Τρίτη, 26 Ιουλίου 2011

Μια ανάλυση για τη σημασία των αποφάσεων της 21ης Ιουλίου

Τον Λαπατσιώρα τον έχω παρακολουθήσει σε σεμινάρια με αντικείμενο την οικονομία. Ασχολείται συστηματικά με την κρίση των τελευταίων ετών και με το ρόλο του χρηματιστικού κεφαλαίου σε αυτήν την ιστορία. Ως εκ τούτου αξίζει να διαβαστεί το παρακάτω άρθρο του, που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα "Εποχή" της περασμένης Κυριακής για τις αποφάσεις της πρόσφατης συνόδου των ηγετών της Ευρωζώνης.

Γιώργος Αιμ. Σκιάνης

ΑΥΞΑΝΕΤΑΙ ΑΠΑΓΟΡΕΥΤΙΚΑ ΤΟ ΚΟΣΤΟΣ ΔΙΑΤΗΡΗΣΗΣ ΤΗΣ ΕΥΡΩΖΩΝΗΣ




ΠΗΓΗ: ΕΠΟΧΗ (24/7/2011)

Του Σπύρου Λαπατσιώρα

Η ευρωπαϊκή στρατηγική αντιμετώπισης της κρίσης του 2008 από τη στιγμή που διαμορφώθηκε έθετε ένα ερώτημα για τις δυνατότητες επίτευξης των στόχων της: πόσες χρεοκοπίες κρατών και νοικοκυριών, ανεργία, πτώση μισθών, απώλειες ασφαλιστικών ταμείων, μπορεί να αντέξει η Ευρώπη. Αυτό το ερώτημα παραγόταν αναγκαία, επειδή η στρατηγική έχει ως ρητό στόχο, ο οποίος προσδιορίζει την ορθολογικότητά της, την εμβάθυνση του νεοφιλελευθερισμού. Καθοδηγείται από τη σύλληψη της κρίσης ως ευκαιρίας να υπάρξει μία ιστορικών διαστάσεων για την Ευρώπη αλλαγή των ταξικών συσχετισμών προς όφελος του κεφαλαίου μεταλλάσσοντας τις κοινωνίες της σε ό,τι απαιτεί η εύρυθμη λειτουργία των αγορών και του κόσμου του χρήματος. Με αυτή τη στρατηγική, όπως αναμενόταν, οδηγηθήκαμε στη μη-βιωσιμότητα του ελληνικού δημόσιου χρέους –έμμεσα αλλά σαφέστατα και στην τελευταία έκθεση του ΔΝΤ, το οποίο απαίτησε σαφείς και ολοκληρωμένες λύσεις από τους εταίρους στην Ε.Ε. που να καθιστούν βιώσιμη την περίπτωση της Ελλάδας. Οι πολιτικές υλοποίησης αυτής της στρατηγικής οδήγησαν επίσης μία αρχικά περιορισμένη αλλά διαχειρίσιμη κρίση χρηματοδότησης (την ελληνική) να γίνει με γρήγορο ρυθμό κρίση δημόσιου χρέους που αφορά όλη την ευρωζώνη, πλέον όχι θεωρητικά αλλά έμπρακτα από την προηγούμενη εβδομάδα που η Ιταλία είδε τα επιτόκια των ομολόγων της να αγγίζουν το 6%.Αυτά τα ερωτήματα, μη-βιωσιμότητα του ελληνικού δημόσιου χρέους και η έναρξη αμφισβήτησης του αξιόχρεου του ιταλικού χρέους, με πιθανές και ορατές συνέπειες την αποσταθεροποίηση της ευρωζώνης και του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος αποτελούσαν τα ερωτήματα αυτής της Συνόδου.

Η σύγκρουση για τις πολιτικές που θα υλοποιήσουν τη νεοφιλελεύθερη στρατηγική και θα δίνουν λύση σε αυτά τα προβλήματα έληξε, προσωρινά, προς όφελος του ακραίου νεοφιλελευθερισμού που εκφράζει η κα Μέρκελ με τη συμπερίληψη στις αποφάσεις αυτού που είχε κάνει σημαία της για τη Σύνοδο: της δυνατότητας οι κάτοχοι ομολόγων να υποστούν ζημιά, παραιτούμενοι μέρους των απαιτήσεων που έχουν.

Αναγκαστική «γενναιοδωρία»

Για την Ελλάδα, το αποτέλεσμα εμφανίζεται αρκετά γενναιόδωρο στο πλαίσιο των πολιτικών του μνημονίου. Λύνονται τα προβλήματα χρηματοδότησης αυτής της πολιτικής. Νέος μακροχρόνιος δανεισμός (30 χρόνια διάρκεια αποπληρωμής με δεκαετή περίοδο χάριτος), χαμηλό επιτόκιο, επιμήκυνση της αποπληρωμής του πρώτου δανείου. Μορφές επιμήκυνσης των ομολόγων που λήγουν μαζί με το υπαρκτό αλλά ασήμαντο ως μέγεθος «κούρεμα». Όλα αυτά ισοδυναμούν με την απομάκρυνση από τις αγορές για μεγάλο χρονικό διάστημα, το οποίο συνιστά αναγνώριση της αποτυχίας ως προς τους στόχους που επικαλούταν το μνημόνιο. Εν τούτοις, δεν γνωρίζουμε λεπτομέρειες για τον τρόπο υλοποίησης αυτών των μέτρων και αυτό είναι αρκετά σημαντικό.Ωστόσο, δεν αντιμετωπίζεται το ζήτημα της βιωσιμότητας του ελληνικού χρέους. Απλά μετατίθεται στο μέλλον. Αναμενόμενα συνεχίζονται οι πολιτικές λιτότητας και ιδιωτικοποιήσεων του μνημονίου με μεγαλύτερη ένταση, νέα αυστηρότερη επιτήρηση και περαιτέρω περιορισμό του χώρου όπου λαμβάνονται δημοκρατικά οι αποφάσεις. Τα μέτρα αυτά ούτε θα οδηγήσουν σε έξοδο από την ύφεση, ούτε θα οδηγήσουν σε πιστωτική επέκταση το τραπεζικό σύστημα, παρά τη μεγάλη στήριξή του. Αναμενόμενα δεν λύνονται οι ανάγκες χρηματοδότησης για τη μείωση της ανεργίας. Υπάρχουν υποσχέσεις επενδύσεων που θα καθοδηγούνται από την τεχνογνωσία του νεοφιλελευθερισμού σε αυτές.

