Δευτέρα, 28 Μαρτίου 2016

ΓΙΑ ΤΗ ΜΑΝΤΗΛΑ ΡΕ ΓΑΜΩ ΤΟ!

Θέματα που άπτονται της ελευθερίας συνείδησης τό 'χουμε συνήθειο στην Ελλάδα να τα αντιμετωπίζουμε με τσιτάτα, τσιρίδες και συνωμοσιολογίες.
Η εμφάνιση μιας καταγόμενης από την Αίγυπτο μαθήτριας με μαντήλα στη μαθητική παρέλαση πριν τρεις μέρες δε μπορούσε να τύχει διαφορετικής αντιμετώπισης.


Δε θα σταθούμε βέβαια στο ότι ελάχιστοι αισθάνθηκαν την ανάγκη να καταγγείλουν την ίδια την τέλεση μαθητικών παρελάσεων, μια διαδικασία σύνθλιψης της προσωπικότητας του ατόμου και στρατιωτικοποίησης της κοινωνίας, που, πλέον, έχει μιμητές μόνο στη Βόρειο Κορέα. Άλλωστε, (βλ.φωτογραφία) η πρωταγωνίστρια των φετινών μαθητικών παρελάσεων και οι συμμαθητές της - ας είναι καλά τα παιδιά - φρόντισαν να ακυρώσουν στην πράξη τη στρατιωτική ομοιομορφία.

