ΠΙΟΤΕΡΟ ΚΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΤΡΑΜΠ ΟΙ ΑΜΕΡΙΚΑΝΟΙ «ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΟΙ» ΜΕ ΤΡΟΜΑΖΟΥΝ
Η συχνότητα με την οποία στελέχη του Δημοκρατικού Κόμματος των ΗΠΑ αξιώνουν συνέχιση του πολέμου στην Ουκρανία «μέχρι την ανατροπή του Πούτιν», καθώς κι η αβασάνιστη υιοθέτηση της φρασεολογίας τους από τον πρόεδρο Μπάϊντεν συνιστούν το μεγαλύτερο κίνδυνο να ξεφύγει ανεξέλεγκτα η κατάσταση.
Ο Πούτιν δεν είναι ούτε Σαντάμ Χουσεΐν ούτε ούτε Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς, διαθέτει 5.700 πυρηνικές κεφαλές, κι αν την εμπρηστική αυτή φρασεολογία των Αμερικανών «προοδευτικών» και των Δυτικοευρωπαίων μιμητών τους, την ενστερνιστεί με τον ανάλογο φανατισμό κι η δυτική κοινή γνώμη θα οδηγηθούμε σε πυρηνικό όλεθρο.
Ο ΠΟΥΤΙΝ «ΧΡΗΣΙΜΟΣ» ΑΠΟΔΙΟΠΟΜΠΑΙΟΣ ΤΡΑΓΟΣ ΤΟΥ ΚΑΤΕΣΤΗΜΕΝΟΥ ΤΟΥ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΟΥ ΚΟΜΜΑΤΟΣ
Όταν τη νύχτα των προεδρικών εκλογών του 2016, παρά το γεγονός ότι η Χίλαρι Κλίντον είχε πάρει τρία εκατομμύρια ψήφους παραπάνω, εξελέγη ο Ντόναλντ Τραμπ, το επιτελείο των Δημοκρατικών έσπευσε να κατηγορήσει το Ρώσο πρόεδρο για επηρεασμό του εκλογικού αποτελέσματος μέσω μαζικής παραγωγής ψευδών ειδήσεων.
Αν και η δικαστική έρευνα που έγινε επί του θέματος κατέληξε στο συμπέρασμα ότι όντως είχε γίνει απόπειρα επηρεασμού του εκλογικού σώματος μέσω διοχέτευσης εξωφρενικών ψευδών ειδήσεων -ένα από αυτά τα εργαστήρια παραγωγής ψευδών ειδήσεων ήταν στο Βόρειο Μακεδονία- από πλευράς Ρωσίας, η επίρριψη της ήττας της Κλίντον στον Πούτιν είναι εξωφρενική.
Κατά μείζονα λόγο που, τρεις πολιτείες στις οποίες η Κλίντον έχασε με λιγότερο από μια ποσοστιαία μονάδα διαφορά, Μίσιγκαν, Πενσυλβάνια και Ουισκόνσιν, ήταν παραδοσιακά προπύργια του Δημοκρατικού Κόμματος, ιδίως οι δυο πρώτες.
Τι το κοινό είχαν; Μα την ύπαρξη μιας πολυπληθούς λευκής εργατικής τάξης, χτυπημένης από την ανεργία που προκάλεσε η μεταφορά των αμερικανικών βιομηχανικών μονάδων στην Άπω Ανατολή, και η οποία ζει υπό το κράτος του τρόμου ότι θα χάσει τα σπίτια που με χίλιους κόπους και βαρύ δανεισμό απέκτησε, και στην οποία το πρόγραμμα της Δημοκρατικής υποψήφιας δεν είχε τίποτα να προτείνει (μάλιστα σε στενό κύκλο, δυστυχώς όμως γι' αυτήν διέρρευσε, η Κλίντον τους αποκαλούσε loosers).
Ο Τραμπ αντίθετα, τους υπόσχονταν την επιστροφή της βιομηχανίας στις ΗΠΑ, μια υπόσχεση που του απέφερε εκατοντάδες χιλιάδες κρίσιμων ψήφων, μολονότι δεν έκανε τίποτα για να την υλοποιήσει.
