Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ελληνική χρεοκοπία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ελληνική χρεοκοπία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 20 Μαρτίου 2012

ΤΟ «ΜΑΧΑΓΚΟΝΙ» ΚΑΙ Η ΕΛΛΑΔΑ 1985-2009

Την περασμένη εβδομάδα παρουσιάστηκε, για πρώτη φορά στην Ελλάδα, στο Μέγαρο Μουσικής, η όπερα των Μπέρτολτ Μπρεχτ και Κουρτ Βάιλ, «Η άνοδος και η πτώση της πόλης του Μαχαγκόνι».
Η παράσταση επελέγη για να εγκαινιάσει τη συνεργασία του Μεγάρου Μουσικής με το Teatro Real de Madrid ακριβώς λόγω της κρίσης που μαστίζει τις δυο χώρες.
Κι ανεξάρτητα από την προσωπική γνώμη του καθενός για το αν η παράσταση ήταν πετυχημένη ή όχι, μετά το τέλος της έμενε στο θεατή η διαπίστωση ότι ενα Μαχαγκόνι ήταν η Ελλάδα του 1985 - 2009.

Στο Μαχαγκόνι, στην πόλη που είναι χτισμένη στη μέση του πουθενά - η θεατρική ομάδα Fura dels Baus προτίμησε να τη χτίσει σε μια χωματερή αντί της παραδοσιακής σκηνογραφίας που τη θέλει χτισμένη καταμεσής της ερήμου -  «όλα επιτρέπονται». Κανείς δεν πληρώνει φόρους. Είναι μαγκιά να κάνεις επίδειξη πλούτου, είναι μαγκιά να τζογάρεις, είναι μαγκιά ν' αγοράζεις τα πάντα, αρχής γενομένης από τον έρωτα. Αλλά είναι έγκλημα καθοσιώσεως να μην έχεις να πληρώσεις τα χρέη σου. Και τιμωρείται με θάνατο.
Στην Ελλάδα της εικοσιπενταετίας 1985-2009 επίσης «όλα επιτρέπονταν». 
Οι επιδοτήσεις στους αγρότες έγιναν MERCEDES και BMW χωρίς ποτέ κανείς να ελέγξει τι απέγιναν τόσα χρήματα.
Στις άκρες των εθνικών οδών ξεφύτρωναν κάτι θλιβερά καταγώγια, όπου ατάλαντες τραγουδίστριες - από φωνή κορμάρα - διασκέδαζαν το φιλοθεάμον κοινό, που κατανάλωνε απίστετες ποσότητες «μπόμπας» πληρώνοντάς την σε εξωφρενικές τιμές. Κι όχι μόνο αυτό, αλλά ήταν «in» για τις τοπικές πολιτικές ελίτ να συχνάζουν σε αυτά τα καταγώγια.
Κι όταν κατέρρευσε το σοβιετικό καθεστώς κι η Ελλάδα γέμισε από απελπισμένες γυναίκες που προσπαθούσαν με κάθε μέσο να κερδίσουν ένα πενιχρό μεροκάματο, οι «ναοί» αυτοί του «πολιτισμού» διαλαλούσαν τη νέα πραμάτεια τους: «Προσεχώς Βουλγάρες».
Όσο για την εθνική πολιτική ελίτ σύχναζε σε κάτι απίστευτα κακής ποιότητας πανάκριβα εστιατόρια, συναγελαζόμενη με κάτι απίθανους τύπους, που είχαν αποκτήσει περιουσία κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες, και κυκλοφορούσαν συνοδευόμενοι από πολλούς φουσκωτούς κι αστραφτερά μοντέλα.
Νεόπλουτοι μεσοαστοί κομπάζανε όπου βρισκόντουσταν κι όπου στεκόντουσταν για το ποιος έδωσε πιο χοντρό φακελάκι στο γιατρό στο νοσοκομείο - αυτά στην αρχή γιατί μετά έγιναν «in» τα ιδιωτικά θεραπευτήρια -  ποιος λάδωσε πιο χοντρά τον εφοριακό, ποιος στέλνει τα παιδιά του στα πιο ακριβά ιδιωτικά σχολεία.
Το Χρηματιστήριο έγινε ξαφνικά από τζόγος επένδυση κι ήταν μαγκιά ν' αγοράζεις μετοχές εταιρειών που ποτέ τους δεν είχαν λειτουργήσει.
Ντοπαρισμένοι ως το μεδούλι αθλητές έγιναν θεοί, για να ξεσπάσει συσσωμος ο ελληνισμός σε κατάρες κατά των ξένων «που μας επιβουλεύονται ανέκαθεν», όταν αποκαλύπτονταν οι πομπές των μαναριών μας.
Οι νέοι αναζητούσαν μια «θεσούλα στο Δημόσιο» γιατί εκεί «κανείς δε δουλεύει» (ασχέτως κάποιοι άνθρωποι με ήθος και αξίες ιδρωκοπούσαν εργαζόμενοι για τρεις και για πέντε για να κρατήσουν ζωντανή την κρατική μηχανή.
Όπως όμως και στο Μαχαγκόνι έτσι και στην Ελλάδα ήρθε η ώρα του λογαριασμού. Και τότε αποδείχτηκε ότι «λεφτά δεν υπάρχουν». Όμως, όπως και στο Μαχαγκόνι, το να μην έχεις να πληρώσεις, έστω και με δανεικά - κανείς δε νοιάζεται - είναι έγκλημα καθοσιώσεως.
Η μόνη διαφορά ανάμεσα στο Μαχαγκόνυ και στην Ελλάδα είναι είναι ότι στη μεν όπερα, πληρώνει με τη ζωή του ο Τζιμ Μαχόνι, ο οποίος σκόρπισε τα χρήματα που είχε κερδίσει εργαζόμενος σκληρά στην Αλάσκα, στη δε Ελλάδα σήμερα - αύριο στην Πορτογαλία, στην Ισπανία και ποιος ξέρει πού αλλού - πληρώνουν με τη ζωή τους όλοι. Εκτός από αυτούς που μετέτρεψαν τη χώρα σε ένα απέραντο Μαχαγκόνι.

