Πέμπτη, 28 Φεβρουαρίου 2013

Ο «ΙΤΑΛΙΚΟΣ ΕΦΙΑΛΤΗΣ»

Για πρώτη φορά εδώ και 60 χρόνια οι ιταλικές κάλπες αναδεικνύουν μια σαφή αντιευρωπαϊκή πλειοψηφία.
Πράγμα που ουδόλως επηρρέασε την πολιτική και γραφειοκρατική ελίτ της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία, νομίζει πως έχει να κάνει με την Ελλάδα. 
Αποδεικνύοντας, για πολλοστή φορά, ότι αν η θεωρία δε συμφωνεί με την πραγματικότητα, τόσο το χειρότερο για την πραγματικότητα.

Η ετυμηγορία της κάλπης των εκλογών της 24ης και 25ης Φεβρουαρίου δεν επιδέχεται αμφισβήτηση. Το 55% των Ιταλών ψήφισαν κόμματα με σαφή αντιευρωπαϊκό προσανατολισμό. Η, υπό τον Σίλβιο Μπερλουσκόνι συμμαχία του Λαού της Ελευθερίας, καλούσε τους Ιταλούς να ψηφίσουν ενάντια «στην Ευρώπη της Μέρκελ». Όσο για το «Κίνημα των 5 αστέρων» του Μπέπε Γκρίγιο, αυτό πάει ακόμα μακρύτερα. Καλεί σε αποχώρηση από την Ευρωζώνη.
Το θεαματικό ποσοστό του «τελειωμένου» Μπερλουσκόνι - έχασε την πρώτη θέση και την πλειοψηφία στη Βουλή για μόλις 114.000 ψήφους, που μεταφράζεται σε 0,4% - και το ακόμα θεαματικότερο 25,5% του Κινήματος των 5 Αστέρων - στην πραγματικότητα είναι το κόμμα που έλαβε το μεγαλύτερο ποσοστό, καθώς το Δημοκρατικό Κόμμα (το μεγαλύτερο της συμμαχίας των κομμάτων του Κέντρου και της Αριστεράς έλαβε 25,1% και ο Λαός της Ελευθερίας του Μπερλουσκόνι 21,6% -   συνιστούν μια σαφή προσωπική αποτυχία για τη Γερμανίδα Καγκελάριο και για τον Πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ζοσέ Μπαρόσο.
Και η μεν και ο δε παρενέβησαν με εξαιρετικά άκομψο τρόπο στην προεκλογική εκστρατεία, καλώντας για ψήφο υπέρ του Μάριο Μόντι, μετερχόμενοι ευθείες απειλές, όπως ακριβώς έπραξαν στις εκλογές του περασμένου Ιουνίου στην Ελλάδα. Ξεχνώντας πως, ούτε η Ιταλία είναι Ελλάδα, ούτε οι Ιταλοί είναι Έλληνες.
Διότι συμβαίνει η Ιταλία να είναι μια από τις οκτώ πλουσιότερες χώρες του κόσμου κι όχι η 29η. Συμβαίνει επίσης να είναι η τρίτη σε μέγεθος οικονομία της Ευρωζώνης και όχι το 2% του ευρωπαϊκού ΑΕΠ. Και οι Ιταλοί το ξέρουν. Και, όπως συμβαίνει σε κάθε χώρα με αποικιακό παρελθόν, έχουν την απαίτηση να τους σέβονται. Ακόμα κι όταν οι επιλογές τους δεν είναι οι καλύτερες.
Με δυο λόγια, η προσέγγιση τόσο από πλευράς Ευρωπαϊκής Επιτροπής, όσο και από πλευράς γερμανικής πολιτικής ηγεσίας των ιταλικών εκλογών συνιστά ένα πολιτικό και επικοινωνιακό φιάσκο.
Το ύφος των αντιδράσεων των Ευρωπαίων αξιωματούχων και της γερμανικής ηγεσίας στο αποτέλεσμα  των εκλογών δείχνει σε ποιο βαθμό οι άνθρωποι αυτοί έχουν χάσει την επαφή τους με την πραγματικότητα. Οι δηλώσεις περί «καραγκιόζηδων» του Πέερ Στάινμπρουκ, ενός ανθρώπου που φιλοδοξεί να κυβερνήσει τη Γερμανία, ενώ βρίσκονταν στη Γερμανία ο πρόεδρος της Ιταλικής Δημοκρατίας, δηλαδή ο άνθρωπος που θα κληθεί να παίξει καθοριστικό ρόλο στο σχηματισμό κυβέρνησης, και το ύφος των συστάσεων των Ευρωπαίων Επιτρόπων το επιβεβαιώνουν.
«Μέχρι πότε θα είναι εφικτό να επιβάλλονται πολιτικές λιτότητας σε λαούς που τις απορρίπτουν όλο και πιο κατηγορηματικά,  στην Ιταλία,αλλά και στην Ισπανία και στην ελλάδα και στην Πορτογαλία; Μέχρι πότε θα είναι εφικτό να μεγαλώνει το ανησυχητικό αυτό  έλλειμμα Δημοκρατίας; Μέχρι πότε αυτό θα συμβαίνει χωρίς να απειλήσει την ίδια την υπόσταση της Ευρωπαϊκής Ένωσης;» διερωτόνταν το κύριο άρθρο της εφημερίδας LE MONDE την επαύριο των εκλογών.
