , η Φλεγόμενη γαλάζια μηχανή  και το άλεφ  
Η τελευταία ανάρτηση του Γιώργου  στον ΑΤΑΚΤΟ ΛΟΓΟ έγινε λίγες μόλις μέρες πριν διαγνωστεί η μετάσταση του καρκίνου στο συκώτι, που, με συνοπτικές  διαδικασίες, έδωσε τέλος στην ύπαρξή του.
Καλό δρόμο καλέ μας φίλε. Μας λείπεις πολύ.

Γιάννης Χρυσοβέργης

Παρασκευή 20 Μαρτίου 2015

ΟΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΕΣ ΔΙΑΠΡΑΓΜΑΤΕΥΣΕΙΣ ΘΑ ΑΡΧΙΣΟΥΝ ΜΕΤΑ ΤΗ ΣΤΑΣΗ ΠΛΗΡΩΜΩΝ

Η αμφίσημη διαπραγματευτική τακτική της ελληνικής κυβέρνησης είναι απόρροια μιας αμφίθυμης λαϊκής εντολής, που και κοινωνική πολιτική θέλει και «αντί πάσης θυσίας» παραμονή στο ευρώ.
Όμως, πλην απρόσμενης εξαιρετικά ευχάριστης έκπληξης, η κυβέρνηση θα κριθεί τελικά από την ικανότητά της να διαχειριστεί τη στάση πληρωμών, που δείχνει αναπόφευκτη, έως και επιθυμητή από σημαντικό αριθμό θεσμικών ευρωπαϊκών παραγόντων.
Από την επιτυχία ή την αποτυχία αυτής της διαχείρισης θα κριθεί και το αν θα γίνει μια ουσιαστική διαπραγμάτευση με τους εταίρους.

