Σάββατο, 30 Μαρτίου 2013

ΟΙ ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΤΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΧΡΕΟΚΟΠΙΑΣ


Η καταστροφή του κυπριακού τραπεζικού συστήματος και η μακρόχρονη βαθιά ύφεση, που μπορεί να αποδειχθεί και πολύ πιο βίαιη από την ελληνική, είναι μέρος μόνο των επιπτώσεων της κυπριακής χρεοκοπίας. 
Εξ ίσου, αν όχι πιο σοβαρές, είναι οι γεωπολιτικές επιπτώσεις, τις οποίες οι Ελληνοκύπριοι πολιτικοί ήδη διαισθάνονται, δεν τολμούν όμως να τις αναφέρουν.

Η, με θεαματικούς ρυθμούς, επαναπροσέγγιση της Τουρκίας με το Ισραήλ και οι πρόσφατες δηλώσεις του Τούρκου υπουργού Εξωτερικών Αχμέτ Νταβούτογλου, που για άλλη μια φορά προκάλεσαν «ιερή οργή» σε Δεξιά κι Αριστερά σε Ελλάδα και Κύπρο, δείχνουν ξεκάθαρα ότι οι οικονομικές συνέπειες της κατάρρευσης του κυπριακού τραπεζικού συστήματος μπορεί να αποδειχθούν αστείες μπροστά στα υπαρξιακά ερωτήματα, στα οποία θα κληθεί να απαντήσει, σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα,  η Κυπριακή Δημοκρατία.
Το εσπευσμένο ταξίδι στο Ισραήλ, του Προέδρου Νίκου Αναστασιάδη, αποδεικνύει ότι, αυτός τουλάχιστον, έχει πλήρη συναίσθηση της επερχόμενης καταιγίδας.
Τα τελευταία τρία χρόνια η ελληνοκυπριακή πολιτική ηγεσία επαίρονταν, αρχής γενομένης από τον τ. Πρόεδρο Δημήτρη Χριστόφια, ότι χάρη στη συνεκμετάλλευση των κοιτασμάτων φυσικού αερίου σε συνεργασία με το Ισραήλ, αφ' ενός μετά από λίγα χρόνια οι Ελληνοκύπριοι θα έτρωγαν με χρυσά κουτάλια, αφ' ετέρου η Τουρκία δε θα είχε καμιά δυνατότητα στρατιωτικής παρέμβασης, καθ' όσον κάτι τέτοιο θα την έφερνε σε ευθεία αντιπαράθεση με το Ισραήλ.
Όσο για την επίλυση του Κυπριακού, αυτή θα μπορούσε να περιμένει σε βάθος χρόνου, όταν η Τουρκία θα βρίσκονταν σε δεινή οικονομική θέση και η πλούσια, πλέον, Κυπριακή Δημοκρατία, θα επέβαλλε τους όρους της.
Το σχέδιο βραχυπρόθεσμα αποδείχτηκε ευφυές, ως προς το σκέλος της εξουδετέρωσης των αντιδράσεων της Τουρκίας στις έρευνες για την αξιολόγηση των κοιτασμάτων τουλάχιστον.
Η ελληνοκυπριακή πολιτική ηγεσία όμως δεν έλαβε υπ' όψιν της μια σειρά παραμέτρων. 
Η πρώτη ήταν ότι η Τουρκία επέλεξε στις αρχές του 2010 την ευθεία αντιπαράθεση με το Ισραήλ για να ανοίξει στο μεταποιητικό της τομέα τις αραβικές αγορές, κερδίζοντας τις καρδιές των αραβικών κοινωνιών. Πράγμα το οποίο πέτυχε.
Η δεύτερη ήταν οι επιπτώσεις της αραβικής άνοιξης στο σχεδιασμό της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ, ιδίως από τη στιγμή που η Τουρκία κατοχυρώθηκε, στα μάτια της μεσαίας αστικής τάξης των αραβικών κρατών, ως η χώρα πρότυπο που παντρεύει το ισλάμ με την κοινοβουλευτική Δημοκρατία.
Η τρίτη παράμετρος ήταν η προτεραιότητα που η κυβέρνηση Ομπάμα δίνει στον περιορισμό της επέκτασης της κινεζικής επιρροής, η οποία αυτόματα μεταφέρει το στρατιωτικό ενδιαφέρον των ΗΠΑ στον Ειρηνικό.
Υπό τις συνθήκες αυτές η εξυπηρέτηση των στρατηγικών συμφερόντων των ΗΠΑ στην Ανατολική Μεσόγειο, λαμβανομένης υπ' όψιν και της καταφανούς αδυναμίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης να παίξει τον οιονδήποτε ουσιαστικό ρόλο εξ αιτίας της κρίσης της Ευρωζώνης, υποχρεωτικά περνούσε από τις συνέργειες με περιφερειακές δυνάμεις της περιοχής.
Από τη στιγμή δε που η Τουρκία έθεσε το κύρος της στην περιοχή στη διάθεση της προώθησης των αμερικανικών συμφερόντων στη συριακή κρίση, ήταν προφανές πως οι ΗΠΑ θα εργάζονταν εντατικά για την επαναπροσέγγιση Τουρκίας και Ισραήλ. Κατά μείζονα λόγο που, οι δυο αυτές χώρες έχουν και ίδια συμφέροντα να συνεργαστούν, μιας και ο εμφύλιος στη Συρία που διαιωνίζεται είναι εν δυνα΄μει πηγή κινδύνων και για τις δυο.