Όμως ούτε τους Ιταλούς τους τσίμπησε ξαφνικά κάποια μύγα, ούτε το αποτέλεσμα είναι κεραυνός εν αιθρία. Από το 1992, με τη Συνθήκη του Μάαστριχτ, η Ευρώπη πήρε ένα βίαιο διαζύγιο με το κοινωνικό συμβόλαιο που είχε αποτελέσει το συνεκτικό της κρίκο για 35 ολόκληρα χρόνια: την ανακατανομή του πλούτου, προς όφελος της ευημερίας όλων
Το νέο κοινωνικό συμβόλαιο ήταν απορρύθμιση εργασιακών σχέσεων, μείωση των φόρων, ανακατανομή του πλούτου προς όφελος των πλουσίων. Κάθε μια από τις ευρωπαϊκές συνθήκες που ακολούθησαν, Άμστερνταμ, Νίκαια, Λισαβώνα, γινόταν ένα νέο βήμα προς αυτή την κατεύθυνση. Κάθε φορά, οι εθνικιστικές, ξενοφοβικές και αντιευρωπαϊκές δυνάμεις, επωφελούνταν για να ενισχύσουν τις θέσεις τους.
Η δεύτερη μεγάλη ρήξη ήταν το ατυχήσαν «Ευρωπαϊκό Σύνταγμα». Το οποίο, αντί να περιορίζεται, όπως κάθε συνταγματικός χάρτης, στον προσδιορισμό των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων των πολιτών, στην οριοθέτηση και το διαχωρισμό των εξουσιών των θεσμικών οργάνων και, επειδή ήταν Ευρωπαϊκό, την οριοθέτηση των αρμοδιοτήτων εθνικών και ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων, συγκροτούσε ένα υδροκέφαλο θεσμικό όργανο, την Επιτροπή, την οποία περιέβαλλε με νομοθετική και εκτελεστική εξουσία και περιέβαλλε με  την ισχύ των συνταγματικών διατάξεων που, επιπλέον, για να αναθεωρηθούν θα έπρεπε να υπάρξει ομοφωνία των 27 Κρατών-μελών, όλες τις διατάξεις των προηγούμενων Συνθηκών.
Το τερατούργημα αυτό βούλιαξε στα ρηχά, όμως επέτρεψε στις εθνικιστικές αντιευρωπαϊκές δυνάμεις να νομιμοποιηθούν ως προστάτες της δημοκρατικής νομιμότητας μκαι της εθνικής κυριαρχίας.
Η οικονομική κρίση και η προαναγγελθείσα ελληνική χρεοκοπία έκαναν τα υπόλοιπα. Σήμερα, σε κάθε Κράτος - μέλος, οι αντιευρωπαϊκές δυνάμεις καταγράφουν ραγδαία πρόοδο. Αν εξαιρέσει  κανείς την Ελλάδα, την Ισπανία και την Πορτογαλία, όπου τον πρώτο λόγο της αντίστασης σε αυτό τον αντιδημοκρατικό κατήφορο της ΕΕ έχουν δυνάμεις της Αριστεράς, σε όλες τις υπόλοιπες χώρες κυριαρχούν εθνικιστικές απομονωτικές δυνάμεις. 
Οι Ευρωπαίοι πολίτες διαπιστώνουν έντρομοι ότι το όχημα που πίστευαν ότι θα τους προστατεύσει από οικονομικές κρίσεις και κερδοσκοπικές επιθέσεις - και δικαίως ή αδίκως είχαν επενδύσει πολλά σε αυτό - η ΕΕ, όχι μόνο είναι ανίκανο να τους προστατεύσει αλλά χειροτερεύει και την καθημερινότητά τους. Και εντελώς φυσιολογικά, σπεύδουν να το εγκλαταλείψουν αλλόφρονες, αναζητώντας και πάλι ασφάλεια στη θαλπωρή, όπως πιστεύουν, του Έθνους - Κράτους. 
Σε αυτό το πλαίσιο, οι με διαφορετικές ιδεολογικές προσεγγίσεις προτάσεις της Ευρωπαϊκής Αριστεράς, των Ευρωπαίων Πράσινων και ενός μέρους των Φιλελευθέρων για περισσότερη Ευρώπη με περισσότερη Δημοκρατία δε βρίσκουν εύκολα ευήκοα ώτα.
Ακόμα και  αν - λέμε, αν - η ευρωπαϊκή ευρωπαϊκή πολιτική και οικονομική ελίτ ξυπνήσει άμεσα και κι αποφασίσει ριζικές αλλαγές, είναι πλέον αμφίβολο αν υπάρχει χρόνος.
Οι Ιταλοί, πρέπει να το υπενθυμίσουμε αυτό, δεν είναι Έλληνες, ούτε Βρετανοί, που πάντα ήταν - ως κοινωνίες τουλάχιστον - με το ένα πόδι μέσα και με το άλλο έξω από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Ο ιταλικός λαός για 60 ολόκληρα χρόνια πίστεψε στην ΕΕ. Η αντιευρωπαϊκή στροφή του είναι πολύ κακός οιωνός.

