Ο αμερικανός Πρόεδρος Μπαράκ Ομπάμα έχει κάθε λόγο να είναι ευχαριστημένος: η επιχείρηση των κομμάντος πέτυχε, ο Οσάμα μπιν Λάντεν είναι νεκρός κι οι Αμερικανοί πολίτες ικανοποιημένοι. Δικαιολογημένη και η ανησυχία του νέου διευθυντή της CIA Λίον Πανέττα που έσπευσε να δηλώσει πως ο θάνατος του Οσάμα μπιν Λάντεν δε σημαίνει ότι η Αλ Κάιντα έππαψε να υφίσταται. Οι συνθήκες διεξαγωγής της επιχείρησης όμως, πέραν του ότι, για πολλοστή φορά, καταρράκωσαν κάθε έννοια Διεθνούς Δικαιου, εγείρουν πολύ σοβαρά ερωτηματικά γι αυτό που έχουμε συνηθίσει να αποκαλούμε «ισλαμιστικό κίνδυνο».
Είναι πολύ σημαντικό να ξεκαθαρίσουμε κάτι. Στόχος της επιχείρησης των Αμερικανών καταδρομέων ήταν η εκτέλεση του Οσάμα μπιν Λάντεν και, σε καμιά περίπτωση, η σύλληψή του. Γιατί μια σύλληψη μοιραία θα οδηγούσε σε μια δίκη. Στην οποία πολλά θα λέγονταν.
Και πρώτα απ' όλα θα γινόταν μια απίστευτα ενοχλητική υπενθύμιση για τους Αμερικανούς: ότι λίγες μόλις εβδομάδες πριν την επίθεση της Αλ Κάιντα στους Δίδυμους Πύργους, δυο πράκτορες της CIA είχαν συναντήσει, τον επί χρόνια καταζητούμενο ως επικίνδυνο τρομοκράτη Οσάμα μπιν Λάντεν. Κια, μοιραία, θα ετίθετο το ερώτημα, αν η πολιτική ηγεσία των ΗΠΑ γνώριζε εκ προοιμίου την επικείμενη τρομοκραστική επίθεση. Και, μολονότι η σημερινή πολιτική ηγεσία της χώρας δε φέρει καμιά ευθύνη για όσα συνέβησαν στην πιο μαύρη περίοδο διακυβέρνησης των ΗΠΑ, τουλάχιστον από τις αρχές του 20ου αιώνα, θα πλήττονταν σοβαρά το κύρος της χώρας.
Θα υπενθυμίζονταν επίσης ότι ο Οσάμα μπιν Λάντεν είχε στρατολογηθεί, στις αρχές της δεκαετίας του '80, από τη CIA για να οργανώσει τη διανομή της οικονομικής και στρατιωτικής βοήθειας στους αντισοβιετικούς αντάρτες.
Τέλος, θα ετίθετο και πάλι το ζήτημα του ονείδους για τον ανθρώπινο πολιτισμό που ονομάζεται Γκουαντάναμο.
Ο στόχος επετεύχθη λοιπόν. και μάλιστα χωρίς «παράπλευρες απώλειες», χωρίς λάθη στο σχεδιασμό. Το αν ο Οσάμα μπιν Λάντεν σκοτώθηκε με το όπλο στο χέρι ή δεμένος πισθάγκωνα δεν έχει καμιά απολύτως σημασία για κανέναν άνθρωπο στον κόσμο, πλην των υποστηρικτών της Αλ Κάιντα και των υπεύθυνων της αμερικανικής προπαγάνδας. Αντιθέτως, τα υπόλοιπα ερωτήματα, που αφορούν στο αν και κατά πόσο οι αρχές της χώρας ήταν ενήμερες των αμερικανικών σχεδίων αφορούν όλους τους υπόλοιπους κατοίκους του πλανήτη.
Το πρώτο ερώτημα εγείρεται από την κατηγορηματική δήλωση του του νέου διευθυντή της CIA Λιον Πανέτα στο περιοδικό ΤΙΜΕ, ότι «αν επιχειρούνταν συνεργασία με τις πακιστανικές αρχές, η επιχείρηση θα διέρρεε». Η τόσο σαφής αυτή δήλωση οδηγεί στο συμπέρασμα ότι οι αμερικανικές αρχές - και δικαίως - δεν έχουν την παραμικρή εμπιστοσύνη στον πακιστανικό κρατικό μηχανισμό και, ιδίως, στις μυστικές υπηρεσίες της χώρας, οι οποίες, όχι μόνο ίδρυσαν και έφεραν στην εξουσία τους Ταλιμπάν, αλλά ακόμα και σήμερα, διατηρούν στενές σχέσεις μαζί τους. Κι η πιο τρανή απόδειξη ότι επ' αυτού οι Aμερικανοί έχουν δίκιο είναι ότι επί πέντε τουλάχιστον χρόνια, ο Οσάμα μπιν Λάντεν ζούσε μέσα τσιμεντένιο οχυρό, μερικές δεκάδες χιλιόμετρα από την πρωτεύουσα του Πακιστάν και σε απόσταση μικρότερη του ενός χιλιομέτρου από τη Στρατιωτική Ακαδημία της χώρας. Χωρίς ποτέ κανείς να τον έχει ενοχλήσει.
