Για άλλη μια φορά η Μαρία Ρεπούση βρέθηκε στο στόχαστρο των εξ επαγγέλματος πατριωτών και των εμπόρων της θρησκείας με αφορμή τα όσα δήλωσε στη Βουλή για τη διδασκαλία των Αρχαίων Ελληνικών και των Θρησκευτικών στα σχολεία.
Και για άλλη μια φορά, η Αριστερά όχι μονάχα αρνήθηκε να τη στηρίξει, αλλά έσπευσε να ζητήσει την «εκτέλεσή της με συνοπτικές διαδικασίες».
Κάποιος πρέπει επιτέλους να μιλήσει στην Αριστερά, «επαναστατική», «μεταρρυθμιστική», ή όπως διάολο θέλει, για το ασύμβατο εθνικισμού και Αριστεράς.
Τη Μαρία Ρεπούση δεν έχω την τύχη να τη γνωρίζω προσωπικά. Την έχω συναντήσει μια μονάχα φορά, πριν από έξι - επτά χρόνια, όταν είχε βρεθεί και πάλι στο στόχαστρο εξ επαγγέλματος πατριωτών κάθε ιδεολογικής απόχρωσης για το βιβλίο Ιστορίας της ΣΤ' Δημοτικού, που είχε συγγράψει μαζί με ομάδα συνεργατών της. Τότε ο Σύνδεσμος Αντιρρησιών Συνείδησης, είχε διοργανώσει μια εκδήλωση στην αίθουσα της ΕΣΗΕΑ με θέμα το επίμαχο βιβλίο.
Δεν είχε θελήσει να είναι ομιλήτρια, είχε παραστεί όμως στην εκδήλωση, είχε ακούσει απόψεις, είχε συμμετάσχει στη συζήτηση.
Όπως και τότε, έτσι και τώρα, με τους κάθε λογής φανατισμένους ρασοφόρους, χρυσαυγίτες ροπαλοφόρους, και κάθε λογής άσχετους με το επιστημονικό αντικείμενο της Ιστορίας, που έχουν το θράσος να ζητούν την κεφαλή της επί πίνακι για πράγματα που αγνοούν και δε θέλουν να τα κατανοήσουν συμπαρατάσσονται πλήθος επώνυμοι της Αριστεράς, στο όνομα του «αντιιμπεριαλισμού», της «εθνικήςιδιαιτερότητας» και δεν ξέρω τι άλλο.
Ως Ιστορικός, εξοργίζομαι κάθε φορά που άνθρωποι άσχετοι με το επιστημονικό αντικείμενο της Ιστορικής Επιστήμης φρονούν πως οφείλουν να δώσουν μαθήματα σε έναν άνθρωπο που, έχει περάσει χιλιάδες ωρών μελέτης για να καταλήξει στις όποιες απόψεις του, οι οποίες, σίγουρα θα περιέχουν λάθη, υπερβολές ή στρεβλώσεις - κανένας επιστήμονας δεν είναι θεός - η επισήμανση των οποίων όμως είναι υποχρέωση άλλων Ιστορικών και όχι δικηγόρων, δημοσιογράφων και λοιπών καφενόβιων πολιτικολογούντων. Και οι «απόψεις» τους, μου θυμίζουν το στίχο του Ντίνου Χριστιανόπουλου: «Ως και ο σύλλογος ευνούχων, αντιτίθεται στα αντισυλληπτικά».
Στο Μεσαίωνα, ο κύριος πυλώνας της πολιτικής εξουσίας, η Εκκλησία, έστελνε στην πυρά όποιον διατύπωνε φιλοσοφικές, θεολογικές ή επιστημονικές απόψεις που δυνητικά, θα μπορούσαν να απειλήσουν την εξουσία της.
Στις μέρες μας οι ιεροεξεταστές δε φορούν την τήβενο του καρδινάλιου, αλλά το ακριβό κουστούμι του τηλεεισαγγελέα - δημοσιογράφοι αυτοαποκαλούνται - του κομματικού στελέχους καριέρας, του πολιτευτή της δεκάρας. Είναι όμως εξ ίσου επικίνδυνοι.