Γιάννης Χρυσοβέργης 

Δευτέρα, 11 Φεβρουαρίου 2013

Μια ραδιοφωνική εκπομπή για την κατάσταση στο Κασμίρ


Την Παρασκευή που μας πέρασε κάναμε μια εκπομπή για το Κασμίρ, στο Radiobubble. Το Κασμίρ δεν απασχολεί συχνά τα ελληνικά ΜΜΕ, ωστόσο δεν παύει να ταλανίζεται, εδώ και δεκαετίες, από γεωπολιτικές αντιθέσεις και κοινωνικές συγκρούσεις. Ας μπούμε λοιπόν στον κόπο να ακούσουμε κάτι γι’αυτήν την κάπως ξεχασμένη περιοχή της ευρύτερης ινδικής χερσονήσου, από τον παρακάτω σύνδεσμο:

Resistencias στο Radiobubble: Κασμίρ

Γιώργος Αιμ. Σκιάνης

ΥΠΕΡ ΤΟΥ ΝΑΣΟΥ ΘΕΟΔΩΡΙΔΗ ΛΟΓΟΣ

Διατυπώνοντας εξοργιστικές, για το 99% των Ελλήνων, θέσεις για τις ελληνοτουρκικές διαμάχες ο Νάσος Θεοδωρίδης μας θέτει αντιμέτωπους με τις εθνικές μας μυθολογίες.
Ο τρόπος με τον οποίο καρατομήθηκε εγείρει σειρά ζητημάτων για τον πολιτικό διάλογο και την εσωκομματική δημοκρατία στο ΣΥΡΙΖΑ.
 