Αυτή η «γενναιοδωρία» είναι από τη μία μεριά αναγκαστική. Αδυναμία επιστροφής σε αγορές και επίδραση σε άλλες χώρες. Μεταθέτοντας τα προβλήματα χρηματοδότησης δίνουν το χρόνο, απερίσπαστα, να ελαστικοποιηθούν περαιτέρω οι εργασιακές σχέσεις, να μικρύνει το ιστορικό όριο των αναγκών των εργαζομένων, να ολοκληρωθεί η μετάλλαξη της ελληνικής κοινωνίας στα πρότυπα του ακραίου νεοφιλελευθερισμού. Ωστόσο, η μη αναμενόμενη έκταση των διευκολύνσεων συνδέεται και με την Ιταλία και το φόβο γενίκευσης της κρίσης χρηματοδότησης σε όλη την Ευρώπη. Μέσω μια μη-αναμενόμενης «ισχυρής» πρότασης σηματοδοτούν ότι είναι αποφασισμένοι να κάνουν ό,τι χρειαστεί για να αντιμετωπίσουν προβλήματα, ακόμη και ενσωματώνοντας στοιχεία τα οποία δεν παράγονται ευθέως από αυτή η στρατηγική. Εδώ εντάσσεται και η διεύρυνση των επιλογών και λειτουργιών του EFSF, στοιχεία τα οποία αν υπήρχαν πέρυσι δεν θα μπορούσαν η Ελλάδα ή/και η Πορτογαλία να οδηγηθούν όπως οδηγήθηκαν στο μνημόνιο. Αυτό αποτελεί σημαντική εξέλιξη, αλλά ασθενή ακόμη λόγω της μη επάρκειας των πόρων για τα προβλήματα που πιθανότατα θα κληθεί να αντιμετωπίσει -σημειώνουμε επίσης ότι η διάθεση σημαντικών ποσών αυξάνει σημαντικά το χρέος της ίδιας της Γερμανίας.

Μια στρατηγική στα όριά της

Η «μέθοδος» που σηματοδοτεί αυτή η απόφαση είναι η ίδια με άλλες. Μία πολιτική, προϊόν συμβιβασμού, η οποία καθώς επιτυγχάνει σε πρωτεύοντες στόχους (εμβάθυνση νεοφιλελευθερισμού) μεγεθύνει τα προβλήματα τα οποία επικαλείται για να νομιμοποιηθεί ως αναγκαία (δημόσιο χρέος). Η μεγέθυνση των προβλημάτων δημιουργεί επεισόδια τα οποία επιχειρεί να διαχειριστεί με «μπαλώματα» και μετάθεση της επίλυσης τους, εντείνοντάς τα και στενεύοντας το χρονικό ορίζοντα που μπορούν οι μεταθέσεις να λειτουργούν. Πρόκειται για υλοποίηση μίας στρατηγικής που έχει αρχίσει να συναντά τα όρια της. Οδηγούμαστε πλέον στο σημείο που είναι λογικό να σκέπτεται κανείς ότι η αμφισβήτηση του αξιόχρεου της Ιταλίας ή άλλης «μεγάλης» χώρας είναι πολύ πιθανή εξέλιξη και αυτό οδηγεί σε υψηλά και πιθανώς απαγορευτικά επίπεδα το κόστος διατήρησης της ευρωζώνης αν δεν αλλάξουν άμεσα βασικοί άξονες των πολιτικών που ακολουθούνται.

Μπορούμε να ανιχνεύσουμε σε αυτήν την απόφαση ότι πλέον αναγνωρίζεται ότι η αναπτυσσόμενη κρίση χρέους, αντιμετωπίζεται εκτός αγορών με αύξηση του διακρατικού δανεισμού, ότι απαιτείται παραίτηση του τραπεζικού τομέα από ένα μέρος των αξιώσεών του (η απόφαση αγνοεί πλήρως τις απώλειες που θα αντιμετωπίσουν τα ασφαλιστικά ταμεία). Επίσης, ότι ο τραπεζικός τομέας καλό είναι να είναι υπό πολιτικό έλεγχο και ότι απαιτείται ένα πρόγραμμα επενδύσεων – αλληλεγγύης προς όποιο κράτος έχει πρόβλημα χρηματοδότησης. Με άλλα λόγια αναγνωρίζονται ως έγκυρες όλες οι αρνήσεις βασικών πυλώνων που οργάνωσαν τις τρέχουσες πολιτικές –φυσικά πάντα ενσωματωμένες στην ακραία νεοφιλελεύθερη στρατηγική που ακολουθείται.

Τετάρτη, 20 Ιουλίου 2011

ΤΟ ΝΕΟ ΜΟΝΑΧΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ

Στις 30 Σεπτεμβρίου 1938 οι Νέβιλ Τσάμπερλεν και Εντουάρ Νταλαντιέ παρέδωσαν την Τσεχοσλοβακία στο Χίτλερ, επικαλούμενοι την «ανάγκη αποφυγής πολέμου». Ένα χρόνο αργότερα ξεσπούσε ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος.
Στις 21 Ιουλίου 2011 οι Ευρωπαίοι ηγέτες, θα συμφωνήσουν - αν τελικά συμφωνήσουν - σε βραχυπρόθεσμα μέτρα αντιμετώπισης της κρίσης του ελληνικού χρέους «για να μην επεκταθεί η κρίση». Με μοναδικό άγνωστο, το πότε η άγρια χρεοκοπία κάποιας ευρωπαϊκής χώρας - όχι αναγκαστικά της Ελλάδας, αν και το πιθανότερο είναι να πέσει σε αυτήν ο κλήρος - θα τινάξει στον αέρα και Ευρώ, και Ευρωζώνη και Ευρωπαϊκή Ένωση.