Η συγνώμη λοιπόν του Ισραήλ για την επίθεση στο Μαβί Μαρμαρά και η επαναπροσέγγιση των δυο χωρών στη σκιά της επίσκεψης του Προέδρου Ομπάμα στο Ισραήλ μόνο κεραυνός εν αιθρία δεν ήταν.
Οι δυνατότητες ελιγμών της κυπριακής κυβέρνησης απέναντι σε αυτή την εξέλιξη είναι - και θα ήταν ακόμα και αν δεν ήταν η Κυπριακή Δημοκρατία σε κατάσταση χρεοκοπίας - μηδαμηνές, εξ αιτίας του άλλου ανοιχτού μετώπου της, του Κυπριακού.
Και εδώ η ελληνοκυπριακή ηγεσία πληρώνει την κουτοπόνηρη και αλαζονική της απόρριψη του Σχεδίου Ανάν το 2004 (ο σημερινός Πρόεδρος Νίκος Αναστασιάδης ήταν μια φωτεινή αλλά μοναχική εξαίρεση).
Το Σχέδιο Ανάν ήταν μια πρόταση του ΟΗΕ, στο πλαίσιο του οποίου ανέκαθεν διακήρυττε η ελληνοκυπριακή πλευρά την επίλυση του Κυπριακού, είχε την υποστήριξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της οποίας προσφάτως είχε γίνει  μέλος η Κυπριακή Δημοκρατία, των ΗΠΑ και του Ηνωμένου Βασιλείου και το είχε αποδεχθεί, θέλοντας και μη, η χρεοκοπημένη Τουρκία. Μόνο η Ρωσία δεν το επιθυμούσε, διότι συγκρούονταν με τα γεωστρατηγικά της συμφέροντα. 
Ως προς τις προβλέψεις του ήταν, μακράν, λειτουργικότερο της Συμφωνίας της Ζυρίχης - κατά την άποψη του υπογράφοντος, ο οποίος καταλογίζει μεγάλο μέρος της ευθύνης για την Κυπριακή κρίση στον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο και την ελληνοκυπριακή ηγεσία της δεκαετίας του '60 ήταν επιπροσθέτως δίκαιο, αλλά αυτό είναι μια άλλη συζήτηση - και, με την προϋπόθεση ότι οι πλειοψηφίες των Ελληνοκυπρίων και των Τουρκοκυπρίων θα πίστευαν σε αυτό, είχε όλες τις προοπτικές να πετύχει και να διορθωθούν, μέσα σε βάθος χρόνου 10-15 χρόνων, όλες οι ατέλειές του. 
Οι Ελληνοκύπριοι με έναν μόνο τρόπο θα μπορούσαν να κερδίσουν περισσότερα: κηρύσσοντας τον πόλεμο στην Τουρκία και κερδίζοντάς τον.
Η μεταστροφή της τελευταίας στιγμής σύσσωμης σχεδόν της ελληνοκυπριακής ηγεσίας κατά του Σχεδίου Ανάν προκάλεσε  την οργή όλων στη Δύση όσοι, επί τριάντα ολόκληρα χρόνια στήριζαν την ελληνική και την ελληνοκυπριακή θέση στο πλαίσιο του ΟΗΕ. Και οι οποίοι, στην τωρινή κρίση χρεοκοπίας του τραπεζικού συστήματος, ήταν οι πρώτοι που έκαναν εκστρατεία «για να μην πληρώσουν οι Ευρωπαίοι φορολογούμενοι τις κυπριακές τράπεζες που ξέπλεναν μαύρο χρήμα».  
Σε αυτό το πλαίσιο απόλυτης διεθνούς απομόνωσης για να μπορέσει η Κυπριακή Δημοκρατία να εντάξει στο Ταμείο Εθνικής Αλληλεγγύης  τα όποια μελλοντικά έσοδα από τα κοιτάσματα των υδρογονανθράκων, πράγμα απαραίτητο για να γίνει το εν λόγω ταμείο εργαλείο ανασυγκρότησης της κυπριακής οικονομίας έχει δυο επιλογές: είτε να αποδεχθεί τους τουρκικούς όρους για την επίλυση του κυπριακού, οι οποίοι θα είναι απείρως πιο δυσβάσταχτοι από τους όρους του Σχεδίου Ανάν και θα καταλήγουν σε ένα μόρφωμα ακόμα πιο δυσλειτουργικό από τη Συμφωνία της Ζυρίχης, είτε να αποδεχθεί τη νομιμοποίηση της τουρκικής στρατιωτικής επέμβασης του 1974 και τη διεθνή αναγνώριση του τουρκοκυπριακού Κράτους.
Άλλωστε το δρόμο για τη νομιμοποίηση της διχοτόμησης τον άνοιξε ο Πρόεδρος Τάσος Παπαδόπουλος, στο διάγγελμά του με το οποίο καλούσε τους ελληνοκύπριους να καταψηφίσουν το Σχέδιο Ανάν. «Παρέλαβα Κράτος και δε θα παραδώσω Κοινότητα», είχε δηλώσει, ξεχνώντας ότι και η Συμφωνία της Ζυρίχης Κοινότητα προέβλεπε για τους Ελληνοκύπριους, όχι Κράτος.