Η δημοσίευση στο Facebook ενός σχολίου με το οποίο υιοθετούσε τις τουρκικές θέσεις γύρω από το θέμα των Ιμίων, προκάλεσε άλλη μια έκρηξη ιερής οργής  των «στυλοβατών του Έθνους» κατά του ΣΥΡΙΖΑ και φυσικά, κατά του συντάκτη του σχολίου Νάσου Θεοδωρίδη. 
Οι συγκεκριμένες απόψεις του είναι κατά πάσα πιθανότητα λάθος. Κι ο λόγος είναι ότι το 1996, τις ελληνικές απόψεις σχετικά με τη βραχονησίδα αυτή - ότι δηλαδή η συγκεκριμένη βραχονησίδα αναφέρεται ονομαστικά στη Συνθήκη του Παρισιού του 1932, με την οποία ορίζονταν οι ιταλικές κτήσεις στα Δωδεκάνησα -  είχε αποδεχθεί σχεδόν το σύνολο του ευρωπαϊκού τύπου. Πράγμα που σπάνια συμβαίνει όταν μια ελληνοτουρκική αντιδικία απασχολεί ξένα ΜΜΕ.
Ωστόσο οι απόψεις αυτές του Νάσου Θεοδωρίδη δε στερούνται αξίας. Γιατί μας θέτουν όλους αντιμέτωπους με ένα μύθο, με τον οποίο έχουμε γαλουχηθεί: «ότι το Αιγαίο, με ό,τι υπάρχει πάνω από αυτό και, κυρίως, ό,τι υπάρχει κάτω από αυτό ανήκει στην Ελλάδα». Άποψη στην εμπέδωση της οποίας είχε βοηθήσει το γεγονός ότι, επί πενήντα και πλέον χρόνια, από το 1922 ως το 1973, η Τουρκία δεν είχε κάνει τίποτα απολύτως για να την αμφισβητήσει. Άποψη την οποία, όμως, πλην ημών των Ελλήνων, ουδείς ενστερνίζεται σε αυτό τον πλανήτη.
Πρώτη απ' όλους δεν την αποδέχεται η Τουρκία, η οποία θεωρεί ότι πως έχει μερίδιο στον πλούτο του Αιγαίου. Και η οποία στην επίκληση από μέρους της Ελλάδας σειράς διατάξεων  του Διεθνούς Δικαίου των Θαλασσών αντιτείνει τη δική της ερμηνεία, σύμφωνα με την οποία οι διατάξεις αυτές δεν έχουν ισχύ στην περίπτωση του Αιγαίου, διότι αυτό θεωρείται κλειστή θάλασσα. 
Την ελληνική άποψη δεν αποδέχεται επίσης καμιά απολύτως από τις παραευξείνιες χώρες, με πρώτη και καλύτερη τη Ρωσία, διότι θεωρούν πως η αποδοχή των ελληνικών απόψεων θα δημιουργούσε εμπόδια στην ελεύθερη πρόσβαση των πλοίων τους, εμπορικών και πολεμικών, στη Μεσόγειο.
Την ελληνική άποψη δεν αποδέχονται οι ΗΠΑ  διότι εκτιμούν πως η αποδοχή της θα μπορούσε, κάποια στιγμή, να δημιουργήσει εμπόδια στην ελεύθερη πρόσβαση του στόλου τους στη Μαύρη Θάλασσα.
Την ελληνική άποψη δεν αποδέχεται η Ευρωπαϊκή Ένωση διότι οι διμερείς εμπορικές σχέσεις των περισσότερων Κρατών - μελών με την Τουρκία είναι πολύ σοβαρές για να τεθούν σε κίνδυνο προκειμένου να ικανοποιηθεί μια «ελληνική ιδεοληψία».
Είναι σαφές λοιπόν ότι, ακόμα και αν δεχθούμε ότι από νομικής πλευράς η ελληνική ερμηνεία του Διεθνούς Δικαίου Θαλασσών είναι σωστή, δεν έχει καμιά ελπίδα να αποτελέσει τη βάση της όποιας διευθέτησης του Αιγαίου.  
Με αυτά τα δεδομένα η πολιτική σοφρωσύνη θα επέβαλε να επιδιωχθεί από ελληνικής πλευράς  η διευθέτηση του Αιγαίου από κάποιο διεθνή οργανισμό - με πλεόν κατάλληλο το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης - κάτι που, στα λόγια τουλάχιστον, το επιδιώκει. Όχι όμως και στην πράξη, όπως αποδείχθηκε δυο φορές στην τελευταία εικοσαετία.