Όταν οι Νέβιλ Τσάμπερλεν και Εντουάρ Νταλαντιέ επέστρεψαν από το Μόναχο πανηγυρίζοντας για την αποφυγή ενός «νέου Ευρωπαϊκού πολέμου», πολύ λίγες ήταν οι φωνές που επισήμαναν ότι ο πόλεμος ήταν πιο κοντά από ποτέ άλλοτε. Ανάμεσά τους ο Γουίνστον Τσώρτσιλ στο Ηνωμένο Βασίλειο κι ο συνταγματάρχης των θωρακισμένων Σαρλ Ντεγκώλ στη Γαλλία. Έντεκα μήνες αργότερα, οι «γκρινιάρηδες» δικαιώνονταν πανηγυρικά, μια δικαίωση που σίγουρα δεν επιθυμούσαν.
Στην Ευρωπαϊκή Ένωση του 21ου αιώνα, εδώ και δεκαοκτώ μήνες, έχουν γίνει έξι τουλάχιστον έκτακτες Σύνοδοι Κορυφής για να βρεθούν τρόποι αποφυγής επέκτασης της κρίσης του ελληνικού χρέους. Τα αποτελέσματα είναι ενδεικτικά. Το πακέτο στήριξης για την Ελλάδα το ακολούθησαν τα πακέτα στήριξης για την Ιρλανδία και την Πορτογαλία, ενώ τα επιτόκια δανεισμού της Ισπανίας και της Ιταλίας αυξάνονται αλματωδώς. 
Στην έκτακτη Σύνοδο Κορυφής της Πέμπτης 21 Ιουλίου, θα συζητηθούν μια σειρά από σχέδια διαχείρισης του ελληνικού χρέους με ένα κοινό παρονομαστή: όποιο από αυτά κι αν εφαρμοστεί, η κατάσταση του ελληνικού χρέους το 2015 θα είναι αισθητά χειρότερη από αυτή που θα ήταν στην απίθανη περίπτωση που θα επιτυγχάνονταν οι στόχοι του Μεσοπρόθεσμου προγράμματος.
Είναι προφανές ότι η σκέψη που πρυτανεύει στο σύνολο των Ευρωπαίων ηγετών συνοψίζεται στη φράση: «άσε να βγάλουν άλλοι τα κάστανα από τη φωτιά». Και πράγματι, αν ληφθούν υπ' όψιν οι δημοτικότητες όσων θα συμμετάσχουν σε αυτή τη Σύνοδο Κορυφής, κανείς τους δε θα είναι στην κυβέρνηση - με πιθανή εξαίρεση το μοναχικό μαχητή Ζαν - Κλωντ Γιουνκέρ - το 2015.
Δέσμιοι των δημαγωγικών τους πολιτικών, που ήθελαν τους Ευρωπαίους να χωρίζονται σε «εργατικούς Βόρειους» και «τεμπέληδες Νότιους» ή, κατά περίπτωση, σε «μάγκες Νότιους» και «μαλάκες Βόρειους», που ήθελαν επίσης για όλες τις αντικοινωνικές αποφάσεις που από κοινού έπαιρναν στις Βρυξέλλες να φταίει η «κακή κι άσπλαχνη ΕΕ»,  οι Ευρωπαίοι πολιτικοί ηγέτες είναι ανίκανοι να πάρουν εκείνες τις πολιτικές αποφάσεις που θα σώσουν, όχι την Ελλάδα, αλλά την Ευρωζώνη και την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Ενδιαφερόμενοι, τα τελευταία δέκα και πλέον χρόνια, μονάχα για τη διατήρηση της προσωπικής τους επιρροής σε εθνικό επίπεδο, έφτιαξαν ένα ενιαίο νόμισμα, εξορκίζοντας ταυτόχρονα όλα εκείνα τα απαραίτητα για την επιβίωσή του εργαλεία: την ενιαία οικονομική και φορολογική πολιτική και ένα δημοκρατικά εκλεγμένο, περιβεβλημένο με τη νομιμοποίηση της λαϊκής κυριαρχίας θεσμικό όργανο, που θα καθόριζε αυτήν την πολιτκή.
Δυστυχώς για τους Ευρωπαίους ηγέτες η μέρα της κρίσης είναι πολύ πιο κοντά από όσο μπορούν να φανταστούν, όπως ο πόλεμος ήταν πολύ πιο κοντά από όσο μπορούσαν να φανταστούν οι Τσάμπερλεν και Νταλαντιέ. Είτε γιατί στους επόμενους μήνες θα διογκωθεί κι άλλο το ελληνικό έλλλειμμα εσόδων, είτε γιατί τα spreads  των ιταλικών ομολόγων θα εκτιναχθούν, πριν καλά - καλά το καταλάβει κανείς, πάνω από τις 1000 μονάδες, το Ευρώ, η Ευρωζώνη και, βέβαια η Ευρωπαϊκή Ένωση, θα δώσουν μια εξαιρετικά δύσκολη μάχη επιβίωσης με λιγοστές ελπίδες αίσιας έκβασης.
Κι επειδή η Ιστορία επαναλαμβάνεται ως φάρσα, δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι στην ύστατη στιγμή, οι ευρωπαϊκές κοινωνίες - κατ' αντιστοιχία με το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, που όταν όλα φαίνονταν χαμένα, έφεραν στο προσκήνιο τους πολιτικούς ηγέτες της νίκης - θα ωθήσουν στο προσκήνιο πολιτικούς με όραμα και ευρωπαϊκή προοπτική.

Γιάννης Χρυσοβέργης

Υ.Γ. Αν εύκολα μπορεί κανείς να ταυτοποιήσει σε αυτή τη μεταφορα τους κ.κ. Σαρκοζί και Μέρκελ με τους Τσάμπερλεν και Νταλαντιέ, πολύ δύσκολα θα ταυτοποιούσε τον Γ. Παπανδρέου με τον τότε Τσεχοσλοβάκο Πρόεδρο Έντβαρ Μπένες. Δεν του αξίζει τέτοια τιμή.
 

Τρίτη, 19 Ιουλίου 2011

Για το Σύνταγμα

Πέρασα χτες και σήμερα από το Σύνταγμα. Πολύ λίγος κόσμος, τόσο στην Αμαλίας όσο και στην πλατεία. Πάντως η καθιερωμένη βραδυνή συνέλευση συνεχίζεται. Λογικό είναι να τελειώσει κάποια στιγμή αυτή η ιστορία. Η όλη κινητοποίηση είχε θέσει ως κεντρικό στόχο την αποτροπή της ψήφισης του μεσοπρόθεσμου σχεδίου για την οικονομία και, άπαξ και αυτό ψηφίστηκε στο τέλος Ιουνίου, χάθηκε το κίνητρο για συνέχιση και κλιμάκωση των δράσεων.
Αναμφισβήτητα η συμμετοχή του πλήθους στις συγκεντρώσεις ήταν ιδιαίτερα μαζική και παραπέμπει στα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης. Και καθώς το κάλεσμα στο Σύνταγμα έγινε από άτυπα κανάλια πληροφόρησης και ανταλλαγής απόψεων, μέσω διαδικτύου και χωρίς τη διαμεσολάβηση κομματικών και συνδικαλιστικών οργανώσεων, μπορούμε ίσως να μιλήσουμε για την ανάδυση μιας νέας πολιτικής κουλτούρας, τα χαρακτηριστικά της οποίας είναι βέβαια υπό διαμόρφωση και η αντοχή της στο χρόνο μένει να αποδειχτεί.
Οι συγκεντρώσεις ήταν κατά κανόνα ειρηνικές και αυτό με έκανε να αισθάνομαι άνετα μέσα στο πλήθος. Τα παρατράγουδα βέβαια δεν αποφεύχθηκαν και είναι μια άλλη συζήτηση για το ποιοί τα προκάλεσαν και, κυρίως, ποιοί θέλησαν να επωφεληθούν. Εντοπίζω όμως μια θεμελιώδη διαφορά σε σχέση με το Δεκέμβριο του 2008: τότε, η βία των αναρχικών, των κουκουλοφόρων και των κάθε λογής μπαχαλάκηδων αποτελούσε συστατικό στοιχείο των διαδηλώσεων και οι πρακτικές αυτές συναντούσαν την ανοχή, ή ακόμα και την αποδοχή, πολλών νέων ανθρώπων, που στράφηκαν ιδεολογικά προς τον ευρύτερο αντιεξουσιαστικό χώρο. Απεναντίας στο Σύνταγμα, για τη συντριπτική πλειοψηφία του κόσμου που βρέθηκε στο μάτι του κυκλώνα, και που προσπάθησε να μείνει στην πλατεία με όλα τα χημικά, τα δακρυγόνα και το ξύλο που έφυγε, η βία ήταν σαφώς απορριπτέα και καταγγελτέα. Με αυτήν την έννοια, οι κουκουλοφόροι έκαναν ότι έκαναν, αλλά απογυμνώθηκαν από οποιαδήποτε πολιτική νομιμοποίηση στα μάτια των διαδηλωτών. Σκέφτομαι μήπως αυτά τα συμβάντα μπορούν να είναι η αρχή για ανακατατάξεις στον αντιεξουσιαστικό χώρο και, το πιο σημαντικό, για νέα ήθη στη διεξαγωγή κινητοποιήσεων και στον τρόπο πολιτικής παρέμβασης.
Και καθώς το έφερε ο λόγος για τρόπους πολιτικής παρέμβασης, στο μυαλό μου έρχονται αυτόματα οι συνελεύσεις της πλατείας. Δεν είχα την υπομονή να κάτσω με τις ώρες για να τις παρακολουθήσω και πολλά από τα λεχθέντα μου φαινόντουσαν κοινότοπα και ανούσια. Θεωρώ όμως σημαντικό το ότι χιλιάδες άνθρωποι βγήκαν από το καβούκι τους και δοκίμασαν να σκεφτούν και να συζητήσουν δημόσια. Αν αυτή η πρακτική των συνελεύσεων επιβιώσει και επεκταθεί σε επίπεδο συνοικίας, όπως επιχειρείται να γίνει, μπορεί να αποτελέσει τη σημαντικότερη παρακαταθήκη για συλλογικές δράσεις με σκοπό να βελτιώσουμε κάπως τη ζωή μας, σε μια πόλη που εδώ και χρόνια έχει απανθρωποποιηθεί και σε μια ιδιαίτερα δυσμενή κοινωνική και οικονομική συγκυρία, όπου ο καθένας μας τραβάει το ζόρι του.