Με δυο λόγια, εδώ και έξι χρόνια, το Δημοκρατικό Κόμμα των ΗΠΑ έχει βρει στο πρόσωπο του Πούτιν έναν βολικό «κακό», που «φταίει για ό,τι συμβαίνει στον ουρανό και στη γη»
Ο ΠΟΥΤΙΝ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΣΑΝΤΑΜ ΧΟΥΣΕΪΝ ΟΥΤΕ ΣΛΟΜΠΟΝΤΑΝ ΜΙΛΟΣΕΒΙΤΣ
Η επικίνδυνη αυτή ρητορική δεν είναι ούτε καινούρια ούτε πρωτότυπη. Είναι πανομοιότυπη με αυτή που είχαν χρησιμοποιήσει οι Δυτικοί στη δεκαετία του '90 κατά των Σαντάμ Χουσεΐν και Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς.
Μόνο που τα περιβόητα «πυρηνικά» και «χημικά» όπλα του Σαντάμ Χουσεΐν ήταν παραμύθια της Χαλιμάς, όπως αποδείχθηκε πανηγυρικά με τα τη δεύτερη εισβολή στο Ιράκ και την ανατροπή του.
Μόνο που τα περιβόητα «πυρηνικά» και «χημικά» όπλα του Σαντάμ Χουσεΐν ήταν παραμύθια της Χαλιμάς, όπως αποδείχθηκε πανηγυρικά με τα τη δεύτερη εισβολή στο Ιράκ και την ανατροπή του.
Για δε το Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς δε χρειάζονταν καν η επίκληση των «όπλων μαζικής καταστροφής». Ήταν ο πρώτος από τους δικτάτορες και δικτατορίσκους που θάλλουν πλέον σ' Ανατολή και Δύση κι αυτό αρκούσε για να σοκάρει τη διεθνή κοινή γνώμη σε μια εποχή που ζούσε το παραμύθι του «Τέλους της Ιστορίας».
Ο Βλαντιμίρ Πούτιν αντιθέτως διαθέτει πυρηνικά όπλα. Και μάλιστα πολλά. Το ένα δέκατο από αυτά φτάνει για να εξαφανίσει κάθε ζωή στον πλανήτη για αιώνες. Κι έχει καταστήσει σαφές ότι αν η δυτική υποστήριξη στην Ουκρανία υπερβεί ένα όριο -το οποίο είναι η συμμετοχή στον πόλεμο νατοϊκών δυνάμεων- θα τα χρησιμοποιήσει.
Το γεγονός δε ότι τόσο οι ΗΠΑ όσο και το Ηνωμένο Βασίλειο εργαλειοποιούν την ουκρανική κρίση για την επίτευξη ενός βραχυπρόθεσμου στόχου, την εξαφάνιση της ούτως ή άλλως αναιμικής, αυτόνομης πολιτικής παρουσίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αδιαφορώντας, όπως όλα δείχνουν, για τις επιπτώσεις αυτής της πολιτικής, πολλαπλασιάζει τον κίνδυνο του πυρηνικού ολέθρου, είτε εξ αιτίας κάποιου ατυχήματος, είτε διότι, για πολλοστή φορά, δε πάρουν σοβαρά υπ' όψιν τους τον Πούτιν.
Η ΑΠΟΥΣΙΑ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥ ΔΥΤΙΚΟΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΑΝΤΙΒΑΡΟΥ
Σίγουρα δεν είναι η πρώτη φορά που Αμερικανοί αξιωματούχοι διολισθαίνουν σε έναν πολεμοκάπηλο βερμπαλισμό. Έχουν υπάρξει μάλιστα ακόμα χειρότερες εποχές, όπως ήταν η περίοδος της προεδρίας του Ρόναλντ Ρέηγκαν, όταν ο μεν πρόεδρος των ΗΠΑ «χαριτολογούσε» μπροστά στο ανοιχτό, εν αγνοία του φυσικά, μικρόφωνο της Αμερικανικής Δημόσιας Ραδιοφωνίας δηλώνοντας σοβαρά-σοβαρά ότι «σε πέντε λεπτά θα διατάξω πυρηνική επίθεση στην ΕΣΣΔ», ενώ ο υπουργός Εξωτερικών του, ο Αλεξάντερ Χαίηγκ, σοβαρολογούσε μιλώντας για «ενδεχόμενο περιορισμένο πυρηνικό πόλεμο» στην Ευρώπη.