Τα όποια αποτελέσματα της αποψινής πενταμερούς σύσκεψης που κατέληξε να είναι επταμερής με οκτώ συμμετέχοντες κατά πάσα πιθανότητα θα διακρίνονται από μια «δημιουργική αμφισημία» ανάλογη αυτής της συμφωνίας της 20ης Φεβρουαρίου.
Θα ήταν λάθος να μην πιστωθεί η σύγκλισή της ως διαπραγματευτική επιτυχία της κυβέρνησης, μιας και συνιστά την πρώτη ουσιαστική συζήτηση σε επίπεδο κορυφής για τη διαχείριση του ελληνικού χρέους, ακόμα και αν, όπως διαρρέουν οι «κοινοτικές πηγές» τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές, θα αποφασίσει τη σύγκλιση ενός νέου Eurogroup.
Πολύ περισσότερο που η σύγκλισή της προκάλεσε σειρά επιθυμητών, για την ελληνική κυβέρνηση, αντιδράσεων από άλλα Κράτη-μέλη και αύριο θα υπάρξει, έστω και άτυπα, ενημέρωση της Συνόδου Κορυφής για όσα συζητούνται.
Όμως, είτε μας αρέσει είτε όχι, η ελληνική κυβέρνηση είναι απελπιστικά μόνη απέναντι στο σύνολο των υπολοίπων Ευρωπαϊκών χωρών, κι αυτό το ήξερε πριν από τις εκλογές κι αυτή κι εμείς.
Όταν οι εκπρόσωποι των θεσμικών οργάνων «βιάζονται» να υπάρξει λύση, ενοούν ένα κια μόνο πράγμα: να εφαρμοστεί η υφεσιακή πολιτική που ούτε η κυβέρνηση Σαμαρά τόλμησε να εφαρμόσει, γι αυτό άλλωστε κι έγιναν οι εκλογές. Αλλιώς σίγουρα θα είχε εξαγοραστεί ο επαρκής αριθμός βουλευτών για την εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας.
Εντούτοις, ακόμα κι αν ήθελε η ελληνική κυβέρνηση να κάνει την περιβόητη «κωλοτούμπα», την οποία ευαγγελίζονται, προς το παρόν με τη λογική του «ο πεινασμένος καρβέλια ονειρεύεται», ΠΑΣΟΚ και ΝΕΑ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, αυτό πλέον δε μπορεί να συμβεί.
Η απίστευτα επιθετική ρητορική κατά της ελληνικής κυβέρνησης, με απίστευτα απαξιωτικούς προσωπικούς χαρακτηρισμούς κατά υπουργών,από πλευράς του Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, αλλά και άλλων στελχών της γερμανικής κυβέρνησης, Χριστιανοδημοκρατών και σοσιαλδημοκρατών - μέχρι στιγμής μόνο η Καγκελάριος έχει αυστηρά πολιτικό λόγο -  έχουν δημιουργήσει νέα δεδομένα.
Η «κωλοτούμπα», αν γίνει, θα είναι συνώνυμη με μια βαριά εθνική ήττα για πολύ μεγάλο κομάτι της κοινωνίας. Με ό,τι μπορεί να σημαίνει αυτό.
Η άρνηση της κυβέρνησης να κάνει αυτή την «κωλοτούμπα» όμως μοιραία οδηγεί σε στάση πληρωμών.
Είναι πλέον προφανές πως αυτό που παίζεται στην Ελλάδα δεν είναι ούτε μια ιδεολογική εμμονή, ούτε ένα λάθος.
Η μελέτη που δείχνει ότι οι φόροι που πληρώνουν οι φτωχότεροι πολίτες στα πέντε χρόνια της χρεοκοπίας αυξήθηκαν κατά 337% ενώ αυτοί που πληρώνουν οι πλουσιότεροι κατά 9% προέρχεται από γερμανικό ίδρυμα. Η ίδια μελέτη αποδεικνύει ότι οι φτωχότεροι πολίτες έχασαν μέχρι και το 86% του εισοδήματός τους αυτά τα χρόνια, ενώ οι πλουσιότεροι μόλις 16% (και κάποιοι αύξησαν σκανδαλωδώς τον πλούτο τους θα σημειώναμε εμείς).
Στις Βρυξέλες δε γίνεται συζήτηση με βάση αυτό που αποκαλείται «κοινή λογική» των αριθμών, γιατί σε αυτή την περίπτωση όλοι θα είχαν πειστεί πως κάτι άλλο πρέπει να γίνει.
Επρόκειτο για ένα γερμανικής έμπνευσης σχέδιο δημιουργίας στην Ευρώπη μιας εκτεταμένης ειδικής οικονομικής ζώνης - με χώρο πειραματισμού την Ελλάδα και προοπτική να απλωθεί τουλάχιστον στους πρώην δορυφόρους της ΕΣΣΔ και στη ευρωπαϊκή ακτή της Μεσογείου - όπου οι άνθρωποι θα εργάζονται με μεροκάματα, δικαιώματα και περιβαλλοντικές συνθήκες Κϊνας. 
Σε αυτές τις ειδικές οικονομικές ζώνες θα μπορούσε να επαναπατριστεί το σύνολο της ευρωπαϊκής βιομηχανίας που σήμερα αναζητεί φτηνά μεροκάματα στην Κίνα, αλλά που, λόγω του αυξανόμενο αμερικανοκινεζικού ανταγγωνισμού, μπορεί να χρειαστεί να επαναπατριστεί.
Για την επιτυχία αυτού του σχεδίου πρέπει να συντριβεί η παρούσα κυβέρνηση, κυρίως για να μη μεταδοθεί το κακό παράδειγμα στην Ισπανία και στις άλλες χώρες.
Σε αυτό το πλαίσιο μοναδικό επιχείρημα της ελληνικής κυβέρνησης είναι η γεωπολιτική της θέση και οι συνέπειες που θα μπορούσε να έχει, οικονομικές και πολιτικές, μια κατάρρευση - πλήρης ενοούμε γιατί είναι εδώ και έξι χρόνια σε ελεύθερη πτώση - της ελληνικής οικονομίας.
Κι ίσως, ο μόνος τρόπος για να γίνει κατανοητό αυτό το επιχείρημα είναι να γίνει η στάση πληρωμών με την οποία την απειλούν οι συνομιλητές της.
Σε τελική ανάλυση η ελληνική οικονομία λειτουργεί πλέον σε συνθήκες ισορροπίας τον τελευταίο χρόνο.ισορροπίας της φτώχειας και της στασιμότητας, αλλά ισορροπίας σε κάθε περίπτωση. Ο δανεισμός πλέον είναι για την αναχρηματοδότηση του δημόσιου χρέους.
Για να μπορέσει όμως η κυβέρνηση να καταστήσει πειστικό το επιχείρημά της προς το εξωτερικό πρέπει πρώτα από όλα να πάρει τα μέτρα της για να μη λείψουν τα απαραίτητα στο εσωτερικό. Κάτι που απαιτεί σοβαρά σχέδια.
Από την επιτυχία ή την αποτυχία της κυβέρνησης να διαχειριστεί αυτή ακριβώς την κρίση που πολλοί - σίγουρα όχι όλοι - Ευρωπαίοι (αλλά και η εγχώρια άρχουσα τάξη) προωθούν θα κριθεί και το αν θα μπορέσει να ανοίξει τη συζήτηση της αναδιάρθρωσης του χρέους και της ανάγκης υιοθέτησης, σε ευρωπαΪκό επίπεδο, μιας αναπτυξιακής πολιτικής.
Ίδωμεν...