Γιώργος Αιμ. Σκιάνης

Τετάρτη, 13 Ιουλίου 2011

Mια λίμπρα από το κορμί μας...

Παραθέτω το άρθρο του Αντώνη Καρακούση από το χθεσινό ΒΗΜΑonline. Το μοναδικό μου σχόλιο είναι το εξής: Αν δεν είμαστε διατεθειμένοι να κόψουμε μια λίμπρα από το κρέας μας πρέπει να το πούμε. Κι όλη η συζήτηση να περιστραφεί, από εδώ και στο εξής, στο πώς θα το πούμε και, κυρίως, στο πώς θα αντιμετωπίσουμε τις συνέπειες αυτου «του ΟΧΙ του σωστού»

Γιάννης Χρυσοβέργης
Πριν από πέντε αιώνες, το 1596 για την ακρίβεια, όταν ο Σαίξπηρ έγραφε τον «Έμπορο της Βενετίας», η αξιολόγηση κινδύνων ήταν εμπειρική, δεν στηριζόταν στα μοντέρνα μαθηματικά ή στη γνώση των πολυπαραγοντιικών εξισώσεων.
Ωστόσο, η απαίτηση του τραπεζίτη - τοκογλύφου Σάιλοκ για εγγύηση μιας λίμπρας κρέατος από το σώμα του εμπόρου - εφοπλιστή της εποχής Αντόνιο, προκειμένου να του δανείσει 3000 δουκάτα, στηριζόταν σε χρόνια παρατήρηση, σε ένα ζωώδες εμπορικό ένστικτο και βεβαίως σε πρωτόγονη αποτίμηση των κινδύνων της ναυσιπλοΐας.
Είναι ενδεικτικό το γεγονός ότι για να δικαιολογήσει ο αιμοδιψής Σάιλοκ την απαίτησή του από τον Αντόνιο απαριθμεί τους πολλούς κινδύνους που απειλούν τα πλοία του τελευταίου.
Του λέει πως όλα πλέουν σε αφιλόξενες θάλασσες, ότι απειλούνται από τον κακό καιρό, από τους ανέμους, αλλά και από τους πειρατές, ότι ο κίνδυνος να χαθούν είναι μεγάλος.
Και στο τέλος επιβάλλει όρους εξωπραγματικούς και απάνθρωπους, που στην ουσία υποδηλώνουν την εξουσία του χρήματος επί της ζωής.
Κανείς δεν φανταζόταν - ούτε ο ίδιος ο Σαίξπηρ - ότι πέντε αιώνες μετά ο σημερινός κόσμος θα βασανιζόταν από μοντέρνους Σαιλοκ, από πρόσωπα που σπούδασαν στα καλύτερα πανεπιστήμια του κόσμου και αφιερώθηκαν στην ανάπτυξη της χρηματοοικονομικής, χωρίς να έχουν ιδέα για την απάνθρωπη απαίτηση του Σάιλοκ, χωρίς ποτέ ίσως να έχει περάσει από το μυαλό τους ότι μπορεί να μην διαφέρουν και πολύ από τον ήρωα του βρετανού θεατρικού συγγραφέα.
Και όμως αυτοί που χειρίζονται το πρόβλημα του ελληνικού χρέους, αλλά και τα αντίστοιχα άλλων χωρών, δεν ζητούν τίποτε άλλο από μια λίμπρα από το κορμί μας, ακριβώς για να καλυφθούν έναντι των πολλών κινδύνων που όντως μπορεί να απειλούν την ελληνική και την ευρωπαική οικονομία.
Το ερώτημα ωστόσο που τίθεται είναι πως ο σημερινός πολιτισμένος κόσμος αποδέχεται και αντιμετωπίζει ως νομιμοποιημένες τέτοιες πρακτικές τύπου Σάιλοκ;
Πολύ περισσότερο μάλιστα όταν στην ελληνική περίπτωση και πολύ περισσότερο στην ευρωπαική δεν υπάρχουν μόνο κίνδυνοι, αλλά και πάμπολλες, μη αποτιμώμενες, αξίες.
Η Ελλάδα δεν είναι μια τελειωμένη χώρα, όπως πολλοί θέλουν να πιστεύουν.
Εχει υπόσταση, είναι χώρα ανεπτυγμένη, με υποδομές, με ανθρώπινο δυναμικό εκπαιδευμένο, που διαθέτει δεξιότητες, γνώση και εμπειρίες και με συμμετοχή σε ένα από τα ισχυρότερα κλαμπ της Γης, το νόμισμα του οποίου είναι το δεύτερο αποθεματικό του πλανήτη.
Δεν γίνεται λοιπόν, δεν το χωράει ανθρώπου νους, σε τέτοιες ζώνες να δρουν ασυστόλως και να θέτουν όρους έστω σύγχρονες εκδοχές του Σάιλοκ.
 Πολύ περισσότερο όταν μάλιστα σε αυτή τη ζώνη έχει ανθίσει ο ουμανισμός και τέτοιες πρακτικές έχουν καταδικασθεί εδώ και αιώνες στη συνείδηση των λαών.
Υπό αυτή την έννοια, δεν μπορεί η Ευρώπη παρά να βρει μια λύση ταιριαστή προς την κουλτούρα και τον πολιτισμό της.