Η πρώτη ήταν στις αρχές της δεκαετίας του '90, στον απόηχο της βελτίωσης των ελληνοτουρκικών σχέσεων μετά τη συνάντηση Παπανδρέου - Οζάλ στο Νταβός και το Μνημόνιο των τότε ΥΠΕΞ Παπούλια - Γιλμάζ. Οι διαπραγματεύσεις για κοινή προσφυγή στη Χάγη φαίνεται πως είχαν προχωρήσει και ήδη είχε αρχίσει να διαρρέει στο δυτικοευρωπαϊκό τύπο ένα «σχέδιο» για διευθέτηση του Αιγαίου, που απέρριπτε τόσο την ελληνική προσέγγιση όσο και τις τουρκικές αξιώσεις. Ακολούθησαν τα mea culpa του Ανδρέα Παπανδρέου, ο ύποπτος θάνατος του Τουργκούτ Οζάλ και φθάσαμε στα Ίμια.
Η δεύτερη ήταν με τη Συμφωνία του Ελσίνκι, που προέβλεπε υποχρεωτική προσφυγή στη Χάγη αν ως το Δεκέμβριο του 2004 οι δυο χώρες δεν είχαν βρει κοινά αποδεκτή λύση για το Αιγαίο. Αυτή τη φορά ήταν ο Κ. Καραμανλής που κλώτσησε την ευκαιρία, αρνούμενος την ενεργοποίηση του σχετικού άρθρου της Συμφωνίας.
Ο ουσιαστικός λόγος για τον οποίο συμπεριφέρθηκε έτσι η ελληνική πλευρά είναι - και επ' αυτού έχει απόλυτο δίκιο ο Νάσος Θεοδωρίδης - ότι το τμήμα εκείνο της άρχουσας τάξης που έχει δεσπόζουσα θέση στον έλεγχο του πολιτικού μας συστήματος - το σύμπλεγμα εργοληπτών δημοσίων έργων, ιδιοκτητών ΜΜΕ και εισαγωγέων οπλικών συστημάτων (συχνά στην οικονομική συσκευασία 3 σε 1) - κάνει χρυσές δουλειές χάρη στη μη διευθέτηση του ζητήματος του Αιγαίου. Το ότι οι αμυντικές δαπάνες κοστίζουν κάθε χρόνο - μισθοί, συντήρηση στρατιωτικών εγκαταστάσεων αγορά οπλικών συστημάτων - όσο  οι Ολυμπιακοί Αγώνες του 2004, είναι ταμπού για τις ελληνικές πολιτικές δυνάμεις, μηδέ της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς εξαιρουμένης. 
Όμως ερωτηματικά γεννάει και η καρατόμηση του Νάσου Θεοδωρίδη από το ΣΥΡΙΖΑ. Χωρίς να κληθεί για απολογία σε κάποιο κομματικό όργανο, χωρίς καν να τεθεί ζήτημα παραβίασης κομματικών θέσεων, απλώς και μόνο επειδή οι απόψεις του είναι δύσπεπτες για τη συντριπτική πλειοψηφία των νέων ψηφοφόρων του ΣΥΡΙΖΑ καθαιρέθηκε από εκπρόσωπος του κόμματος στην Εθνική Επιτροπή για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου.
Κι εδώ αναδεικνύεται ότι η απουσία από το καταστατικό προϋποθέσεων διαγραφής ενός μέλους δεν είναι στοιχείο εσωτερικής Δημοκρατίας, αλλά ακριβώς το αντίθετο. Διότι λαμβάνονται αποφάσεις χωρίς κριτήρια, από άτομα που δεν έχουν την σχετική καταστατική κατοχύρωση και χωρίς την τήρηση των στοιχεωδών διαδικασιών δημοκρατικής κρίσης του υπόλογου.
Το δεύτερο ζήτημα που ανακύπτει είναι η χωρίς εσωτερική πολιτική συζήτηση διολίσθηση του ΣΥΡΙΖΑ προς τις λεγόμενες «εθνικοπατριωτικές θέσεις».  
Ο Αλέξης Τσίπρας διέγραψε με μια μονοκονδυλιά τη στήριξη του κόμματός του στο Σχέδιο Ανάν όταν εξήρε τις προσπάθειες του απερχόμενου Προέδρου Χριστόφια για λύση του Κυπριακού κι απέδωσε όλη την ευθύνη για το μπλοκάρισμα στην «τουρκοκυπριακή αδιαλλαξία».
Η αρχική θέση του ΣΥΡΙΖΑ για άμεση έναρξη διαπραγματεύσεων με την Τουρκία ώστε να γίνει μια αμοιβαία επωφελής διευθέτηση των ζητημάτων στο Αιγαίο αποσιωπάται πλέον συστηματικά από τα μέλη του ΣΥΡΙΖΑ.
Είναι δικαίωμα του ΣΥΡΙΖΑ να χαράζει όποια στρατηγική επιθυμεί για την εξωτερική πολιτική της χώρας. Εκείνο που δεν είναι δικαίωμά του είναι να το πράττει χωρίς συζήτηση μεταξύ των μελών του. Πολύ περισσότερο που, αυτής ακριβώς της στρατηγικής άπτονται οι εξωφρενικές αμυντικές δαπάνες της χώρας.
 