Γιάννης Χρυσοβέργης 

Υ.Γ. Ευχαριστώ θερμά το συνάδελφο και φίλο Γιάννη Δερμεντζόγλου για την άδειά του να χρησιμοποιήσω το σκίτσο του.

Σάββατο 21 Φεβρουαρίου 2015

EUROGROUP: ΜΙΑ ΠΡΟΣΚΑΙΡΗ ΚΑΤΑΠΑΥΣΗ ΤΟΥ ΠΥΡΟΣ

Παρά την εμφανή ανακούφιση των κοινοτικών παραγόντων για την αποφυγή του ναυαγίου στο χθεσινό Eurogroup και την πεποίθηση που εξέφρασαν πως πρόκειται για ανακωχή τεσσάρων μηνών, το κοινό κείμενο μπορεί να αποδειχθεί απλή κατάπαυση του πυρός διάρκειας δυο μόλις ημερών.
Επί της ουσίας το κοινό ανακοινωθέν επιτρέπει στους πάντες να αισθάνονται νικητές. Όμως τίποτα δεν έχει συμφωνηθεί, ούτε καν το τι θεωρείται μονομερής ενέργεια. Το επόμενο τετράμηνο θα είναι πολύ θερμό.
 
Είχα σχεδόν τρεις μήνες να γράψω και όχι τυχαία. Από τη μια οι εξοντωτικές συνθήκες εργασίας των τελευταίων μηνών άφηναν λίγο χρόνο για νηφάλια σκέψη. Από την άλλη, είχα την αίσθηση πως για όλα όσα συνέβησαν σε αυτό το πυκνό τρίμηνο Νοεμβρίου - Φεβρουαρίου είχα ήδη μιλήσει από καιρό. Κι ότι δεν είχε νόημα να μηρυκάζω τα ίδια και τα ίδια.
Όμως χθες το βράδυ υπήρξε ένα γεγονός: ένα κείμενο συμφωνίας μεταξύ της Ελλάδας και της Γερμανίας με τη μορφή  κοινής ανακοίνωσης του Eurogroup.
Τα όσα ακολούθησαν την υπογραφή του εν λόγω κειμένου ασφαλώς παραπέμπουν, σε δυο αριστουργήματα του θεάτρου και του κινηματογράφου, τα οποία με γλαφυρότητα αποδίδουν την πάγια συνήθεια των Ευρωπαϊκών συμφωνιών: το πώς ένα γεγονός μπορεί να υποκρύπτει περισσότερες της μιας πραγματικότητες. Ο λόγος για τη σχεδόν ενός αιώνα (1916) κωμωδία του Λουίτζι Πιραντέλλο «Έτσι είναι, αν έτσι νομίζετε» και το ηλικία 65 ετών του Ακίρα Κουροσάβα «Ρασομόν».
Πέρα όμως από τους εκατέρωθεν πανηγυρισμούς υπάρχει μια αδιαμφισβήτητη πραγματικότητα. Η γερμανική κυβέρνηση απέτυχε, προς το παρόν, στην προσπάθειά της να θέσει την ελληνική προ του διλήμματος: «ή εφαρμόζετε όσα δεσμεύτηκε ο Σαμαράς ή καταρρέετε οικονομικά». Κάτι που αν όχι για την Άγγελα Μέρκελ, για τον Βόλφγκανγκ Σόιμπλε είχε παρει τη μορφή «ζητήματος τιμής».
Η ελληνική κυβέρνηση μπορεί να κατόρθωσε να ανοίξει τη συζήτηση για το ύψος του πρωτογενούς πλεονάσματος, απέτυχε όμως, προς το παρόν επίσης, να ανοίξει το ζήτημα της απομείωσης του χρέους και, το σημαντικότερο, να θέσει επί τάπητος την άμεση αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης.
Θα μπορούσε η ελληνική πλευρά να είχε επιτύχει κάτι καλύτερο; Μπορεί ναι, μπορεί όμως και όχι.