Γιάννης Χρυσοβέργης   

Παρασκευή, 29 Μαρτίου 2013

Τότε, τι είναι δεξιό;

Αναδημοσιεύω, προσυπογράφοντάς το, άρθρο του Ανδρέα Πετρουλάκη από το Protagon.gr
Συνοδεύοντάς το με το σχόλιο ότι, η τελική συμφωνία του Προέδρου Αναστασιάδη με το Eurogroup, εμπεριέχει, κατά τη γνώμη μου, το στοιχείο της κοινωνικής δικαιοσύνης.
Κι ότι ο ρόλος της Αριστεράς θα ήταν, να αξιώσει την εφαρμογή ενός απαραίτητου προγράμματος ανόρθωσης της κυπριακής οικονομίας με όρους κοινωνικής δικαιοσύνης. 
Αντ' αυτού, προτίμησε να υπερασπιστεί ένα χρηματοπιστωτικό σύστημα, εξειδικευμένο στη διαχείριση χρήματος περίεργης προέλευσης. 
Γεννώντας ταυτόχρονα ερωτηματικά για το αν είναι αντάξια να φέρει τον τίτλο της Αριστεράς.

Γιάννης Χρυσοβέργης  



Είναι αριστερό να υπερασπίζεσαι έναν φορολογικό παράδεισο;
Είναι αριστερό να υπερασπίζεσαι τη διάσωση τραπεζών με χρήματα των Ευρωπαίων φορολογουμένων; Είναι Aριστερό να διαψεύδεις τον ίδιο τον εαυτό σου, όταν για ακριβώς αυτό κατηγορούσες τις επιλογές που ακολουθήθηκαν σε άλλες χώρες;
Είναι αριστερό να υπερασπίζεσαι την ασφάλεια του παρκαρισμένου, αδιαφανούς, διεθνούς χρήματος που γνωρίζεις ότι ακόμα κι αν δεν προέρχεται από εγκληματικές δραστηριότητες προέρχεται από εκμετάλλευση της υπεραξίας της εργασίας, χωρίς να έχει αποδώσει στις κοινωνίες, από τις οποίες προέρχεται το αναλογούν μέρισμα;
Είναι αριστερό να υπερασπίζεσαι αυτού του είδους την ανάπτυξη μιας χώρας, ως σχεδόν αποκλειστικώς παρόχου, δηλαδή υπηρεσιών στην ασφαλή διαφύλαξη μαύρου χρήματος;
Είναι αριστερό να κλείνεις τα μάτια σε αυτήν την πραγματικότητα, αναζητώντας άλλοθι σε παραδείγματα άλλων χωρών που ασφαλώς κάνουν το ίδιο, τα οποία όμως έχεις καταγγείλει στο παρελθόν για να τα επικαλείσαι τώρα, που θέλεις να αθωώσεις τον δικό σου παράδεισο, αποσιωπώντας επιπλέον ότι οι χώρες αυτές δεν ζήτησαν να σώσουν τις τράπεζές τους οι ευρωπαίοι μισθωτοί;
Είναι αριστερό να υπερασπίζεσαι τη φαλκίδευση του πλούτου μιας χώρας για γενεές, προκειμένου να γλιτώσει από τη φορολόγηση το αδιαφανούς προέλευσης χρήμα μεγαλοκαταθετών;
Είναι αριστερό να υποστηρίζεις τη χρησιμοποίηση των αποθεματικών των Ασφαλιστικών Ταμείων, τις τωρινές και μελλοντικές συντάξεις δηλαδή, προ του κινδύνου να μειωθούν τα σχεδόν ανεξέλεγκτα παρκαρισμένα κεφάλαια Ρώσων ολιγαρχών;
Είναι αριστερό να ξεχνάς αυτά που κατήγγειλλες και είχες δίκιο, όταν στη δική σου χώρα οι κυβερνήσεις εξανέμιζαν επί χρόνια τις περιουσίες των Ταμείων για να έχουν καταντήσει τώρα ετοιμόρροπα;
Είναι αριστερό να προεξοφλείς τα κέρδη που θα έχουν τα παιδιά σου και τα εγγόνια σου από τον ορυκτό πλούτο του τόπου τους και να τους τα στερείς για να μη θίξεις τους σκοτεινούς μεγαλοκεφαλαιούχους;
Είναι αριστερό να επικροτείς τον υπέρμετρο πολιτικό και οικονομικό ρόλο της εκκλησίας σε μια χώρα;
Είναι αριστερό να κλείνεις τα μάτια στην προοπτική να υποθηκευτεί το μέλλον ενός τόπου στα σχέδια μιας υπερδύναμης, και εσύ να έχεις να καταγγείλεις μόνο τον κίνδυνο για τις καταθέσεις των υπηκόων της υπερδύναμης;
Είναι αριστερό να υπερασπίζεσαι το απαραβίαστο των, σε μεγάλο βαθμό, ύποπτων καταθέσεων ενός φορολογικού παραδείσου, που είναι συνδεδεμένος με πολλά σκάνδαλα της δικής σου χώρας, όταν έχεις δώσει μάχες για να έρθουν στο φως λίστες καταθετών σε τράπεζες άλλων χωρών και έχεις χειροκροτήσει τους Βαξεβάνηδες που τις έχουν δημοσιεύσει;
Και, τελικά, είναι αριστερό να εμποδίζεις τους καπιταλιστές να βγάλουν μόνοι τους τα μάτια τους όταν θέλουν να ρίξουν στην πυρά το Ιερό Δισκοπότηρο του Καπιταλισμού, δηλαδή την Τραπεζική Πίστη, όταν ο αγώνας της αριστεράς φύσει και θέσει θα έπρεπε να είναι απέναντι; Με το μέρος, δηλαδή, μόνον των μικρών καταθετών και όχι των τραπεζών;

Πέμπτη, 21 Μαρτίου 2013

ΚΥΠΡΟΣ: ΜΑ ΠΟΙΟΣ ΒΛΑΚΑΣ ΑΝΟΙΞΕ ΤΗΝ ΠΟΡΤΑ ΤΟΥ ΤΡΕΛΟΚΟΜΕΙΟΥ;

Το ερώτημα είναι στα χείλη χιλιάδων ανθρώπων ανά τον κόσμο.
Η πρωτοφανής, διότι έκανε κουρελόχαρτο μια κοινοτική οδηγία και μάλιστα χωρίς συζήτηση, απόφαση του Eurogroup και το χθεσινό ηχηρό ΟΧΙ της κυπριακής Βουλής έχουν δημιουργήσει το απόλυτο αδιέξοδο.
Ακόμα κι αν υποθέσουμε ότι αύριο - μεθαύριο, οι ίδιοι βουλευτές που ψήφισαν «περήφανα» ΟΧΙ θα ψηφίσουν ένα ΝΑΙ με την ουρά κάτω απ' τα σκέλια, μη αντιστρεπτές ζημιές και, πιθανότατα, με άγνωστες οικονομικές και γεωπολιτικές επιπτώσεις, θα είναι γεγονός.