Είναι αλήθεια ότι η κακοποίηση της Ιστορικής επιστήμης από άσχετους, είναι πολύ σοβαρότερη της αντίστοιχης κακοποίησης των Οικονομικών επιστημών ή της Νομικής Επιστήμης, που επίσης κακοποιούνται, και ουδεμία σχέση έχει με το απυρόβλητο στο οποίο βρίσκονται στις μέρες μας οι φυσικές και λοιπές θετικές επιστήμες.
Η κακοποίηση αυτή έχει μια εύλογη εξήγηση, καθώς το μάθημα της Ιστορίας, χρησιμοποιήθηκε στην εκπαίδευση, σε όλες ανεξαιρέτως τις χώρες, ως εργαλείο σφυρηλάτησης εθνικής συνείδησης. Εμείς, οι κάθε «εμείς», είμαστε οι «καλοί», οι «ήρωες», οι «πολιτισμένοι», «ο περιούσιος λαός» του κάθε θεού, οι «μάγκες», οι «τσίφτηδες» κι οι «καραμπουζουκλήδες». Οι άλλοι, οι κάθε «άλλοι», είναι «βάρβαροι», «άνανδροι», και «επιβουλεύονται την πατρίδα μας».
Η ανάγνωση αυτή της Ιστορίας, όπως και κάθε εθνική αφήγηση, βρέθηκαν από την πρώτη στιγμή στο στόχαστρο της κριτικής της Αριστεράς, που αντιπαρέβαλε την οικουμενικότητα στον εθνοκεντρισμό και τη μελέτη της Ιστορίας της καθημερινής ζωής, στην έμφαση που δίνεται στα έργα και τις ημέρες των βασιλέων.
Τα όσα διατύπωσε προχθές η Μαρία Ρεπούση στη Βουλή, για τη διδασκαλία της Αρχαίας ελληνικής και των θρησκευτικών αποτελούσαν το 1974 πολιτικά αιτήματα σύσσωμης της Αριστεράς, από το «εθνοπατριωτικό» - τρομάρα να τούρθει - ΠΑΣΟΚ, μέχρι τους μαοϊκούς, τους τροτσκιστές και κάθε λογής αριστεριστές. Και πήγαιναν πακέτο με το αίτημα για καθιέρωση στην εκπαίδευση της Δημοτικής γλώσσας.
Ήταν η φωνή της κοινής λογικής, αλλά και ενός ανθρώπου που θέλει η εκπαίδευση να είναι εργαλείο κοινωνικής αναβάθμισης των πολιτών και όχι εργαλείο ταξικού διαχωρισμού.
Ήταν η φωνή ενός ανθρώπου που πιστεύει ότι το σημαντικότερο για έναν απόφοιτο της υποχρεωτικής εκπαίδευσης είναι να μπορεί να συντάξει ένα κείμενο μιας σελίδας χωρίς συντακτικά και ορθογραφικά λάθη (πράγμα που απόφοιτοι Πανεπιστημίου είναι συχνά ανίκανοι να κάνουν).
Αλήθεια, σε ποιόν «ορθό λόγο» εμπίπτει ο διαχωρισμός της θέσης της ΔΗΜΑΡ, από τις απόψεις της υπεύθυνής της για θέματα Παιδείας; Κι αν θεωρούν ότι η Μαρία Ρεπούση τους εξέθεσε γιατί δεν την αποπέμπουν;
Αλήθεια, σε ποιά «αριστερή λογική» εμπίπτει η εκκωφαντική σιωπή του ΣΥΡΙΖΑ ή, ακόμα χειρότερα, οι δηλώσεις του Αλέκου Αλαβάνου στο λιντσάρισμα του οποίου υπήρξε θύμα η Μαρία Ρεπούση; Ή μήπως πιστεύουν πως «ό,τι χαϊδεύει αυτιά είναι αριστερό»;
Ας τους υπενθυμίσει επιτέλους κάποιος ότι το 1943 το ΕΑΜ, στο οποίο ωμνύουν πρωί, μεσημέρι και βράδυ, προ και μετά του φαγητού ήθελε πανανθρώπινη τη λευτεριά.
Γιάννης Χρυσοβέργης