Γιάννης Χρυσοβέργης   
 

Τετάρτη, 6 Φεβρουαρίου 2013

ΑΝΤΙΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΕΣ ΕΚΤΡΟΠΕΣ

Ξυλοδαρμοί συλληφθέντων από την Αστυνομία, εργαζόμενοι που υποχρεώνονται να υπογράψουν ατομικές συμβάσεις υπό την απειλή ξυλοδαρμού από μπράβους του εργοδότη, δυσφήμιση κομμάτων της Αντιπολίτευσης με χαλκευμένα βίντεο, απειλές κατά της ζωής δημοσιογράφων...
Περισσότερες από τις μισές καταγγελίες της Διεθνούς Αμνηστίας, από τις αρχές του περασμένου Ιουλίου, αφορούν παραβιάσεις Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στην Ελλάδα.
Το σύνολο του δημοκρατικού κεκτημένου της Μεταπολίτευσης καταλύεται εν χορδαίς και οργάνοις. Απέναντι στη συντεταγμένη κατάλυση του Κράτους Δικαίου από κυβέρνηση και παρακρατικούς μηχανισμούς Η ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ ΕΙΝΑΙ ΚΑΘΗΚΟΝ.
 
Το ότι ο υπουργός Δημόσιας Τάξης Νίκος Δένδιας έχει τόση σχέση με τη Δημοκρατία όση ο φάντης με το ρετσινόλαδο είναι γνωστό από την προηγούμενη υπουργική του θητεία όταν ήταν Υπουργός Δικαιοσύνης. Δεν εκπλήσσει λοιπόν που, επί των ημερών του στο Υπουργείο Δημόσιας Τάξης η Αστυνομία έχει μετατρέψει σε κουρελόχαρτο την Οικουμενική Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου του ΟΗΕ, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου και το ελληνικό Σύνταγμα.
Η δημοσίευση των άτεχνα μακιγιαρισμένων φωτογραφιών των δραστών της ληστείας τραπεζών στο Βελβεντό Κοζάνης και υπόπτων για συμμετοχή στη Συνομωσία των Πυρήνων της Φωτιάς δεν ήταν λάθος. Πολύ περισσότερο που, αν  η Αστυνομία επιθυμούσε να συλλέξει πληροφορίες για τα εν λόγω πρόσωπα μπορούσε να δώσει στη δημοσιότητα τις φωτογραφίες των αστυνομικών δελτίων ταυτότητάς τους, όπως πάγια έκανε μέχρι σήμερα. Ο στόχος της Αστυνομίας, του Νίκου Δένδια και του Αντώνη Σαμαρά ήταν να γίνει γνωστό προς κάθε κατεύθυνση πως εφεξής «σύλληψη σημαίνει ξυλοδαρμός». Και αυτό ήταν και το νόημα των πρόσφατων τηλεοπτικών δηλώσεών του στις οποίες τόνισε πως «πρέπει να τελειώνουμε με κάποια θέματα που άνοιξαν το 1974-75». Το μόνο θέμα που άνοιξε τότε σε σχέση με το υπουργείο του οποίου προΐσταται είναι πως έκτοτε τα βασανιστήρια θεωρούνται ποινικό αδίκημα.
Πολιτική για την οποία το πρώτο δείγμα δόθηκε το βράδυ της 30ης Σεπτεμβρίου προς 1 Οκτωβρίου, όταν 15 συμμετέχοντες σε αντιφασιστική διαδήλωση στην παλτεία Αμερικής βασανίστηκαν όλη τη νύχτα στη ΓΑΔΑ, πριν παραπεμφθούν την άλλη μέρα στο Αυτόφωρο. Όταν η βρετανική εφημερίδα GUARDIAN κατάγγειλε το περιστατικό ο κ. Δένδιας έσπευσε από το βήμα της Βουλής να προαναγείλει μήνυση κατά της εφημερίδας στα βρετανικά δικαστήρια, πράγμα που δεν έχει πράξει.  