Στη σημερινή συνεδρίαση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου οι εκπρόσωποι της Ευρωπαϊκής Ένωσης έγιναν στόχος σφοδρών επιθέσεων από τους Ευρωβουλευτές όλων σχεδόν των κοινοβουλευτικών ομάδων.
Ανεξαρτήτως του τόνου και των πολιτικών διαφοροποιήσεων του καθενός από τους Ευρωβουλευτές κοινός τόπος όλων ήταν ότι είναι αδιανόητο το Eurogroup να διαγράφει με μια μονοκονδυλιά την Ευρωπαϊκή οδηγία για εγγύηση όλων των καταθέσεων έως €100.000. 
Και μπορεί οι συμμετέχοντες στο Eurogroup να προσπαθούν να επιρρίψουν ο ένας στον άλλον την ευθύνη αυτού του θεσμικού πραξικοπήματος, όμως όλοι μαζί πήραν την απόφαση κι όλοι έχουν ίσο μερίδιο ευθύνης. 
Βεβαίως αυτό από μόνο του δεν αρκούσε για να δημιουργήσει το αδιέξοδο. Είναι προφανές ότι, μέρος τουλάχιστον των Κυπρίων βουλευτών που καταψήφισαν την απόφαση, νοιάζονταν πολύ περισσότερο για  τις πολύ υψηλότερες καταθέσεις Ρώσων ολιγαρχών και μαφιόζων, Ελλήνων φοροφυγάδων, Αράβων «επενδυτών» και υπεράκτιων εταιρειών.
Είναι επίσης προφανές ότι η πρωτοφανής, για φιλελεύθερη οικονομία, απόφαση περί φορολογίας του κεφαλαίου των καταθέσεων έθεσε, σε συνδυασμό με το πρώτο σκέλος της, σε αμφισβήτηση την ασφάλεια των καταθέσεων στο σύνολο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Οι διαβεβαιώσεις  της Γερμανίδας Καγκελαρίου ότι οι καταθέσεις δεν πρόκειται να φορολογηθούν, μπορεί να έπεισαν, προς το παρόν, τους Γερμανούς πολίτες, δεν ήταν όμως το ίδιο πειστικές οι διαβεβαιώσεις του Μαριάνο Ραχόι και του Υπουργού Οικονομικών του προς τους Ισπανούς καταθέτες, αν κρίνει κανείς από την αγωνία που ήταν ζωγραφισμένη στα πρόσωπά τους την ώρα που ο μεν πρώτος επισήμαινε την ανάγκη εξεύρεσης άμεσης λύσης στο θέμα της Κύπρου, ο δε δεύτερος δήλωνε ότι είναι αδιανόητο να παραβιάζεται η κοινοτική οδηγία για εγγύηση των καταθέσεων έως €100.000.
Είναι προφανές ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν έχει δικαίωμα να υποχωρήσει απέναντι στην Κύπρο. Αν το πράξει, οι κυβερνήσεις της Ελλάδας, της Πορτογαλίας και της Ισπανίας θα χάσουν και τα τελευταία ίχνη λαϊκής υποστήριξης που διατηρούν με νύχια και με δόντια.
Είναι επίσης προφανές ότι, δεδομένων των τόνων στους οποίους κατήγγειλε την απόφαση του Eurogroup ο Πρόεδρος του ΔΗΚΟ Μάριος Καρογιάν - αν αυτές είναι οι απόψεις του ΔΗΚΟ δεν έχω να πω κάτι παραπάνω, απλώς αναρωτιέμαι γιατί συμμετέχει σε αυτή την κυβέρνηση, αναφώνησε ο γ.γ. του ΑΚΕΛ Άντρος Κυπριανού - πολύ δύσκολα θα μπορέσει να υπαναχωρήσει χωρίς να υποθηκεύσει στο διηνεκές την πολιτική του σταδιοδρομία και την επιβίωση του κόμματός του.
Όμως, ακόμα και αν οι βουλευτές του ΔΗΚΟ, και ενδεχομένως και άλλοι μαζί τους, με σκυμμένο το κεφάλι αύριο - μεθαύριο ψηφίσουν, αυτό που χθες καταψήφισαν ή και κάτι ακόμα χειρότερο, τίποτα δε θα είναι όπως πριν.
Κατ' αρχή, οι δυο μεγαλύτερες τράπεζες της χώρας, η ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ και η ΛΑΪΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ, πιθανότατα δε θα ξανανοίξουν ποτέ. 
Ακόμα κι αν ξανανοίξουν, τίποτα δε θα μπορέσει να αποτρέψει την εξ εφόδου κατάληψη των τραπεζών, μετά από μια ολόκληρη εβδομάδα που θα έχουν παραμείνει κλειστές και τη μαζική απόσυρση καταθέσεων. Είναι αλήθεια ότι θα έχει ήδη ψηφιστεί - ακόμα και στην απίθανη περίπτωση που η ΕΕ κάνει πίσω - νόμος που θα βάζει όριο στις ημερήσιες αναλήψεις. Όμως αυτό θα εμποδίσει την άτακτη χρεοκοπία  των τραπεζών. Δε θα εμποδίσει την καθημερινή αιμορραγία σε καταθέσεις που θα καταστήσει ανεπαρκή την ήδη συμφωνημένη ανακεφαλαιοποίηση. Και τότε θ' αρχίσει μια νέα διελκυστίνδα, σχετικά με το ποιος θα πληρώσει το παραπάνω ποσό και, κάπου εκεί, σεμνά και ταπεινά, η Κύπρος θα χρεοκοπήσει.
Η πρώτη επίπτωση μιας κυπριακής χρεοκοπίας θα είναι η μαζική απόσυρση των καταθέσεων από τις τράπεζες στο σύνολο της Νότιας Ευρώπης. Ακόμα και οι γαλλικές - ας μη μιλήσουμε για τις βελγικές - τράπεζες, δεν είναι στο απυρόβλητο. Ακόμα κι αν η Ευρωζώνη επιβιώσει μιας τέτοιας δοκιμασίας, το κόστος θα είναι τρομερό.
Και βεβαίως μπορεί η Ρωσία να έσπευσε, δια στόματος Ντιμίτρι Μεντβέντεφ, να διαβεβαιώσει την ΕΕ ότι δε θα επιδιώξει να καταστήσει την Κύπρο δορυφόρο της - «η κρίση στην Κύπρο δεν πρέπει να πλήξει τις σχέσεις Ρωσίας - ΕΕ» - ο ίδιος όμως ο Ρώσος Πρωθυπουργός ανακοίνωσε τα αντίποινα για την επίθεση στις ρωσικές καταθέσεις στην Κύπρο, προαναγγέλλοντας ακύρωση της συμφωνίας ΕΕ - Ρωσίας, περί αποφυγής της διπλής φορολογίας. Κάτι που θα δημιουργήσει σοβαρά έως ανυπέρβλητα προβλήματα σε χιλιάδες βορειοευρωπαϊκών επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στη Ρωσία.
Πέρα όμως από τις οικονομικές επιπτώσεις, η χρεοκοπία της Κύπρου μπορεί να έχει και σοβαρές γεωπολιτικές επιπτώσεις. Ποιος μπορεί να εγγυηθεί πως η χρεοκοπία της Κύπρου δε θα δημιουργήσει συνθήκες κοινωνικού χάους; Ποιος μπορεί να εγγυηθεί ότι σε αυτή την περίπτωση και δεδομένης της αδυναμίας της χρεοκοπημένης Ελλάδας, δε θα επιχειρήσει η Τουρκία να σβήσει την κυπριακή Δημοκρατία από το χάρτη; Ποιος μπορεί να εγγυηθεί ότι μια τέτοια ενέργεια της Τουρκίας δε θα οδηγήσει σε ένα μακροχρόνιο ελληνοτουρκικό πόλεμο που θα κάνει μπάχαλο το ΝΑΤΟ;, Η ΕΕ; Μα αυτή ήδη θα δίνει μάχη επιβίωσης. Οι ΗΠΑ; Μα η προτεραιότητά τους πλέον είναι η αντιμετώπιση της Κίνας και η προσοχή τους είναι στραμμένη στον Ειρηνικό. Δε θα διακινδυνέψουν μια νέα εμπλοκή στην ανατολική Μεσόγειο.
Μα ποιος βλάκας άνοιξε την πόρτα του τρελοκομείου;

