Ό,τι κι αν ισχυριστεί ο Ευάγγελος Βενιζέλος, η διαχείριση από μέρους του της «Λίστας Λαγκάρντ» τον καθιστά συνυπαίτιο της προσβλητικής για το δημόσιο αίσθημα άρνησης των αρχών να ελέγξουν αν και από ποιους είχε διαπραχθεί το αδίκημα της φοροδιαφυγής.
Ό,τι κι αν πουν η ΝΔ και η ΔΗΜΑΡ, η υπόθεση αυτή είτε θα προκαλέσει την πτώση της κυβέρνησης, είτε θα της κολήσει τη ρετσινιά της συγκάλυψης εγκλήματος.
Ο,τι κι αν πει ο ΣΥΡΙΖΑ δε θα μπορέσει να αποφύγει μια δυσάρεστη γι' αυτόν πραγματικότητα: ότι η «λίστα Λαγκάρντ», αφορά κυρίως μεσοαστική φοροδιαφυγή.
Πριν από τρεις μήνες, όταν ξέσπασε η υπόθεση της «λίστας Λαγκάρντ» (βλ «οι λίστες κι ληστές»), ο υπογράφων είχε επισημάνει ότι για πολλοστή φορά στα τελευταία τρια χρόνια η πολιτική εξουσία προσβάλλει βάναυσα το κοινό περί Δικαίου αίσθημα και υπονομεύει το Δημοκρατικό Πολίτευμα.
Η βιαστική προσπάθεια της κυβέρνησης να φορτώσει όλες τις αμαρτίες στο Γιώργο Παπακωνσταντίνου, ο οποίος δεν είναι καν βουλευτής πλέον, έχει έντονη οσμή προσπάθειας κουκουλώματος. Πολύ περισσότερο που, η παραποίηση του καταλόγου καταθετών στην HSBC η οποία του προσάπτεται, φαίνεται τόσο χονδροειδής και βλακώδης, που γεννά εύλογες υποψίες παγίδευσής του. Χωρίς από την άλλη να αποκλείεται, διότι κατά το κρίσιμο δεκαοκτάμηνο που χειρίσθηκε τις τύχες της ελληνικής οικονομίας μόνο για τους επιτυχείς χειρισμούς του δε διακρίθηκε (για να το πούμε ευγενικά).
Όμως είτε αρέσει είτε όχι στην κυβέρνηση, στην προκλητική απόπειρα απόκρυψης της λίστας εμπλέκονται εκτός από το Γιώργο Παπακωνσταντίνου, τόσο οι δυο προϊστάμενοι του ΑΣΔΟΕ στην επίμαχη περίοδο, οι κύριοι Καπελέρης και Διώτης, όσο και ο διάδοχός του στο Υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών Ευάγγελος Βενιζέλος. Οι οποίοι, όταν η υπόθεση ήρθε στο φως, έσπευσαν να επικαλεστούν το ίδιο ελαφρυντικό με το Γιώργο Παπακωνσταντίνου: αυτό της βλακείας. Μόνο που, τουλάχιστον ο ένας από αυτούς, είχε δώσει στο παρελθόν απτές αποδείξεις, τόσο της ευφυίας του, όσο και της «ευελιξίας» του στην τήρηση του γράμματος του νόμου.
Το δίλημμα της ΝΕΑΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ είναι προφανές. Είτε έπρεπε να αφήσει το Βενιζέλο στην τύχη του για να δικαιολογήσει την ιησουίτικη ηθικολογία με την οποία πολιτεύθηκε ως αντιπολίτευση στην περίοδο 2009 - 2011, είτε να τον καλύψει με νύχια και με δόντια, αδιαφορώντας για την πολιτική ζημιά, προκειμένου να μην πέσει η κυβέρνηση. Έπραξε το δεύτερο.
Το ίδιο δίλημμα, σε πολύ μεγαλύτερη οξύτητα, έχει η ΔΗΜΑΡ. Της οποίας, σε αντίθεση με τη ΝΕΑ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, ουδέποτε στέλεχός της έχει εμπλακεί σε πολιτικοοικονομικό σκάνδαλο. Πράγμα που ως τώρα της επέτρεπε να έχει το φωτοστέφανο των «καθαρών χεριών».