Γιάννης Χρυσοβέργης

Παρασκευή 9 Απριλίου 2010

ΕΧΕΙ ΜΕΛΛΟΝ Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΗ;


Το ερώτημα μέχρι πριν από λίγους μήνες φάνταζε περισσότερο ως υπόθεση εργασίας για θεωρίες συνομωσίας ευρωσκεπτικιστών. Η διαχείριση της ελληνικής χρεοκοπίας όμως σε ευρωπαϊκό επίπεδο το θέτει εκ των πραγμάτων. Ο τρόπος με τον οποίο τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα χειρίζονται το θέμα οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στο αδιανόητο: τη διάλυση της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Διότι αυτή τη στιγμή δυο είναι οι εναλλακτικές λύσεις για την Ελλάδα. Η πρώτη είναι να ζητήσει την εφαρμογή του Ευρωπαϊκού σχεδίου διάσωσης, που, μέσω του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, δίνει καθοριστική γνώμη για τις εξελίξεις στην Ευρωζώνη στην αμερικανική κυβέρνηση. Η δεύτερη είναι να κηρύξει η Ελλάδα πτώχευση ως μέλος της Ευρωζώνης. Και στη μια και στην άλλη περίπτωση - στη δεύτερη άμεσα και βίαια, στην πρώτη μεσοπρόθεσμα και, πιθανόν, πιο ήπια - εκλείπει ο λόγος ύπαρξης του ευρώ και στην κατάρρευση αυτή συμπαρασύρεται η Ευρωπαϊκή Ένωση. Διότι βεβαίως, η παρούσα κυβέρνηση δεν πρόκειται να κηρύξει στάση πληρωμών αφού πρώτα αποχωρήσει από το ευρώ, όπως πολύ θα ήθελαν το ΚΚΕ, ο Λαφαζάνης, κάποιοι πολιτικοί παράγοντες των Βρυξελλών και, βέβαια, η γερμανική και η ολλανδική κυβέρνηση.
Ποιοι λοιπόν θέλουν την αποδόμηση της ΕΕ; Πολλοί, στη συντριπτική τους πλειονότητα Ευρωπαίοι. Για διαφορετικούς λόγους ο καθένας.
Στα πενήντα δυο χρόνια της ύπαρξής της, η ΕΕ (πρώην ΕΟΚ), βασίστηκε σε ένα κοινωνικό συμβόλαιο. Το μεγάλο κεφάλαιο απέκτησε μια μεγάλη εσωτερική αγορά για καταναλωτικά προϊόντα και υπηρεσίες, που διευκόλυναν τη γρήγορη ανάπτυξή του. Τα μεσαία αστικά στρώματα και η εργατική τάξη της Ευρώπης, συναίνεσαν προσβλέποντας, σε συμμετοχή στα οφέλη αυτής της αγοράς αφ' ενός, ελπίζοντας ότι η οικονομική ενοποίηση θα απέτρεπε τους πολέμους στη Γηραιά Ήπειρο αφ' ετέρου. Το κοινωνικό αυτό συμβόλαιο τηρήθηκε ως το 1990, με μεγάλο κερδισμένο την παραδοσιακά κοσμοπολίτικη ευρωπαϊκή μεσαία αστική τάξη. Η οποία, εκτός της θεαματικής βελτίωσης των εισοδημάτων της, αύξησε την επιρροή της στο πολιτικό γίγνεσθαι, μέσω της συνεχώς διογκούμενης και με ολοένα μεγαλύτερες δυνατότητες επηρεασμού πολιτικών αποφάσεων γραφειοκρατίας των Βρυξελλών. Σε σημείο που αισθάνθηκε μεγαλύτερη εγγύτητα συμφερόντων με το μεγάλο κεφάλαιο και διέρρηξε την κοινωνική και πολιτική της συνεργασία με την εργατική τάξη.