Γιάννης Χρυσοβέργης    
     

Τρίτη, 19 Μαρτίου 2013

ΕΥΡΩΠΑΪΚΑ «ΠΑΡΑΛΟΓΑ» ΚΑΙ ΓΕΡΜΑΝΙΚΟΣ ΜΕΓΑΛΟΪΔΕΑΤΙΣΜΟΣ

Είτε η απόφαση του Eurogroup για την Κύπρο είναι μνημείο πολιτικής ηλιθιότητας, είτε ο τίτλος αυτός ταιριάζει στις δρακόντειες πολιτικές λιτότητας που επιβλήθηκαν στον Ευρωπαϊκό Νότο και στην Ιρλανδία. Αυτό είναι θέμα ιδεολογικής τοποθέτησης του καθενός.
Υπάρχει όμως και μια τρίτη εκδοχή. Και οι μεν και η δε είναι ιδιοφυείς αποφάσεις, με εμπνευστή την Άγγελα Μέρκελ και στόχο τη διαιώνιση της πολιτικής της κυριαρχίας στη Γερμανία. Αδιαφορώντας για τις επιπτώσεις στο ευρωπαϊκό οικοδόμημα.

Για ένα νεοφιλελεύθερο η απόφαση που πήρε τα ξημερώματα του Σαββάτου το Eurogroup είναι ακατανόητη. Οι φορολογικοί παράδεισοι είναι αναπόσπαστο μέρος της οικονομίας της αγοράς. Η επιβολή κουρέματος στις καταθέσεις που έχουν βρει καταφύγιο σε ένα φορολογικό παράδεισο είναι μοιραίο να προκαλέσει τη μαζική φυγή τους από αυτόν. Αν μάλιστα ο φορολογικός αυτός παράδεισος τυγχάνει να είναι συστατικό μέρος ενός ισχυρού νομίσματος οι επιπτώσεις  στο νόμισμα θα είναι άμεσες. Πράγμα που ήδη, την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές, συμβαίνει.
Αντιθέτως οι δρακόντειες πολιτικές λιτότητας που επιβλήθηκαν στην Ελλάδα, στην Πορτογαλία, στην Ισπανία, στην Ιρλανδία και στην Ιταλία είναι απολύτως συμβατοί με τους νόμους της αγοράς, πολύ ορθά επιβλήθηκαν και πολύ καλά θα κάνουν να μη υπάρξει η παραμικρή παρέκκλιση.  
Για έναν αριστερό  η απόφαση του Eurogroup έχει δυο μόνο προβλήματα
Το πρώτο ότι δεν εντάσσεται  σε μια συνολική λογική  αντιμετώπισης της κρίσης η οποία θα έχει γνώμονα την κοινωνική συνοχή και εν ανάγκη θα αδιαφορήσει για το τι θέλουν οι αγορές. 
Το δεύτερο ότι από την απόφαση για κούρεμα των καταθέσεων δεν εξαιρέθηκαν οι καταθέσεις έως €100.000, που με απόφαση Ευρωπαϊκού Συμβουλίου είναι εγγυημένες σε όλα τα Κράτη-μέλη της Ευρωζώνης.
Αντιθέτως η επιβολή χαρατσιού σε καταθέσεις άνω των 100.000 ευρώ, οι οποίες - ο κόσμος τό 'χει τούμπανο κι εμείς κρυφό καμάρι - σε σημαντικό βαθμό είναι προϊόν φοροδιαφυγής, εξαγοράς συνειδήσεων και υπογραφών και παράνομων δραστηριοτήτων του οργανωμένου εγκλήματος (όπλα, ναρκωτικά, δουλεμπόριο και λοιπές ευαγείς δραστηριότητες), είναι απολύτως επιβεβλημένη.
Αντιστρόφως οι πολιτικές λιτότητας των Μνημονίων, δεδομένου του ανθρωπιστικού τους κόστους, είναι πολιτικές βαρβαρότητας που πρέπει να ανατραπούν.
Αν λοιπόν συμφωνήσουμε ότι με βάση την κάθε ιδεολογική οπτική έτσι έχουν τα πράγματα, τότε η μια από τις δυο επιλογές είναι σωστή κι η άλλη εγκληματική. Όποια κι αν είναι η ιδεολογική αφετηρία του καθενός. Το ότι ούτε οι νεοφιλελεύθεροι, ούτε οι Αριστεροί αντιμετωπίζουν έτσι το θέμα συνιστά μείζον ζήτημα ιδεολογικής και πολιτικής ανακολουθίας και για τους μεν και για τους δε.