Το δεύτερο ερώτημα αφορά τη θέση του Πακιστάν στον πόλεμο του ΝΑΤΟ κατά των Ταλιμπάν. θεωρητικά είναι συμμαχική χώρα. Στην πράξη όμως, πέραν της απροκάλυπτης εχθρότητας της πλειοψηφίας της πακιστανικής κοινωνίας προς τη Δύση, ο κρατικός μηχανισμός της χώρας, και ιδίως οι μυστικές υπηρεσίες, δεν έπαψαν ούτε στιγμή να προσφέρουν καταφύγιο και βοήθεια στους Ταλιμπάν.
Με τα παραπάνω δεδομένα το συμπέρασμα που προκύπτει αβίαστα είναι πως το Πακιστάν είναι τύποις μόνο σύμμαχος της Δύσης. Κι αυτό γεννάει το επόμενο ερώτημα, που σχετίζεται με το, καθόλου ευκαταφρόνητο, γνωστό σε όλους πυρηνικό οπλοστάσιο της χώρας. Τι θ' απογίνει αν οι ψυχοπαθείς δολοφόνοι της Αλ Κάιντα, με την οικονομική υποστήριξη μιας άλλης σύμμαχης προς τη Δύση χώρας, της Σαουδικής Αραβίας. αποκτήσουν τον έλεγχο του πυρηνικού οπλοστασίου της χώρας;
Που με τη σειρά του παραπέμπει σε ένα άλλο ερώτημα: γιατί μια χώρα, που χρηματοδοτεί συστηματικά το πιο ακραίο Ισλαμ, όπως ισχύει για τη Σαουδική Αραβία, να θεωρείται σύμμαχος της Δύσης;
Είναι πασιφανές ότι και ο ισλαμιστικός κίνδυνος για τον πολιτισμό είναι απολύτως υπαρκτός, από τη στιγμή που κάποιοι ψυχοπαθείς, με τη βοήθεια μιας άλλης «συμμάχου της Δύσης» αποκτήσουν πρόσβαση στους απόρρητους κωδικούς του πυρηνικού προγράμματος του Πακιστάν.
Είναι επίσης γνωστό σε όλους ότι, οι φανατικοί ισλαμιστές, έχουν εξαπλωθεί στις τελευταίες τρεις δεκαετίες σαν τα μανιτάρια στο Πακιστάν, χάρη, αποκλειστικά, στην απλόχερη οικονομική ενίσχυση που έλαβαν από τη Σαουδική Αραβία.Υπό τις παραπάνω συνθήκες το ζήτημα του επαναπροσδιορισμού της στάσης όλου του πολιτισμένου κόσμου έναντι του Πακιστάν και της Σαουδικής Αραβίας τίθεται με τρόπο επιτακτικό.
Γιατί ο ισλαμιστικός κίνδυνος δεν προέρχεται από ένα Ιράν, το καθεστώς του οποίου αγωνίζεται να γίνει αποδεκτό στη διεθνή πολιτική σκηνή, αντιμετωπίζοντας ταυτόχρονα την έντονη εσωτερική αμφισβήτηση ενός μεγάλου μέρους της κοινωνίας, αλλά από τους «πιστούς συμμάχους» της Δύσης, που, προκειμένου να ικανοποιήσουν τις ανάγκες των περιφερειακών τους στρατηγικών, δημιουργούν και γιγαντώνουν μορφώματα επικίνδυνα για τον ανθρώπινο πολιτισμό. Και, επ' αυτού, δυστυχώς, η Αλ Κάιντα και οι Ταλιμπάν δεν είναι ό,τι χειρότερο μπορούν να δημιουργήσουν οι δυο αυτοί «πιστοί σύμμαχοι της Δύσης»
Γιάννης Χρυσοβέργης
Υ.Γ. Είναι προφανές ότι, η αμερικανική στρατιωτική και πολιτική ηγεσία, ειδικά από τότε που βελτιώθηκαν οι σχέσεις των ΗΠΑ με την Ινδία, αντιμετωπίζει με αυξανόμενη καχυποψία το Πακιστάν. Και η δήλωση του διευθυντή της CIA στο ΙΤΜΕ πρέπει να θεωρηθεί αληθής,ακόμα και αν, όπως πιθανολογείται, οι πληροφορίες των Αμερικανών για το καταφύγιο του Οσάμα μπιν Λάντεν, προέρχονταν από κύκλους των πακιστανικών μυστικών υπηρεσιών.