Δευτέρα, 11 Ιουλίου 2011

Δημοκρατία σε stress test

Το άρθρο αυτό του καθηγητή Γιάννη Βούλγαρη δημοσιεύτηκε το Σάββατο 9 Ιουλίου στα ΝΕΑ. Το διάβασα σήμερα χάρη σε μια ανάρτηση του Πάσχου Μανδραβέλη και του Παύλου Αθανασόπουλου στο facebook. 
Με τις γενικές διαπιστώσεις του κειμένου στμφωνώ. Δε μπορώ όμως να μη διαφωνήσω με την άποψη του αρθρογράφου που ταυτίζει τα όσα συμβαίνουν στην Πλατεία Συντάγματος, είτε με την ακροδεξιά, είτε με τη ΣΥΡΙΖΙκή και ΑΝΤΑΡΣΥΑκή μιζέρια. 
Μολονότι αυτό το νέο που γεννιέται δίπλα στο συντριβάνι της Πλατείας είναι μειοψηφικό - σε αντίθεση με το όχι νέο αλλά πλειοψηφικό που κυριαρχεί στο πάνω μέρος της Πλατείας - αξίζει περισσότερης πολιτικής προσοχής.

Γιάννης Χρυσοβέργης
Δημοκρατία σε stress test

Πόση ανοχή μπορεί να βρει η διαχεόμενη πολιτική βία στην κοινωνία;

Του Γιάννη Βούλγαρη

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ: Σάββατο 09 Ιουλίου 2011



Πριν από οτιδήποτε άλλο, οι «Αγανακτισμένοι» είναι ασφαλώς το πιο επιτυχημένο επικοινωνιακό σλόγκαν των τελευταίων ετών. Ευνόητοι οι λόγοι. Ολοι στην Ελλάδα είναι αγανακτισμένοι γι' αυτά που χάνουμε και για την προοπτική που δεν βλέπουμε. Αρχικά εξάλλου, οι «Αγανακτισμένοι» δήλωσαν ότι απορρίπτουν τις κομματικές σημαίες και τη βία, ευθυγραμμιζόμενοι έτσι με το αντικομματικό κλίμα της εποχής και την απώθηση που προκαλούν στην ευρεία κοινή γνώμη οι συνεχείς καταστροφές στο Κέντρο της Αθήνας. Υπήρχε εξάλλου και μια ευρωπαϊκή «αύρα» που περιέβαλε το κίνημα. Οι ισπανοί indignados έμοιαζαν να παίρνουν τη σκυτάλη από την Πλατεία Ταχρίρ και να θέλουν να τη μεταδώσουν στην υπόλοιπη Ευρώπη. Προμήνυμα συμβολικό: είχε προηγηθεί η αιφνίδια εκδοτική επιτυχία του γνωστού και πολυμεταφρασμένου πλέον πάμφλετ του Εσέλ «Αγανακτήστε!», φαινόμενο επίσης αξιομνημόνευτο από επικοινωνιακή άποψη. Ο υπέργηρος συγγραφέας, άγνωστος στη συντριπτική πλειονότητα των μελλοντικών αναγνωστών του, αποτελεί ασφαλώς έναν εκπρόσωπο της αντιφασιστικής, δημοκρατικής, μεταρρυθμιστικής ευρωπαϊκής κουλτούρας, αυτής της πολύτιμης παράδοσης που βαθμιαία χάνεται. Το κείμενο - ομιλία λίγο καιρό πριν θα αντιμετωπιζόταν από τους αριστερούς με συμπάθεια και θυμηδία για την καλοπροαίρετη αφέλειά του. Ο καιρός όμως το έφερε να κραδαίνεται σαν νέο κόκκινο βιβλιαράκι σε κινητοποιήσεις αριστεριστικής χροιάς. Τελικά, η ευρωπαϊκή υπόσχεση διαψεύστηκε, η «αγανάκτηση» δεν εκδηλώθηκε σε άλλες μεγάλες ευρωπαϊκές πόλεις, στην Ισπανία τέλειωσε και έμεινε μόνο στην Ελλάδα, όπου ήδη έχει πάρει διαφορετική και ιδιαίτερα προβληματική μορφή.

Ολα αυτά έχουν ένα κοινό υπόβαθρο. Την οργή που συσσωρεύουν ευρέα τμήματα των κοινωνιών εξαιτίας της αστάθειας και της επισφάλειας που έχει προκαλέσει ο ανεξέλεγκτος χρηματοπιστωτικός καπιταλισμός. Την ηθική και πολιτική αγανάκτηση που προκαλεί η παγκόσμια κρίση του 2008. Την αδυναμία των κατεστημένων πολιτικών συστημάτων και κομμάτων να δώσουν συλλογική διέξοδο στα πιο πάνω και να διευθύνουν αποτελεσματικά τις κοινωνίες τους. Οι ad hoc κινητοποιήσεις και η περιστασιακή οργάνωση υποδηλώνει το γεγονός, χωρίς όμως να το λύνει. Γιατί η αναζωογόνηση της Πολιτικής εξακολουθεί να χρειάζεται τις μεγάλες σταθερές οργανώσεις, καθώς μόνο αυτές προσφέρουν το πλαίσιο παραγωγής πολιτικής κουλτούρας, προγράμματος και κατάλληλου προσωπικού. Παρά την κρίση τους και την απαξίωσή τους. Και με δεδομένη την ανάγκη ανανέωσης.

Στην Ελλάδα το φαινόμενο υπήρξε περισσότερο επίμονο λόγω της δραματικότητας της κρίσης, της εκκωφαντικής ανεπάρκειας του πολιτικού συστήματος και της εξαιρετικής αβάντας που του έδωσαν τα μεγάλα ΜΜΕ για ποικίλους λόγους. Γρήγορα όμως προσαρμόστηκε στις ελληνικές συνθήκες και αναπαρήγαγε τις καθιερωμένες πρακτικές. Κοντολογίς, καπελώθηκε από ακροδεξιές και ακροαριστερές ομάδες, ή εντάχθηκε στην ατζέντα των διαφόρων συνδικαλιστών. Μετά το μαζικό κύμα των πρώτων ημερών ήρθε η άμπωτις και ό,τι μένει στην άμμο όταν το νερό υποχωρεί, δεν είναι πάντα ωραίο. Ο επιτυχής επικοινωνιακά όρος «Αγανακτισμένοι» χρησιμοποιείται είτε συνειδητά από τους δράστες είτε εξ αδρανείας από τα μίντια, σαν νομιμοποιητική ομπρέλα των τραμπουκισμών που εκδηλώνονται ανά την επικράτεια κατά των στελεχών του ΠΑΣΟΚ. Οι αντικοινοβουλευτικές συνιστώσες των «Αγανακτισμένων» ήταν εμφανείς από την πρώτη στιγμή με τα συνθήματα, τις κρεμάλες, τα πανό και τις ύβρεις. Οι μεγάλοι όμως αριθμοί συγκάλυπταν τις σκληρές εστίες. Τώρα που αυτές αποκαλύπτονται, ξεχωρίζει το ιδιαίτερο ιδεολογικοπολιτικό στίγμα της καθεμίας, όπως και η οπτική από την οποία επιτίθεται στον κοινοβουλευτισμό.