Αντιθέτως οι δυο αποφάσεις είναι απολύτως συνεκτικές αν εγκαταλείψουμε την παραδοχή ότι όλοι οι συμμετέχοντες έχουν ως δεδομένο πλαίσιο συλλογισμού την ενίσχυση της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των θεσμικών της οργάνων. 
Αν δεχθούμε ως δεδομένο ότι οι 27 Ευρωπαίοι ηγέτες αδιαφορούν παντελώς για την Ενωμένη Ευρώπη κι ότι το μόνο που τους ενδιαφέρει είναι η χρησιμοποίηση των Ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων για φτηνιάρικα οφέλη σε εθνικό επίπεδο,  τότε τίποτα δεν είναι ανακόλουθο.
Θα μπορούσαμε να γράψουμε σελίδες επί σελίδων για τον κάθε Ευρωπαίο Μαυρογυαλούρο ξεχωριστά. Ας σταθούμε μονάχα στη Γερμανίδα καγκελάριο.
Της επιβολής της δρακόντειας λιτότητας στην Ελλάδα, κι αργότερα σε άλλες χώρες, προηγήθηκε καταιγισμός πύρινων δηλώσεων πρωτοκλασάτων στελεχών της γερμανικής κυβέρνησης, υψηλά ιστάμενων τραπεζικών στελεχών και, σε πολύ μικρότερο βαθμό, εκπροσώπων του γερμανικού βιομηχανικού κόσμου, στη λαϊκή εφημερίδα BILD και το περιοδικό FOCUS αλλά και στις πολύ σοβαρότερες FRANKFURTER ALGEMEINE ZEITUNG και WELT, περί «τεμπέληδων Ελλήνων, που κάθονται και χάσκουν» και περί «εργατικών Γερμανών που τους πληρώνουν για να κάθονται».
Η επιβολή του πρώτου Μνημονίου στην Ελλάδα είχε ως αποτέλεσμα την άμεση αύξηση κατά τέσσερις (4%) ποσοστιαίες μονάδες των δημοσκοπικών ποσοστών της CDU, του γερμανικού Χριστιανοδημοκρατικού Κόμματος και κατά δέκα (10%) ποσοστιαίες μονάδες της προσωπικής δημοτικότητας της Άγγελα Μέρκελ.
Ο Γερμανός μικροαστός κι ο Γερμανός συνταξιούχος ένιωσαν υπερήφανοι που η κυβέρνηση της χώρας τους «έβαλε τους τεμπέληδες στη θέση τους», πείστηκαν ότι δε θα κινδυνέψουν οι συντάξεις τους από τους αχαΐρευτους, αισθάνθηκαν, για πρώτη φορά από το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο «εθνικώς υπερήφανοι» κι επιβράβευσαν τη «σιδηρά καγκελάριο»
Παράλληλα η μετατροπή της ελληνικής κρίσης σε κρίση της Ευροζώνης είχε ως αποτέλεσμα μια χωρίς προηγούμενο εισροή καταθέσεων στις γερμανικές τράπεζες και αγορά ομολόγων του γερμανικού Δημοσίου. Χάρη σε αυτή την κρίση σήμερα το γερμανικό Δημόσιο δανείζεται με αρνητικά επιτόκια. 
Της απόφασης του Eurogroup για την Κύπρο προηγήθηκε ανάλογος καταιγισμός δηλώσεων, των ίδιων ακριβώς ανθρώπων που είχαν παρελάσει από  τη BILD  το  FOCUS τη  FRANKFURTER ALGEMEINE ZEITUNG και τη WELT. Αυτή τη φορά το θέμα ήταν «το ξέπλυμα μαύρου χρήματος από τις κυπριακές τράπεζες» που «δεν είναι δυνατόν να το πληρώνει ο Γερμανός πολίτης».
Δεν υπάρχουν ακόμα διαθέσιμες μετρήσεις για την αύξηση της δημοτικότητας της Άγγελα  Μέρκελ και της CDU. Ήδη όμως όλοι έτρεξαν πατείς με πατώ σε να βάλουν τα χρήματά τους σε ομόλογα του γερμανικού Δημοσίου.
Το ότι για να εδραιώσει η Άγγελα Μέρκελ την πολιτική της ηγεμονία στη Γερμανία, να μην ξέρουν τι να κάνουν τις καταθέσεις οι γερμανικές τράπεζες και να δανείζεται με αρνητικά επιτόκια το γερμανικό Δημόσιο έφτασε το 55% των Ιταλών να ψηφίζει αντιευρωπαϊκά είναι λεπτομέρεια. Deutschland über alles.