Είναι πολύ σημαντικό να ξεκαθαρίσουμε κάτι. Στόχος της επιχείρησης των Αμερικανών καταδρομέων ήταν η εκτέλεση του Οσάμα μπιν Λάντεν και, σε καμιά περίπτωση, η σύλληψή του. Γιατί μια σύλληψη μοιραία θα οδηγούσε σε μια δίκη. Στην οποία πολλά θα λέγονταν.
Και πρώτα απ' όλα θα γινόταν μια απίστευτα ενοχλητική υπενθύμιση για τους Αμερικανούς: ότι λίγες μόλις εβδομάδες πριν την επίθεση της Αλ Κάιντα στους Δίδυμους Πύργους, δυο πράκτορες της CIA είχαν συναντήσει, τον επί χρόνια καταζητούμενο ως επικίνδυνο τρομοκράτη Οσάμα μπιν Λάντεν. Κια, μοιραία, θα ετίθετο το ερώτημα, αν η πολιτική ηγεσία των ΗΠΑ γνώριζε εκ προοιμίου την επικείμενη τρομοκραστική επίθεση. Και, μολονότι η σημερινή πολιτική ηγεσία της χώρας δε φέρει καμιά ευθύνη για όσα συνέβησαν στην πιο μαύρη περίοδο διακυβέρνησης των ΗΠΑ, τουλάχιστον από τις αρχές του 20ου αιώνα, θα πλήττονταν σοβαρά το κύρος της χώρας.
Θα υπενθυμίζονταν επίσης ότι ο Οσάμα μπιν Λάντεν είχε στρατολογηθεί, στις αρχές της δεκαετίας του '80, από τη CIA για να οργανώσει τη διανομή της οικονομικής και στρατιωτικής βοήθειας στους αντισοβιετικούς αντάρτες.
Τέλος, θα ετίθετο και πάλι το ζήτημα του ονείδους για τον ανθρώπινο πολιτισμό που ονομάζεται Γκουαντάναμο.
Ο στόχος επετεύχθη λοιπόν. και μάλιστα χωρίς «παράπλευρες απώλειες», χωρίς λάθη στο σχεδιασμό. Το αν ο Οσάμα μπιν Λάντεν σκοτώθηκε με το όπλο στο χέρι ή δεμένος πισθάγκωνα δεν έχει καμιά απολύτως σημασία για κανέναν άνθρωπο στον κόσμο, πλην των υποστηρικτών της Αλ Κάιντα και των υπεύθυνων της αμερικανικής προπαγάνδας. Αντιθέτως, τα υπόλοιπα ερωτήματα, που αφορούν στο αν και κατά πόσο οι αρχές της χώρας ήταν ενήμερες των αμερικανικών σχεδίων αφορούν όλους τους υπόλοιπους κατοίκους του πλανήτη.
Το πρώτο ερώτημα εγείρεται από την κατηγορηματική δήλωση του του νέου διευθυντή της CIA Λιον Πανέτα στο περιοδικό ΤΙΜΕ, ότι «αν επιχειρούνταν συνεργασία με τις πακιστανικές αρχές, η επιχείρηση θα διέρρεε». Η τόσο σαφής αυτή δήλωση οδηγεί στο συμπέρασμα ότι οι αμερικανικές αρχές - και δικαίως - δεν έχουν την παραμικρή εμπιστοσύνη στον πακιστανικό κρατικό μηχανισμό και, ιδίως, στις μυστικές υπηρεσίες της χώρας, οι οποίες, όχι μόνο ίδρυσαν και έφεραν στην εξουσία τους Ταλιμπάν, αλλά ακόμα και σήμερα, διατηρούν στενές σχέσεις μαζί τους. Κι η πιο τρανή απόδειξη ότι επ' αυτού οι Aμερικανοί έχουν δίκιο είναι ότι επί πέντε τουλάχιστον χρόνια, ο Οσάμα μπιν Λάντεν ζούσε μέσα τσιμεντένιο οχυρό, μερικές δεκάδες χιλιόμετρα από την πρωτεύουσα του Πακιστάν και σε απόσταση μικρότερη του ενός χιλιομέτρου από τη Στρατιωτική Ακαδημία της χώρας. Χωρίς ποτέ κανείς να τον έχει ενοχλήσει.