Η εμφάνιση μιας κινηματικής ακροδεξιάς, φασιστικής ή φασίζουσας, διεκδικεί το μερτικό της στον «αντισυστημικό» χώρο, συμβιωτικά ή συγκρουσιακά, προς τον αντιδιαμετρικό αριστερό πόλο. Ετσι και αλλιώς, ο ΛΑΟΣ είναι πλέον κανονικός παίκτης του συστήματος. Η κριτική που ασκεί η κινηματική ακροδεξιά δεν περιορίζεται στην αποτυχία του πολιτικού συστήματος αλλά επεκτείνεται στη Δημοκρατία καθαυτή, στη δημοκρατία των «διεφθαρμένων και παρακμασμένων πολιτικών ελίτ». Δίπλα σε αυτή τη συνιστώσα, ακόμα και χωροταξικά δίπλα στην πάνω μεριά της Πλατείας Συντάγματος, στοιχήθηκε ο αριστερόστροφος εθνολαϊκισμός με όλα του τα παλαιά εφόδια: τον εθνικοαπελευθερωτικό λόγο, την πληβιακή αντίθεση με τους «πάνω», τη συνωμοσιολογική σκέψη, τη μανιχαϊστική αντίληψη για τις αιτίες της κρίσης (κάποιοι τα φάγανε). Είναι η κατεξοχήν συνιστώσα που εκφράζει την οργή των «εξασφαλισμένων» μικρομεσαίων του μεταπολιτευτικού κύκλου που τώρα βλέπουν να χάνουν τη σχετικά πρόσφατα κεκτημένη σιγουριά. Ενας «αγανακτισμένος» εργαζόμενος ή συνταξιούχος στο Δημόσιο άνετα έβρισκε εκεί τη θέση του. Η οργισμένη διαμαρτυρία εδώ δεν στοχεύει τη δημοκρατία καθαυτή, ούτε αυτοπροβάλλεται σαν ριζική διάσταση του «λαού» από τις πολιτικές ελίτ, αν και ο σεβασμός στους θεσμούς δεν είναι ασφαλώς το χαρακτηριστικό της. Κατά κάποιο τρόπο, ανακαλεί την αφετηριακή λαϊκιστική κινητοποίηση της πρώτης μεταπολιτευτικής περιόδου που σημάδεψε την απαρχή της μαζικής κοινωνικής ανόδου, σαν να θέλει τώρα να το επαναλάβει για να ανακόψει την κάθοδο.



Η τρίτη συνιστώσα είναι ο αριστερός χώρος. Εκεί οι παραδοσιακές οργανώσεις της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς ανταγωνίζονται με τον ΣΥΡΙΖΑ ποιος θα ελέγξει την αρχική κινητοποίηση μιας «αντισυστημικής», νεοαναρχικής και δύσπιστης στα κόμματα νεολαίας, ανοιχτής σε κάθε «μορφή δράσης» περιλαμβανομένης της βίας. Είναι σύμπτωμα των καιρών. Κατά τη μεταπολιτευτική περίοδο, η ιστορική κομμουνιστική Αριστερά έκανε μεγάλα βήματα προς την αποδοχή της Δημοκρατίας, διδαγμένη από την πικρή εθνική εμπειρία και ακολουθώντας το διεθνές ρεύμα. Τα τελευταία χρόνια σημειώνεται η αντίθετη διαδρομή. Το γεγονός οφείλεται προφανώς στην ιστορική απαξίωση της εναλλακτικής πρότασης της ιστορικής Αριστεράς. Αφού η επανάσταση έχει πάψει να είναι πειστική προοπτική του «κινήματος», η διαμαρτυρία και η σύγκρουση γίνονται αυτοσκοπός, πεδίο συγκρότησης της πολιτικής ταυτότητας, και το φλερτ με βίαιες «μορφές πάλης» εύλογο συνεπαγόμενο. Η βιαιότητα του λόγου και της πρακτικής καλείται να σκεπάσει το κενό της προοπτικής.

Σε όλες αυτές τις κουλτούρες της «αγανάκτησης» με αντικοινοβουλευτικά χαρακτηριστικά, κυρίως στην «κινηματική» ακροαριστερά και ακροδεξιά, υφέρπει ένα οξύ κοινωνικό πρόβλημα, χωρίς να σημαίνει ότι αποτελεί και την αιτία τους ή την πηγή τροφοδότησής τους. Η οικοδόμηση ενός οικονομικοκοινωνικού τύπου ανάπτυξης που δεν ενσωματώνει εύκολα και δυναμικά τις νεώτερες γενιές. Αν το νέο μοντέλο μετά την κρίση παραμείνει κλειστό στους νεώτερους, τότε ο χώρος της πολιτικής βίας και του αντικοινοβουλευτισμού θα διευρυνθεί επικίνδυνα.



Μένει το ρώτημα: πόση ανοχή μπορεί να βρει η διαχεόμενη πολιτική βία στην κοινωνία; Η δημοσκοπική συμπάθεια προς τους «Αγανακτισμένους» νομιμοποιεί και τη βία; Είναι φανερό ότι η κριτική και η οργή προς το πολιτικό σύστημα και το πολιτικό προσωπικό, παρείχε ώς τώρα το πρόσχημα σε όσους επιλέγουν ή συγκαλύπτουν τον πολιτικό τραμπουκισμό να επικαλούνται μια ευρύτερη συναίνεση. Ωστόσο, από την κριτική και την οργή προς το πολιτικό σύστημα ώς τον αναδυόμενο αντικοινοβουλευτισμό, το βήμα είναι χαώδες και ταυτόχρονα επικίνδυνα εύκολο. Αρκεί μια αυξημένη δόση «αγανάκτησης χωρίς πολιτική» για να το δρασκελίσουμε.

Ο Γιάννης Βούλγαρης είναι καθηγητής στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου

Κυριακή, 10 Ιουλίου 2011

Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΒΙΑ, Η ΝΕΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΚΡΟΔΕΞΙΑ ΚΑΙ ΟΙ ΣΥΡΙΖΙΚΕΣ ΣΚΙΑΜΑΧΙΕΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ

Δεν ανησύχησεν ο Νέρων όταν άκουσε
του Δελφικού Μαντείου τον χρησμό.
«Τα εβδομήντα τρία χρόνια να φοβάται.»
Είχε καιρόν ακόμη να χαρεί.