Σε κάθε περίπτωση εδώ δεν υπάρχει λόγος να ασχοληθούμε με τις αντιδράσεις της ΝΕΑΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ και του ΠΑΣΟΚ, οι οποίες μπορούν να συγκριθούν μόνο με αυτές των ποδοσφαιριστών που τέθηκαν εκτός αποστολής της ομάδας επειδή ο προπονητής τους δεν άντεχε πλέον να τους βλέπει να βάζουν αυτογκόλ κι από την εξέδρα πλέον γιουχάρουν τυος συμπαίκτες τους γιατί έχασαν ευκαιρίες.
Όμως για να απαντήσουμε στο παραπάνω ερώτημα πρέπει προηγουμένως να απαντήσουμε σε ένα άλλο: «Μπορούσε ο ΣΥΡΙΖΑ  να κρατήσει πιο σκληρή στάση;» 
Η απάντηση θα ήταν ναι αν το κυβερνόν κόμμα ήταν έτοιμο να διαχειριστεί μια κήρυξη χρεοκοπίας εντός της Ευρωζώνης και το ενδεχόμενο άμεσης ή έμμεσης εξόδου από αυτήν στο αμέσως επόμενο διάστημα. 
Δεν ήταν όμως έτοιμο, κι αυτό το γνωρίζαμε κι εμείς και οι λοιποί Ευρωπαίοι. Κατά μείζονα λόγο που, με εξαίρεση μέρος της Αριστερής Πτέρυγας του ΣΥΡΙΖΑ, για κανέναν άλλο στο κυβερνόν κόμμα κάτι τέτοιο δεν αποτελούσε πολιτική επιλογή.
Ακόμα περισσότερο όμως η κήρυξη χρεοκοπίας ήταν εκτός της εντολής με την οποία μέχρι σήμερα στηρίζει την κυβέρνηση ποσοστό των πολιτών πολύ μεγαλύτερο του αθροίσματος των δυο κυβερνώντων κομμάτων.
Με αυτά τα δεδομένα η κυβέρνηση ορθώς προέβη στις υποχωρήσεις που έκανε, πολύ περισσότερο που αυτές της επέτρεψαν να δημιουργήσει συμμαχίες στις ευρωπαϊκές κοινωνίες ανύπαρκτες ως σήμερα.
Κι εδώ πρέπει να υπενθυμίσουμε την αξία των διαδηλώσεων χιλιάδων πολιτών (από 2.000 σε Παρίσι και Λονδίνο, πάνω από 10.000 σε Ρώμη και Βαρκελώνη) υπέρ «του ελληνικού λαού». Τέτοιες διαδηλώσεις είχαν να γίνουν από την εποχή της δικτατορίας. Κι αυτό μπορεί να φανεί πολύ χρήσιμο στη συνέχεια.
Πέρα όμως από αυτά είναι προφανές ότι η εσκεμμένη ασάφεια του κειμένου επιτρέπει τόσες πολλές αυθαίρετες ερμηνείες, που καθίσταται προφανές πως στους επόμενους τέσσερις μήνες θα διεξάγεται ένας πόλεμος κι όχι μια διαπραγμάτευση.
Το σκηνικό της περασμένης εβδομάδας θα επαναληφθεί πολλές φορές μέσα στους επόμενους μήνες. Αρχής γενομένης, πιθανότατα από την Τρίτη, όταν η Γερμανία και όχι μόνο, ενδέχεται να θεωρήσουν ανεπαρκείς τις μεταρρυθμίσεις που θα υποβάλει η ελληνική κυβέρνηση.
Από την ευελιξία και τη δυνατότητα της κυβέρνησης να γεννά συμμαχίες με τις ευρωπαϊκές κοινωνίες θα εξαρτηθούν πάρα πολλά. Ο στόχος της είναι να κερδίσει χρόνο. Σε πρώτη φάση μέχρι το Μάιο, οπότε από το ενδεχόμενο καλό αποτέλεσμα του PODEMOS στις δημοτικές και περιφερειακές εκλογές στην Ισπανία μπορεί να ανοίξει ο δρόμος και για νέα κυβερνητική πλειοψηφία στις βουλευτικές εκλογές του Νοεμβρίου. 
Αν η κυβέρνηση αντέξει ως τότε, πολλά θα αλλάξουν. Όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά σε όλη την Ευρώπη. Και μαζί με το βασιλικό θα ποτιστεί κι η γλάστρα.
 