Ούτε και θα απαντήσουμε στις άναρθρες κραυγές της ακροδεξιάς, περί ισλαμοποίησης της χώρας. Είμαστε όμως υποχρεωμένοι να σταθούμε και να αντικρούσουμε το λόγο όλων όσοι κατήγγειλαν «ανοχή σε παραβίαση των δικαιωμάτων της γυναίκας», «την ήττα της ανεξιθρησκίας και την επίθεση στις ευρωπαϊκές αξίες», «άρνηση βούλησης για ένταξη στην ελληνική κοινωνία».
Ας ξεκινήσουμε λοιπόν από την περιβόητη «ανοχή στην παραβίαση των δικαιωμάτων της γυναίκας». Η διατύπωση της θέσης αυτής βασίζεται εκ προοιμίου σε ένα ρατσιστικό στερεότυπο: ότι η αμφίεση της μαθήτριας ήταν ΟΠΩΣΔΗΠΟΤΕ προϊόν καταναγκασμού.
Ουδείς από όσους - στις διάφορες αντιπαραθέσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης δεν είδα ΟΥΤΕ ΜΙΑ γυναίκα να υπερασπίζεται αυτή την άποψη - διατύπωσαν ως αξίωμα αυτή την άποψη έλαβε υπ' όψιν του ότι η αμφίεση μπορεί να ήταν προσωπική επιλογή της μαθήτριας. Ότι η ίδια, ούσα μουσουλμάνα, μπορεί αισθάνονταν άβολα αν παρέλαυνε φορώντας μια κοντή φούστα και είχε ακάλυπτα τα μαλλιά της. Ή ότι θέλησε με την ενέργειά της να τονίσει τη διαφορετικότητά της και να μας υπενθυμίσει ότι έχει δικαίωμα κι αυτή για μια θέση στον ήλιο.
Δε χωράει αμφιβολία ότι ουδείς μπορεί να αποκλείσει την περίπτωση του οικογενειακού πειθαναγκασμού ή ακόμα και του καταναγκασμού. Ακόμα και σε αυτή την περίπτωση όμως, η απάντηση δεν έπρεπε - και πολύ σωστά δεν έγινε έτσι - να είναι η άσκηση πιέσεων προς την οικογένεια. Αν υποθέσουμε ότι όντως η κοπέλα αυτή εμφανίστηκε ντυμένη με μαντήλα και μακρυά φούστα υπό το κράτος του οικογενειακού πειθαναγκασμού - καταναγκασμού, η άσκηση πιέσεων απλώς θα οδηγούσε στην απομάκρυνσή της από το Δημόσιο σχολείο. Και πιθανότατα θα κατέληγε σε κάποιο σχολείο θηλέων της πρεσβείας της Σαουδικής Αραβίας με προφανείς για το μέλλον της συνέπειες. Αντιθέτως, παραμένοντας στο δημόσιο σχολείο, μπορεί - αν η ίδια το επιθυμεί - κάποια στιγμή να συγκρουστεί με την οικογένειά της.
Και επειδή ουκ ολίγοι έσπευσαν να κινήσουν επιδεικτικά το μορμολύκειο της μπούρκας η απάντηση είναι απλή: παρέμβαση της σχολικής κοινότητας και πιέσεις προς την οικογένεια νοούνται τότε και μόνο τότε, όταν η ενδυμασία αποκρύπτει το πρόσωπο της μαθήτριας, οπότε τίθεται σε αμφισβήτηση το αν η εγγεγραμμένη στο σχολείο μαθήτρια είναι και αυτή που φοιτά. Όμως παρόμοια αντίδραση θα έπρεπε να υπάρξει κι αν ένα αγόρι εμφανίζονταν στο σχολείο με κουκούλα από αυτές που καλύπτουν πλήρως το πρόσωπο. 
Οι απόψεις περί «ήττας της ανεξιθρησκείας» χαρακτηρίζονται φαιδρές αν λάβει κανείς υπ' όψιν του ότι η εικόνα του εσταυρωμένου είναι σε περίοπτη θέση στη Βουλή, σε όλες τις δικαστικές αίθουσες, σε όλες τις σχολικές αίθουσες, σε κάθε δημόσιο κτίριο. Και φυσικά ουδείς από όσους διατύπωσαν τέτοιους ισχυρισμούς ενοχλείται από την αμφίεση των καλογριών και των παλιοημερολογητισσών.
Το ίδιο ισχύει και για την περιβόητη «επίθεση στις αξίες της ανοικτής ευρωπαϊκής κοινωνίας». Διότι η περιβόητη ανοικτή ευρωπαϊκή κοινωνία περιλαμβάνει και 45 εκατομμύρια μουσουλμάνων - το 9% του πληθυσμού της ΕΕ δηλαδή - οι οποίοι υποτίθεται πως έχουν ίσα δικαιώματα με τους χριστιανούς. Πρόκειται σε τελική ανάλυση για απόψεις βασισμένες στην πεποίθηση ότι οι Ευρωπαίοι, πολύ δε περισσότερο οι κάτοικοι της Ελλάδας, οφείλουν να είναι αποκλειστικά χριστιανοί. Ε, σίγουρα αυτή η αντίληψη της κοινωνίας μόνο ανοιχτή δεν είναι.
Απότοκο αυτών των ομολογημένων ή ανομολόγητων ισλαμοφοβικών και, σε τελική ανάλυση, ρατσιστικών αντιλήψεων είναι και ο ισχυρισμός περί «άρνησης να ενταχθεί η εν λόγω μαθήτρια στην ελληνική κοινωνία».
Το γεγονός ότι προϋπόθεση για να είναι η κοπέλα αυτή παραστάτης της σημαίας στην παρέλαση προϋπέθετε να είναι από τις πέντε καλύτερες μαθήτριες(ες) του σχολείου - τουλάχιστον οι τρεις από τους τέσσερις παραστάτες της σημαίας, όπως μας δείχνει η φωτογραφία, ήταν κοπέλες - σε συνδυασμό την άψογη ποιότητα των ελληνικών της δεν είπε τίποτα στους υποστηρικτές του ισχυρισμού. Να τους θυμίσει κανείς τον Ισοκράτη και το επίμαχο απόσπασμα από τον Πανηγυρικό του;* Είναι αμφίβολο αν είναι σε θέση να το κατανοήσουν.
Το θέμα της μαντήλας δεν είναι ελληνική πρωτοτυπία.Ο περί αυτού διάλογος ταλαιπωρεί εδώ και είκοσι χρόνια τη γαλλική κοινωνία, τη γερμανική άλλα τόσα. Κι όπως σε κάθε συνειδησιακό  ζήτημα - και ό,τι έχει σχέση με τη θρησκεία είναι πρωτίστως συνειδησιακό ζήτημα - είμαστε υποχρεωμένοι να θυμόμαστε ότι το ΣΥΝΤΑΓΜΑ της χώρας, η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΧΑΡΤΑ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΙΝΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ και η ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗ ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ ΤΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ θεσπίζουν την ελευθερία συνείδησης του ατόμου. Κι ότι όσο η συμπεριφορά που υπαγορεύεται από λόγους συνείδησης δεν θέτει σε αμφισβήτηση την ελευθερία του διπλανού μας, αυτή οφείλει να είναι σεβαστή.