....
Aυτά ο Νέρων. Και στην Ισπανία ο Γάλβας
κρυφά το στράτευμά του συναθροίζει και το ασκεί,
ο γέροντας ο εβδομήντα τριώ χρονώ.



Στους στίχους αυτούς του Κωνσταντίνου Καβάφη  παραπέμπει εδώ και ένα χρόνο η συνεχής στοχοποίηση του ΣΥΡΙΖΙΚΟΥ καφενείου από το ΠΑΣΟΚ και την κυβέρνηση για τα διαρκώς αυξανόμενα περιστατικά πολιτικής βίας.
Είναι γεγονός ότι οι συστηματικές επιθέσεις εναντίον βουλευτών, κυρίως του ΠΑΣΟΚ, αλλά και όχι μόνο, είναι ένα φαινόμενο πρωτοφανές στην Ευρώπη μετά τον Β' Παγκόσμιο πόλεμο (αν εξαιρέσουμε φυσικά την περίοδο του άτυπου εμφυλίου που έζησε η Ιταλία στη δεκαετία του '70).
Είναι επίσης γεγονός ότι οι επιθέσεις αυτές είναι ολοένα πιο συχνές, ολοένα πιο βίαιες. Όπως επίσης γεγονός είναι ότι τις επιθέσεις αυτές υπερασπίζονται δημόσια διάφορα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ.  Όμως εξ ίσου γεγονός είναι ότι οι άνθρωποι αυτοί ουδέποτε έχουν βγει από τα κομματικά τους γραφεία και οι απόψεις τους αυτές δημοσιεύονται σε έντυπα και ιστοτόπους που, κανείς πλην των κομματικών τους μελών - και αυτών όχι όλων - δεν αντέχει να διαβάσει.
Ταυτόχρονα, ανεπαισθήτως,  αναπτύσσεται ένα μαζικό ακροδεξιό κίνημα, που δεν ταυτίζεται, προς το παρόν τουλάχιστον, με την ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ και τις υπόλοιπες γνωστές ακροδεξιές οργανώσεις. Εκδηλώνεται μέσω των χιλιάδων αναρτήσεων εθνικού, φυλετικού και αντικοινοβουλευτικού μίσους στη μπλογκόσφαιρα, μέσω της μαζικής συμμετοχής στις συνάξεις γραφικών, μέχρι πρόσφατα, φυσιογνωμιών, όπως ο Δημήτρης Κολλάτος και ο Μίκης Θεοδωράκης, μέσω της συμμετοχής στις διαδηλώσεις των ΑΓΑΝΑΚΤΙΣΜΕΝΩΝ στο πάνω μέρος της Πλατείας Συντάγματος.
Το κίνημα αυτό, αμφισβητεί ανοιχτά τους κανόνες του κοινοβουλευτισμού και τα θεσμικά όργανα της Δημοκρατίας απαξιώνοντας τους πάντες και τα πάντα, ευαγγελίζεται μια φαντασιακή εξωθεσμική εθνική ανάταση, και, το κυριότερο, πρωτοστατεί σε πράξεις πολιτικής βίας.
Η άρνηση της κυβέρνησης και του ΠΑΣΟΚ να δουν τα πράγματα όπως έχουν και να παραδεχτούν μια επικίνδυνη πραγματικότητα, η οποία απαιτεί δράση, δεν είναι αποτέλεσμα φτηνιάρικων τρικ πολιτικής επικοινωνίας. Αντιθέτως, είναι αποτέλεσμα προχωρημένου πολιτικού αυτισμού και πλήρους απώλειας της επαφής με την ελληνική κοινωνία.
Δε θα άξιζε να ανησυχεί κανείς γι αυτό, αν το ραγδαία εξελισσόμενο ακροδεξιό κίνημα δεν απειλούσε, ανοιχτά πλέον, το σύνολο των δημοκρατικών κατακτήσεων της κοινωνίας από τη Μεταπολίτευση και μετά. Δυο είναι οι κοινωνικές προελεύσεις της μάζας - διότι περί μάζας πρόκειται - των υποστηρικτών αυτού του κινήματος.
Η πρώτη είναι νέοι κάτω των 30 ετών, καταδικασμένοι σε μακρόχρονη ανεργία, χωρίς καμιά ελπίδα - ή τουλάχιστον έτσι νομίζουν - να ζήσουν ξανά τις περιόδους ευημερίας στις οποίες μεγάλωσαν. Κι επειδή όλη τους η εκπαίδευση, από το Δημοτικό ως το Πανεπιστήμιο, βασίστηκε στην παπαγαλία, έχουν γίνει ανίκανοι να σκεφτούν μόνοι τους και επομένως είναι ανίκανοι να ονειρευτούν ένα μέλλον δικό τους. Τους αρκεί η αναζήτηση κάποιων «φταιχτών», που είναι «υπεύθυνοι για όλα τα δεινά που τους συμβαίνουν» και  ο απλουστευτικός αφοριστικός λόγος  των «ανησυχούντων για το μέλλον του έθνους», που ταυτοχρόνως υπόσχονται τη «μαγική σωτηρία» ευθύς μόλις κλείσουν τα σύνορα, είναι γι αυτούς βάλσαμο. Και απαιτούν την κατεδάφιση όλων των πολιτικών και κοινωνικών κατακτήσεων της Μεταπολίτευσης, στο όνομα της καταδίκης του «σάπιου πολιτικού συστήματος» (Επ' αυτού δεν είναι επιτρέπεται να μην αναρωτηθούμε πώς, ως γονείς, εκθρέψαμε μια γενιά αδιόρθωτων φασιστών). 
Η δεύτερη είναι άνθρωποι της γενιάς των γονέων των πρώτων. Ηλικίας 45 - 60 ετών, βλέπουν την ευημερία στην οποία είχαν συνηθίσει να καταρρέει σα χάρτινος πύργος, βλέπουν το φάσμα της φτώχειας να υψώνεται απειλητικό εμπρός τους και να τους ξυπνάει τους εφιάλτες της πείνας και της ανέχειας των γονέων τους. Και εξοργίζονται με το «χρεοκοπκημένο πολιτικό σύστημα» χωρίς να τους απασχολεί η προσωπική τους συμβολή σε αυτή τη χρεοκοπία, μέσω της εκλογικής πριμοδότησης του κάθε Μαυρογυαλούρου και της συστηματικής περιθωριοποίησης κάθε έντιμης φωνής.
Οι ιδεολογικές ρίζες αυτής της νέας ελληνικής ακροδεξιάς ανάγονται, όσο κι αν αυτό φαίνετααι περίεργο, στην ίδρυση του ΕΑΜ. Στα χρόνια που ακολούθησαν την απελευθέρωση, έχοντας η Αριστερά να αντιμετωπίσει την προπαγάνδα των δωσιλόγων της Κατοχής που την κατηγορούσαν για «εθνική μειοδοσία», ξέχασε γρήγορα ότι εκτός από «λεύτερη την πατρίδα» ήθελε και «πανανθρώπινη τη Λευτεριά». Στη δεκαετία του '50 η ακροδεξιά ΕΟΚΑ βρήκε έναν απίστευτο σύμμαχο στην ΕΔΑ και στο ΚΚΕ, που με περίσσεια ευκολία ξέχασαν πως, στον κατάλογο των θυμάτων της, οι Κύπριοι κομμουνιστές ήταν πολλαπλάσιοι των Άγγλων και των υπαλλήλων της βρετανικής αποικιοκρατίας.
Στη μεταπολίτευση ο ακραία εθνικιστικός, αντιευρωπαϊκός αυτός λόγος εκφράστηκε, στη μεν ελαφρολαϊκή εκδοχή του, από το ΚΚΕ και, κυρίως, από το ΠΑΣΟΚ - τον χρησιμοποίησε ως μέσο εκλογικής διεμβόλισης της Αριστεράς - στη δε σκληροπυρηνική εκδοχή του από τη 17 ΝΟΕΜΒΡΗ, η οποία, ας μην το ξεχνάμε, τύγχανε ευρύτατης λαϊκής αποδοχής. 
Ο εθνικισμός αυτός κατέστη κυρίαρχη κοινωνική ιδεολογία στη δεκαετία του '80 και γιγαντώθηκε με τα συλλαλητήρια για τη «Μακεδονία μας», στα οποία, ας μην το ξεχνάμε και πάλι, είχε πρωτοστατήσει το ΠΑΣΟΚ, για να μπει λίγο στο ψυγείο μετά το φιάσκο των Ιμίων, αλλά για να φουντώσει ξανά με τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004.
Η χρεοκοπία της χώρας το 2009 και η διαχείρισή της από την κυβέρνηση που εξελέγη, ενώ γνώριζε την κατάσταση, με το σύνθημα «λεφτά υπάρχουν», έδωσε σε αυτό το έρπον ακροδεξιό ρεύμα τη δυνατότητα να βγει στο προσκήνιο.
Άμυνες απέναντί του δεν υπάρχουν , ούτε μπορούν να υπάρξουν, ούτε από την Κυβέρνηση, ούτε από την Αριστερά. Η πρώτη, ψευδόμενη ασύστολα προεκλογικά και καταρρακώνοντας κάθε έννοια Κράτους Δικαίου, σε όλα ανεξαιρέτως τα νομοθετήματα που έχει ψηφίσει τους τελευταίους 14 μήνες, περιέβαλε την ακροδεξιά με την τήβενο της «αντίστασης»
Η δεύτερη, έχοντας χαϊδέψει τα αυτιά, όλων αυτών των ανθρώπων για τρεις ολόκληρες δεκαετίες, έχοντας αρνηθεί, για ψηφοθηρικούς λόγους, να στηλιτεύσει τη μικρολαμογιά των «έντιμων ανθρώπων κυρ- Παντελήδων» και - ελλείψει πολιτικών θέσεων για την αντιμετώπιση της κρίσης - έχοντας επενδύσει όλη της την αντιπολιτευτική δράση σε έναν υστερικά καταγγελτικό λόγο, έχει καταστεί θλιβερή ουρά  της Ακροδεξιάς, σε ένα δρόμο που με βεβαιότητα θα οδηγήσει στη φυσική της εξόντωση.
Στο μεταξύ, Κυβέρνηση κι Αριστερά, μοιραίοι κι άβουλοι αντάμα, μη διανοούμενοι να αλλάξουν, έστω στο παρά ένα, μήπως και κάτι περισωθεί, εκ βάθρων την πολιτική τους αντίληψη, σκιαμαχούν περί πολιτικής βίας.