Τα πράγματα όμως είναι πολύ χειρότερα για το ΠΑΣΟΚ, του οποίου σε αυτή την υπόθεση διακυβεύεται η είσοδος στην επόμενη Βουλή. Διότι, είτε πρέπει να καθαιρέσει τον Πρόεδρό του με συνοπτικές διαδικασίες, είτε να συμπορευτεί με αυτόν και επομένως να υποστεί τις πολιτικές συνέπειες. Το πρώτο δε μπορεί να συμβεί πριν από το συνέδριο του κόμματος στα τέλη Φεβρουαρίου κι, ως τότε, η ζημιά θα είναι μάλλον ανεπανόρθωτη.
Με δυο λόγια, ό,τι κι αν κάνει η κυβέρνηση είναι χαμένη. Κατανοητή λοιπόν, τόσο η υστερία των αντιδράσεων του ΠΑΣΟΚ και του κυβερνητικού εκπροσώπου, όσο και η αμήχανη σιωπή της ΔΗΜΑΡ. Κατανοητή, για τον ίδιο λόγο, είναι και η προσπάθεια του ΣΥΡΙΖΑ να αξιοποιήσει την υπόθεση στο έπακρο. Υπάρχουν όμως και κάποιες άλλες πτυχές της «λίστας Λαγκάρντ».
Όσοι κάναμε τον κόπο να διαβάσουμε τις σελίδες που δημοσίευσε το περιοδικό HOT DOC δε μπορέσαμε να μη διαπιστώσουμε ότι το ιδεολόγημα του ΣΥΡΙΖΑ περί «φοροδιαφυγής του μεγάλου κεφαλαίου», τουλάχιστον στη συγκεκριμένη υπόθεση, μπάζει.
Ο λόγος είναι απλός. Το σύνολο των καταθέσεων των 2000 περίπου καταθετών ανέρχεται, συμπεριλαμβανομένων των συγγενών του Γιώργου Παπακωνσταντίνου, σε 23 εκατομμύρια ευρώ περίπου. Ο μέσος όρος κατάθεσης ανά φυσικό πρόσωπο είναι 11.500 ευρώ.
Βεβαίως ο μέσος όρος πέφτει από την παρουσία, ως συνδικαιούχων σε λογαριασμούς, νοικοκυρών και ανήλικων παιδιών, γεγονός όμως είναι ότι ένας μεγάλος αριθμός λογαριασμών έχει μικρά μόνο υπόλοιπα, που δικαιολογούνται χωρίς κανένα πρόβλημα ακόμα και από έναν άνεργο.
Αν εξαιρέσει κανείς αυτούς τους λογαριασμούς, που προφανώς εξυπηρετούν κάποιες επαγγελματικές ή οικογενειακές ανάγκες των δικαιούχων, απομένουν, από τη μια περίπου πενήντα με εκατό λογαριασμοί εταιρειών, πέντε λογαριασμοί πολιτευτών και συγγενικών τους προσώπων, συμπεριλαμβανομένων των συγγενών του Γιώργου Παπακωνσταντίνου και μερικές εκατοντάδες περίεργοι, δηλαδή κραυγαλέα ύποπτοι φοροδιαφυγής, λογαριασμοί.
Οι τελευταίοι μόνο σε οικογένειες του μεγάλου κεφαλαίου δεν ανήκουν. Ανήκουν σε γιατρούς, δικηγόρους, συμβολαιογράφους, φαρμακοποιούς, λογιστές, με δυο λόγια σε ανθρώπους που ανήκουν στη μεσαία τάξη.
Το αν οι άνθρωποι αυτοί έχουν δηλώσει ή όχι εισοδήματα που να δικαιολογούν τις εν λόγω καταθέσεις μένει να αποδειχτεί. Σε κάθε περίπτωση όμως, η όποια φοροδιαφυγή αποδειχτεί - κατά την ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ που επικαλείται πηγές του ΣΔΟΕ πολλοί από τους καταθέτες δε δικαιολογου΄ν το ύψος των καταθέσεών τους - θα έχουμε να κάνουμε με φοροδιαφυγή πρωτίστως της μεσαίας αστικής τάξης.
Τη διάσταση αυτή της φοροδιαφυγής που ο - εν δυνάμει κυβέρνηση - ΣΥΡΙΖΑ αρνείται να ψέξει, εμμένοντας σε μανιχαϊστικά σχήματα που, αποφέρουν μικρό εκλογικό όφελος, αλλά δημιουργούν ανυπέρβλητα προβλήματα στην αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής μετά τις εκλογές. Με ορατό τον κίνδυνο να χαθεί η μπάλα σε ένα καίριας σημασίας πολιτικό ζήτημα: την εξασφάλιση της ισονομίας.