Γιάννης Χρυσοβέργης



*«Τοσούτον δ’ απολέλοιπεν η πόλις ημών περί το φρονείν και λέγειν τους άλλους ανθρώπους, ώσθ’ οι ταύτης μαθηταί των άλλων διδάσκαλοι γεγόνασι και το των Ελλήνων όνομα πεποίηκε μηκέτι του γένους, αλλά της διανοίας δοκείν είναι, και μάλλον Έλληνας καλείσθαι τους της παιδεύσεως της ημετέρας, ή τους της κοινής φύσεως μετέχοντας».

Και η μετάφραση στα νεοελληνικά: Τόσο πολύ ξεπέρασε η πόλη μας (η Αθήνα) τους υπόλοιπους ανθρώπους στη σκέψη και στο λόγο, ώστε οι μαθητές της έγιναν δάσκαλοι των άλλων, και το όνομα των Ελλήνων το έχει κάνει να φανερώνει όχι πλέον τη φυλή αλλά τη διάνοια, με αποτέλεσμα περισσότερο να αποκαλούνται Έλληνες αυτοί που μετέχουν στη δική μας παιδεία παρά στην κοινή καταγωγή.
http://webcache.googleusercontent.com/search?q=cache:http://www.sarantakos.com/language/isocrat2.htm&gws_rd=cr&ei=KUH4VqTAJ8Ovad_0vPAP

Τρίτη, 22 Μαρτίου 2016

ΝΑ ΜΗΝ ΑΦΗΣΟΥΜΕ ΤΟΝ ΤΡΟΜΟ ΝΑ ΚΥΡΙΑΡΧΗΣΕΙ

Ανήκω σε αυτούς που θεωρούν απόλυτα φυσιολογικό το φόβο απέναντι σε φρικαλεότητες σαν αυτές των Βρυξελλών σήμερα ή της 13ης Νοεμβρίου στο Παρίσι.
Θεωρώ όμως πρωταρχικής σημασίας να ελέγξουμε το φόβο μας και να θυμηθούμε πως, αν για να νικήσουμε το Ισλαμικό Κράτος και τους ομοίους του γίνουμε σαν αυτούς, οι νικητές θα είναι αυτοί και οι ηττημένοι εμείς.