Γιάννης Χρυσοβέργης

Δευτέρα 5 Ιανουαρίου 2015

Το κομμάτι του Μήτσου

Το καλοκαίρι του 2002 ήταν ζόρικο για μένα. Η Νίλντα είχε ήδη φύγει για Φιλιππίνες, μαζί με το παιδί, αναζητώντας μια λύση για την προϊούσα επιδείνωση της όρασής της. Εγώ ετοιμαζόμουν να την επισκεφτώ για να δούμε από κοντά τί θα έπρεπε να κάνουμε. Και κάπου τέλη Ιουνίου με αρχές Ιουλίου έρχεται το μοιραίο για τη 17 Νοέμβρη: η βόμβα σκάει στα χέρια ενός μέλους της και αρχίζουν οι συλλήψεις και οι ανακρίσεις. Την πρώτη βδομάδα παρακολουθούσα παθητικά από την τηλεόραση τα τεκταινόμενα, έχοντας την αίσθηση ότι δε με αφορούσε αυτή η ιστορία. Αμ δε... κάποιο Σάββατο βράδυ, εκεί που έβλεπα ειδήσεις, ακούω για πρώτη φορά ότι καταζητείται ένας παλιός, σχεδόν ξεχασμένος φίλος, που είχα χάσει τα ίχνη του για δεκαετίες. Παρά λίγο να πεταχτώ όρθιος από την πολυθρόνα. Ξάφνιασμα για το μαντάτο. Και κάποια ανησυχία ότι μέσα στην αναμπουμπούλα μπορεί οι διωκτικές αρχές να ενοχλούσαν παλιούς φίλους και γνώριμους, οπότε θα έπρεπε να αποδείξω ότι δεν είμαι ελέφαντας.
Αυτή τη φορά όμως η αστυνομία έδειχνε σίγουρη για το πώς να πορευτεί και δεν έπιανε «συνήθεις υπόπτους» στο βρόντο. Όσο για μένα, προς το τελευταίο δεκαήμερο του Ιουλίου ήμουν ήδη στις Φιλιππίνες και είχα άλλους πονοκεφάλους να διαχειριστώ. Τον Αύγουστο, λίγες μέρες μετά την επιστροφή μου από το ταξίδι, μαθαίνω ότι ο Δημήτρης παραδόθηκε αυτοβούλως στη ΓΑΔΑ. Μήπως είχε και που να πάει έτσι όπως είχαν έρθει τα πράγματα;
Τη δίκη της 17 Νοέμβρη την παρακολούθησα από τις εφημερίδες. Και την απολογία του Δημήτρη, Ιούλιο του 2003 πια, τη διάβασα στο αεροπλάνο, καθοδόν πάλι προς Φιλιππίνες. Η απολογία αυτή είχε συγκινήσει το ακροατήριο, εμένα όμως με άφησε με ερωτηματικά. Η χαρακτηριστική του ρήση ότι «οι ενέργειές μας μιλούν από μόνες τους» δε μου ήταν καθόλου πειστική. Στην πραγματικότητα, ουκ ολίγες φορές είχα δυσφορήσει, ή και αγανακτήσει με τις ενέργειες αυτής της οργάνωσης. Ωστόσο για δυο πράγματα είχα πειστεί: α) ότι ο Δημήτρης δεν ήταν πράκτορας της ασφάλειας, ή της ΕΥΠ, ή της CIA, όπως διατυμπάνιζαν διάφοροι συνωμοσιολόγοι, τρομοκρατολόγοι και λοιποί αναλυτάδες της συμφοράς β) ότι η ένοπλη δράση του δεν υπαγορεύτηκε από δολοφονικά ένστικτα ή από το κυνήγι των προνομίων και του χρήματος, αλλά από μια πολιτική αντίληψη που σημάδεψε πολλούς αριστερούς, σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του κόσμου, σε εποχές που η επανάσταση φαινόταν εφικτή, και που άφηνε τα απόνερά της σε βάθος δεκαετιών.
Το καλοκαίρι του 2004 επέστρεψαν η Νίλντα και το παιδί από τις Φιλιππίνες. Επιτέλους, θα ζούσαμε σαν οικογένεια. Και μια από τις οικογενειακές τελετές είναι και η κοπή της πίτας την παραμονή της πρωτοχρονιάς. Εκείνη λοιπόν την πρωτοχρονιά του 2005 είμαστε σπίτι και εγώ, ως αρχηγός της οικογένειας, μοίραζα τα κομμάτια στους παρευρισκόμενους. Κάπου εκεί διαπίστωσα ότι περίσσευε ένα. Για ποιόν να ήταν άραγε; Τότε μου ήρθε η φαεινή ιδέα: «το κομμάτι είναι για ένα φίλο που βρίσκεται στη φυλακή» είπα στην ομήγυρι, χωρίς να δώσω άλλες εξηγήσεις.
Τα επόμενα χρόνια, η σεμνή τελετή γινόταν στο ίδιο μοτίβο. Πάντα φρόντιζα να αφήσω ένα κομμάτι για το Δημήτρη. Ο καιρός κυλούσε, με τις περιπέτειες υγείας, με τις στενοχώριες και με την ελπίδα ότι τα πράγματα θα πάνε καλύτερα. Με το Δημήτρη δεν είχα ποτέ καμμια επαφή, όμως πάντα τον θυμόμουν τις πρωτοχρονιές. Ένα κομμάτι του εαυτού μου είναι κι’αυτός, έστω και αν οι δρόμοι μας είχαν χωρίσει από νωρίς, έστω και αν κατά βάθος ποτέ δεν τον είχα γνωρίσει καλά. Και φτάνουμε στη φετινή πρωτοχρονιά του 2015. Βαρύ το κλίμα, η Νίλντα έχει πεθάνει εδώ και μερικές βδομάδες. Στο σπίτι μόνοι μας, εγώ και η κόρη μου. Να κόψουμε την πίτα.
Να και το κομμάτι του φυλακισμένου.
--Μα πώς επιτέλους τον λένε αυτό το φίλο σου και τί έχει κάνει; Ρωτάει η μικρή.
--«Δημήτρης Κουφοντίνας. Ήταν στη 17 Νοέμβρη», της απαντώ.
--Ώστε αυτός είναι; Κι’εγώ που νόμιζα ότι θα ήταν κάποιος που τον είχαν μέσα για χρέη
--..........
--Αυτός είναι που έγραψε και το βιβλίο, ε; Θα το διαβάσω.
--«Να το διαβάσεις. Αξίζει τον κόπο».