Γιάννης Χρυσοβέργης

Παρασκευή, 15 Μαρτίου 2013

Ο λογαριασμός



Έμαθα τα κακά νέα πριν από λίγο. Μια συνάδελφος, εκεί κάπου στα 45, υπέστη έμφραγμα και νοσηλεύεται στο νοσοκομείο.
Είχα καταλάβει, εδώ και καιρό, ότι η κυρία ήταν ψυχολογικά πιεσμένη, λόγω οικονομικών δυσκολιών. Κρίση γαρ… Έχω γνωρίσει και το φιλικό της περίγυρο μέσα στη δουλειά. Άνθρωποι που σπούδασαν στο πανεπιστήμιο γύρω στα μέσα της δεκαετίας του’80. Που στελέχωσαν φοιτητική παράταξη που τότε ήταν η ανερχόμενη δύναμη και που θέλει να παραμένει «πρώτη και καλύτερη» στο φοιτητικό χώρο. Που απέκτησαν γνωριμίες και κατάφεραν να ξεκινήσουν μια καριέρα, ίσως όχι και τόσο εντυπωσιακή, αλλά που το δίχως άλλο έδειχνε τότε να τους εξασφαλίζει μια οικονομική άνεση. Και όταν υπάρχει η υλική βάση, μπορούν να εκδηλωθούν οι πειρασμοί για περισσότερη κατανάλωση, για ακριβότερη διασκέδαση, για κοινωνική αναβάθμιση. Στο κάτω-κάτω, ήταν το πνεύμα των καιρών που το απαιτούσε. Οι «νέες ιδέες» νεοφιλελεύθερης κοπής, ήταν αυτές που διαμόρφωναν συνειδήσεις, που ενθάρρυναν τα κερδοσκοπικά παιχνίδια στο χρηματιστήριο και τον ιδιωτικό δανεισμό και που καλλιεργούσαν την αντίληψη ότι όποιος δεν έχει χρήμα να ξοδέψει δεν περνάει καλά.
Και ήρθε η ώρα της κρίσης. Δραματική μείωση μισθών (ας αφήσουμε τις απολύσεις και την ανεργία), αυξημένοι φόροι, δυσκολίες εξυπηρέτησης των δανείων. Ραγδαία υποβάθμιση του επιπέδου ζωής μέσα σε δυο-τρία χρόνια. «Νιώθω πως ζω ένα κακό όνειρο που θα περάσει», είχα ακούσει την κυρία να λέει, κάποια στιγμή. Όμως ο εφιάλτης ήρθε για να μείνει, για αρκετό καιρό. Και οι αντοχές του καθένα μας λιγοστεύουν, με όλες τις αρνητικές συνέπειες που μπορούν να ανακύψουν. Για πολλούς ανθρώπους, ο λογαριασμός μπορεί να είναι βαρύς και ιδιαίτερα επώδυνος.
Έχω τη γνώμη ότι για να τα βγάλει κανείς πέρα σε αυτούς τους χαλεπούς καιρούς, χρειάζονται τρία πράγματα: πρώτον να μην έχει χρέη, δεύτερον να έχει μια δουλειά με κουτσουρεμένο, έστω, μισθό και τρίτον να έχει μια κουλτούρα ολιγάρκειας που να τον προστατεύει από απογοητεύσεις και φόβους για καταναλωτική και κοινωνική υποβάθμιση. Με αυτές τις προϋποθέσεις, και βέβαια όντας υγιής, μπορεί κανείς να ελπίζει σε καλύτερες μέρες, που δε μπορεί, κάποια στιγμή θα έρθουν, έστω και αν δε φαίνονται ακόμα στον ορίζοντα…

Γιώργος Αιμ. Σκιάνης    

Τετάρτη, 13 Μαρτίου 2013

Η ΜΕΡΑ ΤΗΣ ΜΑΡΜΟΤΑΣ

Από το Μάιο του 2010, κάθε τρεις μήνες, σε κάθε επίσκεψη της Τρόικας, η χώρα ζει τη «μέρα της μαρμότας»
Μόνο που, σε αντίθεση με τα ξυνισμένα μούτρα του παρουσιαστή του καιρού σε περιφερειακό κανάλι, που ζει ξανά και ξανά την ίδια μέρα, μέχρι να βάλει το χαμόγελο στη ζωή του και να αποβάλει τον ανυπόφορο σνομπισμό του (Bill Murray), στην Ελλάδα θα τη ζούμε μέχρι να σβήσει και το τελευταίο ίχνος χαμόγελου από τα χείλη μας. Από αηδία κι έλλειψη ελπίδας.
Εκτός κι αν, ανεπαίσθητα κι απροσδόκητα, το έργο του τυφλοπόντικα της Ιστορίας μας φέρει προ εκπλήξεων. 
 