Είμαι από αυτούς που εδώ και χρόνια είχαν καταγγείλει τους κάθε λογής τζιχαντιστές ως ισλαμική εκδοχή του ναζισμού.
Γι' αυτό και κατανοώ απόλυτα το φόβο των συμπολιτών μου, αλλά και των πολιτικών, που δηλώνουν ρητά πως είμαστε σε πόλεμο με το Ισλαμικό Κράτος (και με την ξεχασμένη Αλ-Κάιντα θα συμπλήρωνα και με πλήθος άλλων τζιχαντιστικών οργανώσεων δεξιά κι αριστερά σε Ασία, Αφρική, αλλά και μέσα στην Ευρώπη).
Θα ήμουν ψεύτης αν ισχυριζόμουν ότι δεν τρομάζω στην ιδέα πως μπορεί, από τη μια στιγμή στην άλλη, αγαπημένα μου πρόσωπα, να περάσουν από την ύπαρξη στην ανυπαρξία επειδή κάποιος πειραγμένος αποφάσισε να ανατιναχτεί μαζί τους (η ιδέα του να είμαι εγώ θύμα με τρομάζει πολύ λιγότερο).
Όμως ακόμα πιο πολύ με τρομάζει να βλέπω να αντιμετωπίζεται ένα πολιτικό πρόβλημα - οι τζιχαντιστές που σκορπούν το θάνατο στην Ευρώπη δε γεννήθηκαν στη Βαγδάτη, στο Αλγέρι ή στη Δαμασκό, αλλά στο Λονδίνο, στο Παρίσι και στις Βρυξέλλες - με στρατιωτικούς όρους.
Ακόμα πιο πολύ με τρομάζει να βλέπω μέχρι προχθές προοδευτικούς ανθρώπους να υποκύπτουν στο φόβο και να απαιτούν την έκπτωση από ατομικά και πολιτικά δικαιώματα «γιατί έχουμε πόλεμο».
Ακόμα πιο πολύ με τρομάζει να βλέπω τους ανθρώπους αυτούς, που μέχρι πριν λίγα χρόνια έδιναν μάχες για τη διεύρυνση της δημοκρατίας, σήμερανα χρησιμοποιούν τα ίδια ακριβώς επιχειρήματα με τη χριστιανική ακροδεξιά του Όρμπαν, του Καζύνσκι, της Λεπέν και όλων των ομοίων τους για να υπερασπιστούν την περιστολή της.
Ακόμα πιο πολύ με τρομάζει η ιδέα πως για να «νικήσουμε την τρομοκρατία των τζιχαντιστών», πρέπει να υποκύψουμε στην τρομοκρατία της χριστιανικής ακροδεξιάς, του «Πατρίς Θρησκεία Οικογένεια», του ρατσισμού και της ξενοφοβίας.
 Δε δήλωσα ποτέ «ειδικός» σε θέματα στρατηγικής, όμως το μικρό μου μυαλουδάκι λέει πως, τον «πόλεμο» δεν τον κερδίζουν ούτε αυτοί που έχουν άγνοια κινδύνου, ούτε οι τρομοκρατημένοι, αλλά αυτοί που κάτορθώνουν να ελέγξουν το φόβο τους.
Θυμάμαι τη φράση του Ζωρζ Κλεμανσώ «ο πόλεμος είναι πολύ σοβαρή υπόθεση για να τον αφήσουμε στους στρατιωτικούς» και βλέπω με τρομερή ανησυχία την ευρωπαϊκή πολιτική ηγεσία να σκέπτεται με στρατιωτική στενομυαλιά.
Πολύ περισσότερο που πρόκειται για την ίδια ακριβώς πολιτική ηγεσία η οποία, με το πρόσχημα της «περιστολής της σπατάλης των χρημάτων των φορολογουμένων» και της «βελτίωσης της ανταγωνιστηκότητας», δημιούργησε πολυπληθή γκέττο στις παρυφές των ευρωπαϊκών μεγαλουπόλεων, τα οποία γεννούν μουσουλμάνους και χριστιανούς ναζί σε μαζική παραγωγή. Εκεί όπου μοναδική προοπτική είναι η μακρόχρονη ανεργία κι ο κοινωνικός αποκλεισμός.
Ξέρω ότι τα γκέττο που χρειάστηκαν 25 συναπτά έτη για να δημιουργηθούν δε μπορούν να σβήσουν από το χάρτη δια μαγείας. Γιατί σε αυτά έχουν διαμορθωθεί εξουσίες οργανωμένου εγκλήματος που θα πολεμήσουν λυσσαλέα κάθε προσπάθεια κοινωνικής ένταξης των φτωχοδιάβολων που κατοικούν εκεί.
Ξέρω ότι γι' αυτό θα χρειαστούν, δυστυχώς, και στρατιωτικήςς φύσης μέτρα. Όμως ο πόλεμος θα είναι πολιτικός, θα είναι μακροχρόνιος και θα τελειώσει με νίκη ή με ήττα για πολλές δεκαετίες των αξιών της Ελευθερίας, της Δημοκρατίας και της Αλληλεγγύης στην Ευρώπη. Εκεί από όπου ξεκίνησε δηλαδή.

Γιάννης Χρυσοβέργης