Γιάννης Χρυσοβέργης
Ό,τι κι αν πουν η ΝΔ και η ΔΗΜΑΡ, η υπόθεση αυτή είτε θα προκαλέσει την πτώση της κυβέρνησης, είτε θα της κολήσει τη ρετσινιά της συγκάλυψης εγκλήματος.
Ο,τι κι αν πει ο ΣΥΡΙΖΑ δε θα μπορέσει να αποφύγει μια δυσάρεστη γι' αυτόν πραγματικότητα: ότι η «λίστα Λαγκάρντ», αφορά κυρίως μεσοαστική φοροδιαφυγή.
Πριν από τρεις μήνες, όταν ξέσπασε η υπόθεση της «λίστας Λαγκάρντ» (βλ «οι λίστες κι ληστές»), ο υπογράφων είχε επισημάνει ότι για πολλοστή φορά στα τελευταία τρια χρόνια η πολιτική εξουσία προσβάλλει βάναυσα το κοινό περί Δικαίου αίσθημα και υπονομεύει το Δημοκρατικό Πολίτευμα.
Η βιαστική προσπάθεια της κυβέρνησης να φορτώσει όλες τις αμαρτίες στο Γιώργο Παπακωνσταντίνου, ο οποίος δεν είναι καν βουλευτής πλέον, έχει έντονη οσμή προσπάθειας κουκουλώματος. Πολύ περισσότερο που, η παραποίηση του καταλόγου καταθετών στην HSBC η οποία του προσάπτεται, φαίνεται τόσο χονδροειδής και βλακώδης, που γεννά εύλογες υποψίες παγίδευσής του. Χωρίς από την άλλη να αποκλείεται, διότι κατά το κρίσιμο δεκαοκτάμηνο που χειρίσθηκε τις τύχες της ελληνικής οικονομίας μόνο για τους επιτυχείς χειρισμούς του δε διακρίθηκε (για να το πούμε ευγενικά).
Όμως είτε αρέσει είτε όχι στην κυβέρνηση, στην προκλητική απόπειρα απόκρυψης της λίστας εμπλέκονται εκτός από το Γιώργο Παπακωνσταντίνου, τόσο οι δυο προϊστάμενοι του ΑΣΔΟΕ στην επίμαχη περίοδο, οι κύριοι Καπελέρης και Διώτης, όσο και ο διάδοχός του στο Υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών Ευάγγελος Βενιζέλος. Οι οποίοι, όταν η υπόθεση ήρθε στο φως, έσπευσαν να επικαλεστούν το ίδιο ελαφρυντικό με το Γιώργο Παπακωνσταντίνου: αυτό της βλακείας. Μόνο που, τουλάχιστον ο ένας από αυτούς, είχε δώσει στο παρελθόν απτές αποδείξεις, τόσο της ευφυίας του, όσο και της «ευελιξίας» του στην τήρηση του γράμματος του νόμου.
Το δίλημμα της ΝΕΑΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ είναι προφανές. Είτε έπρεπε να αφήσει το Βενιζέλο στην τύχη του για να δικαιολογήσει την ιησουίτικη ηθικολογία με την οποία πολιτεύθηκε ως αντιπολίτευση στην περίοδο 2009 - 2011, είτε να τον καλύψει με νύχια και με δόντια, αδιαφορώντας για την πολιτική ζημιά, προκειμένου να μην πέσει η κυβέρνηση. Έπραξε το δεύτερο.
Το ίδιο δίλημμα, σε πολύ μεγαλύτερη οξύτητα, έχει η ΔΗΜΑΡ. Της οποίας, σε αντίθεση με τη ΝΕΑ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, ουδέποτε στέλεχός της έχει εμπλακεί σε πολιτικοοικονομικό σκάνδαλο. Πράγμα που ως τώρα της επέτρεπε να έχει το φωτοστέφανο των «καθαρών χεριών».
Τα πράγματα όμως είναι πολύ χειρότερα για το ΠΑΣΟΚ, του οποίου σε αυτή την υπόθεση διακυβεύεται η είσοδος στην επόμενη Βουλή. Διότι, είτε πρέπει να καθαιρέσει τον Πρόεδρό του με συνοπτικές διαδικασίες, είτε να συμπορευτεί με αυτόν και επομένως να υποστεί τις πολιτικές συνέπειες. Το πρώτο δε μπορεί να συμβεί πριν από το συνέδριο του κόμματος στα τέλη Φεβρουαρίου κι, ως τότε, η ζημιά θα είναι μάλλον ανεπανόρθωτη.