Το σκηνικό, κάθε τρεις μήνες είναι το ίδιο κι απαράλλαχτο. Τα ΜΜΕ  μας ανακοινώνουν την έλευση του τεχνικού κλιμακίου της Τρόικας και τα κυβερνητικά παπαγαλάκια σπεύδουν να μας ενημερώσουν ότι «όλα βαίνουν καλώς», η κυβέρνηση «έχει επιτύχει τους στόχους της», ότι «η καταβολή της επόμενης δόσης είναι δεδομένη» κι ότι η Τρόικα «θα συμφωνήσει σε μια πιο χαλαρή πολιτική». 
Καλά πληροφορημένες κυβερνητικές πηγές ανακοινώνουν την, «επικείμενη μείωση του ΦΠΑ στην εστίαση», την «κατάργηση του χαρατσιού της ΔΕΗ, από τα μισά του 2013», ότι «δε θα ληφθούν άλλα μέτρα» κι ότι «κανείς δημόσιος υπάλληλος δε θα απολυθεί».
Ταυτόχρονα ο Υπουργός Οικονομικών μοιράζει συνεντεύξεις σε ξένα έντυπα ΜΜΕ στις οποίες εξηγεί ότι «έχουμε κάνει τα τρία τέταρτα του δρόμου, αλλά δεν πρέπει να χαλαρώσουμε». 
Στη συνέχεια, κι ενώ οι υπουργοί μας καθησυχάζουν πως «όλα είναι υπό έλεγχο», τα ίδια παπαγαλάκια, μας ενημερώνουν για «κρυφές αξιώσεις της Τρόικας» και για «δυσαρέσκεια της Τρόικας, διότι δεν έχει επιτευχθεί ο Α' ή ο Β' στόχος».
Ακολουθούν οι «οργίλες» ανακοινώσεις του ΠΑΣΟΚ και της ΔΗΜΑΡ, συνοδευόμενες από τις, με το ίδιο νόημα, πλην όμως σε πιο χαμηλούς τόνους, σχετικές δηλώσεις του Πρωθυπουργού: «ο ελληνικός λαός δεν αντέχει άλλα μέτρα», διακηρύσσουν όλοι εν χορώ. 
Ο υπουργός οικονομικών σπεύδει να μας καθησυχάσει τονίζοντας ότι «δεν κινδυνεύει η επόμενη δόση» κι ότι «σημειώνεται πρόοδος στις διαπραγματεύσεις». Μάλιστα για να υπάρχει περισσότερο σασπένς ακυρώνεται και κάνα-δυο η συνάντηση του Πρωθυπουργού με την Τρόικα, που θα γίνονταν για «να λυθούν σε πολιτικό επίπεδο οι διαφωνίες».
Και στο τέλος, μετά από «σκληρές διαπραγματεύσεις», αποφασίζονται νέα μέτρα που «θα είναι τα τελευταία», ως το επόμενο τρίμηνο φυσικά.
Στην ταινία του Harold Ramis ο πρωταγωνιστής, που τον υποδύεται ο  Bill Murray, περνάει ξανά και ξανά τη χειρότερη μέρα της ζωής του μέχρι να αποφασίσει πως τελικά «μάλλον ήταν μια καλή μέρα». Και τότε, ξυπνάει στην επόμενη μέρα, με μια ωραία γυναίκα δίπλα του (Andie MacDowell).
Από αυτό πρέπει να συμπεράνουμε ότι βλέπουμε κάθε τρεις μήνες επί δυο - τρεις εβδομάδες το ίδιο έργο για να κατανοήσουμε τις αρετές μιας ζωής, όπου θα εργαζόμαστε με κινέζικα  μεροκάματα και δικαιώματα και θα είμαστε υποχρεωμένοι να διαβιώσουμε με τιμές δυτικής Ευρώπης.  
Κι επειδή σύσσωμοι ως κοινωνία δεν εννοούμε να πιστέψουμε ότι μας συμβαίνουν όσα μας συμβαίνουν, καταπίνουμε αντικαταθλιπτικά με τις χούφτες, μη τυχόν και κοιμηθούμε, κι όταν ξυπνήσουμε αναφωνήσουμε: «ένα κακό όνειρο ήταν».
Κι η αντίδραση αυτή είναι απολύτως φυσιολογική για μια κοινωνία που επί είκοσι και πλέον χρόνια αγωνίστηκε, με νύχια και με δόντια, για να ξεριζώσει κάθε ίχνος συλλογικότητας από την καθημερινότητά της, αισθάνονταν «εθνικώς υπερήφανη» που είχε τους «κωλοαλβανούς»    για να κάνουν τις «βρώμικες δουλειές», που μπήκαμε στο ευρώ κι ας μην είχαμε τα φόντα ως οικονομία, και που ο ξένος τύπος ζήτησε συγνώμη από την Ελλάδα την επαύριο της τελετής λήξης των Ολυμπιακών Αγώνων. 
Με μια διαφορά. Μπορεί οι μπουκωμένοι στα αντικαταθλιπτικά άνθρωποι να είναι ανίκανοι να εξεγερθούν - παστίλιες ευτυχίας δε μοιράζανε στους κατώτερων τάξεων ανθρώπους στο Θαυμαστό καινούριο Κόσμο του  Aldous Huxley; - όμως, όσο θα αυξάνονται οι άνθρωποι που θα αδυνατούν να αγοράσουν τις θαυματουργές παστίλιες, τόσο θα αυξάνεται ο κίνδυνος κοινωνικής έκρηξης. Με τη μορφή της αντίστοιχης αλβανικής του 1997 φυσικά, γιατί μια κοινωνία που έχει αγωνιστεί σκληρά για να απαλλαγεί από το «παρωχημένο και κομμουνιστικό μίασμα της συλλογικότητας», δεν είναι ικανή να κάνει και τίποτα καλύτερο.
Δυστυχώς όμως, ούτε οι «τεχνοκράτες του ΔΝΤ», ούτε η Γερμανίδα καγκελάριος έχουν διαβάσει το «Θαυμαστό Καινούριο Κόσμο». Οι πρώτοι γιατί γενικώς είναι άνθρωποι χωρίς Παιδεία, όπως αποδεικνύουν κάθε φορά που ανοίγουν το στόμα τους, ανεξαρτήτως των απόψεων που θα διατυπώσουν. Κι η δεύτερη γιατί, την εποχή που διάβαζε κανένα βιβλίο, το αριστούργημα του Huxley θεωρούνταν «αντεπαναστατικό» από τους ταγούς της «σοσιαλιστικής διαπαιδαγώγησης των νέων» στη «Λαοκρατική Δημοκρατία της Γερμανίας». Αν το είχαν διαβάσει, μπορεί να είχαν αξιώσει την υποχρεωτική κατάποση, από όλους τους κατοίκους της Ελλάδας, ενός κουβά αντικαταθλιπτικών ημερησίως. Κι έτσι θα αποφεύγαμε την κοινωνική έκρηξη που θα πλήξει δικαίους και αδίκους, αρχής γενομένης από τους δικαίους, και, παίρνοντας και λίγο από σπόντα και τους αδίκους.
 
Γιάννης Χρυσοβέργης