Γιάννης Χρυσοβέργης

Δευτέρα, 4 Ιουλίου 2011

Μια επέτειος

Ακριβώς πριν από 40 χρόνια, στις 3 Ιουλίου του 1971, ο Τζιμ Μόρισον βρέθηκε νεκρός στο διαμέρισμά του στο Παρίσι, κάτω από συνθήκες που δεν έχουν διευκρινιστεί πλήρως. Ο θάνατός του, κατά κάποιον τρόπο εξασφάλισε ένα είδος «αθανασίας» στον ίδιο και στο συγκρότημά του, τους Doors. Στα 40 χρόνια που ακολούθησαν, η ζωή και το έργο του Μόρισον εξακολουθεί να αποτελεί αντικείμενο ενδιαφέροντος, συζήτησης και έρευνας.
Στην Ελλάδα του’71, το γεγονός του θανάτου αυτού του καλλιτέχνη, που σημάδεψε μια εποχή ριζοασπαστικότητας και αναζήτησης του εναλλακτικού, δεν συζητήθηκε ιδιαίτερα. Βέβαια κάποια τραγούδια των Doors, όπως το Light my Fire και το Riders on the Storm, ακουγόντουσαν σε κάποιο βαθμό, χωρίς όμως να γίνεται ιδιαίτερος λόγος για τον καλλιτέχνη και την προσωπικότητά του. Όμως προς το τέλος της δεκαετίας του’70, οι δίσκοι των Doors κυκλοφορούσαν πια στην Ελλάδα και ακουγόντουσαν πολύ από τους έφηβους εκείνης της εποχής. Κάπου τότε, γύρω στο ’79 με ’80, έπεσε στα χέρια μου εκείνο το βιβλιαράκι του Νταλούκα, όπου γινόταν μια πολύ ενδιαφέρουσα παρουσίαση των τραγουδιών των Doors, με πραγματολογικά σχόλια και αναφορές σε σχέση με τις επιρροές οι οποίες διαμόρφωσαν τη φυσιογνωμία του συγκροτήματος. Να δούμε κάποιες από αυτές: αρχαία τραγωδία, κινέζικο θέατρο σκιών, νιτσεϊκή σκέψη, ποίηση Γουίλιαμ Μπλέικ και Αρθούρου Ρεμπώ, αποκρυφισμός και όλα αυτά βέβαια μαζί με το ροκ εν ρολ και το μπλουζ. Πολυποίκιλα ερεθίσματα που αξιοποιήθηκαν γόνιμα από έναν εμπνευσμένο, το δίχως άλλο, καλλιτέχνη, που στη σύντομη ζωή του και στην ακόμα πιο σύντομη καριέρα του (μια πενταετία όλη κι’όλη, από το 1965 ως το 1970), πρόλαβε να αφήσει ένα έργο που δεν ξεχάστηκε.
Τίποτε άλλο. Να ακούσουμε μόνο, μέσω του παρακάτω συνδέσμου, το Moonlight Drive, που πάντα το ξεχώριζα ιδιαίτερα...
http://www.youtube.com/watch?v=VzrpBYjQr-k
 
Γιώργος Αιμ. Σκιάνης