Τότε όμως οι δηλώσεις αυτές είχαν προκαλέσει τις οργίλες αντιδράσεις όλων των Ευρωπαίων πολιτικών ηγετών, ενώ στους δρόμους και στις πλατείες των ευρωπαϊκών πόλεων εκατοντάδες χιλιάδες πολιτών διαδήλωναν υπέρ της αμοιβαίας αποκλιμάκωσης της πυρηνικής έντασης.
Σήμερα, οι λιγοστοί που τολμούν να μιλήσουν για σύγκρουση δυτικού και ρωσικού ιμπεριαλισμού με επίδικο την Ουκρανία, ή έστω, υιοθετούν μια μετρημένη στάση σαν αυτή του 98χρονου μετρ της, κυνικής είναι η αλήθεια, διπλωματίας Χένρι Κίσσιντζερ ( https://www.naftemporiki.gr/story/1866057/kisingker-i-oukrania-na-paraxorisei-edafi-sti-rosia-gia-na-teleiosei-o-polemos ) χαρακτηρίζονται αυτόματα «πράκτορες του Πούτιν» κι εξοστρακίζονται από το δημόσιο διάλογο.
Ακόμα χειρότερα, οι μοναδικοί ευρωπαίοι πολιτικοί που τολμούν να προσπαθήσουν, αν μη τι άλλο, να ανοίξουν ένα δίαυλο διαλόγου με τη Ρωσία είναι οι εξής δυο: ο Εμμανουέλ Μακρόν κι ο Μάριο Ντράγκι.
Όσο για την υπουργό Εξωτερικών της Γερμανίας, της χώρας που εδώ και μισό αιώνα φρόντιζε με επιτυχία να διατηρεί ακόμα και στις πιο δύσκολες στιγμές των σχέσεων της Ρωσίας με τη Δύση ανοιχτούς διαύλους διαλόγου, την Αναλένα Μπέρμποκ, αυτή υπερακοντίζει σε υστερικές κραυγές -προσωπικά αδυνατώ να χαρακτηρίσω πολιτικό λόγο τις δηλώσεις της- τους πλέον ακραίους Πολωνούς πολιτικούς (οι οποίοι, τουλάχιστον, έχουν και κάποια ελαφρυντικά λόγω του παρελθόντος των Ρωσσοπολωνικών σχέσεων).
Η απάθεια της δυτικοευρωπαϊκής κοινής γνώμης εξηγείται από ένα πολύ απλό γεγονός. Οι πολιτικοί και οι πολίτες που είχαν ζήσει τη φρίκη του πολέμου έχουν εκλείψει. Οι άνθρωποι στη γηραιά ήπειρο που έζησαν το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, που είδαν τις φωτογραφίες των θυμάτων της Χιροσίμα και του Ναγκασάκι και τους σημάδεψαν για όλοι τους τη ζωή, διάγουν τη δέκατη δεκαετία της ζωής τους.
Στη θέση τους υπάρχουν πολίτες και πολιτικοί οι οποίοι, τις μόνες εικόνες πολέμου που έχουν, είναι αυτές των ηλεκτρονικών παιγνιδιών. Οι πόλεμοι που μαίνονται δεξιά κι αριστερά δεν τους αγγίζουν «αυτά συμβαίνουν στην Αφρική και στην Ανατολή» (στην οποία Ανατολή περιλαμβάνονται και τα Βαλκάνια και η πρώην ΕΣΣΔ).
Αυτό εξηγεί και τα μειωμένα αντανακλαστικά απέναντι στον κίνδυνο του πυρηνικού πολέμου κι αυτός είναι ο λόγος που, βοηθούντος ενός άλλοτε υποβόσκοντος κι άλλοτε ανοιχτού ρατσισμού απέναντι στους «άξεστους ανατολίτες», υπάρχει κίνδυνος οι δυτικοί πολιτικοί να πέσουν θύματα της ρητορικής τους περί «ολοκληρωτικής ήττας κι ανατροπής του Πούτιν» και, «μοιραίοι κι άμοιροι αντάμα», να διολισθήσουν σε ένα πυρηνικό όλεθρο.
Γιάννης Χρυσοβέργης