Το δεύτερο ερώτημα αφορά τη θέση του Πακιστάν στον πόλεμο του ΝΑΤΟ κατά των Ταλιμπάν. θεωρητικά είναι συμμαχική χώρα. Στην πράξη όμως, πέραν της απροκάλυπτης εχθρότητας της πλειοψηφίας της πακιστανικής κοινωνίας προς τη Δύση, ο κρατικός μηχανισμός της χώρας, και ιδίως οι μυστικές υπηρεσίες, δεν έπαψαν ούτε στιγμή να προσφέρουν καταφύγιο και βοήθεια στους Ταλιμπάν.
Με τα παραπάνω δεδομένα το συμπέρασμα που προκύπτει αβίαστα είναι πως το Πακιστάν είναι τύποις μόνο σύμμαχος της Δύσης. Κι αυτό γεννάει το επόμενο ερώτημα, που σχετίζεται με το, καθόλου ευκαταφρόνητο, γνωστό σε όλους πυρηνικό οπλοστάσιο της χώρας. Τι θ' απογίνει αν οι ψυχοπαθείς δολοφόνοι της Αλ Κάιντα, με την οικονομική υποστήριξη μιας άλλης σύμμαχης προς τη Δύση χώρας, της Σαουδικής Αραβίας. αποκτήσουν τον έλεγχο του πυρηνικού οπλοστασίου της χώρας;
Που με τη σειρά του παραπέμπει σε ένα άλλο ερώτημα: γιατί μια χώρα, που χρηματοδοτεί συστηματικά το πιο ακραίο Ισλαμ, όπως ισχύει για τη Σαουδική Αραβία, να θεωρείται σύμμαχος της Δύσης;
Είναι πασιφανές ότι και ο ισλαμιστικός κίνδυνος για τον πολιτισμό είναι απολύτως υπαρκτός, από τη στιγμή που κάποιοι ψυχοπαθείς, με τη βοήθεια μιας άλλης «συμμάχου της Δύσης» αποκτήσουν πρόσβαση στους απόρρητους κωδικούς του πυρηνικού προγράμματος του Πακιστάν.
Είναι επίσης γνωστό σε όλους ότι, οι φανατικοί ισλαμιστές, έχουν εξαπλωθεί στις τελευταίες τρεις δεκαετίες σαν τα μανιτάρια στο Πακιστάν, χάρη, αποκλειστικά, στην απλόχερη οικονομική ενίσχυση που έλαβαν από τη Σαουδική Αραβία.Υπό τις παραπάνω συνθήκες το ζήτημα του επαναπροσδιορισμού της στάσης όλου του πολιτισμένου κόσμου έναντι του Πακιστάν και της Σαουδικής Αραβίας τίθεται με τρόπο επιτακτικό.
Γιατί ο ισλαμιστικός κίνδυνος δεν προέρχεται από ένα Ιράν, το καθεστώς του οποίου αγωνίζεται να γίνει αποδεκτό στη διεθνή πολιτική σκηνή, αντιμετωπίζοντας ταυτόχρονα την έντονη εσωτερική αμφισβήτηση ενός μεγάλου μέρους της κοινωνίας, αλλά από τους «πιστούς συμμάχους» της Δύσης, που, προκειμένου να ικανοποιήσουν τις ανάγκες των περιφερειακών τους στρατηγικών, δημιουργούν και γιγαντώνουν μορφώματα επικίνδυνα για τον ανθρώπινο πολιτισμό. Και, επ' αυτού, δυστυχώς, η Αλ Κάιντα και οι Ταλιμπάν δεν είναι ό,τι χειρότερο μπορούν να δημιουργήσουν οι δυο αυτοί «πιστοί σύμμαχοι της Δύσης»
Γιάννης Χρυσοβέργης
Υ.Γ. Είναι προφανές ότι, η αμερικανική στρατιωτική και πολιτική ηγεσία, ειδικά από τότε που βελτιώθηκαν οι σχέσεις των ΗΠΑ με την Ινδία, αντιμετωπίζει με αυξανόμενη καχυποψία το Πακιστάν. Και η δήλωση του διευθυντή της CIA στο ΙΤΜΕ πρέπει να θεωρηθεί αληθής,ακόμα και αν, όπως πιθανολογείται, οι πληροφορίες των Αμερικανών για το καταφύγιο του Οσάμα μπιν Λάντεν, προέρχονταν από κύκλους των πακιστανικών μυστικών υπηρεσιών.