Με δυο λόγια, ό,τι κι αν κάνει η κυβέρνηση είναι χαμένη. Κατανοητή λοιπόν, τόσο η υστερία των αντιδράσεων του ΠΑΣΟΚ και του κυβερνητικού εκπροσώπου, όσο και η αμήχανη σιωπή της ΔΗΜΑΡ. Κατανοητή, για τον ίδιο λόγο, είναι και η προσπάθεια του ΣΥΡΙΖΑ να αξιοποιήσει την υπόθεση στο έπακρο. Υπάρχουν όμως και κάποιες άλλες πτυχές της «λίστας Λαγκάρντ».
Όσοι κάναμε τον κόπο να διαβάσουμε τις σελίδες που δημοσίευσε το περιοδικό HOT DOC δε μπορέσαμε να μη διαπιστώσουμε ότι το ιδεολόγημα του ΣΥΡΙΖΑ περί «φοροδιαφυγής του μεγάλου κεφαλαίου», τουλάχιστον στη συγκεκριμένη υπόθεση, μπάζει.
Ο λόγος είναι απλός. Το σύνολο των καταθέσεων των 2000 περίπου καταθετών ανέρχεται, συμπεριλαμβανομένων των συγγενών του Γιώργου Παπακωνσταντίνου, σε 23 εκατομμύρια ευρώ περίπου. Ο μέσος όρος κατάθεσης ανά φυσικό πρόσωπο είναι 11.500 ευρώ.
Βεβαίως ο μέσος όρος πέφτει από την παρουσία, ως συνδικαιούχων σε λογαριασμούς, νοικοκυρών και ανήλικων παιδιών, γεγονός όμως είναι ότι ένας μεγάλος αριθμός λογαριασμών έχει μικρά μόνο υπόλοιπα, που δικαιολογούνται χωρίς κανένα πρόβλημα ακόμα και από έναν άνεργο.
Αν εξαιρέσει κανείς αυτούς τους λογαριασμούς, που προφανώς εξυπηρετούν κάποιες επαγγελματικές ή οικογενειακές ανάγκες των δικαιούχων, απομένουν, από τη μια περίπου πενήντα με εκατό λογαριασμοί εταιρειών, πέντε λογαριασμοί πολιτευτών και συγγενικών τους προσώπων, συμπεριλαμβανομένων των συγγενών του Γιώργου Παπακωνσταντίνου και μερικές εκατοντάδες περίεργοι, δηλαδή κραυγαλέα ύποπτοι φοροδιαφυγής, λογαριασμοί.
Οι τελευταίοι μόνο σε οικογένειες του μεγάλου κεφαλαίου δεν ανήκουν. Ανήκουν σε γιατρούς, δικηγόρους, συμβολαιογράφους, φαρμακοποιούς, λογιστές, με δυο λόγια σε ανθρώπους που ανήκουν στη μεσαία τάξη.
Το αν οι άνθρωποι αυτοί έχουν δηλώσει ή όχι εισοδήματα που να δικαιολογούν τις εν λόγω καταθέσεις μένει να αποδειχτεί. Σε κάθε περίπτωση όμως, η όποια φοροδιαφυγή αποδειχτεί - κατά την ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ που επικαλείται πηγές του ΣΔΟΕ πολλοί από τους καταθέτες δε δικαιολογου΄ν το ύψος των καταθέσεών τους - θα έχουμε να κάνουμε με φοροδιαφυγή πρωτίστως της μεσαίας αστικής τάξης.
Τη διάσταση αυτή της φοροδιαφυγής που ο - εν δυνάμει κυβέρνηση - ΣΥΡΙΖΑ αρνείται να ψέξει, εμμένοντας σε μανιχαϊστικά σχήματα που, αποφέρουν μικρό εκλογικό όφελος, αλλά δημιουργούν ανυπέρβλητα προβλήματα στην αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής μετά τις εκλογές. Με ορατό τον κίνδυνο να χαθεί η μπάλα σε ένα καίριας σημασίας πολιτικό ζήτημα: την εξασφάλιση της ισονομίας.
Γιάννης Χρυσοβέργης