Οι κοινωνικές αυτές εξελίξεις αποτυπώθηκαν πολιτικά στις Ευρωπαϊκές συνθήκες, αρχής γενομένης από τη Συνθήκη του Μάαστριχτ, και στη φιλελεύθερη μεταστροφή των σοσιαλδημοκρατικών κομματων, που αποξενώθηκαν με ταχείς ρυθμούς από την εργατική τους βάση. Στην άσκηση της κοινωνικής πολιτικής οι φοροελαφρύνσεις προτάθηκαν ως αντίδοτο στην περικοπή των κοινωνικών δαπανών, οι οποίες περικόπτονταν εν ονόματι της νεοφιλελεύθερης ορθοδοξίας.
Μέσα από τη διαδικασία αυτή η εργατική τάξη, που, βοηθουσών της κατάρρευσης της ΕΣΣΔ και των νέων τεχνολογιών και της παγκοσμιοποίησης της οικονομίας που οι τελευταίες προκάλεσαν, μετατρτάπηκε σε υποπρολεταριάτο, μακροχρόνια ανέργων και περιστασιακά απασχολούμενων. Απέστρεψε το βλέμμα από τη σοσιαλδημοκρατία και τα κομμουνιστικά κόμματα -αυτά πλήρωσαν το τίμημα της μεσοαστικοποίησης των κομματικών τους στελεχών - και στράφηκε προς την ευρωφοβική ακροδεξιά.
Προς την ευρωφοβική ακροδεξιά στράφηκαν και τα μικροαστικά στρώματα (μικροκαταστηματάρχες, μικρές μεταποιητικές επιχειρήσεις) που είδαν τις επιχειρήσεις τους να βουλιάζουν «κατ' επιταγήν των Βρυξελλών», όπως ψευδώς διέδιδαν τα κόμματα της κεντροδεξιάς και της σοσιαλδημοκρατίας που διαχειρίζονταν τις πολιτικές τύχες των Κρατών -μελών για να μην αναλάβουν το πολιτικό και κοινωνικό κόστος των αλλαγών.
Όμως, ούτε και το μεγάλο κεφάλαιο θέλει πλέον την επιβίωση της Ευρωπαϊοκής Ένωσης. Αφού απέτυχε να καταστήσει συνταγματική αρχή της Ένωσης την απόλυτη απουσία κοινωνικής πολιτικής (Ευρωσύνταγμα) και διαπίστωσε ότι η πενιχρή ενίσχυση των αρμοδιοτήτων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου του δημιουργεί προβλήματα, προωθεί την απόλυτη απαξίωση της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Κι αν η λάμψη του «παγκόσμιου χωριού» έχει αρχίσει να θαμπώνει στα μάτια της μεσαίας αστικής τάξης, η οποία βλέπει την ΕΕ ως σανίδα σωτηρίας των κοινωνικών της προνομοίων, είναι ακόμα πιο απαστράπτουσα για το μεγάλο κεφάλαιο.
Υπό αυτές τις συνθήκες το μέλλον την Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι πλέον αβέβαιο, ή μάλλον προδιαγεγραμμένο. Οι πάντες πρέπει πλέον να αρχίσουν να σκέπτονται τι θα κάνουν όταν θα συμβεί το αδιανόητο. Που, όπως μας έδειξε η διάλυση της Γιουγκοσλαβίας ( επίσης αδιανόητη) θα έχει τραγικές συνέπειες.

Γιάννης Χρυσοβέργης