Γιώργος Αιμ. Σκιάνης

   

Δευτέρα 8 Δεκεμβρίου 2014

Νίλντα

Δε ζητούσε πολλά από τη ζωή της. Έναν άνθρωπο μόνο για να τη στηρίζει και ένα παιδί. Και έλαχε ο άνθρωπός της να είμαι εγώ.
Από την αρχή η σχέση μας ήταν με προβλήματα. Στα πρώτα χρόνια, ανησυχία εξαιτίας του ότι έμενε στη χώρα χωρίς χαρτιά. Αγώνας για μια άδεια παραμονής, μαζί με το τρέξιμο για το βιοπορισμό. Κι’εκεί που ξεκινούσα την πανεπιστημιακή μου καριέρα και λέγαμε πως ανασάναμε, ανέκυψε η αρρώστεια στα μάτια και η απώλεια του μεγαλύτερου μέρους της όρασης. Μεγάλη στενοχώρια και πρακτική διάλυση της οικογένειας για δυόμιση χρόνια, λόγω της αναγκαστικής της παραμονής στις Φιλιππίνες για θεραπεία. Μετά επανασύνδεση και επιστροφή σε κάποια ομαλότητα που όμως δεν κράτησε πολύ. Νέα προβλήματα υγείας και για τους δυο μας.
Έδειξε καρτερικότητα από την πλευρά της και προσπαθούσε να διατηρήσει το χιούμορ της και την καλή της διάθεση. «Έχω πίστη στο Θεό» μου είχε πει και «προσπαθώ να μην τρελλαθώ». Και αυτήν την πίστη και την καλή διάθεση προσπάθησε να την κρατήσει μέχρι το τέλος.
Μας ήταν ξαφνικός ο θάνατός της όμως, κακά τα ψέμματα, ο οργανισμός της είχε αποδυναμωθεί. Να δεχτούμε άραγε ότι τουλάχιστον τώρα βρήκε την ησυχία της; Όσο για μένα και την Αιμιλία, έχουμε ακόμα ζωή μπροστά μας να πορευτούμε, με όλες τις ελπίδες, τις αγωνίες και τις όμορφες αναμνήσεις μας από τον άνθρωπο με τον οποίο μοιραστήκαμε τη ζωή μας για πολλά χρόνια.
Καλό ταξίδι καλή μου. Και δε θα σε ξεχάσουμε.
Μπομπ Ντύλαν. Για το κατευώδιο...


Γιώργος Αιμ. Σκιάνης