Το ότι ο Υπουργός Προπαγάνδας διένειμε ένα άτεχνα χαλκευμένο βίντεο για να συκοφαντήσει το ΣΥΡΙΖΑ πριν λίγες μέρες δεν προβλημάτισε τα ΜΜΕ, τα οποία μάλιστα έσπευσαν να το υιοθετήσουν. Αντιθέτως, έσπευσαν να επικρίνουν, πολλά από αυτά, την απόφαση του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης που τα ανακαλούσε στην τάξη.
Την περασμένη μόλις εβδομάδα, το περιοδικό UNFOLLOW δημοσίευσε ένα ρεπορτάζ στο οποίο ενέπλεκε, ονομαστικά, το Δημήτρη Μελισσανίδη για εμπλοκή σε λαθρεμόριο καυσίμων. Δυο μέρες μετά ο δημοσιογράφος που υπέγραφε το ρεπορτάζ δέχθηκε τηλεφώνημα από άνθρωπο που ισχυρίστηκε ότι είναι ο Δημήτρης Μελισσανίδης και τον απείλησε ότι θα σκοτώσει αυτόν και την οικογένειά του. Το μείζον θέμα στην υπόθεση είναι ότι το τηλεφώνημα έγινε από τηλεφωνικό αριθμό της εταιρείας πετρελαιοειδών του Δημήτρη Μελισσανίδη.
Πριν από δυο μήνες τρεις εργαζόμενοι σε βιοτεχνία της Βορείου Ελλάδας προσέφυγαν στη Δικαιοσύνη κατά του εργοδότη τους, κατηγορώντας τον ότι τους υποχρέωσε να υπογράψουν ατομικές συμβάσεις με δραστικές μειώσεις μισθού υπό την απειλή ξυλοδαρμού τους από τρία τοπικά μέλη της ΧΡΥΣΗΣ ΑΥΓΗΣ. Και η μεν ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ διέψευσε την εμπλοκή μελών της στο επεισόδιο, όχι όμως και ο δικηγόρος του ιδιοκτήτη της βιοτεχνίας, που είπε, στον τοπικό τύπο, πως τα εν λόγω άτομα ήταν φίλοι του ιδιοκτήτη και βρίσκονταν στο γραφείο του για καφέ.
Μικρές και μεγάλες αντιδημοκρατικές εκτροπές που όμως όλες συντείνουν σε ένα πράγμα:  την εμπέδωση κλίματος τρομοκρατίας, τη φίμωση κάθε διαφορετικής φωνής.
Η ευθύνη για όλα αυτά δε βαραίνει όμως μονάχα τον Αντώνη Σαμαρά και τους κολλητούς του, που ονειρεύονται συγκυβέρνηση με τη ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ (Βλ. σχετικές δηλώσεις Φαήλου Κρανιδίωτη). Βαραίνει εξ ίσου και τους κυβερνητικούς εταίρους του.  Κάποιοι από τους οποίους είχαν - στο παρελθόν - δώσει αγώνες για την εμπέδωση των ατομικών δικαιώμάτων στην κατάργηση των οποίων τώρα γίνονται συνένοχοι.
Η προάσπιση της ελευθερίας του λόγου, της ελευθερίας του τύπου και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας ήταν πάντα πρωτίστως υπόθεση των πολιτών. Κατά μείζονα  λόγο όταν κυβέρνηση, ΜΜΕ και λοιπές παραγωγικές τάξεις, τα θεωρούν όλα αυτά ενοχλητικά και επικίνδυνα.
 
Γιάννης Χρυσοβέργης